Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1578 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1578/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. - Μ. Σ. - Ι. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.108/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 943/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999, όπως το ποσό των 25.000.000 δραχμών αναπροσαρμόσθηκε με τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του ν. 2943/2001, με την οποία προβλέπεται (μετά την εισαγωγή του ευρώ) η μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι` αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Τα άνω ποσά της περ. γ αναπροσαρμόστηκαν ήδη σε τριάντα χιλιάδες (30.000) και εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ αντιστοίχως με το άρθρο 25 παρ. 2 περ. γ του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012) και η αναπροσαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ιδίου νόμου, ισχύει από 2.4.2012. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. β) Ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263 Α του ίδιου Κώδικα, και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 30.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1877/1990 και την παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2172/1993, στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 258 του ΠΚ, εφόσον αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Με την παρ. 3 του άρθρ. 4 του ν. 2408/1996, το ποσό των 5.000.000 δραχμών, αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές και ήδη 150.000 ευρώ. Επί της κατ' εξακολούθηση ως άνω κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που στρέφεται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του ΠΚ για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη, το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953 που αφορά στα περιοριστικά αναφερόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 και δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς, ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 ν. 2721/1999 και 98 παρ. 2 του ΠΚ. Η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999, ορίζει, ότι: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, μετά την τροποποίηση του άρθρου 92 του ΠΚ δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, ακόμη και αν δεν συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 για το χαρακτηρισμό ως κακουργήματος, του εγκλήματος της κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, για πράξεις από 3-6-1999 και εφεξής, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της επελθούσης ζημίας, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο συνολικό χρηματικό ως άνω όριο των 120.000 ευρώ, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 108/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, το αντικείμενο της οποίας ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ήτοι συνολικού ύψους, 549.028,14 ευρώ, σε βάρος του Δημοσίου, Τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή και Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, περί καταχραστών του δημοσίου, το δε συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε, στα ως άνω νομικά πρόσωπα, υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ. Τις άνω πράξεις δέχθηκε ότι τις τέλεσε με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην …κατά το από 12-7-1999, έως και 9-2-2004 χρονικό διάστημα ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α του ΠΚ με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ήτοι αυτού της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου αξίας μεγαλύτερης των 150.000 ευρώ σε βάρος του Δημοσίου, Νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου και Τραπεζών εδρευουσών στην ημεδαπή, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που έλαβε λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας σε βάρος της περιουσίας του Ελλ. Δημοσίου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου - Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετών Θράκης και Τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή, το δε όφελος που πέτυχε και η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο και στα ως άνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα ενώ ήταν κατά το ως άνω χρονικό διάστημα συμβολαιογράφος της Περιφέρειας Αλεξανδρούπολης και με την ιδιότητα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, άρθρο 959 ΚΠολΔ, που εμπίπτει στην έννοια του υπαλλήλου κατ' άρθρο 13 περ. α του ΠΚ που ορίσθηκε για τη διενέργεια πλειστηριασμού κινητών και ακινήτων, τα οποία εκπλειστηριάστηκαν με δημόσιο πλειστηριασμό και τα ποσά του πλειστηριάσματος εκάστου πλειστηριασμού είχαν καταβληθεί σε αυτόν από τους υπερθεματιστές δεν είχε αυτός (κατηγορούμενος) παρακαταθέσει τα πλειστηριάσματα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αν και όφειλε να το είχε παρακαταθέσει εντός τριών ημερών από τον πλειστηριασμό (αρθρ. 965 παρ. 4 ΚΠολΔ) αλλά ούτε και μεταγενέστερα απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο και στις πιο κάτω αναφερόμενες ημεδαπές Τράπεζες που αναγγέλθηκαν και κατασχέθηκαν στους οικείους πίνακες κατάταξης που συνέταξε, το διανεμητέο σε αυτούς ποσό του πλειστηριάσματος αλλά ενεργώντας με πρόθεση το παρακράτησε και το έκανε παράνομα δικό του ενσωματώνοντας τον στην περιουσία του, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα. Έτσι με την ανωτέρω ... δραστηριότητα που ανέπτυξε κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ως υπάλληλος του πλειστηριασμού με πρόθεση ενεργώντας παράνομα ιδιοποιήθηκε α) ποσό 331.740,73 ευρώ σε βάρος του τελωνείου Αλεξανδρούπολης με βάση τον .../12-7-1999 πίνακα κατάταξης δανειστών παρά το ότι το ποσό αυτό εισέπραξε από 26-5-1999 ως πλειστηρίασμα, ενώ ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ποσό 164.445,56 ευρώ εισέπραξε το τελωνείο μεταγενέστερα με το υπ' αριθμ. 22686/2003 γραμμάτιο είναι άνευ εννόμου επιρροής, διότι το αρθρ. 384 του ΠΚ δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, β) 24.557,89 ευρώ τη 18-4-2001 σε βάρος της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης με βάση τον .../18-4-2001 πίνακα κατάταξης δανειστών 24.557,89 ευρώ τη 18.4.2001 σε βάρος της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης με βάση τον .../18.4.2001 πίνακα κατατάξεως δανειστών, γ) 26.404,45 και 35.721,13 ευρώ την 7.4.2003 σε βάρος της Τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK Α.Ε.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, με βάση της ... και .../7.4.2003 πίνακες κατατάξεως δανειστών, δ) 4.402,05 ευρώ την 7.2.2001 σε βάρος της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης με βάση τον οικείο πίνακα κατατάξεως δανειστών, ε) 8.749,88 ευρώ την 11.1.2002 σε βάρος της περιουσίας της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης με βάση τον .../11.1.2002 πίνακα κατατάξεως δανειστών, στ) 1.224,92 ευρώ και 18.810,98 ευρώ την 24.5.2003 σε βάρος της περιουσίας της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και σε βάρος της περιουσίας της Συνεταιριστικής Τράπεζας Έβρου συστοίχως με βάση τον .../24.5.2003 πίνακα κατατάξεως δανειστών, ζ) 3.783,09 ευρώ και 26,972,97 ευρώ την 21.3.2003 σε βάρος της περιουσίας της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και σε βάρος της περιουσίας της Τράπεζας με την επωνυμία "ALPHA BANK" και έδρα στην Αθήνα αντιστοίχως με βάση τον .../21.3.2003 πίνακα κατατάξεως δανειστών, η) 8.673,82 ευρώ τη 15.10.2003 σε βάρος της περιουσίας της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης με βάση τον .../15.10.2003 πίνακα κατατάξεως δανειστών, θ) 5.010 ευρώ τη 15.1.2003 σε βάρος της περιουσίας της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης με βάση τον οικείο πίνακα κατατάξεως δανειστών, ι) 9.204f49 ευρώ και 18.408,98 ευρώ την 9.2.2004 σε βάρος των περιουσιών της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος συστοίχως με βάση των .../9.2.2004 πίνακα κατατάξεως δανειστών, κ) 3.704 ευρώ και 7.406 ευρώ την 9.2.2004 σε βάρος των περιουσιών της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος συστοίχως με βάση τον .../9.2.2004 πίνακα κατατάξεως δανειστών και λ) 1.460,99 ευρώ και 6.128.25 ευρώ την 3.12.2003 σε βάρος των περιουσιών της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος με βάση τον .../3.12.2003 πίνακα κατατάξεως δανειστών, δηλαδή συνολικό χρηματικό ποσό ύψους 542.364,62 ευρώ. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του με την πιο πάνω ιδιότητα του ως υπάλληλος του πλειστηριασμού το συνολικό χρηματικό ποσό των 542.364,62 ευρώ, το οποίο παρακράτησε παράνομα.....Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στους αναγκαστικούς πλειστηριασμούς που διενεργήθηκαν από αυτόν με επίσπευση ημεδαπών Τραπεζών όφειλε να καταθέτει ποσοστό 60% των αναλογικών δικαιωμάτων που εισέπραξε από τις περιλήψεις κατακυρωτικής εκθέσεως και τις πράξεις εξοφλήσεως πλειστηριάσματος στο συμβολαιογραφικό σύλλογο Εφετείου Θράκης, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν προέβη στις ενέργειες αυτές - θετικές πράξεις, αλλά αντίθετα με πρόθεση ενεργώντας το ιδιοποιήθηκε παράνομα το ως άνω ποσοστό των αναλογικών δικαιωμάτων του και δη ιδιοποιήθηκε, με βάση την ως ανωτέρω διαλαμβάνεται παράνομη δραστηριότητα του, 343,63 ευρώ με βάση την .../2001 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως 4.764,72 ευρώ με βάση την .../2001 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, 258,28 ευρώ με βάση την .../2002 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, 102,42 ευρώ με βάση την ...2003 πράξη εξοφλήσεως πίνακα πλειστηριασμού, 49,03 ευρώ με βάση την .../2003 πράξη εξοφλήσεως πίνακα πλειστηριασμού, 14,98 ευρώ με βάση την .../2003 πράξη εξοφλήσεως πίνακα πλειστηριασμού, 43,05 ευρώ με βάση την .../2003 πράξη εξοφλήσεως πίνακα πλειστηριασμού, 266,33 ευρώ με βάση την .../2003 πράξη εξοφλήσεως πίνακα πλειστηριασμού και 821,08 ευρώ με βάση την .../2003 πράξη εξοφλήσεως πίνακα πλειστηριασμού, δηλαδή συνολικά δεν απέδωσε στον άνω συμβολαιογραφικό σύλλογο το χρηματικό ποσό - δικαίωμα ύψους 6.663,52 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με επιδιωχθέν και επιτευχθέν από αυτόν όφελος και αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο (τελωνείο και Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης) στο νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετών Θράκης και στις ημεδαπές τράπεζες Αγροτική, Εργασίας και Άλφα συνολικού ποσού 549.028,14 ευρώ (542.364,62+6.663,52 ευρώ)". Με αυτά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98, 375 και 258 του ΠΚ για κακουργηματική κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση στην υπηρεσία, με συνολική ζημία 542.364,62 ευρώ, αφού, κατά τα αναιρετικώς ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείων παρέλαβε το ποσόν κάθε πλειστηριάσματος από τον αντίστοιχο υπερθεματιστή, στα πλαίσια της αρμοδιοτήτων του ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου και ο αναιρεσείων ενσωμάτωσε στην περιουσία του τα, συμποσούμενα στο συνολικό ποσό των 549.028,14 ευρώ, πλειστηριάσματα αυτά. Πρέπει, λοιπόν, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, κατά το σκέλος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη με την αιτίαση ότι δεν συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος. Με τις ανωτέρω παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διέλαβε και την απαιτούμενη κατά τις άνω διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98, 375 και 258 του ΠΚ, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με τις οποίες, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα επισημαινόμενα αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι λοιπές αιτιάσεις του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Αβάσιμος, συνακολούθως, είναι και ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, κατά το οποίο εχώρησε εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98, 375 και 258 του ΠΚ. Η ειδικότερη αιτίαση ότι τα, συμποσούμενα σε 6.663,52 ευρώ, άνω ποσά, που κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ήσαν αποδοτέα στον άνω Συμβολαιογραφικό Σύλλογο του Εφετείου Θράκης, δεν ήσαν ξένα προς τον αναιρεσείοντα και ότι από το λόγο αυτό δεν συγκροτείται κατά τούτο υπεξαίρεση και συνακολούθως υπεξαίρεση στην υπηρεσία, δεν είναι βάσιμη, διότι το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε ότι τα ποσά αυτά υπεξηρέθησαν εις βάρος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου του Εφετείου Θράκης, διότι κατεκρατήθησαν από τα πλειστηριάσματα και περιήλθαν στον αναιρεσείοντα υπό την ιδιότητά του ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, παρεκρατήθησαν όμως από αυτόν, όχι ως πλειστηρίασμα προς διανομή, αλλά ευθέως για λογαριασμό του άνω Συλλόγου και κατόπιν υπεξαιρέθηκαν από αυτόν (υπό την ισχύ των άρθρων 117 και 119 του Κώδικα Συμβολαιογράφων - Ν. 2830/2000). Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, κατά το τελευταίο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 965 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και επί πλειστηριασμού ακινήτων, κατά το άρθρ. 1003 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά από την αντικατάστασή του από το άρθρ. 4 παρ. 13 του ν. 2298/1995, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος οφείλει να καταθέσει το πλειστηρίασμα εντός τριών εργασίμων ημερών από τον πλειστηριασμό σε δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Μόνη η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως δεν συνιστά αξιόποινη συμπεριφορά, εκτός εάν προκύπτει σκοπός υπεξαιρέσεως του πλειστηριάσματος. Εν όψει της νομικής φύσεως του πλειστηριασμού ως αναγκαστικής πωλήσεως περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για την, κατά τον τρόπο που ορίζουν οι περί αναγκαστικής εκτελέσεως διατάξεις, ικανοποίηση των πιστωτών από το πλειστηρίασμα, τούτο και πριν αλλά ακόμη και μετά την δημοσία κατάθεσή του, αποτελεί ιδιοκτησία του οφειλέτη, με την διαφορά ότι είναι ακατάσχετο και αυτός στερείται της εξουσίας διαχειρίσεώς του. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αξίωση αποζημιώσεως έχει μόνο ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη, όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς, δηλαδή αυτός που υφίσταται αντανακλαστικές συνέπειες από τη ζημιογόνο πράξη. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 928 εδάφ. β και 929 εδάφ. β του ΑΚ, κατά τις οποίες, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου ή βλάβης του σώματος ή της υγείας αυτού, δικαιούνται, με αυτοτελή και δική τους αξίωση, να ζητήσουν αποζημίωση οι τρίτοι, οι οποίοι έχουν απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο ή αξίωση για παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του θανόντος ή παθόντος και τις οποίες στερήθηκαν. Η πρόβλεψη του ν. 1608/1950 ότι τιμωρείται η πράξη και αν η ζημία απλώς απειλείται, εννοεί την κατά το κοινό δίκαιον ως άνω ζημία του αμέσως ζημιωθέντος και δεν έχει την έννοια ότι επειδή δια της μειώσεως της περιουσίας του οφειλέτου καθίσταται περισσότερο επισφαλής η ικανοποίηση του Δημοσίου, τιμωρείται και η εξ αντανακλάσεως έμμεσος ζημία. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 και απέρριψε τον σχετικό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την εξής αιτιολογία: "Θα πρέπει να λεχθεί ότι η κατά τη διάταξη του αρθρ. 965 παρ. 4 ΚΠολΔ παρακατάθεση του πλειστηριάσματος μέσα σε τρεις ημέρες από τον πλειστηριασμό που επιβάλλεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού - συμβολαιογράφο μετά την καταβολή σε αυτόν του πλειστηριάσματος σε μετρητά από τον υπερθεματιστή συντελούμενη μόλις γίνει η κατακύρωση και πριν παραδοθεί το πράγμα στον υπερθεματιστή (965 παρ. 3 ΚΠολΔ), επιφέρει απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει κατά τον χρόνο της κατάθεσης καταβολή από τον οφειλέτη (αρθρ. 431ΑΚ) και ο δανειστής έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε ν' απαιτήσει από την αρχή το αντικείμενο που έχει καταθέσει (αρθρ. 432 εδ. α ΑΚ). Για αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αμέσως ζημιωθείς - παθών είναι ο εκάστοτε οφειλέτης καθού η εκτέλεση και όχι οι δανειστές, Ελληνικό Δημόσιο άλλο ΝΠΔΔ και οι Τράπεζες ...., αφού αν είχε πραγματικά συντελεσθεί εμπρόθεσμα η παρακατάθεση του πλειστηριάσματος οι αναγγελθέντες στον πλειστηριασμό δανειστές (Δημόσιο, Τράπεζες και ΝΠΔΔ) θα μπορούσαν να απαιτήσουν το παρακατατεθέν πλειστηρίασμα, κατά τα οριζόμενα στον σχετικό πίνακα κατάταξης." Με αυτά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297 και 298 του ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, διότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω η επιβαρυντική περίσταση από την διάταξη αυτή επειδή, βάσει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, από τις άνω πράξεις ζημιωθέντες από την κατ' εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία είναι μόνον οι καθών η εκτέλεση στους οποίους ανήκαν τα εις χείρας του αναιρεσείοντος πλειστηριάσματα και όχι το Δημόσιο και οι άνω Τράπεζες, οι οποίοι είναι εμμέσως ζημιωθέντες. Αμέσως ζημιωθείς από τους ανωτέρω, βάσει των αυτών παραδοχών, είναι μόνον ο άνω Συμβολαιογραφικός Σύλλογος, το δε υπεξαιρεθέν ποσόν εις βάρος του άνω αμέσως ζημιωθέντος Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, ανέρχεται σε ποσό κάτω των 150.000 ευρώ (6.663,52 ευρώ). Επομένως, ως προς το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και ως προς το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, οι λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη.
Περαιτέρω η κατά τα άνω επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως εκτείνεται όχι μόνον στη κρίση για την ενοχή, αλλά και στη κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί, είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς) είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Ο άνω ισχυρισμός περί μη συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και συνεπώς ο άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του, είναι αβάσιμος.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, ή όταν παραβιάστηκε η διαδικασία η οποία έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως της. Από δε τα άρθρα 63, 82-84 και 87 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε, ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Ηθική βλάβη μπορεί να υποστούν και τα νομικά πρόσωπα, από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη, το κύρος και τη φήμη τους, η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους. Περαιτέρω, η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παραστάσεως, άρα και τα περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης την οποία επικαλείται ο αδικηθείς, εκτός αν η βλάβη είναι το αυτονόητο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "Το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων". Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, συναφώς, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 339/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και για την ως άνω πράξη. Ενώπιον του πρωτοβαθμίου ως άνω δικαστηρίου δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η δικαζομένη πράξη για 50 ευρώ, με επιφύλαξη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την πολιτική αγωγή και επιδίκασε στην άνω παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα το αιτηθέν απ' αυτήν ποσό των 50 ευρώ. Το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Πενταμελές Εφετείο Θράκης, στην έκκλητο δίκη, κατά την οποία η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δεν εκπροσωπήθηκε, της επιδίκασε την και πρωτοδίκως επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση των 50 ευρώ. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη α) για απόλυτη ακυρότητα που προκάλεσε η επιδίκαση της αξιώσεως πολιτικής αγωγής της Αγροτικής Τραπέζης και β) ότι το δικαστήριο καθ' υπέρβαση εξουσίας επιδίκασε χωρίς αίτημά της το άνω ποσό, γ) διότι εσφαλμένως επιδικάσθηκε το ποσό αυτό αφού η άνω Τράπεζα δεν νομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα για την ως άνω αξιόποινη πράξη, διότι αυτή δεν ήταν αμέσως ζημιωθείσα. Μόνον η επιδίκαση στην κατ' έφεση του κατηγορουμένου έκκλητο δίκη στον εμμέσως ζημιωθέντα πολιτικώς ενάγοντα, χρηματικής ικανοποιήσεως που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως, (όταν ο τελευταίος δεν παραστάθηκε σε αυτή) δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα, ούτε συνιστά υπέρβαση εξουσίας, αλλά ιδρύεται εκ τούτου ο σχετικός, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, και επομένως είναι ουσιαστικά βάσιμος, (κατ' ορθή εκτίμηση) ο τέταρτος από τα άρθρα 510 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συναφής λόγος αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και κατά την διάταξή της αυτή και να απαλειφθεί η σχετική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 108/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, μόνον ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, και συνακολούθως, την διάταξη περί ποινής και ως προς την διάταξη περί επιδικάσεως στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του ποσού των 50 ευρώ, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ) αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, για να αποφανθεί μόνον περί της ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 108/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, μόνον ως προς την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, την διάταξη περί ποινής και την διάταξη περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως 50 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Διατάσσει την απάλειψη της διατάξεως, με την οποία υποχρεώνεται ο κατηγορούμενος να καταβάλει στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των πενήντα (50) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως, για να αποφανθεί μόνον για την ποινή.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15-7-2013 (υπ' αριθ. 5328/18-7-2013) αίτηση- δήλωση αναιρέσεως του Σ. -Μ. Σ. -Ι. του Δ., κατοίκου ...
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή