Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1485 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος τότε απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 Π.Κ. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του ότι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Ισχυρισμός του κατηγορουμένου που δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας δεν χρήζει ιδιαίτερης απαντήσεως και αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υποχρέου.





Αριθμός 1485/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα, περί αναιρέσεως της 254, 450/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 , που δεν παρέστη στο ακροατήριο και συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 576/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Kατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα και ο ίδιος να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όποτε ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου η από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναφέρεται και αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ν' αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού έργου, επιβάλλει στους κατά το νόμο υπευθύνους του έργου η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", κατά την οποία "επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως χρωματισμού οικοδομών ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, ηλεκτρολογικών εργασιών τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων του έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", μεταξύ των οποίων: α) οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 15, που προβλέπουν στα πλαίσια λήψης μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών τη χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κλπ) και τον τρόπο κατασκευής και τοποθέτησής τους στην ανεγειρόμενη οικοδομή, β) η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, που ορίζει ότι τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίκτυα, να ελέγχονται περιοδικά ως προς την αντοχή τους και να αποξηλώνονται μετά το πέρας των εργασιών, γ) καθώς και η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3, κατά την οποία άπαντα τα ικριώματα πρέπει να επιθεωρούνται από τον επιβλέποντα μηχανικό πριν από την εγκατάσταση κάθε συνεργείου και μια φορά την εβδομάδα. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνε με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνε με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιους Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 78, 79 και 111 του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ. 1). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικών ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως. γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα - μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ, να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφον έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών. δ) οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ) να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου ........ (αρ. 78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ. 79). Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ. 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τα οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων ....... Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ. 111). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε φύσεως οικοδομικά έργα, περιλαμβανομένων και των δημοσίων, συνάγεται ότι ο πολιτικώς μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού, ενώ ο ιδιοκτήτης ή ο εργολάβος (καθώς και ο υπάρχων υπεργολάβος) έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από τις προεκτεθείσες αιτίες. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπεί να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ενόχους για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεους τον ήδη αναιρεσείοντα Χ1, και τους Χ2, Χ4 και Χ3, που δεν είναι τώρα διάδικοι, ενώ αθώωσε τον Χ για την ίδια πράξη, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής (προσβαλλομένης) σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 18.10.1999 σύμβαση δημοσίου έργου η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΚ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ ΑΕ", της οποίας πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή 5 Νέων Διώροφων Κτιρίων Ενδιαιτήσεως Μ.Υ.Κ." στο κέντρο εκπαιδεύσεως ....... Με την από 17.1.2000 σύμβαση υπεργολαβίας η ανάδοχος του έργου ανέθεσε την κατασκευή αυτού στην εταιρεία με την επωνυμία "Λεονάρδος Ρήγας ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ1. Με την από .... σύμβαση υπεργολαβία η εν λόγω υπεργολάβος ανέθεσε στον πέμπτο των κατηγορουμένων Χ3 την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού στα κτίρια και αυτός μαζί με τον τέταρτο των κατηγορουμένων γιό του Χ4 ήταν οι υπεύθυνοι του συνεργείου τοποθέτησης του σιδηρού οπλισμού. Υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός εργοταξιάρχης, ο οποίος είχε προσληφθεί από την υπεργολάβο "Λεονάρδος Ρήγας Τεχνική ΑΕ", ήταν ο τρίτος των κατηγορουμένων Χ2. Στο χώρο ανέγερσης των υπ' αριθ. 1 και 4 κτιρίων σε απόσταση 8-10 μ. από το έδαφος διήρχοντο εναέριοι αγωγοί της ΔΕΗ υψηλής τάσεως. Για το λόγο αυτό, ο κύριος του έργου (Πολεμικό Ναυτικό) είχε υποβάλει στη ΔΕΗ αίτηση περί μετατόπισης των αγωγών και η τελευταία με το από 28.7.2000 FAX προς την ανάδοχο του έργου και στη Μονάδα Υποβρυχίων Καταστροφών, ζήτησε μέχρι τη μετατόπιση των αγωγών να διακοπούν οι οικοδομικές εργασίες, να αποκλεισθεί η προσέγγιση των εργαζομένων στη θέση των κτιρίων και να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, ώστε να αποκλεισθεί με κάθε τρόπο η επαφή των εργαζομένων με τους αγωγούς. Στις 31.7.2000 και περί ώρα 07.00, ο παθών, ως μέλος του συνεργείου τοποθέτησης του σιδηρού οπλισμού, προσήλθε ν' αναλάβει εργασία, αλλά ο φρουρός της πύλης τους απαγόρευσε να εισέλθουν στο στρατόπεδο και ν' αναλάβουν εργασία λόγω της ανωτέρω ειδοποίησης της ΔΕΗ. Ο παθών όμως, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου, κατ' εντολή του τέταρτου κατηγορουμένου, εισήλθαν κρυφά στο στρατόπεδο και άρχισαν τις εργασίες τοποθέτησης του σιδηρού οπλισμού σε κολώνες του ισογείου. Ανέβηκε σε σκαλωσιά, που απείχε 3,5 μ. από τους αεραγωγούς κρατώντας στα χέρια του μία μπετόβεργα μήκους 3,5 - 3,7 μ. περίπου και στην προσπάθειά του να την τοποθετήσει στην κολώνα, η μπετόβεργα ήλθε σε επαφή με τους αγωγούς, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία, εκ της οποίας, λόγω εγκαύματος, υπεβλήθη σε ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου (13 εκ. κάτω από το γόνατο). Ο τραυματισμός του παθόντος, ανεξάρτητα και της δικής του συνυπαιτιότητας, οφείλεται σε αμέλεια των κατηγορουμένων, πλην του πρώτου, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία είχαν υποχρέωση και μπορούσαν να καταβάλουν και που κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες συνθήκες, την κοινή πείρα και τη λογική οφείλει να καταβάλει, κατά την οποία μπορούσαν, με βάση τις δικές τους ικανότητες, να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αποτέλεσμα της παραλείψεώς τους και δεν έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας. Συγκεκριμένα, όλοι, πλην του πρώτου, γνώριζαν τη διέλευση των αεραγωγών από το υπ' αριθ. 4 κτίριο από ιδία αντίληψη, λόγω της ιδιότητας του καθενός που είχαν επισκεφθεί το έργο, πλέον του ότι είχαν ειδοποιηθεί από τη ΔΕΗ να διακοπούν οι εργασίες στο κτίριο αυτό. Όφειλαν, επομένως, ο καθένας από τη δική του πλευρά να μην επιτρέψουν τις οικοδομικές εργασίες στο κτίριο αυτό. Εφόσον δε εκτελούντο οικοδομικές εργασίες, όφειλαν να λάβουν το μέτρο της κατασκευής ειδικών ξυλίνων πλαισίων - περιθωρίων κάτω από τους αγωγούς. Λόγω δε της παράλειψης των υποχρεώσεών τους αυτών επήλθε ο τραυματισμός του παθόντος, τον οποίο, λόγω της έλλειψης προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1α ΠΚ, και των π.δ. 778/1980 και 1073/1981 και του Ν. 1396/1983, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, ενώ περαιτέρω αιτιολογείται και η ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση να αποτρέψει το εγκληματικό αποτέλεσμα που προκάλεσε η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του, ώστε να στερείται νομικής σημασίας αν το έργο που κατασκεύαζε είναι δημόσιο ή όχι. Επίσης, στο σκεπτικό της αποφάσεως μνημονεύονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, κατάθεση χωρίς όρκο πολιτικώς ενάγοντος, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογίες κατηγορουμένων, που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που προεκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μερικά από αυτά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση της υποθέσεως, είναι απαράδεκτοι.
Η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Ισχυρισμός όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο επί του ισχυρισμού αυτού δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του με έγγραφο σημείωμά του που ενσωματώθηκε στα πρακτικά και το περιεχόμενό του αναπτύχθηκε και προφορικά, ισχυρίσθηκε τα εξής: "Δεν προβλέπεται από κανένα νόμο η λήψη μέτρων ασφαλείας, προς αποτροπή του κινδύνου εκ της ηλεκτροπληξίας, από ηλεκτροφόρους αγωγούς της ΔΕΗ, που μεταφέρουν ηλεκτρικό ρεύμα τάσεως 20.000 Volt, όταν απαγορεύονται με σχετική προς τούτο απόφαση της ΔΕΗ, να εκτελούνται οποιεσδήποτε εργασίες οικοδομικές, κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς και μέχρι να μετακινηθούν οι αγωγοί αυτοί από την ίδια τη ΔΕΗ, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ηλεκτροφόροι εναέριοι αγωγοί της ΔΕΗ, μετέφεραν ηλεκτρικό ρεύμα με υψηλή τάση 20.000 Volt, και δεν νοείτο η λήψη μέτρων ασφαλείας, προς αποτροπή του κινδύνου, εκ της ηλεκτροπληξίας, για την εκτέλεση οικοδομικών μάλιστα εργασιών, κάτω από τόσο υψηλής τάσεως ηλεκτροφόρους εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ, και μάλιστα, απαγορεύονται και οι οικοδομικές εκείνες εργασίες, που προβλέπονται από το νόμο, να εκτελούνται, με γάντια και μποτίνια, τα οποία γάντια και μποτίνια, επιβάλλονται και προβλέπονται από το νόμο, ως αναγκαία, για την αποτροπή όμως άλλων κινδύνων και όχι, για την αποτροπή του κινδύνου εκ της ηλεκτροπληξίας όπως, κατ' εσφαλμένη και ψευδή ερμηνεία και εφαρμογή του ΠΔ 1073/81 και του νόμου 1936/83, αποφάνθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με την οποία, ο τραυματισμός του παθόντος οφείλεται δήθεν στην έλλειψη αυτών, ενώ τα γάντια και τα μποτίνια, όχι μόνο, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και τον πιο πάνω νόμο, που προβλέπει, αυτά, για την αποτροπή άλλων κινδύνων, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι όχι μόνο, παντελώς απρόσφορα, αλλά και ατελέσφορα, στην αποτροπή του κινδύνου αυτού, της ηλεκτροπληξίας, και συνεπώς αποτελεί, αυτή - καθεαυτή, η έλλειψη ή μη αυτών, όταν απαγορεύονται οι εργασίες, όχι μόνο εσφαλμένη και μη νόμιμη προϋπόθεση, στην αποτροπή του κινδύνου αυτού, εκ της ηλεκτροπληξίας, αλλά και συνακόλουθα αποτελεί και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, καθότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έχει υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι έλαβαν χώρα, στην εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη, ενώ δεν έπρεπε να υπαγάγει αυτά σ' αυτή τη διάταξη, και ούτε σε άλλη διάταξη, απλούστατα γιατί δεν υφίσταται τέτοια διάταξη νόμου, που να προβλέπει τη λήψη μέτρων ασφαλείας όταν απαγορεύονται οι εργασίες, σύμφωνα με τα παραπάνω, και πρέπει να απαλλαγούμε από όλες τις κατηγορίες, γι' αυτό και μόνο το λόγο. Ειδικότερα α) Ο παθών Ψ1, όπως και όλα τα συνεργεία, που είχαν προσέλθει, στο έργο για εργασία το πρωί της 31-7-2000, περί ώρα 7:00 πμ, γνώριζαν από τον φρουρό της πύλης, δηλαδή στην ουσία από την εργοδότρια του έργου, ότι την ημέρα εκείνη είχαν απαγορευθεί οι εργασίες στο έργο αφενός, αφετέρου γνώριζε, όπως γνώριζαν και όλοι όσοι είχαν προσέλθει για να εργασθούν, το λόγο της απαγορεύσεως, και εν τούτοις για να μην απωλέσουν τα ημερομίσθιά τους, συναποφάσισαν, όλοι μαζί, να εισέλθουν κρυφίως ένας - ένας, εντός του Στρατοπέδου, για να αναλάβουν εργασία, παραβαίνοντας με αυτόν τον τρόπο την εντολή της εργοδότριας του έργου, η οποία ήταν και εντολή και της αναδόχου του έργου, καθώς και της υπεργολάβου του έργου εταιρίας, αφού αυτές, οι δύο τελευταίες, δεν γνώριζαν τίποτα για την απαγόρευση των εργασιών στο έργο, και μέχρι ώρα 8 το πρωί εκείνης της ημέρας, 31-7-2000. Ως εκ τούτου, η γνώση, αυτή -καθεαυτή, του παθόντος, για την απαγόρευση των εργασιών, σε συνδυασμό και με την εκ μέρους του παθόντος παράβαση της απαγορεύσεως αυτής, καθιστούσε, και τον ίδιο προσωπικά, αν όχι αποκλειστικά υπαίτιο, συνυπαίτιο" με τους λοιπούς συναδέλφους του, στον εξ αμελείας βέβαια, βαρύτατο τραυματισμό του.
Συνεπώς, ουδεμία ποινική προς τούτο, ευθύνη, έχουν οι εκπρόσωποι, ούτε της εργοδότριας, ούτε και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναδόχου, κι ούτε της υπεργολάβου εταιρίας "Λεονάρδος Ρήγας ΑΤΕ", για τον επισυμβάντα τραυματισμό του, και η οποία υπεργολάβος είχε αναλάβει να εκτελέσει το όλο έργο, υπό την επίβλεψη και φυσικά καθοδήγηση των οργάνων της εργοδότριας του έργου, σύμφωνα με τα παραπάνω. β) Ωστόσο, η εκτέλεση εργασιών, παρά την απαγόρευσή της, σύμφωνα με τα παραπάνω, και ο τραυματισμός του παθόντος από ηλεκτροπληξία δεν οφείλεται στην έλλειψη μέτρων δήθεν ασφαλείας και στον, εξ αιτίας της ελλείψεως των μέτρων δήθεν ασφαλείας, τραυματισμό του παθόντος, επειδή οι εργαζόμενοι, δεν φορούσαν γάντια και μποτίνια, όπως κατηγορούμεθα, αλλά οφείλεται στο γεγονός της παραβάσεως της απαγορεύσεως των εργασιών και μόνο και αποτελεί αυτή, καθεαυτή, η έλλειψη, εσφαλμένη και μη νόμιμη προϋπόθεση και συνακόλουθα αποτελεί και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου γιατί είχαν απαγορευτεί οι εργασίες, και μόνο, σύμφωνα με τα παραπάνω, αλλά και γιατί αυτά, τα γάντια και τα μποτίνια, ήταν και είναι απρόσφορα και ατελέσφορα, στην αποτροπή του κινδύνου εκ της ηλεκτροπληξίας, και καθιστούν και ανέφικτη την προστασία, από τον κίνδυνο της ηλεκτροπληξίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτά υπήρχαν και ήταν διαθέσιμα στο έργο. [Οι ίδιοι όμως οι εργαζόμενοι, την ημέρα εκείνη 31-7-2006, δεν έκαναν χρήση αυτών, παρά την απαγόρευση των εργασιών, προφανώς, για δική τους διευκόλυνση, επειδή ήταν καλοκαίρι και έκανε ζέστη]. 'Αλλωστε δεν μπορούν αυτά, τα γάντια και τα μποτίνια που προβλέπονται από το νόμο, για την αποτροπή όμως άλλων κινδύνων να συνδεθούν με την αποτροπή του κινδύνου εκ της ηλεκτροπληξίας, καθότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι ηλεκτροφόροι αγωγοί της ΔΕΗ, μετέφεραν, ηλεκτρικό ρεύμα, με τάση, είκοσι χιλιάδες Volt (20.000 Volt), που κανένα μέτρο ασφαλείας δεν ήταν ικανό ν' αποτρέψει τον κίνδυνο του τραυματισμού από την ηλεκτροπληξία, παρά μόνο, με την απαγόρευση των εργασιών, γι' αυτό και όταν υπάρχει κίνδυνος τραυματισμού από ηλεκτροπληξία απαγορεύονται απολύτως με απόφαση της ΔΕΗ εργασίες κάτω από τους ηλεκτροφόρους αυτούς αγωγούς και μέχρι αυτοί να μετακινηθούν και δεν νοούνται μέτρα ασφαλείας, μετά την απαγόρευση των εργασιών, και τούτο γιατί τα όποια μέτρα ασφαλείας όχι μόνο, ήταν και τεχνικώς παντελώς ανέφικτα, αλλά και απρόσφορα και ατελέσφορα και δεν προβλέπεται από κανένα νόμο, σ' αυτές τις περιπτώσεις που απαγορεύονται οι εργασίες από την ΔΕΗ, καμμία απολύτως δυνατότητα, για λήψη μέτρων δήθεν ασφαλείας, και καμία δυνατότητα αποτροπής του κινδύνου, αλλά και απρόσφορα και ατελέσφορα, και δεν προβλέπεται από κανένα νόμο σ' αυτές τις περιπτώσεις, που απαγορεύονται οι εργασίες από τη ΔΕΗ, καμία απολύτως δυνατότητα, για τη λήψη μέτρων δήθεν ασφαλείας και καμία δυνατότητα αποτροπής του κινδύνου αυτού του τραυματισμού, με μέτρα δήθεν ασφαλείας και μάλιστα αορίστως και τα οποία στην ουσία είναι τεχνικώς ανέφικτα εκτός από την απαγόρευση των εργασιών". Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί έτσι όπως προτάθηκαν, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά απλά αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Επομένως το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η δε αιτιολογία της απορρίψεως των εν λόγω ισχυρισμών ενυπάρχει στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ συναφής λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε σιωπηρώς τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος χωρίς καμία αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 450/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή