Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1340 / 2010    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1340/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ αναιρεσειόντων: 1.Χ1 χας Ζ, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρε-ξούσιο δικηγόρο τους Γραμματά Κουρτούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Πυλαίας", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26392/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 5772/2000 μη οριστική, 20897/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 226/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 147/1914,-όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914-στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου "περί γαιών", οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία από 1-2-1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου πιο νόμου (147/1914), η ελληνική νομοθεσία. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.ΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν.147/1914, "δημόσιαι γαίαι είναι οι λειμώνες, οι αγροί, αι χειμεριναί και θεριναί βοσκαί, τα δάση και οι παρόμοιοι τόποι", των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο (βλ. και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζΐϊ - εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος έγγραφου τίτλου, ονομαζόμενου "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς όχι δικαίωμα κυριότητας αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) -, που ισοδυναμεί με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους - αποτελεί δε το ταπί απλό αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος ιδιώτης καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση από το Δημόσιο, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και είτε κατέχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν κατέχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν - ιδιώτη - δωρεάν νέος τίτλος. Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης την ερμηνευτική εγκύκλιο του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, του άρθρου 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαγήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857), του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων της 15 Σαμπάν 1276 και των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1293 ή 7.2.1921 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", αλλά και το σύνολο των διατάξεων του νόμου περί γαιών (ειδικότερα των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61, 71 και 78), προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκατάστασης είναι όχι μόνον η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή (εξουσίαση), αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια του κτήματος. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών, ενώ οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις, που ονομάζονταν εμλάκι μιριγέ ή εμλάκι χουμουγιούν, εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου - (Ολ. ΑΠ 411/1963 και 409/1963). Περαιτέρω, με τη διάταξη 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν.1072/1917, καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.5.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο ν.2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών. Το παραπάνω δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος μετέβαινε, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, στα τέκνα του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του προαναφερόμενου Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" και των νόμων 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 (11.7), 6 Πανδ. (29.2), 12 Πανδ. (38.16), 3.616 (2.19), Θεμ. φ.3 (3.19) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, το οποίο ίσχυε, κατά τους νόμους αυτούς, και επί Τουρκοκρατίας, στην Ελλάδα, ως προς τους Χριστιανούς υπηκόους του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει σουλτανικών φιρμανιών, μετά δε την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, εξακολούθησε να ισχύει σ' αυτήν, όπως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 147/1914 και το άρθρο 7 του ν. ΔΡΑΔ/1913, ο οποίος, κατά το άρθρο 16 αυτού, εφαρμόστηκε στις Νέες Χώρες αναδρομικά από 6-10-1912. Ενόψει αυτών, εφόσον, μετά το θάνατο του ασκούντα δικαίωμα εξουσίασης σε δημόσιο ακίνητο τα τέκνα αυτού υπεισήλθαν στην κληρονομία του και συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, μετά από δεκαετή αδιαμφισβήτητη κατοχή αυτού που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή του κληρονομηθέντα μέχρι τις 20-5-1917, γίνονταν κύριοι του εν λόγω ακινήτου τα τέκνα αυτού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2052/1920 και των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-1-1929, κατά τις οποίες κρίνεται και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η κτήση της κυριότητας αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ. Εξάλλου, δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί ακίνητο κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, γιατί, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσης της κυριότητας - τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, οι οικίες και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε πόλεις, χωριά και κωμοπόλεις, όσο και για τις δημόσιες γαίες. Με τα δεδομένα αυτά, δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, είτε τακτική, είτε έκτακτη, από το έτος 1914 και εφεξής που ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις νέες χώρες (άρθρο 1 και 2 του ν. 147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν.2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια-τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο. Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, η οποία κυρώθηκε με το από 25/8/1923 ν.δ.
Συνεπώς, στα κτήματα αυτά, ως δημόσια, χωρεί μεν έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 (7.39), ν. 9 παρ. 1, Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20, Πανδ. (41-4), πρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1, Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3, Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή ύστερα από την άσκηση νομής σ' αυτά με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του, αλλά η τριακονταετής νομή, με τα προαναφερόμενα προσόντα, πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των προπαρατιθέμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής αμύνης". Με τις διατάξεις αυτές έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ' αυτών (Ολ. ΑΠ 75/1987). Κυριότητα, όμως, επί δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους και επί των οποίων δεν υπήρξε δικαίωμα εξουσίασης άλλου, που έχει ήδη μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους ιδιοκτησίας, δεν μπορούσε να αποκτηθεί με χρησικτησία ούτε μετά την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας στις νέες Χώρες, δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του ν. 147/1914. Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου προκύπτει, ότι επί των δημόσιων γαιών, συνακόλουθα δε, και των αγρών, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με την χορήγηση από το Δημόσιο σε ιδιώτη τίτλου - ταπίου - (άρθρο 3). Εάν, όμως, επρόκειτο για καλλιεργήσιμη δημόσια γαία, το εν λόγω δικαίωμα εξουσίασης μπορούσε, κατά το άρθρο 78, να αποκτηθεί και χωρίς την έκδοση τίτλου, με μόνη την πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας αυτής, επί συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. Οι δύο αυτοί τρόποι κτήσης του δικαιώματος εξουσίασης, το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Και αυτό γιατί η βάση της μιας αγωγής στηρίζεται στην κτήση του δικαιώματος εξουσίασης της δημόσιας γαίας με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) από το Δημόσιο στον ιδιώτη, ενώ της άλλης (αγωγής) στην πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας της καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας επί δέκα συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 7.10.1997 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 42908/26.11.1997), αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή τους, όπως το δικόγραφό της παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ότι είναι συγκύριοι του σ' αυτή, ειδικότερα, κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφόμενου ακινήτου - αγρού - , κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη απ' αυτούς και 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς, αντίστοιχα, ότι την κυριότητα αυτού απέκτησαν από κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους, Ζ, που πέθανε στη ..., στις 7-1-1993, χωρίς vα αφήσει διαθήκη, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκαν με την ... συμβολαιογραφική πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι στον παραπάνω δικαιοπάροχό τους περιήλθε ο αγρός αυτός με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων/νου Χρυσαποστόλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, από αγορά του από το Π1, με βάση το ... συμβόλαιο του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που έχει, επίσης, μεταγραφεί νόμιμα, σ' αυτόν περιήλθε από κληρονομία του παππού του που πέθανε χωρίς διαθήκη το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1912, στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά, στον ίδιο περιήλθε από κληρονομία του ανεψιού του ', στην οποία υπεισήλθε, με ανάμειξή του σ' αυτή, στο δε ' περιήλθε από αγορά του με βάση το με αριθμό 721 βιβλίο πρακτικών ... του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1280 (και ήδη 1872). Ότι τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Ζ, όσο και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν και κατείχαν τον επίδικο αγρό, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ενεργώντας σ' αυτόν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια, επίβλεψη κλπ), ώστε απέκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι αυτόν για χρόνο μεγαλύτερο της 30ετίας. Και, τέλος, ότι και οι ίδιοι, μετά το θάνατο του πιο πάνω συζύγου και πατέρα τους, συνέχισαν να νέμονται τον αγρό αυτό, ο οποίος ήδη εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως και έχει καταστεί οικόπεδο, ώστε απέκτησαν την κυριότητά του και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο συννομής και το χρόνο νομής του άμεσου και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Υπό το ιστορικό αυτό ζήτησαν, στη συνέχεια, οι αναιρεσείοντες να αναγνωριστούν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά το ανήκον στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστό, γιατί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος αμφισβητεί το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους στο εν λόγω ακίνητο. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή, όσον αφορά τη βάση της περί κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 49 του ν. 2052/1920 και 101-104 του β/τος της 11/12.11.1929, έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, με τις αιτιολογίες, ότι: "Ειδικότερα, κατά τα ως άνω ιστορούμενα και αληθή υποτιθέμενα, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην παραπάνω περιοχή του Ν. Θεσσαλονίκης και άρα στις λεγόμενες Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την επικυριαρχία του Οθωμανικού Δικαίου και στην οποία επεκτάθηκε η ισχύς της Ελληνικής Νομοθεσίας κατά το έτος 1914. Τούτο, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, είναι αγρός και ως εκ τούτου μέχρι το χρόνο αυτό (1914), κατά τα προπαρατιθέμενα, ανήκει στην κατηγορία των "δημοσίων γαιών" (εμιριγιέ) του Οθωμανικού Δικαίου [στην κατηγορία των "γαιών καθαράς ιδιοκτησίας", (μουλκιγιέτ) αποκλείεται να περιλαμβάνεται, αφού στην τελευταία αυτή κατηγορία ανήκουν τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τα χωριά και κωμοπόλεις]. Ως δημόσια δε γαία, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μόνο δικαίωμα εξουσίασης μπορούσε να αποκτηθεί. Εν όψει λοιπόν του χαρακτήρα του επιδίκου ως δημόσιας γαίας, δεν αναφέρεται στην αγωγή, όπως θα έπρεπε για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, αν ο παππούς του εκ των δικαιοπαρόχων τους Ε και τελευταίος υπό την ισχύ του Οθωμανικού Δικαίου δικαιοπάροχος των εναγόντων [τα ακριβή στοιχεία του οποίου δεν αναφέρονται στην αγωγή, ούτε η έλλειψη αυτή συμπληρώνεται με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου] είχε δικαίωμα εξουσιάσεως, υπό την εκτεθείσα στην μείζονα σκέψη έννοια επ' αυτού, καθόσον, πλην των άλλων, δεν αναφέρεται στην αγωγή η βασική προϋπόθεση της δεκαετούς κατάληψης χωρίς αμφισβήτηση (δικαστική από το Δημόσιο), ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι το δικαίωμα αυτό μετατράπηκε δυνάμει των προαναφερομένων διατάξεων στην μείζονα σκέψη, σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας. Ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες τίτλος κυριότητας (υπ' αριθμ. 721 βιβλίο πρακτικών Γιοκλαμά του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 1280 (και για μας 1872) δυνάμει του οποίου ο ' αγόρασε τον αγρό το έτος 1280 (και για μας το έτος 1872) είναι, κατά το Οθωμανικό Δίκαιο ανεπιτήδειος να προσδώσει κυριότητα σε αγρό ως δημόσιας γαίας". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο σωστά απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά την προεκτιθέμενη βάση της, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εφόσον το επίδικο ακίνητο, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτή, χαρακτηριζόμενο ως αγρός, έχει αμιγώς γεωργικό χαρακτήρα και, συνακόλουθα, δεν αποτελεί κτήμα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκιο), αλλά δημόσια γαία, η οποία, υπό το κράτος της οθωμανικής κυριαρχίας, ανήκε κατά κυριότητα αποκλειστικά στο Τουρκικό Δημόσιο, οι δε ιδιώτες μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να αποκτήσουν σ' αυτή, όχι δε και κυριότητα. Ενόψει, επομένως, του αμέσως πιο πάνω χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, ως δημόσιας γαίας, δεν εκτίθεται, όπως θα έπρεπε, ότι ο τελευταίος υπό την ισχύ του Οθωμανικού Δικαίου δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, δηλαδή ο παππούς του Π3, του οποίου μάλιστα δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο, είχε αποκτήσει το δικαίωμα της διηνεκούς εξουσίασης στο επίδικο ακίνητο, είτε με τη χορήγηση σ' αυτόν από το Τουρκικό Δημόσιο ειδικού τίτλου - ταπίου -, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου, είτε, εφόσον υπήρξε καλλιεργήσιμη δημόσια γαία, χωρίς τη χορήγηση του πιο πάνω ειδικού τίτλου, με μόνη την επί συνεχή δεκαετία κατοχή (εξουσίαση) και καλλιέργεια από μέρους του του εν λόγω ακινήτου χωρίς καμιά δικαστική αμφισβήτηση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 78 του ίδιου νόμου. Ο πρώτος, συνεπώς, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά την ήδη εξεταζόμενη βάση της, ως νομικά αβάσιμη, μολονότι έπρεπε να την κρίνει ορισμένη, ως περιέχουσα "εμμέσως πλην σαφώς" όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για τον χαρακτηρισμό του επίδικου ακινήτου ως τέτοιου καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκι), αλλιώς, γιατί δεν απαιτείται κατά νόμο να εκτίθεται στην εν λόγω αγωγή, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Π είχε το δικαίωμα εξουσίασης στο πιο πάνω ακίνητο, αφού ο σχετικός περί του τελευταίου δικαιώματος ισχυρισμός εμπεριέχεται στον αγωγικό ισχυρισμό, ότι ο παραπάνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων υπήρξε κύριος του ακινήτου αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων οι προϋποθέσεις της κτήσης ίδιας κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, έτσι δε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, πρώην αγρός και ήδη οικόπεδο, βρίσκεται στη θέση "...", της κτηματικής περιοχής ..., έναντι του Κεραμοποιείου Ξ, έχει έκταση 1.310 τμ. και συνορεύει γύρω με ασφαλτόδρομο, με ιδιοκτησία ... πρώην Ζ, τώρα δε με διανοιχθέντα ιδιωτικό δρομίσκο, με ιδιοκτησία ... και ... και δρόμο. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι απέκτησαν την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα από κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους Ζ, που πέθανε στη ... την 7-1-1993, στον οποίο περιήλθε ο αγρός αυτός δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Κων/νου Χρυσαποστόλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με αγορά από τον προηγούμενο αποκλειστικό κύριο αυτού Π1, στον οποίο περιήλθε με δωρεά εν ζωή από τον Ε, δυνάμει του ... συμβολαίου του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τελευταίο δε περιήλθε από κληρονομιά του παππού του που πέθανε το 1912, στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά και ότι τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχος τους Ζ, όσο και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν και κατείχαν τον επίδικο αγρό, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια, επίβλεψη κλπ.), ώστε απέκτησαν την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι αυτόν για χρόνο μεγαλύτερο της 30ετία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατά το προϊσχύσαν Β.Ρ. δίκαιο και της 20ετίας με διάνοια κυρίου υπό την ισχύ του ΑΚ, και οι ίδιοι, μετά το θάνατο του ανωτέρω συζύγου και πατέρα τους, συνέχισαν να νέμονται τον αγρό αυτό, ο οποίος ήδη εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως και κατέστη οικόπεδο, ώστε απέκτησαν την κυριότητά του και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, δεν αποδείχθηκε αληθής. Ειδικότερα, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες καθώς και οι δικαιοπάροχοί τους, άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι, ουδέποτε διενήργησαν στο επίδικο διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται. Και συγκεκριμένα εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου αποδείχθηκε, ότι ο Ε, φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων από το έτος 1914 νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 που ίσχυε το Β.Ρ δίκαιο, και ανεξάρτητα από καλή πίστη μετά την έναρξη της ισχύος του ΑΚ (23-2-1946) συνεχώς μέχρι και την κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... δωρητηρίου συμβολαίου, με το οποίο μεταβίβασε το επίδικο στον Π1, καλλιεργώντας αυτό με λαχανικά και δημητριακά. Η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων δεν πείθει το Δικαστήριο, καθόσον όσον αφορά τις διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο από το έτος 1914 και μετά μέχρι το έτος 1974, όσα κατέθεσε δεν στηρίζονται σε ίδια αντίληψη, αλλά στις διηγήσεις του άμεσου δικαιοπάροχου των εναγόντων Ζ. Εξάλλου, ο Ε, που γεννήθηκε το έτος 1889 στη ... ήταν κάτοικος ... και ως εκ τούτου ήταν αρκετά δύσκολο να διανύει τόσο μεγάλη απόσταση από την κατοικία του . προκειμένου να καλλιεργεί το επίδικο με λαχανικά και δημητριακά, δεδομένης και της μεγάλης ηλικίας του τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ήδη αρκετά χρόνια πριν από το έτος 1941 το επίδικο χρησιμοποιούνταν από την εταιρία Ξ ως χώρος εναπόθεσης άχρηστων υλικών που προέρχονταν από τη λειτουργία της επιχείρησης της, αντί αποζημιώσεως καταβαλλομένης κατ' έτος στην τότε Κοινότητα ... και έξ αυτού του λόγου έμενε ακαλλιέργητο, όπως θα εκτεθεί εκτενέστερα και κατωτέρω. Επομένως, ο ανωτέρω Ε δεν ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου, όταν μεταβίβασε τούτο στον υιό του Π1, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων/νου Χρυσαποστόλου και επομένως και ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού. Εφόσον λοιπόν ο Π1 δεν ήταν κύριος του επίδικο ακινήτου όταν μεταβίβασε τούτο στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Ζ με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων δεν κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο και εντεύθεν και οι ενάγοντες. Περαιτέρω εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου αποδείχθηκε ότι και ο Π1 άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν τούτο (12-2-1974) μέχρι και τις 21-3-1974, που ο ίδιος το μεταβίβασε προς τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, αφού αυτός διέμενε στην .... Επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων από την ημερομηνία αγοράς του επιδίκου, ήτοι από 21-3-1974, μέχρι και το θάνατό του στις 7-1-1993, άσκησε πράξεις νομής επί του εν λόγω ακινήτου διάνοια κυρίου. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι όλο παραπάνω διάστημα αυτός ούτε το καλλιέργησε, ούτε το περιέφραξε, ούτε το χρησιμοποίησε καθ' οιονδήποτε αρμόζοντα σε κύριο τρόπο, μετά δε το θάνατο του ούτε οι ενάγοντες κληρονόμοι του άσκησαν διακατοχικές πράξεις επ' αυτού. Μόνη η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή ότι ο δικαιοπάροχός τους, εργολάβος οικοδομών όσο ζούσε, επέβλεπε τον αγρό αυτό, συνεχώς από το 1974 μέχρι και το θάνατό του το 1993, και ανέμενε την ένταξή του στο σχέδιο, προκειμένου να ανεγείρει οικοδομή επ' αυτού, δεν αρκεί για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση. Το τελευταίο δε τούτο κατατεθέν δεν είναι αληθές, καθόσον ουδεμία ενέργεια εποπτείας και ελέγχου δεν υπήρξε στο επίδικο ακίνητο από μέρους του δικαιοπαρόχου του εναγόντων. Και τούτο διότι μετά την ένταξη του ακινήτου αυτού στην επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου ... με το ΠΔ της 13-4-1989 (ΦΕΚ 310Δ/22-5-1989), με αριθμούς ... στο κτηματολογικό διάγραμμα της μελέτης της Πράξης Εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου το έτος 1995 και παρά τις συνεχείς αναρτήσεις του σχεδίου επέκτασης της ... από το έτος 1988 μέχρι το 1995, δεν έκανε τη σχετική δήλωση ιδιοκτησίας, παρά το γεγονός ότι για κάθε ανάρτηση του σχεδίου πόλης της περιοχής της ... ελάμβανε χώρα ευρύτατη δημοσιότητα, όπως απαιτεί ο νόμος, με δημοσιεύσεις στον τύπο κλπ, ενώ δήλωση ιδιοκτησίας υπέβαλε μόνον ο εναγόμενος Δήμος. Αν ο Ζ πράγματι ήλεγχε το ακίνητο και ανάμενε την ένταξή του στο σχέδιο πόλης, έχοντας μάλιστα ιδιαίτερους επαγγελματικούς λόγους ως εργολάβος οικοδομών, οπωσδήποτε δεν θα απουσίαζε από τις διαδικασίες ένταξής του. Επομένως ο δικαιοπάροχος των εναγόντων κατά το χρόνο του θανάτου του δεν ήταν κύριος του επιδίκου ούτε και με έκτακτη χρησικτησία και εντεύθεν οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, αλλά ούτε και με πρωτότυπο, ήτοι έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής και αυτόν του δικαιοπαρόχου τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, αφού ο δικαιοπάροχός τους ουδέποτε υπήρξε νομέας αυτού. Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, συνολικής έκτασης 3.500 τμ., το οποίο ήδη έχει διαχωριστεί σε δύο τμήματα, με τη διέλευση δια μέσου αυτού δρόμου, ένα από τα οποία είναι το επίδικο, που εγγράφηκε ως Κοινοτικό κτήμα από τον εναγόμενο Δήμο και περιλαμβάνεται στο κτηματολογικό βιβλίο αυτού [εναγομένου] με βάση την υπ' αριθμ. 8/8-12-1975 απόφαση της πρωτοβάθμιας Νομαρχιακής Επιτροπής. Το ακίνητο αυτό, όπως προελέχθη, κατείχε και νεμόταν η πρώην Κοινότητα Πυλαίας αρκετά χρόνια πριν από το έτος 1941 και επέτρεπε στην εταιρία Ξ να εναποθέτει εντός αυτού άχρηστα υλικά (χώματα-μπάζα), προερχόμενα από τη λειτουργία της και δεν καλλιεργήθηκε για το λόγο αυτό, τουλάχιστον μετά την έναρξη λειτουργίας της εταιρίας Ξ, μέχρι και σήμερα. Μάλιστα, η Κοινότητα ... άσκησε σχετική τριτανακοπή κατά της υπ' αριθμ. 18/1941 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μεταξύ τρίτων, διεκδικούντων τμήμα του επιδίκου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 32/1941 με επίκληση προσκομιζόμενη απόφαση του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που την έκανε δεκτή και αναγνωρίσθηκε η Κοινότητα ... προσωρινή νομέας και κάτοχος αυτού, με το σκεπτικό ότι "....ο περιγραφόμενος αγρός ανήκει κατά κυριότητα και νομήν πράγματι εις την τριτανακόπτουσαν Κοινότητα ..., ήτις διακατείχε και ενέμετο τούτον ησύχως και ανεπιλήπτως από πολλών ετών, επιτρέπουσα εις την εταιρείαν Ξ να ρίπτη εν αυτώ διάφορα άχρηστα χώματα έναντι αποζημιώσεως καταβαλλομένης κατ' έτος εις το ταμείον της κοινότητος...". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επέτρεψε με το υπ' αριθμ.... με επίκληση προσκομιζόμενο έγγραφο του τότε Προέδρου της Κοινότητας ..., ..., στον αναγραφόμενο στο έγγραφο ..., να ανεγείρει στο ανωτέρω ακίνητο προσωρινά ξύλινο παράπηγμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για πώληση ειδών ζαχαροπλαστικής. Επίσης στα πλαίσια μιας προσπάθειας για την αξιοποίηση της Δημοτικής περιουσίας, ο εναγόμενος Δήμος ενέκρινε την εκμίσθωση και καθόρισε τους όρους γι' αυτήν, του ανωτέρω μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου των 3.500 τμ, που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο του Ξ με τις υπ' αριθμ. 82/1977, 35/1988 και 7/1988 με επίκληση προσκομιζόμενες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του. Επίσης αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 79/1985 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα του Πανελλήνιου Συλλόγου Παραπληγικών για παραχώρηση του επιδίκου στο Σύλλογο τους. Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος ήταν αυτός που ασκούσε διακολυτικές πράξεις στο επίδικο με διάνοια κυρίου και όχι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους, οι οποίοι κατά τα αποδειχθέντα ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής σ' αυτό ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ζ δεν υπήρξε κύριος του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του με έκτακτη χρησικτησία και, έτσι, οι καθολικοί του διάδοχοι και ήδη αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή ή με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία. Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτούς έγγραφα, δηλαδή: α) το με αριθμό 721 βιβλίο πρακτικών ... του μήνα Φεβρουαρίου 1280 (δηλαδή, 1872), 2) το 3989/12.2.1974 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων/νου Χρυσαποστόλου, 3) το ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, 4) τρεις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9) των αναιρεσειόντων προς τη ΔΟΥ ..., 5) την αίτηση των ίδιων προς το Διοικητή του ΙΒ' Α.Τ. Θεσσαλονίκης περί απομάκρυνσης φορτηγού χωρίς αριθμό κυκλοφορίας ευρισκομένου μέσα στο οικόπεδό τους, 6) την από 9.12.1997 αίτηση των ίδιων προς τον αντίδικό τους, με το ίδιο, όπως παραπάνω, αίτημα, 7) τρία κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου και 8) το με αριθμό Πρωτ. 114/5.1.2005 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου προς αυτούς, με το οποίο τους γνωστοποιεί μεμονωμένη πράξη εφαρμογής του επίδικου ακινήτου, τα οποία - έγγραφα - επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι οι (απώτεροι) δικαιοπάροχοί τους υπήρξαν κύριοι του επίδικου ακινήτου και, έτσι, ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Ζ το αγόρασε, επίσης, από κύριο. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο πιο πάνω αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα, αυτά, από τα οποία μάλιστα τα 3989/1974 και 4187/1974 δωρητήριο και πωλητήριο, αντίστοιχα, συμβόλαια μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα έγγραφα.
Ο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, σε αναιρετικό έλεγχο. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ψέγονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, εσφαλμένα εκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ...και ... (υπαλλήλου του αναιρεσιβλήτου), προσδίδοντας μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στην τελευταία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην αποδεικτική βαρύτητα των επίμαχων μαρτυρικών καταθέσεων. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ. ΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι: "α) Ο Ε, που γεννήθηκε το έτος 1889, στη ..., δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο, γιατί "ήταν κάτοικος ... και ως εκ τούτου ήταν αρκετά δύσκολο να διανύει τόσο μεγάλη απόσταση από την κατοικία του προκειμένου να καλλιεργεί το επίδικο με λαχανικά και δημητριακά, δεδομένης και της μεγάλης ηλικίας του τα τελευταία χρόνια", β) ότι ο Π1 δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο "κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν τούτο (12-2-1974) μέχρι και τις 21-3-1974, που ο ίδιος το μεταβίβασε προς τον δικαιοπάροχο των εναγόντων, αφού αυτός διέμενε στην ...". Και γ) αν ο Ζ "πράγματι ήλεγχε το ακίνητο και ανάμενε την ένταξή του στο σχέδιο πόλης, έχοντας, μάλιστα, ιδιαίτερους επαγγελματικούς λόγους ως εργολάβος οικοδομών, οπωσδήποτε δεν θα απουσίαζε από τις διαδικασίες ένταξής του", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα α' αυτόν ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, χρησιμοποιήθηκαν δε από το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας προς έμμεση απόδειξη, προς διαπίστωση δηλαδή της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση της Χ1 χας Ζ κ. ά., για αναίρεση της 226/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει μειωμένα σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή