Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 50 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Απόρριψη αναιρέσεως τεχνικού διευθυντή εργοστασίου και τεχνικού ασφαλείας, καταδικασθέντων για σωματική βλάβη από αμέλεια σε βάρος εργαζομένου λόγω παραλείψεώς των να λάβουν τα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται από το άρθρο 10 του ΠΔ 16/1996. Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, διότι η αμέλεια των κατηγορουμένων προσδιορίζεται στην παράλειψη εξασφαλίσεως και υλοποιήσεως των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας και στην μη πρόβλεψη του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος, ως συνέπειας αυτών των παραλείψεών τους, παρότι όφειλαν και μπορούσαν υπό τις άνω περιστάσεις να το προβλέψουν, δηλαδή ως μη συνειδητή αμέλεια και όχι ως ενσυνείδητη αμέλεια, ως συνέπεια θετικής ενέργειάς των προβλεπτή, από την οποία δεν απείχαν. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, διότι αναφέρει ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που έλαβε υπόψη και ότι με τη μνεία ότι συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, εννοείτο ότι συνεκτιμήθηκε και η κατάθεση εξετασθέντος μάρτυρα που είχε κληθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, για να εξετασθεί και στην κατ' έφεση δίκη και ο οποίος αναφερόταν ότι παρουσιάσθηκε κατ' άρθρο 327 § 2 ΚΠΔ και είχε εξετασθεί και στη δίκη στον πρώτο βαθμό, στα πρακτικά της οποίας επίσης αναφερόταν ότι παρουσιάσθηκε κατ' άρθρο 327 § 2 ΚΠΔ. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι αντίθετες με τα συμπεράσματα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως προς την ενοχή των καταθέσεις τριών εξετασθέντων μαρτύρων, αφορούν σε διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων και είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.




Αριθμός 50/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 809/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 870/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α Π.Κ. όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικος "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούσαν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ'ετέρου είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη του δράστη. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη, ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, η οποία μπορεί να πηγάζει ιδίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον εκουσίως και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν, όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς αυτών και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή κατά το άρθρο 10 παράρτημα 1 παραγρ. 10.5.4 του Π.Δ. 16/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας σε χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/654/ΕΟΚ" η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής καθώς και σε στέγες που δεν έχουν κατασκευασθεί για να είναι βατές (π.χ. κεκλιμένες στέγες κ.λ.π.) επιτρέπεται μόνο εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζόμενους από κίνδυνο πτώσης, ενώ κατά την παράγραφο 14.6 του ιδίου παραρτήματος οι επικίνδυνες ζώνες πρέπει να επισημαίνονται ευκρινώς. Εξ άλλου κατά την παράγραφο 10.4.3 του παραρτήματος, 11 του ιδίου άρθρου η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής καθώς και σε στέγες που δεν έχουν σχεδιασθεί και κατασκευασθεί για να είναι βατές (π.χ. κεκλιμένες στέγες κ.λ.π.) επιτρέπεται μόνον εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζόμενους από τον κίνδυνο πτώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 ήταν κατά το ...τεχνικός ασφαλείας του εργοστασίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COLA COLA Ελληνική Εταιρία Εμφιαλώσεως Α.Ε.", που βρίσκεται στο 17ο χιλ. της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου, ενώ ο έτερος κατηγορούμενος Χ1 ήταν τεχνικός, διευθυντής του εργοστασίου κατά τον ίδιο χρόνο. Κατά το εγχειρίδιο διαχείρισης επαγγελματικών κινδύνων - θεμάτων ασφαλείας που είχε εκπονήσει η εταιρία με τη συμφωνία των κατηγορουμένων και όλων των εργαζομένων, ο τεχνικός ασφαλείας ήταν αρμόδιος για την αναγνώριση των επαγγελματικών κινδύνων και την παρακολούθηση των συνθηκών ασφαλείας του εργοστασίου καθώς επίσης και για την αξιολόγηση κάθε θέματος που σχετίζεται με την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων. Ο τεχνικός διευθυντής του εργοστασίου ήταν ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της εταιρίας και υπεύθυνος έναντι του νόμου για την ασφάλεια και υγιεινή των εργαζομένων του εργοστασίου Θεσσαλονίκης, καθώς και αρμόδιος για την εποπτεία των στελεχών του εργοστασίου που ασχολούνται με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Στο τέλος του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Νοεμβρίου ... εμφανίσθηκε βλάβη στο μηχάνημα απαγωγής του τμήματος κατεργασίας νερού στο άνω εργοστάσιο που βρισκόταν στη στέγη του κτιρίου, η οποία έχει ελαφρά κλίση και προγραμματίσθηκε να γίνει η επισκευή της στις ... από τους εργαζομένους Υ1 και Υ2 στους οποίους την ημέρα εκείνη δόθηκε εντολή να ανέβουν στη στέγη και να επιδιορθώσουν την βλάβη από τον προϊστάμενο του τμήματος επισκευών και συντήρησης. Ενώ οι κατηγορούμενοι υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους γνώριζαν ότι η στέγη του κτιρίου του τμήματος κατεργασίας νερού του εργοστασίου απείχε 7,5 μέτρα από το δάπεδο του κτιρίου και 3,8 μέτρα από το πατάρι του κτιρίου και ήταν κατασκευασμένη από μεταλλικές λαμαρίνες στηριγμένες σε δοκούς από μπετόν, περιλάμβανε δε αυτή και ένα διάζωμα πλάτους 1 μέτρου, που είχε κατασκευασθεί από διαφώτιστο υλικό (πλέξι γλας) αντί από μεταλλική λαμαρίνα, για το φυσικό φωτισμό εσωτερικά του κτιρίου, δηλαδή από υλικό κατασκευής ανεπαρκούς αντοχής υπό την έννοια ότι αν πατούσε κάποιος πάνω στο διάζωμα, να είναι βέβαιη η θραύση και η υποχώρησή του, παρέλειψαν να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των προβλεπομένων από το νόμο μέτρων ασφαλείας (άρθρ. 10 παράρτημα 11 παρ. 10 του Π.Δ. 16/1996 - άρθρ. 19 παρ. Γ του ΠΔ 778/1980) κατά τις εργασίες επισκευής του ως άνω μηχανήματος, η έξοδος του οποίου βρισκόταν στο διαφώτιστο τμήμα (όχι μόνο με την παροχή οδηγιών αλλά ελέγχοντας και την υλοποίηση των μέτρων). Ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε κατά τη διάρκεια των εργασιών να καλυφθεί το διαφώτιστο διάζωμα με προστατευτική διάταξη από πτώση των εργαζομένων, που θα μπορούσε να γίνει με σκαλωσιά με δάπεδο εργασίας, εδραζόμενη στο δάπεδο του κτιρίου, είτε να γίνει η εκτέλεση των εργασιών αυτών με τη χρήση αυτοκινούμενης πλατφόρμας εργασίας, καλαθοφόρου, στην οποία πατώντας ο εργαζόμενος θα εκτελούσε με ασφάλεια τις εργασίες στο συγκεκριμένο σημείο της στέγης που αποτελούνταν από υλικά ανεπαρκούς αντοχής στο οποίο απαγορευόταν η πρόσβαση των εργαζομένων, εφ' όσον δεν υφίσταντο εγκαταστάσεις που να τους προστατεύουν από την πτώση (άρθρ. 10 παρ. 1 παράγρ. 10.5.4 του Π.Δ. 16/1996). Ο ισχυρισμός ότι λόγω της μορφής της στέγης δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καλαθοφόρο όχημα δεν είναι βάσιμος, αφού καλαθοφόρα όχημα δεν υπάρχει μόνο με άκαμπτο βραχίονα, που όντως θα ήταν δύσκολη αν όχι αδύνατη η χρήση του αλλά και με αρθρωτό βραχίονα που επιτρέπει τη χρήση του σε κάθε περίπτωση.
Επί πλέον (οι κατηγορούμενοι) δεν μερίμνησαν για την τοποθέτηση σήμανσης στη στέγη, που θα οριοθετούσε την επικίνδυνη ζώνη και επέτρεψαν στους εργαζομένους να ανέβουν στη στέγη, για την εκτέλεση των άνω εργασιών χωρίς να φέρουν ζώνη πρόσδεση και κράνος που πιθανώς θα μείωναν τις συνέπειες της πτώσης. Το γεγονός ότι είχαν χορηγήσει σε όλους τους εργαζομένους και κατά συνέπεια και στους ανωτέρω τα ατομικά αυτά μέτρα προστασίας, δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη εφόσον δεν μερίμνησαν για τον έλεγχο της χρήσης τους από τους εργαζομένους κατά την εργασία. Επίσης επέτρεψαν την άνοδο στη στέγη στους άνω εργαζομένους χωρίς να τους ενημερώσουν ότι το διαφώτιστο υλικό του διαζώματος της στέγης δεν ήταν ανθεκτικό ώστε να μην πατήσουν πάνω του. Ειδικότερα δε όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ1 που ήταν τεχνικός διευθυντής του εργοστασίου δεν έδωσε αυτός τις απαραίτητες οδηγίες και δεν άσκησε τον έλεγχο στον έτερο κατηγορούμενο και στον προϊστάμενο του τμήματος επισκευών και συντήρησης που ήταν στελέχη της επιχείρησης αρμόδια για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας ώστε να ληφθούν τα προαναφερόμενα μέτρα, άλλως να μη επιτραπεί η έναρξη εργασιών στη στέγη και να αποτραπεί έτσι η πρόκληση ατυχήματος, ενώ ο κατηγορούμενος Χ2 τεχνικός ασφαλείας του εργοστασίου, ήταν άμεσα αρμόδιος για τη λήψη των μέτρων και την τήρηση εφαρμογής τους. Αποτέλεσμα των παραλείψεων τους αυτών και της αμελούς συμπεριφοράς τους ήταν ο τραυματισμός του υπαλλήλου της εταιρίας Υ1, ετών 39, κατοίκου ...., ο οποίος στις ... και ώρα 12.30 ανέβηκε στη στέγη του κτιρίου του τμήματος κατεργασίας νερού χωρίς κράνος και ζώνη πρόσδεσης για να επισκευάσει το μηχάνημα απαγωγής, χωρίς να γνωρίζει ότι το διαφώτιστο υλικό του διαζώματος δεν είχε την ανάλογη ανθεκτικότητα για να συγκρατήσει το βάρος του σώματός του και στην προσπάθειά του να προσεγγίσει την απαγωγική διάταξη πάτησε πάνω στο διάζωμα, το οποίο υποχώρησε, με αποτέλεσμα την πτώση του από το ύψος της στέγης στο πατάρι που υπήρχε από κάτω στο εσωτερικό του κτιρίου. Κατά την πτώση του προσέκρουσε στα τοιχώματα των δεξαμενών επεξεργασίας νερού, που βρίσκονται στο πατάρι και στο δάπεδο του, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα, θλάσεις, υπαραχνοειδή αιμορραγία, αιμάτωμα Δ. ΜΚΒ με σύστοιχο κάταγμα κρανίου επεκτεινόμενο προς τη βάση, εκτεταμένη θλάση αρ. μετωπιαία, ανοικτό συντριπτικό κάταγμα Δ. κνήμης, ευρισκόμενος σε άγρυπνο κώμα, υπεβλήθη δε σε κρανιοτομία και τραχειοτομία". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε κήρυξε καθένα από τους ήδη αναιρεσείοντες ένοχους της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια με τα ελαφρυντικά ότι έζησαν έως το χρόνο που έγινε η αξιόποινη αυτή πράξη έντιμη, ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καθένας των κατηγορουμένων καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους και κατεδίκασε καθένα από τους κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1 β, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών που να στερούν την απόφαση νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά εκείνα που συνέχονται με την αμελή συμπεριφορά καθενός των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και αντίστοιχα περιστατικά ώστε με βάση τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και εμπειρία των μπορούσε καθένας από αυτούς να προβλέψει και στη συνέχεια να αποτρέψει το αποτέλεσμα που επήλθε. Ακόμη διαλαμβάνονται στην ίδια απόφαση και προσδιορίζονται τα αναγκαία εκείνα περιστατικά, που συνέχονται με συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη κάθε αναιρεσείοντος και τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε ο καθένας να λάβει προς παρεμπόδιση της πτώσεως των εργαζομένων στην στέγη του εργοστασίου και ειδικότερα όσων θα εργαζόταν πλησίον του διαζώματος που ήταν κατασκευασμένο από διαφώτιστο υλικό ανεπαρκούς αντοχής και θα υποχωρούσε αν κάποιος πατούσε πάνω σε αυτό. Προσδιορίζεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που επέβαλε σε κάθε υπαίτιο τη λήψη των μέτρων που ήταν αναγκαία για την παρεμπόδιση επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος και ήταν το άρθρο 10 του Π.Δ. 16/1996 και όχι το από προφανή παραδρομή επιπροσθέτως αναφερόμενο άρθρο 19 παρ. 1 του Π.Δ. 778/1980, που αφορά στη λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και είναι διαφορετικές από εκείνες κατά τη διάρκεια των οποίων σημειώθηκε στην εξεταζόμενη περίπτωση η πτώση του αναφερόμενου εργαζόμενου από το ύψος της στέγης όπου ήταν το υπό επισκευή μηχάνημα απαγωγής του τμήματος κατεργασίας νερού στο πατάρι που υπήρχε στο εσωτερικό του κτιρίου λόγω υποχωρήσεως του διαζώματος.
Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με το είδος της αμέλειας των κατηγορουμένων που έγινε δεκτό ότι επέδειξαν για την αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι. Δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο της ουσίας ότι το αποτέλεσμα που επήλθε οφειλόταν σε ενσυνείδητη αμέλεια των υπαιτίων και ότι προέβλεψαν οι κατηγορούμενοι από τη συμπεριφορά τους ότι είναι δυνατό να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα και ότι δεν απείχαν από αυτή πιστεύοντας ότι δεν θα επέλθει ούτε έγινε δεκτό ότι από θετική ενέργεια των κατηγορουμένων επήλθε το βλαπτικό αποτέλεσμα της πτώσεως και του τραυματισμού του εργαζομένου στο εργοστάσιο. Αυτά που αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό ότι έγιναν δεκτά για τον τρόπο κατασκευής της στέγης, το ύψος της από το δάπεδο, το εύθραυστο του διαφώτιστου υλικού από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το διάζωμα πλάτους 1 μέτρου και ότι επέτρεψαν οι κατηγορούμενοι την άνοδο των εργαζομένων στη στέγη προς εκτέλεση των εργασιών επισκευής του μηχανήματος του συστήματος απαγωγής, παρατίθενται για να τονισθεί η παράλειψη των κατηγορουμένων να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα να ληφθούν μέτρα ασφαλείας για τη λήψη των οποίων υπείχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και την μη υλοποίηση του επιπλέον μέτρου να φέρουν οι εργαζόμενοι κράνος και ζώνη πρόσδεσης προς μείωση των συνεπειών από τυχόν πτώση, ενώ σαφώς αποδίδει το δικαστήριο στην έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και ήταν δυνατό να καταβάλουν οι κατηγορούμενοι την παραγωγή του αξιόποινου αποτελέσματος ως συνέπεια αυτών των παραλείψεών τους και δεν δέχθηκε ότι προέβλεψαν το άνω αποτέλεσμα ως συνέπεια της εντολής των κατηγορουμένων προς τους εργαζόμενους να ανέβουν για να επισκευάσουν το άνω μηχάνημα στη στέγη του εργοστασίου και ότι πίστευαν ότι δεν θα πέσει και δεν θα τραυματιζόταν ο άνω εργαζόμενος, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων των αναιρεσειόντων που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Εξ άλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης ανεγνώσθησαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η 14110/17.6.2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης πριν από την έναρξη εξετάσεως των μαρτύρων και δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 δ και το άρθρο 170 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. που να ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ίδιου κώδικα από το ότι χωρίς να περιλαμβάνονται στον κατάλογο με τα αναγνωστέα έγγραφα αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι αναγνώσθηκαν και τα άνω πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό στο σημείο όπου παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, δοθέντος ότι όπως ορίζει το άρθρο 502 παρ. 1 γ Κ.Ποιν.Δ. σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη κατά την κυρία συζήτηση της υποθέσεως κατ' έφεση από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ούτε προβλήθηκε κάποια αντίρρηση εκ μέρους των κατηγορουμένων ή των συνηγόρων υπεράσπισής των όσον αφορά την ανάγνωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των πρακτικών της δίκης στον πρώτο βαθμό. Επίσης από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, αφού εκφωνήθηκαν από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και βρέθηκαν παρόντες, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες ενόρκως α) η ..., β) ο Υ2, γ) ο ..., δ) ο... και ε) ο μάρτυρας σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Μ1, ο οποίος όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό (υπ' αριθμ. 14110/2008 του τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης) επιτρεπτώς επισκοπούμενα, είχε εξετασθεί και πρωτοδίκως και περιλαμβανόταν στους μάρτυρες που είχαν κλητευθεί κατ' άρθρο 327 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ στην δίκη στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και που κατά το άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. κλήτευσε ο Εισαγγελέας Εφετών ως σημαντικούς για να εξετασθούν και κατά την κατ' έφεση δίκη. Γίνεται λόγος ακόμη στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, για να καταλήξει στην κρίση του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, έλαβε υπόψη του όπως κατά λέξη αναφέρει στο σκεπτικό τις καταθέσεις τω ν μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο. Εφ' όσον γίνεται μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και εξετίμησε το Δικαστήριο περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (χωρίς να απαιτείται να εκθέτει στο αιτιολογικό τι προέκυψε από την κατάθεση κάθε μάρτυρα ούτε να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως), προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του μαζί με την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης κατ' έφεση ότι αναγνώσθηκαν και συνεκτίμησε και την κατάθεση του πέμπτου άνω εξετασθέντος μάρτυρα μαζί με τις καταθέσεις στο ακροατήριο των λοιπών τεσσάρων εξετασθέντων μαρτύρων. Δεν συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 από το ότι αναφέρεται και στα πρακτικά της δίκης στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης ότι ο πέμπτος αυτός μάρτυρας παρουσιάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. (κατ' επανάληψη όσων αναφέρονταν και στα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό για την κλήτευση και παρουσία του μάρτυρα Μ1).
Με την παράθεση στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως των λέξεων "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας", προκειμένου να προσδιορίσει το δικαστήριο που την εξέδωσε ότι έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ως αποδεικτικό μέσο, δεν προκύπτει ότι προήλθε το δικαστήριο σε επιλεκτική αναφορά ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων κατ' είδος και ότι δημιουργείται αμφιβολία για το εάν ελήφθησαν υπόψη και τα λοιπά ομοειδή αποδεικτικά μέσα διότι με τις λέξεις μάρτυρες κατηγορίας προσδιορίζονταν όλοι οι κλητευθέντες από τον Εισαγγελέα Εφετών για να εξετασθούν στη δίκη κατ' έφεση μάρτυρες, τα ονόματα των οποίων αναγνώσθηκαν στην αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας και βρέθηκαν παρόντες.
Εξάλλου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ανάγνωση των πρακτικών της δίκης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπεται ότι έλαβε γνώση και όσων είχε καταθέσει ο μάρτυρας Μ1 όταν εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Δεν διαπιστώνεται κατόπιν αυτών έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω αποκλεισμού από την αξιολόγηση της ένορκης καταθέσεως του άνω μάρτυρα που εξετάσθηκε στη δίκη κατόπιν εφέσεως των κατηγορουμένων κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, στο σκεπτικό της κάνει λόγο ότι έλαβε υπόψη και εκτίμησε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και δεν ήταν υποχρεωμένο να διευκρινίσει από ποια αποδεικτικά μέσα ειδικότερα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η εκ μέρους των αναιρεσειόντων διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων πλήττει των περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως αιτίαση κατά των παραδοχών της αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.5.2009 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, περί αναιρέσεως της 809/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή