Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2028 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Παραίτηση, Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Καταδικαστική αμετάκλητη απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Νόμιμη παραίτηση από αυτή, με δήλωση της αιτούσας αυτοπροσώπως πριν αρχίσει η συζήτηση.




Αριθμός 2028/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Βιολέττα Κυτέα και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, η οποία παραστάθηκε στο Συμβούλιο, αυτοπροσώπως, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 94/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-4-2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 178/15-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ., την από 10-4-2009 αίτηση της Χ, με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 94/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως (άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί- υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθ. 94/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθ. 1688/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως της αιτούσας. Με την απόφαση αυτή η αιτούσα την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι "Στην ..., στις 30/6/2 με πρόθεση, προέβη στην νόθευση, εγγράφου, με σκοπό, όπως παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, προέβη σε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, η κατηγορουμένη, έχοντας λάβει στην κατοχή της από τις 16/6/1999, "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ" του Ν. 1599/1986, υπογεγραμμένη από τον εγκαλούντα Ζ, με το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: "δηλώνω ότι τριτεγγυώμαι υπέρ των: α) ..., Α.Δ.T ..., ημερομηνία έκδοσης 8/6/1984, παρά Τ. Ασφ. Αιγάλεω και β) ..., Α.Δ.Τ ..., ημερομηνία εκδόσεως 18/12/1998, παρά Α.Τ Αγ. Σπυρίδωνος Αιγάλεω, οι οποίοι εμίσθωσαν τα επιπλωμένα διαμερίσματα τα ευρικόμενα επί της οδού ... και ... αντίστοιχα, περιοχή ... και ανήκουν στην απόλυτη νομή, κατοχή και κυριότητα της κ. Χ τα εξής: 1) θα αναλάβω να πληρώσω εις το ακέραιον οποτεδήποτε οι κύριοι μισθωτές αυτών δεν σταθούν συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς την κ. Χ τα τυχόν οφειλόμενα μηνιαία μισθώματα-ΔΕΚΟ-Κοινόχρηστα-Ζημιές όσον αφορά την εσωτερική επίπλωση αυτών και ζημιές όσον αφορά τα ίδια τα ακίνητα" στη συνέχεια, η ίδια, ενεργώντας δολίως και εν αγνοία του ανωτέρω εγκαλούντος, νόθευσε το ως άνω έγγραφο, αφού συμπλήρωσε, ιδιοχείρως, κάτω από το προαναφερθέν κείμενο και τα εξής κατά λέξη αναγραφέντα:
"Δανείστηκα δε σήμερα παρά της κ. Χ τετρακόσιες εξήντα πέντε χιλιάδες (465.000) δρχ., τα ποσά των εγγυήσεων με ημερομηνία επιστροφής την 15/6/2000 και συναλλαγματικές ευκολίας, συνολικής αξίας ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων χιλιάδων (1.400.000) δρχ. και λήξεως την 30/4/00, 30/6/00, 30/9/00, 30/11/00, 31/1/01, 31/3/01, 31/5/01, τις οποίες οικονομικά θα καλύψω εγώ και μόνον (200.000 Χ 7 = 1.400.000)", εμφανίζοντας, δια του ως άνω τρόπου, τον ίδιο τον εγκαλούντα Ζ, να.έχει λάβει ως δάνειο από την ίδια (κατηγορουμένη), το συνολικό χρηματικό ποσό του 1.400.000 δραχμών και συνεπώς οφειλέτη του εν λόγω χρηματικού ποσού. Στη συνέχεια, την, δια του ως άνω τρόπου, νοθευθείσα από την ίδια "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", χρησιμοποίησε η κατηγορουμένη, στις 25/1/2002, /αφού προσεκόμισε αυτή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μαζί με σχετική αγωγή της που κατέθεσε σε βάρος του ανωτέρω εγκαλούντος.
Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του κατέληξε δεχθέν όσα ανωτέρω διαλαμβάνονται και ότι ο ισχυρισμός της αιτούσας, "κατά τον οποίο η σύνταξη της δηλώσεως στο σύνολό της στις 16-6-1999 και πριν από την βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος, ήτοι του εγκαλούντος, προκύπτει από τα κατατεθέντα στην αρμόδια Κ' ΔΟΥ Αθηνών δύο μισθωτήρια, που είχαν αριθμό καταχ. 1571/16-6-1999 και 1572/16-6-1999, στα οποία είναι προσαρτημένη η δήλωση, δεν αντικρούει τα αναφερόμενα παραπάνω. Ειδικότερα, στα χορηγηθέντα από την Εφορία φωτοτυπικά αντίγραφα των κατατεθέντων μισθωτηρίων στην κατηγ. που αναγνώσθηκαν (βλ. υπ'αριθ. πρωτ. 18279/19-12-2006 έγγρ. της ΔΟΥ) φαίνεται ότι το με αριθμό καταχ. 1571/16-6-99 μισθωτήριο, που αφορά το επί της οδού ... διαμέρισμα και του οποίου είχαν χορηγηθεί δύο πανομοιότυπα φωτοτυπικά αντίγραφα, η δήλωση αποτελεί την τετάρτη σελίδα του μισθωτηρίου, πλην όμως η σφραγίδα της Εφορίας είναι στην άνω δεξιά πλευρά της σελίδας και στη συνέχεια ακολουθεί η δήλωση, το τέλος της οποίας, που είναι και η τελευταία σελίδα του μισθωτηρίου δεν έχει σφραγίδα και υπογραφή της Εφορίας, πράγμα το οποίο θα είχε γίνει αν πράγματι η δήλωση είχε στις 16-6-99 κατατεθεί μαζί με το μισθωτήριο. Από το με αριθμό καταχ. 1572/16-6-99 μισθωτήριο, που αφορά το επί της οδού ... διαμέρισμα και του οποίου επίσης είχαν χορηγηθεί δύο φωτοτυπικά αντίγραφα, προκύπτει ότι στο ένα δεν είναι προσαρτημένη η δήλωση και έχει στην τελευταία τέταρτη σελίδα και την σφραγίδα της ΔΟΥ αρμοδίως υπογεγραμμένη, ενώ στο άλλο η δήλωση είναι προσαρτημένη τόσο στις ενδιάμεσες σελίδες όσο και στο τέλος, με την επισήμανση ότι η υπογεγραμμένη σφραγίδα της ΔΟΥ είναι στην προηγούμενη σελίδα και στις δύο επόμενες ακολουθεί η φωτοτυπία της δήλωσης, που δεν έχει (όπως στο 1571/16-6-99 μισθωτ.) στο τέλος της, που είναι και η τελευταία σελίδα του μισθωτ. σφραγίδα και υπογραφή της Εφορίας, πράγμα που θα είχε γίνει αν πράγματι η δήλωση είχε κατατεθεί στις 16-6-1999 μαζί με το μισθωτήριο. Από αυτά προκύπτει ότι η δήλωση σε χρόνο μεταγενέστερο προσκομίσθηκε στην Εφορία και με τη μέθοδο της φωτοτυπίας παρουσιάσθηκε ως η τελευταία σελίδα του μισθωτηρίου (βλ. Ολομ. ΑΠ 2/2000 Ποιν.Χρ. Ν/120), ενώ εξάλλου το ότι στα αντίγραφα του 1572 μισθωτηρίου το ένα δεν έχει προσαρτημένη καμία δήλωση και το άλλο έχει προσαρτημένες δύο, υποδεικνύει την επιδειχθείσα σπουδή για προσάρτηση της δηλώσεως σε μεταγενέστερο χρόνο.....".
Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς της επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα το υπ'αριθ.πρωτ. 1105937/5909/ΔΕΥ-Α6087/Φ 6411/14-12-06 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το υπ'αριθ. πρωτ. 11762/26-9-2008 έγγραφο-απάντηση- της Κ' ΔΟΥ Αθηνών και την υπ'αριθ. 6970/20-10-2008 'Ενορκη Βεβαίωση του δικηγόρου Αθηνών Κων-νου Ι. Κακίση ενώπιον της Συμ-φου Αθηνών Αναστασίας Χρήστου Λεονταρίδου. Από τα έγγραφα αυτά, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του πιο πάνω δικηγόρου, ο οποίος εμφανίζεται να γνωρίζει οτιδήποτε βεβαιώνει περί της υποθέσεως από τις αφηγήσεις της αιτούσας, μετά της οποίας συνεργάζεται από 15ετίας και την ανάγνωση της προσβαλλόμενης απόφασης και της επ' αυτής εκδοθείσας υπ'αριθ. 1688/2008 αποφάσεως του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "επλανήθη το δικαστήριο από τα χορηγηθέντα από την Κ' ΔΟΥ Αθηνών σε τρεις διαφορετικές στιγμές μισθωτήρια με αριθ. καταχ. βιβλίου 1571/16-6-99 και 1572/16-6-99 εκ των οποίων το πρώτο περιείχε και δύο όμοια αντίγραφα της από 16-6-99 Υπευθύνου Δηλώσεως του μηνυτή Ζ. Το υπ'αριθ. 1571/16-6-99 μισθωτήριο με το οποίο κατατέθηκαν ενσωματωμένα τα δύο -2- επικυρωμένα αντίγραφα της άνω υπευθύνου δηλώσεως του μηνυτού, παρεδόθη εις την πελάτισσά του παρά της άνω ΔΟΥ σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα με εντελώς διαφορετική μορφή κάθε φορά" (δείτε αυτήν), δεν ανατρέπονται τα όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την πιο πάνω απόφασή του και κατέληξε στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του, την οποία στήριξε στα άλλα κυρίως αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει σ'αυτή και όχι μόνο στο γεγονός που δέχθηκε της μεταγενέστερης της 16-6-1999 κατάθεσης της υπευθύνου δηλώσεως του Ζ που νόθευσε η αιτούσα, στην Κ' ΔΟΥ Αθηνών. Δεν είναι δε αναμφίβολα νέα γεγονότα τα όσα κατέθεσε ο πιο πάνω δικηγόρος με την παραπάνω ένορκη βεβαίωσή του, αφού αυτά πριν να τα αφηγηθεί σ'αυτόν η αιτούσα, τα κατέθεσε στο δικαστήριο και ερευνήθηκαν από αυτό μαζί με την κατάθεση της μάρτυρος ..., υπαλλήλου της Κ' ΔΟΥ Αθηνών. Από τις προσκομιζόμενες δε αυτές αποδείξεις συνδυαζόμενες με εκείνες που προσκομίσθηκαν στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο και λήφθηκαν υπ'αυτού υπόψη, δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι η αιτούσα δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευσης) για την οποία καταδικάσθηκε ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της αποφάσεως, με την οποία καταδικάσθηκε και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ.
Με τα δεδομένα αυτά οι επικαλούμενοι ως άνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς ----------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1. Να απορριφθεί η από 10-4-2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 94/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
2. Να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 12 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την αυτοπροσώπως παραστάσα αιτούσα,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που άσκησε. Η παραίτησή του μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο [σε Συμβούλιο], το κηρύσσει απαράδεκτο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Αυτές οι διατάξεις εφαρμόζονται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην επανάληψη της διαδικασίας, η οποία καταλέγεται ανάμεσα στις έκτακτες διαδικασίες και σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ διεξάγεται για το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για πλημ/μα ή κακούργημα. Επομένως, αυτός που αμετάκλητα καταδικάστηκε για πλημ/μα ή κακούργημα και υπέβαλε αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτή. Στην κρινόμενη περίπτωση, η αιτούσα με την από 10/4/2009 αίτησή της, εγχειρισθείσα αρμοδίως, κατ' άρθρο 527 παρ. 3 του ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την 94/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για πλαστογραφία μετά χρήσεως σε ποινή φυλάκισης είκοσι [20] μηνών, ανασταλείσα για τρία χρόνια, ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας για τον αναφερόμενο στο άρθρο 525 παρ. 1 αρ. 2 λόγο. Όμως η αιτούσα κατά την εμφάνισή της στο Συμβούλιο, αυτοπροσώπως, δήλωσε, πριν αρχίσει η συζήτηση, ότι ανακαλεί την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή ότι παραιτείται από την αίτηση που υπέβαλε και η δήλωσή της αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Κατόπιν της δήλωσής της αυτής, και σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επιβληθούν δε στην αιτούσα τα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/4/2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 94/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι [220] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή