Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1528 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ακροάσεως Αρχή, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Είδος διακινδύνευσης. Δεν δημιουργήθηκε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης. Απόλυτη ακυρότητα. Έλλειψη ακροάσεως. Δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίνει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους για να προβούν σε δηλώσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Μέσα αποδείξεως. Καταθέσεις μαρτύρων. Κατονομασία της πηγής των πληροφοριών του μάρτυρα. Συνεκτίμηση καταθέσεως μάρτυρος που δεν κατονομάζει την πηγή του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα – δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 1528/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 218/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Ρ. του Κ., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Ποταμίτη.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 766/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του η βαριά σωματική βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εν όψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο, στην καταδικαστική, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις, δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί, βάσει των κατ` άρθρο 79 Π.Κ. κριτηρίων. Απαιτούμενα στοιχεία, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του Π.Κ. β) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως της σωματικής κακώσεως και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του Π.Κ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, διότι ο ’ρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. περίπτωσης, υπάρχει όταν εκτίθενται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, με αριθμό 218/2013, απόφασή του, το Τριμελές Eφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ, της πράξης, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και τον καταδίκασε, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, της χωρίς όρκο κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος των εγγράφων που αναγνώστηκαν, και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η διάταξη αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 ΠΚ. Απαιτούνται δε τα εξής στοιχεία: α) Σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308, β) η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριάς σωματικής βλάβης. Έχουν κριθεί ως επικίνδυνες σωματικές βλάβες, μεταξύ άλλων: κτυπήματα με χέρια ή και πόδια στο κεφάλι, πρόσωπο (ΑΠ 1757/1994 Ποιν, ΜΕ, 64), πλήγματα με ξύλα και λακτίσματα στην κεφαλή κλπ (ΑΠ, 1151/1994 Ποιν. Χρον. ΜΔ, 964), πλήγματα με λίθους στο πρόσωπο (ΑΠ 15/1988 Ποιν. Χρον. ΛΗ, 417) ή στην κεφαλή (ΑΠ 443/1977 Ποιν. Χρον. ΚΖ, 773), γ) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πρόκλησης σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας και των περιστάσεων από τις οποίες αντικειμενικά προκύπτει κίνδυνος, της ζωής ή βαριάς σωματικής βλάβης (ΑΠ 184/2004 Ποιν. Λογ. 2004, 243 κα. Τ.Ν.Π. "ΝΟΜΟΣ").
Εν προκειμένω από την ανωμοτί κατάθεση του παθόντος και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από όλα ανεξαρτήτως τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 31-8-2006 ο κατηγορούμενος χτύπησε με το κεφάλι του στο πρόσωπο τον Σ. Ρ., ο οποίος εκινείτο με δικ. μοτ/τα πλησίον της οικίας αυτού (κατ/νου) με αποτέλεσμα να του προκαλέσει κάκωση ρινός και ειδικότερα τραυματική σκολίωση ρινικού διαφράγματος δηλαδή παραμόρφωση αυτού η οποία μεταγενέστερα (8-5-2012) κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Ελληνική Αεροπορία αντιμετωπίστηκε στο 251 Γεν. Νοσοκομείο Αεροπορίας από χειρούργο Ωτορινολαρυγγολόγο. Η πράξη δε αυτή ως εκ του ευπαθούς του πληγέντος τμήματος του σώματος (μύτη) ήταν δυνατόν να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη, του προκάλεσε δε σκολίωση του ρινικού διαφράγματος με συνέπεια, να του προκαλέσει ανεπαρκή αναπνοή από τη μύτη, αφού παρεμποδίζεται η ροή του αέρα μέσα στη μύτη και ο παθών δεν μπορούσε να αναπνεύσει (βλ. κατάθεση αυτού). Γι' αυτό παρέστη ανάγκη χειρουργικής διορθώσεως αυτού, όπως αναφέρθηκε. Ο κατηγορούμενος γνώριζε και θέλησε να προκαλέσει σωματική κάκωση στον παθόντα καθώς και τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει ο κίνδυνος βαριάς σωματικής βλάβης. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ενοχλήθηκε από την παρουσία και τις βόλτες του παθόντος, ο οποίος κατά τον ένδικο χρόνο ήταν ανήλικος καθώς και άλλων ανηλίκων, που εκινούντο με δίκυκλα στην περιοχή όπου διέμενε. Σταμάτησε τον παθόντα και αφού έσκυψε, έπιασε το τιμόνι του μοτ/του, με το οποίο επέβαινε αυτός (ανήλικος) με τη ρόδα αυτού, (μοτ/του) να είναι ανάμεσα στα πόδια του. Στη συνέχεια χτύπησε με το κεφάλι του το κεφάλι του παθόντος. Ο ίδιος αρνείται την τέλεση της πράξεως. Απολογούμενος δε (ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίστηκε ότι ο παθών κατευθυνόμενος προς αυτόν λόγω της απειρίας του πάτησε μπροστινό φρένο με αποτέλεσμα η μοτ/τα να σηκωθεί και να χτυπήσει το κεφάλι του (παθόντος) στο δικό του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αντίθετος με τη λογική και τους κανόνες της φυσικής. Αν συνέβαινε αυτό ο παθών θα πήγαινε ευθεία, θα χτυπούσε τον κατηγορούμενο στο στομάχι ή το στέρνο και δεν θα συναντούσε το κεφάλι του το κεφάλι του ψηλότερου κατηγορουμένου. Η κατάθεση δε της Α. Ρ. δεν κρίνεται πειστική, αφού ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ο παθών γκάζωσε και χτύπησε τον κατηγορούμενο στο πόδι και ότι δεν είδε αν κουτουλήσανε, ενώ ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατέθεσε ότι δεν είδε τον παθόντα να γκαζώνει για να χτυπήσει τον κατηγορούμενο και ότι τους αντελήφθη κολλητά. Ο Σ. Π. διαψεύδει αυτούς τους ισχυρισμούς, κατέθεσε δε κατηγορηματικά ότι από τις πληροφορίες που συνέλεξε ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη. Γνώριζε δε (ο κατηγορούμενος) και θέλησε να προκαλέσει σωματική κάκωση στον παθόντα προκειμένου να αποτρέψει, μελλοντικές διελεύσεις αυτού και των συνομήλικων του από τη γειτονιά του καθώς και τις περιστάσεις από τις οποίες αντικειμενικά προκύπτει κίνδυνος βαριάς σωματικής βλάβης, αφού έλαβε επιμελώς και προσχεδιασμένα την κατάλληλη θέση (στήριξη στο τιμόνι και επίθεση με το κεφάλι στο κεφάλι του παθόντος). Επιτέθηκε και χτύπησε τον παθόντα σε ευπαθές σημείο του σώματος του. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος με την πράξη του αυτή ήθελε να λειτουργήσει τιμωρητικά στο πρόσωπο του παθόντος και να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη τέτοιας μορφής, που θα τον εμπόδιζε για μακρό χρονικό διάστημα να χρησιμοποιήσει τη μύτη του για φυσιολογική αναπνοή (αφού για να φτάσει ο αέρας στους πνεύμονες από τη μύτη φιλτράρεται) με συνέπεια να αναπνέει από το στόμα αφού η μύτη του ήταν συνεχώς "μπουκωμένη". Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου αφού μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και εν γένει κοινωνική ζωή". Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "
Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι την 31-8-2006 στην …με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική βλάβη, με τρόπο τέτοιο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαρειά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα ενώ ο ανήλικος υιός των εγκαλούντων Σ. Ρ. εκεινείτο επί της οδού ... στη …με δίκυκλη μοτοσικλέτα, αυτός του φώναξε να σταματήσει και όταν ο ανήλικος το έπραξε τον πλησίασε και τον χτύπησε με το κεφάλι του στο πρόσωπο και του προκάλεσε κάκωση ρινός, η πράξη δε αυτού ως εκ των σημείων του σώματος του παθόντος που επλήγησαν μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης , για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 308 παρ.1 και 309 Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές και αιτιολογίες και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ως προς την ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση, με το ποίο από τα δύο διαζευκτικά τιθέμενα στη διάταξη του άρθρου 309 παρ.1 ΠΚ, είδη διακινδύνευσης συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω: Το δικαστήριο αιτιολογεί, τη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού του παθόντος που συνίστατο, στην δυνατότητα πρόκλησης σ` αυτόν βαριάς σωματικής βλάβης. Από τις παραδοχές του σκεπτικού ότι, "η πράξη αυτή ως εκ του ευπαθούς του πληγέντος τμήματος του σώματος (μύτη) ήταν δυνατόν να προκαλέσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη, του προκάλεσε δε σκολίωση του ρινικού διαφράγματος με συνέπεια να του προκαλέσει ανεπαρκή αναπνοή από τη μύτη, αφού παρεμπόδιζε τη ροή αέρα από τη μύτη και ο παθών δεν μπορούσε να αναπνεύσει" καθίσταται σαφές το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε το δικαστήριο ότι συνέτρεξε, ήτοι της δυνατότητας πρόκλησης στον παθόντα, βαριάς σωματικής βλάβης. Δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχτηκε το δικαστήριο, με την αναφορά στο διατακτικό ότι "με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική βλάβη με τρόπο τέτοιο που μπορούσε να προκαλέσει για τον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη" αφού τα παραπάνω αποτελούν τη διατύπωση της διάταξης ενώ στη συνέχεια του διατακτικού αναφέρεται ότι "η πράξη δε αυτού ως εκ των σημείων του σώματος του παθόντος που επλήγησαν μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη", εξειδικεύοντας έτσι το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε και στο διατακτικό. Επομένως, απ` όσα πραγματικά περιστατικά διαλαμβάνονται τόσο στο σκεπτικό όσο και το διατακτικό της προσβαλλόμενης, δεν δημιουργείται ασάφεια, ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε το δικαστήριο ότι συνέτρεξε και έτσι δεν παραβιάσθηκε εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, ούτε στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το ποίο από τα δύο διαζευκτικά τιθέμενα στη διάταξη του άρθρου 309 παρ.1 ΠΚ, είδη διακινδύνευσης, συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, που ιδρύει, κατ` εκτίμηση, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του, οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.2, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ` αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση.
Συνεπώς, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον κατηγορούμενο ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, προκειμένου να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά τους, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Επειδή, κατά το άρθρο 224 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεση του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 224 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναιρέσεως των άρθρων 484 και 510 του ίδιου Κώδικα, δεν περιέχεται τέτοιος λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρος Σ. Π., ο οποίος όμως κατέθεσε περιστατικά, που προέρχονται από πληροφορίες προσώπων, τα οποία αρνήθηκε να κατονομάσει και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, μάλιστα δε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε ζητήσει να μη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει στο σκεπτικό ότι, εκτός από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος, υπάρχουν και άλλα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, τα οποία και εκτίθενται σε αυτό, όπως είναι οι καταθέσεις των λοιπών τεσσάρων (4) μαρτύρων κατηγορίας, οι καταθέσεις των δύο (2) μαρτύρων υπεράσπισης, η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων, που αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά και η απολογία του κατηγορουμένου. Εφόσον λοιπόν, το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι αυτά που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' , 510 παρ.1 στοιχ.Β' σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ.1 και 510 παρ. Η' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας, έλλειψης ακρόασης και υπέρβασης εξουσίας, αντίστοιχα, από τη λήψη υπόψη της παραπάνω κατάθεσης και τη στήριξη της περί ενοχής κρίσης του δικαστηρίου στην κατάθεση αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά το σκέλος του αυτό. Εξάλλου, δεν παραβιάσθηκε γενικά, ακόμη και με την λήψη υπόψη της κατάθεσης του παραπάνω μάρτυρα, κατά τα εκτεθέντα, το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), με το οποίο αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από την ως άνω σύμβαση αφού το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, με βάση το νόμο προέβη στη συνεκτίμηση της παραπάνω μαρτυρικής κατάθεσης με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Όσον αφορά δε την αιτίαση του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στον αυτό, ως άνω, λόγο αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αιτήματός του, να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι το αίτημα αυτό δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό και ως εκ τούτου, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ `αυτού, συνακόλουθα δε, δεν είχε και υποχρέωση να δώσει το λόγο στον Εισαγγελέα, ώστε να προτείνει επί αυτού. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά το σκέλος του αυτό.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ` ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Πολιτικώς Ενάγοντος (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 21-6-2013, υπ` αριθμό πρωτ. 4675/ 25-6-2013, αίτηση, του Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ` αριθμό 218/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Πολιτικώς Ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή