Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1559 / 2010    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1559/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα -----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ.Π. ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατεράκη.
Του αναιρεσίβλητου: Α.Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 234/24-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 944/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 1-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από την 11273/18-3-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Βασιλείου Ευθυμίου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο. Επομένως, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρών.
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά δε το άρθρο 974 του αυτού κώδικος, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής η οποία κατά το άρθρο 983 του ιδίου Κώδικος μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως, επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέως να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον, κατά τη βούληση του νομέως, προορισμό του πράγματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 247 ΑΚ, το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή μία παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή, αρχομένη, αφού πρόκειται για αξίωση που απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, από την κατάληψη του πράγματος, δεδομένου ότι προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας με τη δημιουργία πραγματικής κατάστασης που αντιτίθεται σ' αυτό και έκτοτε γεννάται η αξίωση και είναι αυτή επιδιώξιμη. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία αντιθέτως προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία τίθενται με την ως άνω διάταξη για την άσκηση του δικαιώματος. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί, κατ' αρχήν, μόνον αυτή η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφόσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, σε τρόπο που η με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος επιδίωξη ανατροπής μιας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ. ΑΠ 8/2001). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε:

"Με το υπ' αριθμ. ...1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννη Γκαρμπράνη, που έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί (τόμος .. αριθμ. ..), ο Α.Τ., μεταβίβασε, λόγω αγοράς, στον Α.Δ. (εφεσίβλητο-ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου (ιδιωτικού δάσους Βαλανιδορράχου), εκτάσεως 2.500 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του αγροκτήματος Βαλανιδορράχου της πρώην ομωνύμου Κοινότητας του Δήμου Φαναρίου-Νομού Πρέβεζας, το οποίο περιλαμβάνει τις θέσεις Μπορίκα, Κερέντζα, Γοριτσούλα, Γλύφες, Γράβα, Αλωνάκι, Λάκκα Πηγάδι, Στάνη Φίγιο, Χαιρούλα και Μπεκηριέ και συνορεύει με δασώδη έκταση με το όνομα Βρέστα Γιουσούφ, Μαχμούτ Εκκλησία Αγίου Δημητρίου Τσουκνίδας, δάσος Λούτσας, ιδιοκτησία Κομίση Εδρίν, θάλασσα, δάσος Μπότζιου Βάλτο Βαλανιδορράχου και με θέση Καμίνη Χατζή Αμπαζ. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα νομή και κατοχή του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου-ενάγοντος Α.Τ., κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1931 συμβολαίου του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικειακού Γραμματέα Πάργας Μιχαήλ Παλαιογιάννη που είχε έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί. Με την υπ' αριθμ. 5/26-1-1927 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, ολόκληρη η ανωτέρω έκταση χαρακτηρίστηκε ως ιδιωτικό δάσος που ανήκει στους Οθωμανούς Α.Ε.Φ. και Θ.Μ.Χ.Α. Με την ίδια απόφαση, αναγνωρίστηκε η κυριότητα νομή και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο ανωτέρω ιδιωτικό δάσος κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου. Συγκύριοι επίσης του εν λόγω ιδιωτικού δάσους είναι, εκτός από τους προαναφερόμενους εφεσίβλητο-ενάγοντα (σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου) και Ελληνικό Δημόσιο (σε ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου), η Μ.Τ., σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και οι κληρονόμοι του Θ.Μ., κατά το υπόλοιπο ποσοστό. Το ανωτέρω δάσος καλύπτεται από αείφυλλα, πλατύφυλλα των ειδών πεύκης πουρναριών και σκίνου σε πυκνή βλάστηση, με ποσοστό κάλυψης 70% περίπου, καθώς και από διάσπαρτες αγριελιές. Πολλές από τις αγριελιές είχαν μπολιαστεί από κατοίκους της Κοινότητα Βαλανιδόρραχου, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας του εκκαλούντος-εναγομένου, οι οποίοι συνέλεγαν κατά καιρούς τον ελαιόκαρπο. Η ανωτέρω ενέργεια εγένετο με την ανοχή των ιδιοκτητών του εν λόγω ιδιωτικού δάσους, καθόσον δεν διαφαίνονταν τάσεις σφετερισμού συγκεκριμένων τμημάτων εξ αυτού. Επίσης οι εν λόγω ιδιοκτήτες, ανέχονταν την είσοδο και βόσκηση αιγοπροβάτων των κατοίκων της περιοχής, στην δασώδη αυτή έκταση καθόσον εγνώριζαν ότι οι βοσκοί δεν διεκδικούσαν συγκεκριμένα τμήματα εκ της εκτάσεως αυτής. Άλλωστε, ως καταθέτει ο Δήμαρχος Φαναρίου, εγνώριζαν οι κάτοικοι ότι το ιδιωτικό αυτό δάσος, ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και στους προαναφερόμενους συνιδιοκτήτες, και η μόνη προτροπή του Δήμου, ήταν να βοσκούν τα ποίμνιά τους οι κτηνοτρόφοι του Δ.Δ. Βαλανιδόρραχου. Όταν ο εφεσίβλητος αγόρασε το ως άνω ποσοστό (1/3 εξ αδιαιρέτου), άρχισε πλέον με φανερές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, ως είναι η επιτήρηση των ορίων του και της φύσεώς του, να δηλοποιεί στους κτηνοτρόφους και στους συλλέκτες του ελαιοκάρπου των ελαίων που οι τελευταίοι είχαν μπολιάσει, ότι επί του ιδιωτικού αυτού δάσους είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Μερικοί, όμως κάτοικοι της περιοχής μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, οι οποίοι έβοσκαν τα πρόβατά τους στο δάσος ή συνέλεγαν τον ελαιόκαρπο των μπολιασμένων ελαιοδένδρων, εκμεταλλευόμενοι ότι ο εφεσίβλητος κατοικεί στην Πάργα, οι δε λοιποί συγκύριοι επεδείκνυαν υπερβολική ανοχή στις προαναφερόμενες πράξεις τους, άρχισαν να επιδεικνύουν με συγκεκριμένες πράξεις διαθέσεις καταλήψεως τμημάτων εκ του όλου ακινήτου. Ο εκκαλών, κατά το έτος 1992 περιέφραξε με συρματόπλεγμα και ξύλινους πασσάλους τμήμα του ανωτέρω δάσους, εκτάσεως 4022 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Κερέντζα". Η καταληφθείσα αυτή έκταση αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Δασολόγου Βασιλείου Σταύρου, υπό τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-1και οριοθετείται γύρω και ολικά με την υπόλοιπο δασική έκταση συνιδιοκτησίας του εφεσίβλητοι. Όταν έπραξε τούτο ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος αμέσως αντέδρασε, απευθυνόμενος στην δασική υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου και στα όργανά του. Το αυτό έπραττε και όταν άλλοι κάτοικοι επιχειρούσαν παρεμφερείς πράξεις καταλήψεως. Παράλληλα με τις μηνυτήριες αναφορές, άσκησε και αγωγές αναγνωρίσεως του δικαιώματός του συγκυριότητας επί των καταληφθέντων τμημάτων και επ' αυτών εξεδόθησαν αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις Πρωτοβαθμίων Δικαστηρίων, που έκαναν δεκτές τις αγωγές του αυτές. Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος τυγχάνει συγκύριος και της επιδίκου εκτάσεως που καταλήφθηκε παρανόμως από τον εκκαλούντα, ο δε τελευταίος ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου δι' εκτάκτου χρησικτησίας, καθόσον ελλείπει στο πρόσωπό του το στοιχείο της διάνοιας κυρίου, κατά την χρήση της επιδίκου εκτάσεως προς βόσκηση και ενίοτε σταυλισμό του ποιμνίου του ή μπόλιασμα των αγριελιών που υπήρχαν σ' αυτήν και συλλογή του ελαιοκάρπου, ενόψει του ότι, ως προελέχθη, οι πράξεις αυτές εγένοντο κατ' ανοχή και του εφεσίβλητου. Περαιτέρω και υπό τις ως άνω παραδοχές, ο εφεσίβλητος-ενάγων, νομίμως και προσηκόντως άσκησε το δικαίωμά του περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητός του και επί του επιδίκου ακινήτου, αφού όπως αποδείχθηκε, όταν αντιλήφθηκε διάθεση αφετερισμού του επιδίκου από τον εκκαλούντα, αντέδρασε ασκώντας την ένδικο αγωγή. Άλλωστε ουδεμία ιδιαίτερη αξιοποίηση έγινε στο επίδικο, αφού οι μόνες πράξεις που έγιναν από τον εκκαλούντα, ήταν η ως άνω πρόχειρη περίφραξη, η κατασκευή ξύλινης καλύβας και μαντριού και η επιπλέον φύτευση μερικών οπωροφόρων δένδρων. Ωσαύτως, για την ταυτότητα των ως άνω πραγματικών λόγων, η ενάσκηση της ενδίκου αξιώσεως εκ μέρους του εφεσίβλητου-ενάγοντος, δεν υπέκυψε σε παραγραφή, ενόψει του ότι η διάθεση του εκκαλούντος-εναγομένου να ιδιοποιηθεί την επίδικο έκταση, εμφανίστηκε το έτος 1992 και η αγωγή ασκήθηκε εντός της 20ετούς προθεσμίας που ισχύει επί αγωγών κυριότητας. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απορρίπτοντας τις ενστάσεις ιδίας κυριότητα του αναιρεσείοντος και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αλλιώς παραγραφής, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο συγκύριο του επιδίκου δάσους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αποδώσει σ' αυτόν το ανήκον σ' αυτόν πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της μη κτήσης του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα με κτητική και αποσβεστική παραγραφή, καθώς και απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά αβάσιμης, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων το έτος 1992 το πρώτο εξεδήλωσε την πρόθεσή του να καταλάβει και κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, νεμόμενος έκτοτε αυτό μέχρι την άσκηση της αγωγής δηλ. επί χρόνο μικρότερο της εικοσαετίας και δεν παρεβίασε ευθέως ή πλαγίως τις ουσιαστικές δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 1045, 1094, 247, 249, 271, 272 εδάφ. β' αντίστοιχα, του ΑΚ, και επομένως οι πρώτος, τέταρτος και έκτος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για του: πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο εξεταζόμενο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, περί του ότι ο ίδιος-αναιρεσείων δεν έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό του ως κατ' ουσία αβάσιμο χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του και ειδικότερα: α) τα πρακτικά συζήτησης του Μον. Πρωτ. Πρέβεζας με αριθ. 944/2005, που περιέχουν την κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα, που ήταν μάρτυρας ανταπόδειξης (Ο.Ν.), β) τη δήλωσή του στοιχείων ακινήτων του έτους 1999 προς τη Δ.Ο.Υ. Πάργας (έντυπο Ε9), που αναφέρει το επίδικο ως ιδιοκτησία του, γ) την από 4-4-2005 βεβαίωση της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πρέβεζας, από την οποία προκύπτει ότι από της εγγραφής στην Ο.Π. ελαιολάδου της Ένωσης από του έτους 1988 λαμβάνει επιδότηση ελαιολάδου και από 80 παραγωγικά ελαιόδενδρα, που κατέχει και καλλιεργεί στο επίδικο, δ) την από 9-6-2006 βεβαίωση του Δήμου Φαναρίου Ν. Πρέβεζας, για απόδειξη της νομής του στο επίδικο, ε) την όμοια βεβαίωση από 5-3-1997 του Προέδρου της τότε Κοινότητος Βαλανιδορράχης Ν. Πρέβεζας, στ) την ένορκη ενώπιον της συμβ/φου Παραμυθιάς Λήδας Μπέλλου βεβαίωση δύο μαρτύρων του, που περιέχονται στη με αριθ. 2686/15-9-2004 πράξη της ως άνω συμβ/φου και για την οποία ένορκη βεβαίωση κλήθηκε νόμιμα ο αντίδικος, στ') τη με αριθ. πρωτ. 2151/30-4-2004 αίτησή του προς τη Δ/νση Γεωργικής Ανάπτυξης Πρέβεζας, από την οποία προκύπτει ότι ήταν κύριος του επιδίκου, ζ) το συνημμένο στην ως άνω αίτησή του τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου του πολ.μηχκού Λαμπρούση Λάμπρου, η) το με αριθ. πρωτ. 1182/1-4-2005 έγγραφο της Δ/νσης Εγγείων Βελτιώσεων και Πολιτικής Γης της Ν.Α. Πρέβεζας προς αυτόν ως κύριο του επιδίκου, θ) φωτογραφίες απεικονίζουσε το επίδικο με τις περιφράξεις και εγκαταστάσεις του, τον ελαιώνα του και τα υπόλοιπα καρποφόρα μεγάλης ηλικίας δένδρα του, ι) τη ληξιαρχική πράξη με αριθ. ../1979 για το θάνατο του πατέρα του Α.Π. κ) πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του πατέρα του με αριθ. ...2005 και ταυτάριθμο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του την χωρίς όρκο κατάθεση του ενάγοντος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ο.Ν., οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και εκ των εγγράφων που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως υπό των διαδίκων μερών. Επίσης, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι η, υπ' αριθμ. 2686/15-9-2004 ένορκη βεβαίωση δύο μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Παραμυθιάς Λήδας-Βασιλικής Ρήγα Μπέλλου, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών, δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφενός μεν διότι ο τελευταίος δεν αναφέρει στις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, ότι λήφθηκαν κατόπιν κλητεύσεως του αντιδίκου του ή ότι αυτός παρέστη κατά τη λήψη τους, αφετέρου δε διότι δεν προσκομίζει τις οικείες για την ανωτέρω κλήτευση εκθέσεις επιδόσεως. Έτσι, από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα ως άνω προαναφερόμενα έγγραφα ενώ την επίμαχη ένορκη βεβαίωση την απέκρουσε ρητά ως μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και πέμπτο, αντίστοιχα, λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, καταλήγοντας στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί χρησικτησίας και παραγραφής χωρίς να προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος καμία περί τούτων απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, στην παραδοχή της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος Ο.Ν., καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2008 αίτηση του Μ.Π., για αναίρεση της 26/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή