Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 691 / 2017    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 691/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Φ.-Γ. Μ. του Λ., κατοίκου ... και 4) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γκόνου και δεν κατέθεσε προτάσεις, ο τρίτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσε προτάσεις και οι δεύτερη και τέταρτη δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 3661/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Οι πληρεξούσιοι των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 2403Δ/8-9-2016 και 2678Δ/5-10-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Χ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (21-2-2017) επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στις δεύτερη και τέταρτη αναιρεσίβλητες. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως πρέπει αυτές να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ. Α.Π. 2/2008). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (Α.Π. 1078/2015). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (Α.Π. 188/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου ότι πράγματι καταρτίσθηκε η ένδικη σύμβαση μεσιτείας μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, την οποία ομολογία η ίδια επικαλέσθηκε νομίμως ενώπιον του εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των από 5-4-2011 εγγράφων προτάσεων του τρίτου εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός είχε συνομολογήσει μόνο ότι υπέγραψε την από 30-10-2007 εντολή του προς την ενάγουσα για την υπόδειξη προς αγορά πέντε ακινήτων, όχι όμως και ότι το πωληθέν ακίνητο (για το οποίο ζητούσε τη μεσιτική αμοιβή της με την από 16-9-2010 ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα) περιλαμβανόταν μεταξύ των ακινήτων για τα οποία είχε δώσει την εντολή αυτή. Το τελευταίο αυτό γεγονός ο τρίτος εναγόμενος αρνήθηκε ρητά με τη φράση "η εν λόγω εντολή αφορούσε άλλα ακίνητα, άσχετα προς αυτό που μεταβιβάσθηκε".
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος είχε συνομολογήσει την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως μεσιτείας αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι το μεταβιβασθέν ακίνητο δεν περιλαμβανόταν σε εκείνα για τα οποία ο τρίτος εναγόμενος είχε δώσει εντολή στην ενάγουσα να του υποδείξει, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων (από τους οποίους ο πρώτος δεν κατέθεσε και ο τρίτος κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 3661/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) και χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ αντίστοιχα.
ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή