Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1589 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του έγγραφα που αναγνώστηκαν και για την πλαγίου παράβαση, αφού δεν προκύπτει αν δέχεται ως ψευδές το γεγονός που ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων. Απορρίπτει την αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1589/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ρίκο, περί αναιρέσεως της 8571-8572/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ2 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρόπουλο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 6/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει, ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Περαιτέρω ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2571-2572/2008 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που, κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στις ...απεβίωσε στο χωριό .... η Θ1. Η θανούσα με τις από ..., ... και ... ιδιόγραφες διαθήκες της εγκατέστησε σ' όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τους αναφερόμενους σ' αυτές κληρονόμους, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβανόταν οι εγκαλούντες Ζ2 και Ζ1. Οι πιο πάνω διαθήκες, με επιμέλεια των κληρονόμων, δημοσιεύτηκαν και κηρύχθηκαν κυρίες και ειδικότερα η πρώτη με τα υπ' αριθ. 3357 και 1170/10-12-81 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δεύτερη με τα 930/14-2-86 πρακτικά και η τρίτη με τα 115 και 25/13-1-1989 πρακτικά. Για την κήρυξη κυριών των πιο πάνω ιδιόγραφων διαθηκών κατέθεσε ως μάρτυρας ως προς τη γνησιότητα της γραφής και υπογραφής της ως άνω διαθέτιδας ο Λ1 αδελφός του κατηγορουμένου-που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης στη παρούσα ποινική δίκη. Ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 13-12-2000 (αριθ. κατ. 11354/1999/13-12-2000) αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας του σε ακίνητο της κληρονομίας, εμβαδού 20 στρεμμάτων, με βάση το από ....προσύμφωνο πώλησης. Στην αγωγή του αυτή ο κατηγορούμενος, την οποία έστρεψε, μεταξύ άλλων, και κατά των συζύγων των εγκαλούντων Ζ2 κα Ζ1, ισχυρίστηκε ότι το κληρονομικό δικαίωμα της ...συζ. Ζ2 στηριζόμενο στην πιο πάνω πρώτη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία την προηγούμενη της κατάρτισης του προσυμφώνου με τη μαρτυρία μάλιστα του αδελφού του Λ1 ασχέτως με τη μη γνησιότητα αυτής (της διαθήκης), η οποία συντάχθηκε δια χειρός από το σύζυγο της όγδοης εναγομένης Ζ1, μετά από προτροπή και υπόδειξη του συζύγου της έκτης εναγομένης Ζ2 στην κατοικία της δεύτερης εναγομένης και μετά από συμφωνία όλων των εναγομένων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους Θ1, αυτή (η διαθήκη) χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικώς και κυρίως με τον χαρακτήρα της έγγραφης συμφωνίας διανομής, προκειμένου να προσδιοριστεί το συντομότερο το κληρονομικό δικαίωμα (μερίδιο) καθενός από τα παιδιά των αρχικώς πέντε κληρονόμων, τα οποία με τον τρόπο αυτό και χωρίς τη διαδικασία της αποποίησης κληρονομίας από τους γονείς τους είχαν καταστεί αυτοδικαίως κληρονόμοι της γιαγιάς τους Θ1. Ση συνέχεια ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε με την ως άνω αγωγή του ότι " ...τη διαθήκη αυτή (την από ...), που συντάχθηκε από τα ίδια πρόσωπα όπως και η πρώτη από ..., οι εναγόμενοι δημοσίευσαν και κήρυξαν κυρία στις ..., τέσσερα και πλέον χρόνια μετά το θάνατο της κληρονομούμενης... ".Επί της αγωγής εκδόθηκε η 58/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που κατέστη τελεσίδικη με τη 273/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή. Από τα ως άνω όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι, και στην περίπτωση που οι ως άνω διαθήκες δεν είναι γνήσιες, αυτές συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τους εγκαλούντες όπως διέδωσε ανωτέρω ο κατηγορούμενος, ή είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή στη σύνταξη και υπογραφή τους ως να προέρχονται από την ως άνω διαθέτιδα και ειδικότερα με τη σύνταξη τους από το Ζ1, με προτροπή, υπόδειξη και υπαγόρευση από το Ζ2. Στοιχεία που να μαρτυρούν ότι οι παραπάνω διαθήκες "πλαστογραφήθηκαν" από τους εγκαλούντες δεν προέκυψαν, τα όσα δε καταθέτει ο μάρτυρας υπερασπίσεως Λ1 - αδελφός του κατηγορουμένου - ότι ενώπιον του συντάχθηκαν και υπογράφηκαν οι διαθήκες από τους Ζ2 και Ζ1 (για τους οποίους ο ίδιος είχε καταθέσει ότι τόσο η γραφή όσο και η υπογραφή τους είναι της διαθέτιδας Θ1) δεν κρίνονται καθόλου πειστικά. Μάλιστα αυτός υπερακοντίζει και τα όσα ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποστηρίζει στην απολογία του, καταθέτοντας ότι όταν πήγε με τον αδελφό του να συλλυπηθούν στην οικία που ήσαν συγκεντρωμένοι οι κληρονόμοι, οι σύζυγοι κλπ τους επέδειξαν τις ήδη συνταχθείσες και υπογραφείσες διαθήκες από τους εγκαλούντες, δηλαδή ότι είχαν ήδη συνταχθεί και υπογραφεί όταν αυτοί έφθασαν στον σπίτι, ενώ αντίθετα ο μάρτυρας αδελφός του καταθέτει ότι αυτό έγινε ενώπιον τους. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα παραπάνω αναφερόμενα στην αγωγή του για τους εγκαλούντες Ζ2 και Ζ1 ήταν ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών και τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων (υπαλλήλων γραμματείας δικαστηρίου, δικαστών κλπ.). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι παραπάνω αναφορές του για τους εγκαλούντες έγιναν στα πλαίσια από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και την προστασία δικαιώματος του, κατ' άρθρο 367&1γ ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι οι αναφορές αυτές σε βάρος των εγκαλούντων έγιναν στα πλαίσια προστασίας του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος κυριότητας του και ούτε ήταν ικανές οι ως άνω αναφορές να επηρεάσουν την εξέλιξη της πολιτικής δίκης. Κατόπιν αυτών θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδόμενων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή". Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε το σκεπτικό της, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά "αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά, εξάλλου, της ίδιας απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ των άλλων, και οι με αριθμούς "12, 13, 14 και 15" εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες αν και αφορούν τη γνησιότητα των διαθηκών, όμως δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό, αλλά ούτε και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενο τους με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, με στοιχ.3.6. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο, μεταξύ των άλλων δέχθηκε και ότι "...Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι, και στην περίπτωση που οι ως άνω διαθήκες δεν είναι γνήσιες, αυτές συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τους εγκαλούντες, όπως διέδωσε ανωτέρω ο κατηγορούμενος ή είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή στη σύνταξη και υπογραφή τους ως να προέρχονται από τη διαθέτιδα και ειδικότερα με τη σύνταξη τους από το Ζ1, με προτροπή και υπαγόρευση από το Ζ2". Επομένως δεν υπάρχει σαφής παραδοχή στην απόφαση, περί της γνησιότητας των διαθηκών και το Δικαστήριο φαίνεται να δέχεται ότι η συκοφαντική δυσφήμηση, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση και αν ακόμη το γεγονός που ισχυρίστηκε και διέδωσε, είναι αληθές, που δεν το αποκλείει με την παραδοχή αυτή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της πληττόμενης απόφασης από τον ’ρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ. και η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως και ο, από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με στοιχ. 3.1. στο δικόγραφο της αίτησης, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είμαι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά συρροή, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνιστά πλημμέλημα, χρόνος δε τελέσεως αυτής είναι εκείνος της 13-12-2000. Επομένως μέχρι σήμερα παρήλθε οκταετία και πρέπει να παύσει το Δικαστήριο τούτο την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής(άρθρο 511 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8571-8572/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ... για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατά συρροή, που φέρεται ότι τέλεσε στην Πάτρα, την 13/12/2000, σε βάρος των εγκαλούντων Ζ1 και Ζ2.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή