Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 865 / 2013    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 865/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ι. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μάνου Θαλασσινού κατά της 53/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 2136/16-1-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:18540/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 13-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αρ..../23-11-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, καθώς και την υπ' αρ..../8-10-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, ακριβές αντίγραφο της από 3-7-2012 και με αρ.κατ.165/2012 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 748 παρ.3 σε συνδυασμό με άρθρο 760 ΚΠολΔ) και στη Θ. Α. που απέκτησε την ιδιότητα της διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 764 παρ.2 ΚπολΔ. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚπολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τον αναιρεσειόντα, παρά την απουσία της.
Με το Ν. 2311 της 16/19.6.1995 "Κύρωση Συμβάσεως δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας" (ΦΕΚ Α' 119), κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 1993. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 α' της Σύμβασης αυτής ορίζεται ότι: "Υπό τους όρους που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση, τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα αναγνωρίζουν και θα εκτελούν στο έδαφός τους τις ακόλουθες αποφάσεις που εκδόθηκαν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. α) αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά με αστικές, οικογενειακές και εμπορικές υποθέσεις". Το άρθρο 24 της ιδίας Σύμβασης ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23 θα αναγνωρίζονται και θα εκτελούνται, αν πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Αν κατά τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, η τελευταία αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου και είναι εκτελεστή. β) Αν κατά τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου ζητείται η εκτέλεση, το δικαστήριο του Μέρους αυτού δεν είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, γ) Αν ο διάδικος, που ερημοδίκησε και που δεν μετέσχε στη διαδικασία, είχε κληθεί εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο ή αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε και που δεν είχε την ικανότητα να παρίσταται σε δικαστήριο μπόρεσε να αντιπροσωπευθεί νόμιμα. Η κλήση με θυροκόλληση δεν λαμβάνεται υπόψη. δ) Αν η απόφαση δεν είναι αντίθετη με προηγούμενη απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μεταξύ των ίδιων Μερών, σχετικά με το ίδιο αντικείμενο και επί της ίδιας ουσίας και που εκδόθηκε από δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί ή εκτελεσθεί ή αν καμιά αγωγή δεν έχει εγερθεί προηγούμενα ενώπιον του δικαστηρίου του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους για την ίδια υπόθεση. ε) Αν η αναγνώριση και η εκτέλεση της αποφάσεως δεν είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή προς τις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να λάβουν χώρα η αναγνώριση και η εκτέλεση της απόφασης". Έτσι, βάσει της Συμβάσεως αυτής μεταξύ των θετικών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την αναγνώριση της εκτελεστότητας ή του δεδικασμένου μιας απόφασης που εκδόθηκε στη Δημοκρατία της Αλβανίας είναι ο διάδικος που ερημοδίκησε να είχε κληθεί εμπρόθεσμα και κατά τον προσήκοντα τρόπο. Το δικαστήριο στο οποίο θα προσκομιστεί για αναγνώριση η απόφαση Αλβανικού Δικαστηρίου, για τον έλεγχο της κλήτευσης του ερημοδικασθέντος διαδίκου και του τρόπου αυτής θα εφαρμόσει την προαναφερόμενη μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας διμερή Σύμβαση με τα άρθρα 9, 10 και 11 της οποίας ρυθμίζεται ο τρόπος διαβίβασης και επίδοσης εγγράφων δεσμευτικά και μόνο σε περίπτωση που δεν ισχύουν, θα εφαρμόσει για τον έλεγχο αυτό τις δικονομικές διατάξεις του δικαίου της Αλβανίας. Ειδικότερα, με το άρθρο 9 της διμερούς ως άνω Σύμβασης ορίζεται: "1. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση πραγματοποιεί την επίδοση σύμφωνα με τη διαδικασία που ισχύει στο Κράτος της, αν το προς επίδοση έγγραφο έχει συνταχθεί στην εθνική της γλώσσα ή συνοδεύεται από κυρωμένη μετάφραση σε αυτή τη γλώσσα ή στη γαλλική γλώσσα. Στην αντίθετη περίπτωση, το προς επίδοση έγγραφο δεν θα παραδίδεται στον παραλήπτη, παρά μόνο αν ο τελευταίος αυτός το αποδέχεται με τη θέλησή του. 2. Η δικαστική παραγγελία θα αναφέρει την ακριβή διεύθυνση του παραλήπτη και θα καθορίζει το προς επίδοση έγγραφο.". Με το άρθρο 10 αυτής ότι "Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση οφείλει να παράσχει απόδειξη της επιδόσεως, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους της. Το έγγραφο αυτό θα αναφέρει τον τόπο, την ημερομηνία της επιδόσεως και το όνομα του προσώπου στο οποίο παραδόθηκαν τα έγγραφα" και με το άρθρο 11 ίδιας ως άνω σύμβασης "1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δικαιούνται να επιδίδουν έγγραφα στους υπηκόους τους μέσω των διπλωματικών ή προξενικών τους αποστολών. 2. Κανένας καταναγκασμός δεν μπορεί να επιβληθεί κατά την εφαρμογή αυτού του τρόπου επιδόσεως.".Περαιτέρω, με το άρθρο 133 Αλβ ΚΠολΔ ορίζεται : Όταν ο παραλήπτης δεν έχει κατοικία στη Δημοκρατία της Αλβανίας ή δεν έχει επιλέξει κατοικία ή δεν έχει ορίσει πληρεξούσιο (αντίκλητο) σύμφωνα με το άρθρο 131 του παρόντος Κώδικα, η επίδοση της πράξης πρέπει να γίνεται με ανάρτηση αντιγράφου στο δικαστήριο του τόπου όπου αναρτάται η κλήση προς επίδοση, στην κοινότητα όπου είχε την κατοικία του και στην περίπτωση που ο τόπος αυτός είναι άγνωστος στον τόπο της γενέτειράς του. Όταν υπάρχουν διμερείς ή πολυμερείς συμβάσεις στις οποίες η Δημοκρατίας της Αλβανίας είναι Συμβαλλόμενο Μέρος, η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται μόνον όταν είναι αδύνατο να εκτελεστεί η επίδοση με έναν από τους τρόπους που ορίζονται στις συμβάσεις αυτές.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε τ' ακόλουθα, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη του προβλεπόμενου υπό στοιχείο γ στο άρθρο 24 όρου της ως ανωτέρω διμερούς σύμβασης για την αναγνώριση της εκτελεστότητας στην Ελλάδα της υπ. αρ. 2341/2007 απόφασης του Δικαστηρίου της επαρχίας Κορυτσάς της Δημοκρατίας της Αλβανίας: Προς απόδειξη της κλήτευσης της ερημοδικασθείσας εναγόμενης, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει σε επίσημη μετάφραση έγγραφο του Δικαστηρίου της Επαρχίας Κορυτσάς, στο οποίο σημειώνονται τα εξής: "ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ προς την εναγόμενη Θ. Α. κάτοικο …. Από την κλήση ημερομηνίας 17-7-2007 προκύπτει ότι η εναγομένη Θ. Α. εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τον ενάγοντα. Βάσει του άρθρου 133 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να ειδοποιήσει την εναγομένη για τη διεξαγωγή του Δικαστηρίου στις 1-10-2007 και ώρα 09.00 δια της αναρτημένης αναγγελίας στο καθορισμένο για το σκοπό αυτό στάντ των Δικαστηρίων και στην Κοινότητα …, στην περιοχή της οποίας ήταν ο τελευταίος τόπος διαμονής της στην Αλβανία. Η αναγγελία αντικαθιστά τη νόμιμη κλήση για την εναγομένη". Από το τελευταίο, όμως αυτό έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα (ακολούθησε δηλαδή) ανάρτηση της πράξης της Αναγγελίας στο χώρο ανακοινώσεων (στάντ) του Δικαστηρίου και στην κοινότητα ... Ήτοι, δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα κλήση της εναγομένης σύμφωνα με το άρθρο 133 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Πέραν όμως αυτών, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι έλαβαν χώρα οι προβλεπόμενες στο προαναφερόμενο έγγραφο αναρτήσεις της αναγγελίας, η κλήση αυτή δεν είναι προσήκουσα. Ειδικότερα, η εναγομένη ήταν κάτοικος Ελλάδος και η διεύθυνσή της ήταν γνωστή στον ενάγονται.
Συνεπώς, η επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η αριθμ.2341/15-10-2007 απόφαση, έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις της (Πολυμερούς) Σύμβασης της Χάγης του 1965, στην οποία, προσχώρησε η Αλβανία και ίσχυε από 1-7-2007, ή τέλος, να ακολουθεί η διαδικασία που προβλέπει η διμερής Σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας. Το Δικαστήριο της Επαρχίας της Κορυτσάς Αλβανίας έπρεπε να εφαρμόσει τη Διμερή μεταξύ της Ελλάδος και Αλβανίας Σύμβαση ή τη Σύμβαση της Χάγης και μόνο στην περίπτωση που βάσει αυτής ήταν αδύνατη η επίδοση στην εναγομένη να προχωρήσει στην επίδοση βάσει των οικείων δικονομικών διατάξεων του δικαίου της Αλβανίας.
Μετά τις σκέψεις αυτές, αφού δεν διαπιστώνεται ότι η διάδικος που ερημοδίκησε και ηττήθηκε κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 2341/2007 απόφαση του Δικαστηρίου της επαρχίας της Κορυτσάς, είχε κληθεί εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο, δεν πληρούνται μια από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 24 της διμερούς μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας Σύμβασης και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο κωλύεται να προβεί στην αναγνώριση του δεδικασμένου της αλλοδαπής αυτής απόφασης και συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ο μοναδικός της αιτήσεως αναιρέσεως λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συντρέχει ο προβλεπόμενος στο άρθρο 24 της διμερούς ως ανωτέρω σύμβασης όρος για την αναγνώριση της εκτελεστότητας της υπ' αρ.2341/2007 απόφασης του Δικαστηρίου της επαρχίας της Κορυτσάς, της εμπρόθεσμης και κατά τον προσήκοντα τρόπο κλήτευση της ερημοδικασθείσης εναγομένης Θ. Α., είναι σύμφωνα με τα εκτεθέντα και γενόμενα δεκτά στην αμέσως προηγούμενη σκέψη απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, η επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2341/2007 ως ανωτέρω απόφαση, στην εναγόμενη, που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν κάτοικος Ελλάδος και γνωστής διεύθυνσης στον ενάγοντα, έπρεπε να χωρήσει σύμφωνα με τις διατάξεις της Πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης του 1965 στην οποία προσχώρησε η Αλβανία και ίσχυε από 1-7-2007, ή της διμερούς σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας και μόνο σε περίπτωση που βάσει αυτής ήταν αδύνατη η επίδοση στην εναγόμενη έπρεπε να χωρήσει η επίδοση αυτής, βάσει των οικείων δικονομικών διατάξεων του αλβανικού δικαίου.
Επειδή, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημα τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένοι άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων τον αντιδίκον ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, η πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι το Εφετείο κατ' εκτίμηση, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι δεν χώρησε νομότυπα η κλήτευση της ερημοδικασθείσας Θ. Α. ενώπιον του Δικαστηρίου της επαρχίας Κορυτσάς της Δημοκρατίας της Αλβανίας κατά τη συζήτηση στις 15-10-2007 της αστικής υπόθεσης με αντικείμενο της ανάθεση της γονικής μέριμνας του τέκνου των διαδίκων στον ενάγοντα και τον καθορισμό της επικοινωνίας με την εναγόμενη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αρ.2341/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (την αναγνώριση δεδικασμένου εκ της οποίας ο τελευταίος ζήτησε με την ένδικη αίτηση), δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ότι αν το αλλοδαπό ως άνω Δικαστήριο θεωρούσε την ερημοδικασθείσα ως άνω, ως αγνώστου διανομής η επίδοση θα ελάμβανε χώρα σύμφωνα με το άρθρο 131 του Αλβ. ΚΠολΔ, ήτοι σε συγγενικό πρόσωπο που έχει συμπληρώσει το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα το όρου έννοια αλλά νόμιμο επιχείρημα προς υποστήριξη της απόψεως του αναιρεσείοντος περί του νομοτύπου της κλητεύσεως, της ερημοδικασθείσης ως άνω, βάσει του άρθρου 133 του Αλβ. ΚΠολΔ.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί η από 3-7-2012 και με αρ. κατ. 165/2012 αίτηση αναίρεσης της 53/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2012 και με αρ. κατ. 165/2012 αίτηση αναίρεσης της 53/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή