Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1362 / 2014    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1362/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.2581, 2582/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Σπυριδούλα Ραυτοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 434/2014.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 του Π.Κ., υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, τη δημόσια, τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των (5.000.000 δρχ. ή) 15.000 ευρώ, ήδη δε 30.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των (25.000.000 δρχ. ή) 73.000 ευρώ, ήδη δε 120.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012. Το άρθρο τούτο προβλέπει το έγκλημα της απιστίας της σχετικής με την υπηρεσία, το οποίο, λόγω της ιδιότητας του υποκειμένου του, ως υπαλλήλου μόνο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' και 263Α Π.Κ., ανάγεται σε ιδιαίτερο έγκλημα (delictum proprium) και σκοπό έχει την προστασία της χρηστής διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και γενικά της δημόσιας κλπ περιουσίας (έγκλημα κατά της υπηρεσιακής χρηστότητας) (Ολ.ΑΠ 2/2009). Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής (256 Π.Κ.) προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν, (συντρέχοντα αθροιστικώς) ελάττωση της δημόσιας κλπ περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων ελάττωση ή οποία μπορεί να γίνει με θετική πράξη ή παράλειψη από οφειλομένη ενέργεια (άρθρο 5 Π.Κ.) δε υποκειμενικώς άμεσος δόλος του υπαλλήλου (εν γνώσει, άρθρ. 27 Π.Κ.), που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κλπ περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος (έγκλημα με υπερχείλη υποκειμενική υπόσταση), ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του. Από την ίδια διάταξη, περαιτέρω, προκύπτει, ότι από τις τρεις αναφερόμενες σ' αυτήν δραστηριότητες του υπαλλήλου προηγείται ο προσδιορισμός, έπεται η είσπραξη και ακολουθεί η διαχείριση των εσόδων, που, αφενός εναρμονίζονται μεταξύ τους αλλά και συνδέονται κατά χρονική ακολουθία. Έτσι, είναι προφανές, ότι ο "προσδιορισμός" και η "είσπραξη" των εσόδων αναφέρονται στην εισροή αυτών στα δημόσια ταμεία, οπότε από το χρόνο της εισροής τους αποτελούν το "δημόσιο χρήμα" και μέρος της δημόσιας περιουσίας, στην οποία ενσωματώθηκαν, η δε "διαχείρισή" τους, αναφέρεται λογικά στις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που λαμβάνουν χώρα μετά την εισροή των εσόδων στα δημόσια ταμεία και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή τους στη δημόσια περιουσία, η οποία (διαχείριση) διαρκεί εφεξής χρονικά μέχρι την εκπλήρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά κρατικού σκοπού. Επομένως, η κατά το άρθρο τούτο "διαχείριση των εσόδων" αναφέρεται και καταλαμβάνει αναγκαίως τις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που έπονται της εισροής, αφού αυτή (εισροή) έχει ήδη επιτευχθεί και σκοπό έχουν (τα έσοδα) την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών με διάθεση ή δαπάνη αυτών. Έτσι λοιπόν και, ενόψει του ότι ο σκοπός του Κράτους παραμένει στο διηνεκές ο ίδιος (είσπραξη των εσόδων - διάθεσή τους προς ικανοποίηση των αναγκών του), επιτυγχάνεται δε δια μέσου διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλων, άλλων κατά τον προσδιορισμό και άλλων κατά την είσπραξη, πρέπει να γίνει αναγκαίως δεκτό, ότι με τον όρο "διαχείριση των εσόδων" ο νόμος καταλαμβάνει και τις διαχειριστικές πράξεις των υπαλλήλων εκείνων, που διενεργούνται προς ολοκλήρωση του τελικού σκοπού του Κράτους, ο οποίος είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση των αναγκών του, που επιτυγχάνεται με διάθεση ή δαπάνη των εσόδων του.
Συνεπώς, ο νόμος (256 Π.Κ.) ποινικοποιεί τη συμπεριφορά των υπαλλήλων που προσδιορίζουν τα έσοδα, των υπαλλήλων που εισπράττουν αυτά και των υπαλλήλων που διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέντα από το Κράτος έσοδα, προς ικανοποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει (Ολ.Α.Π. .........αν.). Επομένως, ο οικονομικός χαρακτήρας του εγκλήματος του άρθρου 256 Π.Κ. καλύπτει όλα τα πρόσωπα, που συμμετέχουν, με λιγότερες ή περισσότερες αρμοδιότητες, στη διαδικασία διαχείρισης των δημόσιων εσόδων, από την απλή αποδοχή (είσπραξη), τον προσδιορισμό των εσόδων, μέχρι τη λήψη ουσιαστικότερων αποφάσεων και πρωτοβουλιών, αφού είναι γνωστό, ότι αυτές οι διαδικασίες διεκπεραιώνονται από περισσότερους υπαλλήλους, οι ρόλοι και η συμμετοχή των οποίων δύσκολα διαφοροποιούνται. Υποκείμενα, λοιπόν, του προβλεπόμενου από το ανωτέρω άρθρο 256 Π.Κ. εγκλήματος, είναι και όσοι υπάλληλοι από υπηρεσιακό καθήκον συμπράττουν με οποιοδήποτε τρόπο στον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση των εσόδων. Τη δημόσια περιουσία είναι δυνατό να ελαττώνει και εκείνος ο υπάλληλος, που, ως ελεγκτής ελέγχει και εκτιμά κάτι, βάσει δε του ελέγχου αυτού ο προϊστάμενός του εκδίδει την τελική πράξη προσδιορισμού του φόρου, του δασμού κλπ. Άλλωστε και ο οικονομικός έφορος, που κατά την επιστροφή του Φ.Π.Α. αποδίδει μη δικαιούμενα ποσά ή περισσότερα απ' όσα δικαιούται κάποιος, ζημιώνει τα φορολογικά έσοδα του κράτους χωρίς να κάνει διαχειριστικές πράξεις με την ουσιαστική έννοια του όρου. Τόσο, δηλαδή, εκείνοι που εκτελούν τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες της τελικής πράξης είσπραξης, όσο και αυτοί που εκτελούν και πραγματώνουν στη συνέχεια την πράξη αυτή, αποτελούν υποκείμενα του εγκλήματος του άρθρου 256 ΠΚ. Κατά την παραπάνω διάταξη, ως δημόσια περιουσία νοείται κάθε περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα και το σκοπό που επιτελεί, ενώ η ελάττωση της περιουσίας του λαμβάνει χώρα κατά την υπό του υπαλλήλου διαχείριση αυτής στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών και διακρίσεων, που αναπτύσσει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Ιδιαίτερα δε τεχνάσματα θεωρούνται ενέργειες ή παραλείψεις, που τείνουν στην εξαπάτηση της αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων κλπ, με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση στους λογαριασμούς και γενικά ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 36 Ν. 2172/1993 και τροποποιήθηκε με τις παρ. 3 του άρθρου 24 Ν. 2298/1995 και 3 του άρθρου 4 Ν. 2408/1996, "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, (256), 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή και άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το άρθρο 256 του Ποινικού Κώδικα, τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνον όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου". Είναι σαφές, ότι η ανωτέρω διάταξη, δογματικά, απλώς εισάγει επιβαρυντικές περιστάσεις, αφού δεν τυποποιεί εξαρχής νέα αδικήματα αλλά επαυξάνει το υφιστάμενο κατά τον Ποινικό Κώδικα αξιόποινο συγκεκριμένων εγκλημάτων με τη συνδρομή ορισμένου ύψους ζημίας (υπερβαινούσης τώρα, κατ' άρθρ. 5 παρ.7 Ν. 2943/2001, τα 150.000 ευρώ) σε βάρος του Δημοσίου κ.λ.π., θεσπίζεται δηλαδή μία ακόμη σειρά αυτοτελών και ιδιαίτερα διακεκριμένων μορφών των ήδη τυποποιημένων στον Ποινικό Κώδικα βασικών εγκλημάτων, προϋποθέτοντας την πλήρωση όλων των νομοτυπικών στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτών. Έτσι, εφόσον το βασικό έγκλημα της υπηρεσιακής απιστίας υπάγεται, λόγω του ύψους του οφέλους ή της ζημίας, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 1608/1950, ελάχιστη σημασία έχει η θεμελίωση των επικαλυπτομένων από το τελευταίο επιβαρυντικών κακουργηματικών περιστάσεων του άρθρου 256 στοιχ. γ' Π.Κ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 Ν. 2576/1953 (που αποτέλεσε πρότυπο για τη θέσπιση της παρ. 2 του άρθρου 98 Π.Κ., δυνάμει του άρθρου 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999), "Οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Νόμου 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν διά πολλών μερικωτέρων πράξεων, διά τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης διά τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας λαμβάνεται υπόψιν το όλον περιεχόμενον των μερικοτέρων πράξεων". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα από αυτά ούτε να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ακόμη, η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία είναι και εκείνος, με τον οποίο γίνεται από τον κατηγορούμενο επίκληση δεδικασμένου για την πράξη, για την οποία κατηγορείται. Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 2581-2582/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο εκ των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος δικαζόταν σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απιστίας στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε βάρος του Δημοσίου, υπέβαλε εγγράφως δια των συνηγόρων του, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικώς, τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, που έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Με την εκκαλουμένη απόφαση υπ' αριθμ. 3096-3097/2012, κηρύχθηκα ένοχος (σελ. 210) του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από κοινού με τους συναδέλφους μου Γ. Γ., Α. Μ., Ε. Β. και Π. Τ.. Συγκεκριμένα, ενώ άγνωστο άτομο, εμφανιζόμενο με πλαστή ταυτότητα, με στοιχεία ανύπαρκτου προσώπου Δ. Α., μετά απόφαση που προκάλεσα σ' αυτό οι Χ. Κ., Τ. Κ., Π. Κ. και Χ. Η. να ασκήσει κατά τα φαινόμενα μόνο και όχι πραγματικά, εμπορική δραστηριότητα, με τη μορφή μονοπρόσωπης εταιρίας, υπό την επωνυμία " Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΠΠΗ ΕΠΕ", με σκοπό την υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ ανύπαρκτων συναλλαγών, εγώ, από τη στιγμή πού τοποθετήθηκα ως υπάλληλος ελεγκτής του τμήματος ΦΠΑ από 1-1-1995 έως 30-6-1996 ήρθα σε συνεννόηση με τους ανωτέρω Χ. Κ. κ.λ.π. και σε συνεργασία με τους συγκατηγορουμένους μου υπαλλήλους, συγκαλύψαμε και επιτρέψαμε την παράνομη επιστροφή στην ανωτέρω ΕΠΕ, για τις ανύπαρκτες συναλλαγές και μη νόμιμες επιστροφές ΦΠΑ. Σημειωτέον, είχε προηγηθεί μία ακόμη όμοια κατηγορία σε βάρος μου για κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απιστίας στην υπηρεσία από .19-8-1994 μέχρι 13-10-1996.- Επρόκειτο και πάλι για παρόμοια εικονική εξαγωγική δραστηριότητα, της ομάδος Χ., Τ. Κ. κλπ., υπό την κατ' επίφαση εξαγωγική εταιρία ΕΥΡΩΤΕΧΤΙΛ ΜΟΝ. ΕΠΕ. Κηρύχθηκα αθώος με την αμετάκλητη πλέον υπ' αριθμ. 1996/29.10.2009 απόφαση του Εφετείου πρώτου βαθμού Θεσσαλονίκης, με αιτιολογία ότι...ως προς τον τέταρτο κατηγορούμενο Δ. Κ., απεδείχθη ότι εντός της περιόδου 19-8-1994 μέχρι 13-10-1996... τα ανατεθέντα εις αυτόν καθήκοντα περιορίζονταν στον έλεγχο της πληρότητας των δικαιολογητικών χωρίς να έχει αρμοδιότητα διενέργειας οιονδήποτε ελέγχου που να αφορά την επιχείρηση ή τον αιτούντα την επιστροφή ΦΠΑ ή την ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού αιτήματος δηλαδή τα καθήκοντα του, είχαν καθαρά διεκπεραιωτικό και όχι ελεγκτικό χαρακτήρα." Το γεγονός ότι, η προηγηθείσα αυτή αμετάκλητη αθωωτική για το πρόσωπο μου απόφαση, με την ίδια κατηγορία της κατ'εξακολούθηση απιστίας στην υπηρεσία, αναφέρεται στην χρονική περίοδο από 19-8-1994 έως 13-10-1996, η οποία εμπεριέχει την χρονική περίοδο της ήδη κατηγορίας, δηλ. 1-1-1995 έως 30-6-1996 και αναφέρεται στα ίδια ακριβώς θέματα επιστροφής ΦΠΑ προς μή δικαιούχα πρόσωπα (Κ. κλπ), αλλά και στην ίδια ακριβώς υπηρεσιακή μου απασχόληση ως υπαλλήλου εσωτερικής υπηρεσίας χωρίς ελεγκτικά καθήκοντα, δημιουργεί οπωσδήποτε εικόνα ουσιαστικού δεδικασμένου, ως προς το είδος των υπηρεσιακών μου καθηκόντων, αλλά και ενδεχομένως τυπικού δεδικασμένου, σύμφωνα με την παλαιότερη νομολογία του Αρείου Πάγου (396/1964 Π.Χ. ΙΕ.97) σύμφωνα με την οποία "η περί του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος δικαστική κρίσις καλύπτει απάσας τάς εμπίπτουσας εις το κριθέν χρονικόν διάστημα μερικωτέρας πράξεις αποκλειόμενης όθεν της εκ νέον διώξεως δια το αυτό κατ'εξακολούθηση έγκλημα ως συνιστώμενον εξ άλλων πράξεων μή τεθεισών υπό την κρίσιν του δικάσαντος δικαστηρίου" Και περαιτέρω. Ο εκ των και νυν συγκατηγορουμένων Χ. Κ., ο οποίος κατηγορείται στην προκειμένη περίπτωση ότι παρέσχε άμεση συνδρομή σ' εμένα και τους λοιπούς εφοριακούς υπαλλήλους, ώστε να διαπράξουμε το έγκλημα της απιστίας περί την υπηρεσία κατ'εξακολούθηση, ως προς τις επιστροφές ΦΠΑ προς τη μη δικαιούχο, κατά φαινόμενο εταιρία Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣίΙΠΗ ΕΠΕ, κηρύχθηκε ένοχος με την υπ'αριθμ.2192/2008 απόφαση του Εφετείου πρώτου βαθμού Θεσσαλονίκης (η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 476/2013 του Πενταμελούς Εφετείου) και καταδικάσθηκε τελεσίδικα σε κάθειρξη δέκα (10) ετών, με την κατηγορία ότι προς εξαπάτηση της φορολογικής αρχής είναι αυτός που προκάλεσε στον Δ. A. την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της απάτης σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, με το τέχνασμα της κατά φαινόμενο μόνο σύσταση της δήθεν εξαγωγικής εταιρίας υπό την επωνυμία Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, και με υποβολή σειράς δηλώσεων επιστροφής ΦΠΑ, και, να εξαπατήσει την εφοριακή αρχή και να εισπράξει μή οφειλόμενες επιστροφές. Το γεγονός αυτής της καταδίκης του Χ. Κ., επί ηθική αυτουργία σε απάτη σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, της οποίας καταδίκης μόλις προσφάτως και εντελώς τυχαία ελάβαμε γνώση, αποκλείει τη διάπραξη εκ μέρους μας ως υπαλλήλων της αρμόδιας εφορίας διάπραξη του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία με την έννοια της άμεσης συνέργειας στις δόλιες μεθοδεύσεις της συντροφιάς Κ. αφού με την καταδίκη αυτή, η εφοριακή αρχή, εμφανίζεται ως εξαπατηθείσα και όχι ως συμπράξασα". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με τον ήδη αναιρεσείοντα, ότι: "Όσον αφορά τον κατηγορούμενο Δ. Κ. αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα ότι αυτός στη Θεσσαλονίκη και στους χρόνους που μνημονεύονται στη συνέχεια, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α του ΠΚ, κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη και διαχείριση φόρων, μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα, ελάττωσε εν γνώσει του, για να ωφεληθεί άλλος, την περιουσία του Δημοσίου, της οποίας (περιουσίας) η διαχείριση του ήταν εμπιστευμένη, κατά την τέλεση δε της πράξης της αυτής μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ το αντικείμενο της πράξης του, που στρεφόταν σε βάρος του Δημοσίου, είχε συνολική αξία μεγαλύτερη των 15.000,00 ευρώ αλλά και των 73.000,00 ευρώ και των 150.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος της Α' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα ελεγκτής του τμήματος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) της εν λόγω Δ.Ο.Υ. αυτός χρησιμοποίησε τη θέση του και τις αρμοδιότητες που αυτή του παρείχε για να επιτύχει, στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στη συνέχεια την επιστροφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, συνολικού ποσού άνω των 73.000,00 ευρώ αλλά και των 150.000,00 ευρώ, σε φορολογούμενο που δεν είχε δικαίωμα στην επιστροφή αυτή ωφελώντας αυτόν κατά το ως άνω ποσό και βλάπτοντας αντίστοιχα το Ελληνικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα, άγνωστο άτομο εμφανιζόμενο με πλαστή ταυτότητα φέρουσα τα στοιχεία ανυπάρκτου προσώπου με το ονοματεπώνυμο Δ. Α. του Κ., μετά από απόφαση που προκάλεσαν σ' αυτόν οι Χ. Κ., Τ. Κ., Π. Κ. και Κ. Η., να ασκήσει κατά τα φαινόμενα μόνο και όχι στην πραγματικότητα εμπορική δραστηριότητα, με τη μορφή της μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία "Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΏΠΗ Ε.Π.Ε." και ως διαχειριστής και μοναδικός εταίρος αυτής, προκειμένου στη συνέχεια, με την υποβολή περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ, στις οποίες θα εμφανίζονταν ανύπαρκτες συναλλαγές, να λάβει παράνομη επιστροφή ΦΠΑ, προέβη στην υπ' αριθμ. .../1995 δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στην Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία ασκούσε εμπορική δραστηριότητα, με έδρα το επί της οδού Ανδρέου Γεωργίου αριθμ. 16 μίσθιο και αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων, στη συνέχεια δε και παρά το γεγονός ότι η επιχείρηση του ήταν εικονική και ουδέποτε ανέπτυξε δραστηριότητα, υπέβαλε σε τακτά χρονικά διαστήματα ψευδείς - εικονικές περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ στις οποίες περιλάμβανε ενδοκοινοτικές παραδόσεις που δήθεν πραγματοποίησε η Ε.Π.Ε. και οι οποίες ουδέποτε έγιναν, εκδίδοντας για το λόγο αυτό εικονικά τιμολόγια και με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 30.6.1996 το ποσό των 453.896,42 ευρώ (154.665.205 δρχ.). Αυτός δε, από τη στιγμή που τοποθετήθηκε ως υπάλληλος-ελεγκτής του τμήματος ΦΠΑ, ήρθε σε συνεννόηση με τους Χ. Κ., Τ. Κ., Κ. Π. και Κ. Η. και φρόντισε ώστε να συγκαλύπτει την έλλειψη της ύπαρξης των προϋποθέσεων επιστροφής Φ.Π.Α. Ειδικότερα, πριν την πρώτη επιστροφή φόρου δεν ενήργησε προσωρινό έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της ΠΟΛ 1078/1991 και του άρθρου 40 Ν. 1642/1986, και δεν συνέταξε νομότυπη έκθεση ελέγχου, ώστε να διαπιστωθεί ότι ο αιτών στοιχειοθετεί το δικαίωμα επιστροφής του Φ.Π.Α. Συγκεκριμένα, πριν την πρώτη επιστροφή δεν προέβη σε έλεγχο και θεώρηση των βιβλίων και των παραστατικών της επιχείρησης για τον υπολογισμό του πιστωτικού υπολοίπου, ούτε διενήργησε τις στοιχειώδεις επαληθεύσεις των δαπανών και των προμηθευτών της ελεγχόμενης εταιρίας, ενώ εξάλλου ουδέποτε απέστειλε δελτία πληροφοριών στις Δ.ΟΎ. των προμηθευτών, προκειμένου να διασταυρωθεί και να διαπιστωθεί αν οι αγορές είναι πραγματικές και, το βασικότερο, αν καταβλήθηκε ο αναλογούν Φ.Π.Α., ώστε να υπάρξει δικαίωμα επιστροφής. Όλες οι ανωτέρω ενέργειες, στις οποίες όφειλε να προβεί και σκοπίμως απέφυγε, ήταν καθοριστικές για την διαπίστωση της πραγματικής ή μη υπόστασης της ελεγχόμενης επιχείρησης, γεγονός που αυτός γνώριζε. Ακόμη, δεν ζήτησε ως όφειλε, τις φορτωτικές διακίνηση των εμπορευμάτων από την έδρα της επιχείρησης στο αεροδρόμιο, καθώς και θεωρημένες φορτωτικές για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο εξωτερικό, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των ΠΟΑ 1144/1992 και 1262/1993, ενώ εξάλλου δεν ζήτησε από το σύστημα VIES να γίνει επαλήθευση εάν ο αγοραστής ήταν εγγεγραμμένος στο VIES της χώρας του. Επίσης δεν ζήτησε να προσκομίσει, ο διαχειριστής της εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της ΠΟΑ 1262/1993, παραστατικά διαμεσολαβούσας τράπεζας για τις πληρωμές στο εξωτερικό (εμβάσματα πληρωμής Τραπεζών, επιταγές, αποδείξεις είσπραξης κ.λ.π.) και για τις δραχμοποιήσεις, δεν εντόπισε σκοπίμως ότι στις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. ο κωδικός ΚΑ 316, που αναφέρεται στις δραχμοποιήσεις, δεν είχε συμπληρωθεί, άρα δεν φαινόταν να υπήρχαν συναλλαγματικές διαφορές από τις εμφανιζόμενες ενδοκοινοτικές συναλλαγές -πράγμα απίθανο- και αυτό αποτελεί ουσιώδη λόγο για την άρνηση της επιστροφής, δεν εντόπισε σκοπίμως ακόμη ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν είχε παραγωγικό εξοπλισμό και προσωπικό, ούτε εμφάνιζε αγορές παγίων και δεν είχε καταχωρημένες στοιχειώδεις δαπάνες, γεγονός ιδιαιτέρως σημαντικό. Αναληθώς δε ανέγραψε στην υποτυπώδη έκθεση ελέγχου που συνέταξε, ότι δήθεν προέβη σε επιτόπιο έλεγχο, αφού στην περίπτωση αυτή θα είχε ασφαλώς διαπιστώσει την ανυπαρξία λειτουργίας της επιχείρησης στην δηλωθείσα διεύθυνση. Περαιτέρω διενήργησε σειρά επιστροφών Φ.Π.Α. (90%), αφού παραλάμβανε τις υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφής ΦΠΑ, σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής των περιοδικών δηλώσεων και με παντελή έλλειψη δικαιολογητικών, γνωρίζοντας καλώς ότι αναφέρονταν σε εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις και ότι η ως άνω εταιρία, η οποία δεν είχε πραγματική υπόσταση, δεν δικαιούταν να λάβει τα αιτούμενα με αυτές ποσά. Κατόπιν, επεξεργαζόταν και συνέτασσε τις αποφάσεις επιστροφής ΦΠΑ, τις οποίες υπέγραφε ο Προϊστάμενος -Διευθυντής της Α' Δ.Ο.Υ. καθώς και ο προϊστάμενος του Τμήματος Φ.Π.Α., παραβαίνοντας τα συγκεκριμένα υπηρεσιακά καθήκοντα ελέγχου που προαναφέρθηκαν, όπως αυτά είχαν τεθεί με υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους, με σκοπό να αποφευχθεί ο έλεγχος των υποβληθεισών περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. της Ε.Π.Ε., ο οποίος (έλεγχος) θα αποκάλυπτε την εικονικότητα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Μεταχειρίστηκε δε, κατά την τέλεση των πράξεων του αυτών, ιδιαίτερα τεχνάσματα, ήτοι κρυφές υλικές ενέργειες και μεθόδους μη εμφανώς διακριτές, για τη διευκόλυνση των παράνομων πράξεων του και τη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, για να διευκολύνει τις παράνομες άνω ενέργειες του και να ματαιώσει την αποκάλυψη της δραστηριότητας του από ενδεχόμενο έλεγχο, συνέταξε μία συνοπτική έκθεση ελέγχου, αντί της επιβεβλημένης έκθεσης ελέγχου, στην οποία δήλωνε ψευδώς ότι είχε διενεργήσει τον προβλεπόμενο από την ΠΟΑ 1078/1991 και το άρθρο 40 του Ν. 1642/1986 προσωρινό, επιτόπιο έλεγχο της επιχείρησης και ότι έλεγξε τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Στην πραγματικότητα ωστόσο, δεν είχε προβεί σε κανέναν έλεγχο και δη επιτόπιο, αφού στην περίπτωση αυτή θα είχε διαπιστώσει τη μη λειτουργία της επιχείρησης στη διεύθυνση που είχε δηλώσει. Παράλληλα σκοπίμως δεν προέβη σε καμία επαλήθευση και διασταυρωτικό έλεγχο, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, με την αποστολή δελτίων πληροφοριών προς τις Δ.ΟΎ. των φερομένων ως προμηθευτών, προς διευκρίνιση απόδοσης του Φ.ΤΤΑ επιστροφής, καθόσον γνώριζε ότι στην περίπτωση αυτή θα αποκαλύπτονταν η εικονικότητα των συναλλαγών. Η παράβαση από μέρους του όλων των προαναφερθέντων υπηρεσιακών καθηκόντων του, έγινε προς τον αυτό σκοπό, της διευκόλυνσης των παρανόμων άνω ενεργειών του και της ματαίωσης αποκάλυψης τους. Στις ως άνω παραλείψεις και πράξεις προέβη εν γνώσει του και κατόπιν μεθοδεύσεως, επεξεργάσθηκε δε και συνέταξε τις παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α., τις οποίες υπέγραφε ο εκάστοτε Προϊστάμενος - Διευθυντής της Δ.ΟΎ., και εν συνεχεία συνέταξε τα επίσης πιο κάτω αναφερόμενα ατομικά φύλλα έκπτωσης (ΑΦΕΚ) Φ.Π.Α.: 1) Τον Απρίλιο του 1995 συνέταξε την υπ'αριθμ. 181/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 344/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.ΟΎ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για την χρονική περίοδο Ιανουαρίου 1995, ποσού 2.737.800 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 2) Στις 19.9.1995 συνέταξε την υπ' αριθμ. 517/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 620/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.ΟΎ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για την χρονική περίοδο Φεβρουαρίου-Μαίου 1995, ποσού 7.601.448 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 3) Τον Νοέμβριο του 1995 συνέταξε την υπ' αριθμ., 604/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 749/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.ΟΎ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για τη χρονική περίοδο Ιουνίου-Σεπτεμβρίου 1995, ποσού 18.181.785 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 4) Στις 20.11.1995 συνέταξε την υπ' αριθμ. 644/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 829/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.ΟΎ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για την χρονική περίοδο Οκτωβρίου 1995, ποσού 10.245.906 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής) και 5) Το Δεκέμβριο του 1995 συνέταξε την υπ' αριθμ. 698/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 1021/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου 1995, ποσού 16.044.157 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής). Με τις ως άνω ενέργειές του ζημίωσε το Δημόσιο, κατά το συνολικό ποσό των επιστροφών που διενεργήθηκαν στην ανωτέρω επιχείρηση, ύψους 453.896,42 ευρώ ή 154.665.205 δρχ. (και όχι μόνο κατά τα προαναφερόμενα ποσά των επιστροφών που αυτός διενήργησε, που συμποσούνται σε 54.811.096 δρχ. ή 160.854,28 ευρώ), με αντίστοιχη ωφέλεια της προαναφερόμενης εταιρίας και των ως άνω υποκρυπτόμενων ατόμων, που το έλαβαν ως παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., δεδομένου ότι το σύνολο των επιστροφών στηρίχθηκε στις δήθεν επαληθεύσεις στις οποίες αυτός προέβη με τον προσχηματικό προσωρινό του έλεγχο, σκοπός του οποίου είναι η διαπίστωση της πραγματικής υπόστασης της ελεγχόμενης επιχείρησης. "Ολα αυτά αποδείχθηκαν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι οδήγησαν το Δικαστήριο στο σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής του. Γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος αυτών με την παρακάτω ελαφρυντική περίσταση και όπως στο διατακτικό......Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος Κ. Δ. με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος και μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα και ως υπάλληλος της Α' Δ.Ο.Υ. προέβη στις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις ζημιώσας το Ελληνικό Δημόσιο με το παραπάνω ποσό και όπως οι πράξεις του αυτές αναφέρονται στο διατακτικό. Και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει αυτός με τον αυτοτελή ισχυρισμό του κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα. Ακόμη απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου είναι να υπάρχει εκτός των άλλων και ταυτότητα πράξεως. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος Κ. Δ. με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του προτείνει την ύπαρξη δεδικασμένου που κατά τους ισχυρισμούς του προκύπτει από την υπ'αριθμ.1996/2009 απόφαση του πρώτου βαθμού Δικαστηρίου των Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία κηρύχθηκε αθώος για όμοια με τη δικαζόμενη πράξη. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν υφίσταται εν προκειμένω ταυτότητα της πράξης εκείνης και της εκδικαζόμενης σήμερα". Στη συνέχεια, το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα της προμνημονευόμενης αξιόποινης πράξεως της απιστίας στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και ζημία άνω των 150.000 ευρώ, σε βάρος του Δημοσίου, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον 2° κατηγορούμενο Δ. Κ. ένοχο του ότι: Στη Θεσσαλονίκη και στους χρόνους που μνημονεύονται στη συνέχεια, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α του ΠΚ, κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη και διαχείριση φόρων, μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα, ελάττωσε εν γνώσει του, για να ωφεληθεί άλλος, την περιουσία του Δημοσίου, της οποίας (περιουσίας) η διαχείριση του ήταν εμπιστευμένη, κατά την τέλεση δε της πράξης της αυτής μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ το αντικείμενο της πράξης του, που στρεφόταν σε βάρος του Δημοσίου, είχε συνολική αξία μεγαλύτερη των 15.000,00 ευρώ αλλά και των 73.000,00 ευρώ και των 150.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος της Α' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα ελεγκτής του τμήματος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) της εν λόγω Δ.Ο.Υ. αυτός χρησιμοποίησε τη θέση του και τις αρμοδιότητες που αυτή του παρείχε για να επιτύχει, στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στη συνέχεια την επιστροφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, συνολικού ποσού άνω των 73.000,00 ευρώ αλλά και των 150.000,00 ευρώ, σε φορολογούμενο που δεν είχε δικαίωμα στην επιστροφή αυτή ωφελώντας αυτόν κατά το ως άνω ποσό και βλάπτοντας αντίστοιχα το Ελληνικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα, άγνωστο άτομο εμφανιζόμενο με πλαστή ταυτότητα φέρουσα τα στοιχεία ανυπάρκτου προσώπου με το ονοματεπώνυμο Δ. Α. του Κ., μετά από απόφαση που προκάλεσαν σ1 αυτόν οι Χ. Κ., Τ. Κ., Π. Κ. και Κ. Η., να ασκήσει κατά τα φαινόμενα μόνο και όχι στην πραγματικότητα εμπορική δραστηριότητα, με τη μορφή της μονοπρόσωπης Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία "Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΏΠΗ Ε.Π.Ε." και ως διαχειριστής και μοναδικός εταίρος αυτής, προκειμένου στη συνέχεια, με την υποβολή περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ, στις οποίες θα εμφανίζονταν ανύπαρκτες συναλλαγές, να λάβει παράνομη επιστροφή ΦΠΑ, προέβη στην υπ' αριθμ. .../1995 δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στην Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία ασκούσε εμπορική δραστηριότητα, με έδρα το επί της οδού Ανδρέου Γεωργίου αριθμ. 16 μίσθιο και αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων, στη συνέχεια δε και παρά το γεγονός ότι η επιχείρηση του ήταν εικονική και ουδέποτε ανέπτυξε δραστηριότητα, υπέβαλε σε τακτά χρονικά διαστήματα ψευδείς - εικονικές περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ στις οποίες περιλάμβανε ενδοκοινοτικές παραδόσεις που δήθεν πραγματοποίησε η Ε.Π.Ε. και οι οποίες ουδέποτε έγιναν, εκδίδοντας για το λόγο αυτό εικονικά τιμολόγια και με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.1.1995 έως 30.6.1996 το ποσό των 453.896,42 ευρώ (154.665.205 δρχ.). Αυτός δε, από τη στιγμή που τοποθετήθηκε ως υπάλληλος-ελεγκτής του τμήματος ΦΠΑ, ήρθε σε συνεννόηση με τους Χ. Κ., Τ. Κ., Κ. Π. και Κ. Η. και φρόντισε ώστε να συγκαλύπτει την έλλειψη της ύπαρξης των προϋποθέσεων επιστροφής Φ.Π.Α. Ειδικότερα, πριν την πρώτη επιστροφή φόρου δεν ενήργησε προσωρινό έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της ΠΟΛ 1078/1991 και του άρθρου 40 Ν. 1642/1986, και δεν συνέταξε νομότυπη έκθεση ελέγχου, ώστε να διαπιστωθεί ότι ο αιτών στοιχειοθετεί το δικαίωμα επιστροφής του Φ.Π.Α. Συγκεκριμένα, πριν την πρώτη επιστροφή δεν προέβη σε έλεγχο και θεώρηση των βιβλίων και των παραστατικών της επιχείρησης για τον υπολογισμό του πιστωτικού υπολοίπου, ούτε διενήργησε τις στοιχειώδεις επαληθεύσεις των δαπανών και των προμηθευτών της ελεγχόμενης εταιρίας, ενώ εξάλλου ουδέποτε απέστειλε δελτία πληροφοριών στις Δ.Ο.Υ. των προμηθευτών, προκειμένου να διασταυρωθεί και να διαπιστωθεί αν οι αγορές είναι πραγματικές και, το βασικότερο, αν καταβλήθηκε ο αναλογούν Φ.Π.Α., ώστε να υπάρξει δικαίωμα επιστροφής. Όλες οι ανωτέρω ενέργειες, στις οποίες όφειλε να προβεί και σκοπίμως απέφυγε, ήταν καθοριστικές για την διαπίστωση της πραγματικής ή μη υπόστασης της ελεγχόμενης επιχείρησης, γεγονός που αυτός γνώριζε. Ακόμη, δεν ζήτησε ως όφειλε, τις φορτωτικές για τη διακίνηση των εμπορευμάτων από την έδρα της επιχείρησης στο αεροδρόμιο, καθώς και θεωρημένες φορτωτικές για τη μεταφορά των εμπορευμάτων στο εξωτερικό, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των ΠΟΑ 1144/1992 και 1262/1993, ενώ εξάλλου δεν ζήτησε από το σύστημα VIES να γίνει επαλήθευση εάν ο αγοραστής ήταν εγγεγραμμένος στο VIES της χώρας του. Επίσης δεν ζήτησε να προσκομίσει ο διαχειριστής της εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της ΠΟΑ 1262/1993, παραστατικά διαμεσολαβούσας τράπεζας για τις πληρωμές στο εξωτερικό (εμβάσματα πληρωμής Τραπεζών, επιταγές, αποδείξεις είσπραξης κ.λ.π.) και για τις δραχμοποιήσεις, δεν εντόπισε σκοπίμως ότι στις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. ο κωδικός ΚΑ 316, που αναφέρεται στις δραχμοποιήσεις, δεν είχε συμπληρωθεί, άρα δεν φαινόταν να υπήρχαν συναλλαγματικές διαφορές από τις εμφανιζόμενες ενδοκοινοτικές συναλλαγές -πράγμα απίθανο- και αυτό αποτελεί ουσιώδη λόγο για την άρνηση της επιστροφής, δεν εντόπισε σκοπίμως ακόμη ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν είχε παραγωγικό εξοπλισμό και προσωπικό, ούτε εμφάνιζε αγορές παγίων και δεν είχε καταχωρημένες στοιχειώδεις δαπάνες, γεγονός ιδιαιτέρως σημαντικό. Αναληθώς δε ανέγραψε στην υποτυπώδη έκθεση ελέγχου που συνέταξε, ότι δήθεν προέβη σε επιτόπιο έλεγχο, αφού στην περίπτωση αυτή θα είχε ασφαλώς διαπιστώσει την ανυπαρξία λειτουργίας της επιχείρησης στην δηλωθείσα διεύθυνση. Περαιτέρω διενήργησε σειρά επιστροφών Φ.Π.Α. (90%), αφού παραλάμβανε τις υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφής ΦΠΑ, σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής των περιοδικών δηλώσεων και με παντελή έλλειψη δικαιολογητικών, γνωρίζοντας καλώς ότι αναφέρονταν σε εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις και ότι η ως άνω εταιρία, η οποία δεν είχε πραγματική υπόσταση, δεν δικαιούταν να λάβει τα αιτούμενα με αυτές ποσά. Κατόπιν, επεξεργαζόταν και συνέτασσε τις αποφάσεις επιστροφής ΦΠΑ, τις οποίες υπέγραφε ο Προϊστάμενος -Διευθυντής της Α' Δ.Ο.Υ. καθώς και ο προϊστάμενος του Τμήματος Φ.Π.Α., παραβαίνοντας τα συγκεκριμένα υπηρεσιακά καθήκοντα ελέγχου που προαναφέρθηκαν, όπως αυτά είχαν τεθεί με υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους, με σκοπό να αποφευχθεί ο έλεγχος των υποβληθεισών περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. της Ε.Π.Ε., ο οποίος (έλεγχος) θα αποκάλυπτε την εικονικότητα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών. Μεταχειρίστηκε δε, κατά την τέλεση των πράξεων του αυτών, ιδιαίτερα τεχνάσματα, ήτοι κρυφές υλικές ενέργειες και μεθόδους μη εμφανώς διακριτές, για τη διευκόλυνση των παράνομων πράξεων του και τη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, για να διευκολύνει τις παράνομες άνω ενέργειες του και να ματαιώσει την αποκάλυψη της δραστηριότητας του από ενδεχόμενο έλεγχο, συνέταξε μία συνοπτική έκθεση ελέγχου, αντί της επιβεβλημένης έκθεσης ελέγχου, στην οποία δήλωνε ψευδώς ότι είχε διενεργήσει τον προβλεπόμενο από την Π Ο Λ 1078/1991 και το άρθρο 40 του Ν. 1642/1986 προσωρινό, επιτόπιο έλεγχο της επιχείρησης και ότι έλεγξε τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Στην πραγματικότητα ωστόσο, δεν είχε προβεί σε κανέναν έλεγχο και δη επιτόπιο, αφού στην περίπτωση αυτή θα είχε διαπιστώσει τη μη λειτουργία της επιχείρησης στη διεύθυνση που είχε δηλώσει. Παράλληλα σκοπίμως δεν προέβη σε καμία επαλήθευση και διασταυρωτικό έλεγχο, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, με την αποστολή δελτίων πληροφοριών προς τις Δ.Ο.Υ. των φερομένων ως προμηθευτών, προς διευκρίνιση απόδοσης του Φ.Π.Α. επιστροφής, καθόσον γνώριζε ότι στην περίπτωση αυτή θα αποκαλύπτονταν η εικονικότητα των συναλλαγών. Η παράβαση από μέρους του όλων των προαναφερθέντων υπηρεσιακών καθηκόντων του, έγινε προς τον αυτό σκοπό, της διευκόλυνσης των παρανόμων άνω ενεργειών του και της ματαίωσης αποκάλυψης τους. Στις ως άνω παραλείψεις και πράξεις προέβη εν γνώσει του και κατόπιν μεθοδεύσεως, επεξεργάσθηκε δε και συνέταξε τις παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α., τις οποίες υπέγραφε ο εκάστοτε Προϊστάμενος - Διευθυντής της Δ.Ο.Υ., και εν συνεχεία συνέταξε τα επίσης πιο κάτω αναφερόμενα ατομικά φύλλα έκπτωσης (ΑΦΕΚ) Φ.Π.Α.: 1) Τον Απρίλιο του 1995 συνέταξε την υπ' αριθμ. 181/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 344/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για την χρονική περίοδο Ιανουαρίου 1995, ποσού 2.737.800 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 2) Στις 19.9.1995 συνέταξε την υπ' αριθμ. 517/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 620/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για την χρονική περίοδο Φεβρουαρίου-Μαίου 1995, ποσού 7.601.448 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 3) Τον Νοέμβριο του 1995 συνέταξε την υπ' αριθμ., 604/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 749/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για τη χρονική περίοδο Ιουνίου-Σεπτεμβρίου 1995, ποσού 18.181.785 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής), 4) Στις 20.11.1995 συνέταξε την υπ' αριθμ. 644/1995 απόφαση επιστροφής Φ.Π.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 829/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.Π.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για την χρονική περίοδο Οκτωβρίου 1995, ποσού 10.245.906 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής) και 5) Το Δεκέμβριο του 1995 συνέταξε την υπ' αριθμ. 698/1995 απόφαση επιστροφής Φ.ΤΤ.Α. και βάσει αυτής το υπ' αριθμ. 1021/1995 ατομικό φύλλο έκπτωσης (επιστροφής) Φ.ΤΤ.Α. (Α.Φ.Ε.Κ.) της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ως άνω εταιρία έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α. για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου 1995, ποσού 16.044.157 δραχμών (που αντιστοιχεί στο 90% της επιστροφής). Με τις ως άνω ενέργειες του ζημίωσε το Δημόσιο, κατά το συνολικό ποσό των επιστροφών που διενεργήθηκαν στην ανωτέρω επιχείρηση, ύψους 453.896,42 ευρώ ή 154.665.205 δρχ. (και όχι μόνο κατά τα προαναφερόμενα ποσά των επιστροφών που αυτός διενήργησε, που συμποσούνται σε 54.811.096 δρχ. ή 160.854,28 ευρώ), με αντίστοιχη ωφέλεια της προαναφερόμενης εταιρίας και των ως άνω υποκρυπτόμενων ατόμων, που το έλαβαν ως παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α., δεδομένου ότι το σύνολο των επιστροφών στηρίχθηκε στις δήθεν επαληθεύσεις στις οποίες αυτός προέβη με τον προσχηματικό προσωρινό του έλεγχο, σκοπός του οποίου είναι η διαπίστωση της πραγματικής υπόστασης της ελεγχόμενης επιχείρησης. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο 2ος κατηγορούμενος Δ. Κ. έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. α', 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 256 στοιχ. γ' του Π.Κ. και 1 Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την εν λόγω απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, με τις άνω παραδοχές αιτιολογείται πλήρως, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου στο Τμήμα Φ.Π.Α. της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, όπου, ως ελεγκτής, προέβη στις αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις, ώστε να συγκαλύψει την έλλειψη της υπάρξεως των νόμιμων προϋποθέσεων επιστροφής Φ.Π.Α. στη μνημονευόμενη εταιρία. Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως, τόσο ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος για τη συγκάλυψη αυτή, με το να έλθει αυτός σε συνεννόηση με τους αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του αλλά και ο σκοπός του να ωφελήσει αυτούς, στους οποίους ανήκε η άνω εταιρία και να βλάψει, ελαττώνοντας αντίστοιχα, την περιουσία του Δημοσίου. Διαλαμβάνονται, ακόμη, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα, που ο ίδιος επινόησε για τη διευκόλυνση των αναφερόμενων παράνομων ενεργειών και παραλείψεών του, όπως η αναληθής αναγραφή στην υποτυπώδη έκθεση ελέγχου που συνέταξε, ότι δήθεν προέβη σε επιτόπιο έλεγχο της αιτούσας την επιστροφή του Φ.Π.Α. εταιρίας, ενώ δεν ενήργησε τέτοιο έλεγχο, όπως επιβαλλόταν από τις διατάξεις των άρθρων 3 της ΠΟΛ 1078/1991 και 40 του Ν. 1642/1986, οπότε θα διαπιστωνόταν, ότι δεν είχε πραγματική υπόσταση η αιτούσα εταιρία, ότι αυτή δεν είχε προβεί σε πραγματικές αγορές ούτε υπήρχαν σχετικά παραστατικά έγγραφα αγοράς και παραλαβής εμπορευμάτων ούτε παραστατικά διαμεσολαβούσας Τράπεζας για τις πληρωμές στο εξωτερικό και δεν είχαν πραγματοποιηθεί εκ μέρους της καταβολές Φ.Π.Α., όπως ειδικότερα οι ενέργειες και παραλείψεις αυτές αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό, προκειμένου να ματαιωθεί η αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του από ενδεχόμενο έλεγχο. Εκτίθεται, επίσης, ότι προς το σκοπό αυτό ο αναιρεσείων διενήργησε πέντε επιστροφές Φ.Π.Α., παραλαμβάνοντας τις υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφής με παντελή έλλειψη δικαιολογητικών, ενώ γνώριζε καλώς, ότι οι αιτήσεις αυτές αναφέρονταν σε εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις και, στη συνέχεια, επεξεργαζόταν και συνέτασσε τις αντίστοιχες αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α., ως και τα ατομικά φύλλα έκπτωσης Φ.Π.Α. της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, βάσει των οποίων η αναφερόμενη εταιρία (Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.) έλαβε ως επιστρεφόμενο Φ.Π.Α. τα αναφερόμενα αναλυτικά στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως χρηματικά ποσά, που υπερβαίνουν τις 150.000 ευρώ, τα ανωτέρω δε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέτειναν στην υλοποίηση του σχεδίου του να βλάψει την περιουσία του Δημοσίου, την οποία και έβλαψε με αντίστοιχη ωφέλεια της προαναφερόμενης Ε.Π.Ε. και των υποκρυπτομένων υπ' αυτήν φυσικών προσώπων, που έλαβαν παρανόμως τα αναφερόμενα ποσά, ως επιστροφές Φ.Π.Α. Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί, σε σχέση με την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, επανάληψη του διατακτικού της, πλην όμως αμφότερα, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, περιέχουν αναλυτικά και με τόση πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Οι ειδικότερες επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής εις βάρος του αποφάσεως, όπως κατά λέξη εκτίθεται στο αναιρετήριο, "χρήζει εξηγήσεων και διευκρινίσεων, οι οποίες ελλείπουν τελείως, λόγω κενών και αντιφάσεων, σε βαθμό ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο λογικός και νομικός έλεγχος αυτής και να καθιστά αυτήν αναιρετέα για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας αλλά και έλλειψη νομίμου βάσεως" σε σχέση και με τα δύο ζητήματα, τα οποία έθεσε αυτός υπό την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας με τους προεκτεθέντες, κατατεθέντες και αναπτυχθέντες προφορικά στο ακροατήριο, ισχυρισμούς του, είναι απορριπτέες για τους εξής λόγους: Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό του, περί υπάρξεως δεδικασμένου από την επικαλούμενη 1996/2009 αμετάκλητη αθωωτική για τον ίδιο απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αυτός, όπως προτάθηκε, δεν περιείχε τα απαιτούμενα κατά το νόμο (άρθρ. 57 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) για τη συγκρότηση και θεμελίωση τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού περιστατικά, αφού, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω ισχυρισμού, η απόφαση εκείνη δεν αφορά την ίδια αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση (διότι δεν αναφέρεται στο ίδιο αλλά σε άλλο γεγονός), οπότε το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Εν τούτοις, με το να δεχθεί συναφώς το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προπαρατεθέντος σκεπτικού του, ότι "...δεν υφίσταται εν προκειμένω ταυτότητα της πράξης εκείνης και της εκδικαζομένης σήμερα" και να απορρίψει τον ισχυρισμό του αυτό, ως εκ περισσού διέλαβε επαρκή αιτιολογία, ενόψει του ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων, που πρέπει να συντρέχουν για τη συνδρομή δεδικασμένου είναι και η ταυτότητα πράξεως, υπό την έννοια του αυτού γεγονότος. Όσον αφορά τον δεύτερο από τους, κατά τα άνω, προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, εφοριακού υπαλλήλου, ότι ο συγκατηγορούμενος, ως άμεσος συνεργός στην υπό του ιδίου (αναιρεσείοντος) τελεσθείσα πιο πάνω κακουργηματική απιστία περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, Χ. Κ., καταδικάστηκε αμετακλήτως με την αναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη σε βάρος του Δημοσίου, τελεσθείσα από άλλον (Δ. Α.), ο οποίος εξαπάτησε τη φορολογική αρχή με το τέχνασμα της "κατ' επίφαση και κατά το φαινόμενο" σύστασης της δήθεν εξαγωγικής εταιρίας υπό την επωνυμία Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε., οπότε "δεν θα μπορούσε νομικά, στους ίδιους χρόνους, αφενός μεν να εξαπατά τη φορολογική αρχή, αφετέρου δε να καθίσταται συνεργός των υπηρετούντων σ' αυτήν υπαλλήλων", ο "προβληματισμός" αυτός, όπως χαρακτηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό, αφού δεν επάγεται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητάς του για καταλογισμό ούτε την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής αλλά συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, στα οποία το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, ούτε ανεπάρκεια υφίσταται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε υπάρχουν σ' αυτήν κενά και αντιφάσεις, που να συνιστούν έλλειψη νόμιμης βάσεως. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου και να επιβληθούν στον ίδιο (αναιρεσείοντα) τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2014 αίτηση του Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 2581-2582/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή