Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1065 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εμπρησμός.




Περίληψη:
Εμπρησμός από αμέλεια, λόγος για έλλειψη αιτιολογίας και ασαφείς παραδοχές, απορρίπτει τη δήλωση αναιρέσεως ως αβάσιμη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1065/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τη δήλωση περί αναιρέσεως της 1373-1374/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Σταύρου Μπέζα (ΔΣ Ναυπλίου).
Με πολιτικώς ενάγοντες τους..., ..., ... και ..., από τους οποίους παραστάθηκαν ο πρώτος και η τέταρτη μετά και η τρίτη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Τσιρόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ 3331). Η δεύτερη δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-2- 2010 δήλωση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 299/2010.

Αφού άκουσε
τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η δήλωση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως με ημερομηνία 16-3-2010, του ..., αρχιφύλακα του ΑΤ ..., η πολιτικώς ενάγουσα ... κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην, όμως, ούτε εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτή ήταν παρούσα.
2.Η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 16-2-2010, υποβάλλεται για τον κατηγορούμενο, εκ μέρους του συνηγόρου που είχε παρασταθεί στη συζήτηση και στρέφεται κατά της 1373-1374/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 2-2-2010. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.2, 473 παρ.2 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
3.Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν αυτό δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδεικνύονται, στη διάταξη που εφαρμόζει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 264 στοιχ. α' και 266 παρ.1 ΠΚ συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος του εμπρησμού από μη συνειδητή αμέλεια, εκ του οποίου μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης αφ' ενός δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που τελεί υπό τις αυτές πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ' ετέρου είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα που επήλθε πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δράστη, υπό την έννοια ότι κατά την κοινή αντίληψη αυτό δεν θα επερχόταν, εάν ο δράστης δεν είχε προβεί στην πράξη ή την παράλειψη που του αποδίδεται.
4.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1373-1374/2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό αυτής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ότι ο κατηγορούμενος, την 17-6-2002, σε χρόνο κατά τον οποίο φυσούσε δυνατός αέρας, άναψε φωτιά για να κάψει ξερά κλαδιά στο αγρόκτημα, το οποίο έχει στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... του νομού ..., χωρίς να λάβει κάποιο μέτρο αποφυγής επεκτάσεως της φωτιάς. Ότι αφού έβαλε τη φωτιά στα ξερόκλαδα, ασχολήθηκε με το πότισμα δενδρυλλίων, χωρίς, προηγουμένως, να φροντίσει για το σβήσιμό της. Ότι λόγω της παράλληλης απασχόλησής του, η φωτιά ξέφυγε από τον έλεγχό του, επεκτάθηκε σε παρακείμενα αγροκτήματα συνολικής εκτάσεως περίπου 50 στρεμμάτων και έκαψε ελαιόδεντρα, ελαιόκαρπο και εξαρτήματα ποτίσματος, που ανήκαν σε τρίτους, όπως οι πολιτικώς ενάγοντες. Ότι η πυρκαγιά αυτή ξεκίνησε από το δικό του κτήμα, όπου αυτός, καθ' ομολογία του, βρισκόταν, περιστατικό που βεβαιώθηκε από τα ευρήματα της πυροσβεστικής υπηρεσίας, όπως αυτά περιγράφονται στην έκθεση αυτοψίας (κάηκε το μικρό τρακτέρ με το βυτίο, που χρησιμοποιούσε για το πότισμα, διότι βρέθηκαν στην πορεία της φωτιάς, από την ανατολή προς τη δύση, όπως έπνεε ο αέρας) και από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Ότι το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται στην αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, αν και έμπειρος σε αγροτικές εργασίες ως κτηματίας μεγάλης ηλικίας, από έλλειψη προσοχής δεν το προέβλεψε, αν και μπορούσε να το προβλέψει αφ' ενός λόγω της θερινής εποχής, στην οποία συνέβη το γεγονός και κατά την οποία απαγορεύεται γενικώς η καύση ξερών χόρτων ή κλαδιών στους αγρούς και αφ' ετέρου λόγω του ισχυρού ανέμου, ο οποίος έπνεε και ο οποίος θα απέτρεπε κάθε μετρίως συνετό άνθρωπο, όπως ο ίδιος, από το να ανάψει φωτιά στο χωράφι του. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, ο Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για εμπρησμό από αμέλεια, εκ του οποίου μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τα όσα δέχθηκε το Εφετείο, εξέθεσε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφασή του α) το ότι η μορφή της αμέλειας που επέδειξε ήταν αυτής της μη συνειδητής αμέλειας, αφού δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από τις πράξεις και παραλείψεις του και β) το ότι η πρόκληση της πυρκαγιάς, από την οποία μπορούσε να προκύψει (και εν προκειμένω, πράγματι, επήλθε) κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, οφειλόταν στο ότι εξ αιτίας της ως άνω αμελείας του αφ' ενός έβαλε φωτιά στο αγρόκτημά του σε εποχή που η πράξη αυτή, γενικώς, απαγορεύεται και υπό καιρικές συνθήκες που η ίδια πράξη θα έπρεπε, ειδικώς, να αποφευχθεί και αφ' ετέρου παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο, το οποίο θα ήταν πρόσφορο για να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς, εάν αυτή θα είχε την τάση να ξεφύγει από τον έλεγχό του. Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει ποιο μέτρο θα ήταν πρόσφορο για το σκοπό αυτό. Τέτοια υποχρέωση, όμως, θα είχε μόνο εάν ο κατηγορούμενος είχε λάβει κάποιο μέτρο, αλλά αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση θα χαρακτηριζόταν απρόσφορο. Τότε, μόνο, θα έπρεπε να αιτιολογηθεί γιατί το ληφθέν υπήρξε απρόσφορο και ποιο άλλο θα έπρεπε να έχει ληφθεί αντ' αυτού, ως πρόσφορο. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της δηλώσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2010 δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 1373-1374/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.-
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα και πεντακοσίων (500) ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Μαΐου 2010.- Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή