Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1924 / 2007    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.




Περίληψη:
Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Απόφαση που απορρίπτει ένδικο μέσο ως εκπρόθεσμο. Αναιρεί διότι δεν αναφέρεται ο χρόνος επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η γενόμενη επίδοση και δεν μνημονεύονται ούτε κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα.




Αριθμός 1924/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή, για αναίρεση της 9695/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 170/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. άλλως, ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9695/2006 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί της εφέσεως της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσα 65091/1990 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί, ερήμην, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 400 δραχμές ημερησίως, για κλοπή κατά συναυτουργία, πράξη η οποία φέρεται ότι τελέστηκε στις 2/9/1988, αφού ερεύνησε τον προβληθέντα ισχυρισμό του πληρεξουσίου του δικηγόρου της, ότι η έφεσή της ήταν εμπρόθεσμη λόγω ακυρότητας της γενομένης προς αυτήν επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής, της εκκαλούμενης αποφάσεως, απέρριψε στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), με την εξής αιτιολογία. " .... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα εναπομείναντα έγγραφα της δικογραφίας και την κατάθεση της μάρτυρος Μ1 η εκκαλούσα, με την υπ' αριθμ. 6509/1990 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, καταδικάστηκε ερήμην σε φυλάκιση 4 μηνών για κλοπή κατά συναυτουργία. Περαιτέρω προέκυψε ότι η εκκαλούσα, στην οποία επιδόθηκε η πιο πάνω απόφαση μέχρι το έτος 1993, όπως προκύπτει από τα εναπομείναντα έγγραφα της δικογραφίας (μετά την πολτοποίηση, βλ. έγγραφη βεβαίωση του Πρωτοδικείου Αθήνας), άσκησε την υπ' αριθμ. 1060/13-2-2006 έφεση, κατά της ως άνω απόφασης. Υπό τα εκτιθέμενα η ασκηθείσα έφεση είναι εκπρόθεσμη και εντεύθεν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, χωρίς να δικαιολογείται λόγος ανώτερης βίας που ασκήθηκε εκπρόθεσμα". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η έφεσή της ασκήθηκε εκπροθέσμως, διότι ήταν, κατά το χρόνο επιδόσεως προς αυτήν της εκκαλούμενης αποφάσεως, γνωστής διαμονής, και η προς αυτήν επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως ήταν άκυρη, για τους αναφερόμενους στην έφεσή της λόγους, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία . Ειδικότερα, από τα πιο πάνω αναφερόμενα στοιχεία, που απαιτούνται για την πληρότητα της αποφάσεως, δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η γενόμενη επίδοση . Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - ότι ήταν γνωστής διαμονής, - εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, εκτός από την μάρτυρα Μ1, και ο μάρτυρας Μ2.Επίσης αναγνώσθηκαν τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης τέσσερα έγγραφα και απολογήθηκε και η ίδια η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα , η οποία έδωσε εξηγήσεις σχετικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς της. Τα αποδεικτικά αυτά, όμως, μέσα (δηλαδή η κατάθεση του Μ2 τα τέσσερα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και η απολογία της κατηγορουμένης) δεν μνημονεύονται στην απόφαση, ούτε προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη, προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται μόνο η κατάθεση της Μ1 και "τα εναπομείναντα έγγραφα της δικογραφίας", χωρίς να καθίσταται σαφές αν πρόκειται για τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ή για άλλα (που δεν αναγνώσθηκαν και εντούτοις, λήφθηκαν υπόψη). Επιπλέον ουδέν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τους προβληθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς περί ακυρότητας της γενομένης προς αυτήν επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής, αλλά περιορίζεται στη διαπίστωση ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως δεν δικαιολογείται από λόγους ανώτερης βίας, λόγο μάλιστα ο οποίος δεν είχε προταθεί από την εκκαλούσα - αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και, σε καταφατική περίπτωση, να κριθεί η παραγραφή ή όχι του αξιοποίνου της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα πράξεως, δεδομένου ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9695/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή