Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 653 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Καθυστέρηση τιμήματος αγροτικών προϊόντων.




Περίληψη:
Υπερημερία καταβολής τιμήματος αγροτικών προϊόντων. Ποιος είναι πωλητής και εντεύθεν έχει δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο όταν τα αγροτικά προϊόντα των μελών συνεταιρισμού πωλούνται σε τρίτον από το συνεταιρισμό (αγροτικό - κτηνοτροφικό) για λογαριασμό του. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (παράσταση πολιτικής αγωγής από μη δικαιούμενο πρόσωπο), για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. απόρριψη ως αβασίμων των λόγων αυτών και αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.




ΑΡΙΘΜΟΣ 653/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Καλογήρου, περί αναιρέσεως της 776/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ-ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ...", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό του ... και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1875/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων (όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 992/1979) για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγής ή συνεταιρισμού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται και αυτεπαγγέλτως. Στο άρθρο 3 του ιδίου ν.δ. ορίζεται ότι κατά την έννοια του παρόντος, πωλητές αγρότες είναι και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί που πωλούν τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα των μελών τους, δεν είναι όμως αυτοί αγοραστές για τις συναλλαγές με τα μέλη τους προς το σκοπό διαθέσεως της παραγωγής αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο γεωργικός συνεταιρισμός, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και έχει εμπορική ιδιότητα, είναι πωλητές, όταν προβαίνει ατομικά, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, στην αγορά της παραγωγής των μελών του προς περαιτέρω μεταπώληση για δικό του όφελος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 340 του ΑΚ, ο οφειλέτης ληξηπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη έκκληση του δανειστή, εκτός αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ορισμένη δήλη η μέρα, οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής (ΑΠ 1397/2005). Επομένως στην περίπτωση που ο συνεταιρισμός έχει αγοράσεις τα προϊόντα των μελών του και στη συνέχεια τα έχει διαθέσει σε τρίτο, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, τότε πωλητής των προϊόντων αυτών στον τρίτο και δικαιούχος του τιμήματος είναι ο εν λόγω συνεταιρισμός, ο οποίος και μόνο δικαιούται να παραστεί στην ποινική δίκη ως πολιτικώς ενάγων με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων (άρθρα 63 και 83 επ. του ΚΠΔ, 914 και 932 ΑΚ) με κατηγορούμενο τον αγοραστή και υπερήμερο στην καταβολή του τιμήματος των αγροτικών προϊόντων. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 776/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η εδρεύουσα στην ..., ΑΕ με την επωνυμία "ΣΠΥΡΟΣ Θ. ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΗΣ ΑΒΕΕ", πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο εν προκειμένω κατηγορούμενος Χ αγόρασε και παρέλαβε με σκοπό την μεταπώληση και την μεταποίηση από τον εδρεύοντα στους ... αγροτικό - κτηνοτροφικό Συνεταιρισμό ..., μέλη του οποίου είναι κτηνοτρόφοι της περιοχής ..., κατά την γαλακτοκομική περίοδο Δεκεμβρίου 2000 - Ιουλίου 2001 γάλα, παραγωγής των ποιμνίων των μελών του, μεταξύ των οποίων και των ως άνω μαρτύρων του πολιτικώς ενάγοντος Ζ, ..., ... και ..., έναντι του συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος των 134.000.000 δραχμών ή 392.250 ευρώ. Το τίμημα τούτο δυνάμει του από 22-1-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού διακανονισμού και επιβεβαιώσεως χρηματικού χρέους, που υπεγράφη αφενός μεν από τον κατηγορούμενο Χ και την ρηθείσα ιδιότητά του και αφετέρου της τον νόμιμο εκπρόσωπο του ανωτέρω συνεταιρισμού Ζ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 23 μηνιαίες δόσεις ποσόν 6.000.000 δραχμών ή 17.607,22 ευρώ εκάστη, πλην της τελευταίας δόσεως, το ποσό της οποίας συμφωνήθηκε σε 2.000.000 δραχμές ή 5.869,41 ευρώ. Ως χρόνος καταβολής εκάστης δόσεως ορίστηκε η τελευταία ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα, αρχής γενομένης από της 31-1-02 και με τον όρο ότι σε καθυστέρηση καταβολής έστω και μιας δόσεως, η αγοράστρια εταιρία, υποχρεούται να καταβάλει στον πιο πάνω συνεταιρισμό το υπόλοιπο του υφισταμένου χρέους εφάπαξ. Πλην όμως η εν λόγω εταιρεία προέβη δια του κατηγορουμένου τούτου στην καταβολή τεσσάρων (4) μόνο δόσεων εκ του τιμήματος αυτού κατά τις 7-2-2002, 3-4-2002, 18-4-2002 και 24-5-2002 συνολικού ποσού 58.216,42 ευρώ και πέραν τούτου ουδέν ποσόν κατέβαλε, μη τηρηθέντων έτσι των με το ανωτέρω συμφωνητικό συμφωνηθέντων όρων, με συνέπεια από της 1-7-2002, επομένης της ημερομηνίας καθών καθυστέρησε την πέμπτη δόση (30-6-2002), να καταστεί αυτή και να εξακολουθεί ν είναι υπερήμερος οφειλέτης του υπολοίπου οφειλομένου ποσού των 335.033,76 ευρώ. Μάλιστα ένεκα τούτου ο ανωτέρω πωλητής συνεταιρισμός ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 43/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, αντίγραφο εξ απογράφου προς εκτέλεση της οποίας επέδωσε στην αγοράστρια εταιρία στις 27-12-2002 και 7-22003, δια της οποίας υπεχρεούτο η αγοράστρια αυτή εταιρεία να καταβάλει στον εγκαλούντα αγροτικό - κτηνοτροφικό συνεταιρισμό το ως άνω υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος εκ 335.033,76 ευρώ. Παρά και τούτο όμως η εν λόγω αγοράστρια, παρότι κατά τον ανωτέρω χρόνο της επελεύσεως της υπερημερίας της είχε τη δυνατότητα, όπως τούτο αποδεικνύεται από το υπό του μάρτυρος υπερασπίσεως και μετόχου της (αγοράστριας) Χ κατατεθέντος, ότι κατά το "έτος 2002 δουλεύαμε το 2004 όχι", συναγομένου εκ τούτου ότι είχε την τοιαύτη ικανότητα, ουδέν ποσόν εκ του οφειλομένου κατά τα εκτεθέντα τιμήματος έκτοτε κατέβαλε δια του κατηγορουμένου αυτού, εξακολουθούσα να είναι υπερήμερος οφειλέτης του".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υπερημερίας καταβολής τιμήματος γεωργικών προϊόντων και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την ποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 1, 2 και 3 του ν.δ. 3454/1955 όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε με άρθρο 8 του ν. 1409/1983 σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 992/1979. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω μη αναφοράς της συνολικής ποσότητας γάλακτος που πουλήθηκε στην απ' αυτό εκπροσωπούμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΠΥΡΟΣ Θ. ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΗΣ ΑΒΕΕ" και του είδους το γάλακτος (πρόβειου ή αιγοπρόβειου) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, σαφέστατα αναφέρονται όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για το αποδοθέν στον αναιρεσείοντα έγκλημα, ήτοι το υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος πωλήσεως γάλακτος παραγωγής των ποιμνίων των μελών του πολιτικώς ενάγοντος συνεταιρισμού, η δήλη ημέρα καταβολής αυτού, ενόψει και του από 22-1-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού διακανονισμού και επιβεβαίωσης χρηματικού χρέους, δεν είχε υπογραφεί μεταξύ του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας ανώνυμης εταιρίας και του Ζ, νομίμου εκπροσώπου του πωλητή αγροτικού συνεταιρισμού και η περιέλευση της αγοράστριας εταιρίας σε υπερημερία από την 1-7-2002 λόγω μη καταβολής του υπολοίπου εκ 335.033,76 ευρώ τιμήματος της εν λόγω αγοραπωλησίας.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι ης κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με το να δεχθεί το δικαστήριο της ουσίας (τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και δευτεροβάθμιο) ως πωλητή και εντεύθεν πολιτικώς ενάγοντα τον Αγροτικό - Κτηνοτροφικό Συνεταιρισμό ..., νομίμως εκπροσωπούμενου από τον εκάστοτε Πρόεδρο του Δ.Σ. αυτού, και όχι τα μέλη του (αγρότες - κτηνοτρόφους), 2) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 3) της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 776/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή