Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1430 / 2011    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1430/2011



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Γ' Πολιτικό Τμήμα



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:



Της αναιρεσείουσας: Σ. χας Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλη Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Ν. Κ. και 2. Ν. Ν. Κ., κατοίκων ..., από τις οποίες η μεν πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνη Βγόντζα, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.



Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 380/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 25-1-2010 έκθεσή της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 ΑΚ, η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη, είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενο της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται, είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών. Τέτοια δικαιοπραξία είναι και η διαθήκη. Επομένως, η καταληφθείσα τελευταία βούληση είναι έγκυρη και αναπτύσσει την κατά το περιεχόμενο αυτής ενέργεια)αν έχει περιβληθεί τον τύπο που ανταποκρίνεται είτε στο δίκαιο του τόπου όπου επιχειρήθηκε, είτε στο δίκαιο που διέπει το περιεχόμενο αυτής, είτε στο δίκαιο της ιθαγένειας την οποία είχε ο διαθέτης κατά το χρόνο που δήλωνε την τελευταία βούληση του (άρθρο 28 ΑΚ). Μεταξύ των τριών αυτών δικαίων, που εφαρμόζονται διαζευκτικά, εκείνο που ερευνάται είναι, αν ο τύπος τον οποίο περιβλήθηκε η διαθήκη ικανοποιεί οποιοδήποτε από τα δίκαια αυτά. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 ΑΚ, οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι από το δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομουμένου διέπεται τόσο η εκ διαθήκης, όσο και η εξ αδιαθέτου, καθώς και η αναγκαστική κληρονομική διαδοχή. Ειδικότερα, από τον ουσιαστικό νόμο της ιθαγένειας που είχε κατά το θάνατο του ο κληρονομούμενος, κρίνεται η εγκυρότητα και τα ελαττώματα του περιεχομένου της διαθήκης που κατέλιπε ο τελευταίος, καθώς και η ανάκληση της Τέλος, η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή στη Δημοκρατία της Σερβίας ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ομοσπονδιακού Νόμου για την κληρονομική διαδοχή που τέθηκε σε ισχύ από τις 5-5-1996. Οι διατάξεις των άρθρων 84 έως 110 του νόμου αυτού, διέπουν τα του τύπου των διαθηκών. Με αυτές τις διατάξεις αναγνωρίζονται έξι τύποι διαθηκών. Η ιδιόγραφη διαθήκη (άρθρο 84), η έγγραφη διαθήκη, που πιστοποιείται από δύο μάρτυρες (άρθρο 85), η διαθήκη ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 86), η διαθήκη ενώπιον προξενικής αρχής (άρθρο 91), η διεθνής διαθήκη (άρθρο 92) και, τέλος, η έκτακτη διαθήκη (άρθρα 108-110). Ειδικότερα, ο τύπος της έγγραφης διαθήκης ενώπιον μαρτύρων, που ενδιαφέρει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 85, σύμφωνα με τις οποίες: "Ο διαθέτης ο οποίος γνωρίζει ανάγνωση και γραφή, μπορεί να καταρτίσει τη διαθήκη του κατά τον εξής τρόπο; Να δηλώσει ενώπιον δύο μαρτύρων ότι έχει αναγνώσει το ήδη συντεταγμένο έγγραφο, ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί τη διαθήκη του και μετά ταύτα να υπογράψει ιδιοχείρως το έγγραφο. Το έγγραφο πρέπει να υπογραφεί ταυτοχρόνως από τους δύο μάρτυρες, όπου και είναι απαραίτητο να σημειώνεται και η ιδιότητα του μάρτυρα". Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για να είναι έγκυρη η εγγραφή διαθήκη απαιτείται καταρχήν ο διαθέτης να γνωρίζει ανάγνωση και γραφή. Δεν είναι βέβαια απαραίτητο να γράψει ο ίδιος το κείμενο, πρέπει όμως να είναι σε θέση να το διαβάσει. Περαιτέρω, όμως, δεν τίθενται άλλες προϋποθέσεις για τον τρόπο γραφής ή την γλώσσα στην οποία συνετάγη. Ο διαθέτης μόνο πρέπει να δηλώσει ενώπιον δύο μαρτύρων ότι διάβασε το έγγραφο αυτό, το οποίο και αποτελεί τη διαθήκη του και να το υπογράψει ιδιόχειρα ενώπιον τους, ενώ οι μάρτυρες οφείλουν να το υπογράψουν ταυτόχρονα με την σημείωση και της ιδιότητας τους. Η υπογραφή των μαρτύρων δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της διαθήκης, αλλά στον τύπο, δηλαδή αποτελεί πιστοποίηση της πιο πάνω δήλωσης του διαθέτη και του γνήσιου της υπογραφής του.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Στις 11-2-2002, απεβίωσε στο Ηράκλειο ο Ν. Κ. του Δ., ο οποίος είχε έλθει σε νόμιμο πολιτικό γάμο με την ενάγουσα, Σερβικής καταγωγής την 7-10-1995. Ο ως άνω αποβιώσας από τον πρώτο του γάμο με την Α. Α., ο γάμος των οποίων είχε ήδη λυθεί αμετάκλητα από το έτος 1987, απέκτησε τις εναγόμενες θυγατέρες του Ι. και Ν. Κ., τις οποίες μαζί με την ενάγουσα νόμιμη σύζυγο του κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς του, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και δη κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 την ενάγουσα και 3/8 καθεμιά των εναγομένων. Την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά αποδέχθηκαν οι μεν εναγόμενες με την υπ' αρ. .../2003 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεοδώρας Σκουλιδά-Καραμπουρνιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα αλλά και με την υποβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ Ηρακλείου της σχετικής δηλώσεως φόρου κληρονομιάς, η δε ενάγουσα με την υποβολή στην αρμόδια Β' Δ.Ο.Υ Ηρακλείου των υπ' αρ. 474 και 488/2002 δηλώσεων φόρου κληρονομιάς. Ο κληρονομούμενος πριν από το δεύτερο γάμο του έπασχε από ανεξακρίβωτη ασθένεια, εξαιτίας της οποίας είχε υποστεί ακρωτηριασμό των κάτω άκρων, ενώ από το έτος 1997 υπέστη νεφρική ανεπάρκεια. Εξαιτίας της νεφρικής ανεπάρκειας του ο ως άνω Ν. Κ. υποβάλλονταν καθημερινώς επί εξάωρο σε περιτοναϊκή αιμοκάθαρση, διαδικασία που γινόταν από τον ίδιο με τη βοήθεια της ενάγουσας συζύγου του, με ειδικό μηχάνημα εκτός νοσοκομείου σε δικό του απολυμασμένο και καθαρό χώρο. Τον Σεπτέμβριο του 2000, παρά την κλονισμένη υγεία του πραγματοποίησε μαζί με τη σύζυγο του Σ. Κ. και τον οικογενειακό τους φίλο Α. Μ. (μάρτυρα στην .../11-5-2004 ένορκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Βαρβεράκη), ταξίδι στη Σερβία, για να επισκεφθεί την οικογένεια της συζύγου του, ταξιδεύοντας μάλιστα με το πλοίο της γραμμής από το Ηράκλειο μέχρι τη Θεσσαλονίκη και από εκεί οδικώς με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του (αναπηρικό) μέχρι την πόλη Κρούσεβατς της Σερβίας. Εκεί παρέμειναν επί μία βδομάδα. Κατά το χρονικό διάστημα που παρέμειναν στη Σερβία, ο Ν. Κ. επισκέφτηκε κάποιο δικηγόρο και έκανε τη διαθήκη του, εν γνώσει της ενάγουσας συζύγου του, αφού το γεγονός της υπογραφής της διαθήκης γιόρτασαν όλοι μαζί σε μια ταβέρνα (βλ. και την κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ.). Παρόλα αυτά όμως και ενώ η ενάγουσα ως προελέχθη γνώριζε την ύπαρξη της διαθήκης του συζύγου της, καθώς και μεγάλο μέρος του περιεχομένου της, όπως παρακάτω αναφέρεται προέβη την 30-10-2002 σε αποδοχή της επαχθείσας σε αυτήν κληρονομιάς, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος την 11-2-2002 συζύγου της, κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου (1/4) με τις υπ' αριθμ. 474 και 488/2002 δηλώσεις φόρου κληρονομιάς. Στη συνέχεια, επειδή η ίδια εξακολουθούσε να διαμένει στο διαμέρισμα επί της οδού ... αρ. 35 της πόλεως του …, που περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία, οι εναγόμενες θυγατέρες του κληρονομουμένου και συγκληρονόμοι της, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου την από 6-12-2002 αγωγή τους εναντίον της, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει συνολικά το ποσό των 3.300 ευρώ (1650 ευρώ σε καθεμιά), ως αποζημίωση για την κατά τα άνω εκ μέρους της αποκλειστική χρήση του εν λόγω διαμερίσματος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 652/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία υποχρεώθηκε η ενάγουσα να καταβάλει στις εναγόμενες το ποσό των 3.182,07 ευρώ, απόφαση που έχει καταστεί ήδη τελεσίδικη. Αντίγραφο δε εξ απογράφου αυτής με επιταγή προς εκτέλεση επεδόθη στην ενάγουσα στις 21-10-2003. Στις 21-5-2003, μετά πάροδο δεκατεσσάρων και πλέον μηνών από το θάνατο του συζύγου της η ενάγουσα εμφανίστηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου ζητώντας τη δημοσίευση της διαθήκης του τελευταίου αποτελούμενη από κείμενο μηχανογραφημένο στην αγγλική γλώσσα την οποία της απέστειλε ο πατέρας της από τη Σερβία, που του είχε παραδοθεί προς φύλαξη. Το κείμενο της εν λόγω διαθήκης το οποίο δεν συνοδευόταν από επίσημη μετάφραση, και αποτελείτο από 4 σελίδες, χωρίς να φέρει στο τέλος τόπο και ημερομηνία, ούτε και τις υπογραφές του διαθέτη και των μαρτύρων, δημοσιεύτηκα με τη σχετική σημείωση στο άνω δεξιό μέρος του κειμένου της από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου "Δημοσιεύεται παρά το ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ιδιόγραφης διαθήκης". Απορρίφθηκε όμως στη συνέχεια με την 574/2003 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου το αίτημα της για την κήρυξη της ως κυρίας, με την αιτιολογία ότι δεν πρόκειται περί εγκύρου ιδιογράφου διαθήκης κατά τον αστικό κώδικα. Στις 18-11-2003 η ενάγουσα κοινοποίησε στις εναγόμενες το από 17-11-2003 εξώδικο της στο οποίο ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα: "Ως συγκληρονόμος του συζύγου μου και πατέρα σας Ν. Κ. σας δηλώνω ότι θα χαιρόμουν αν δεχόσαστε να διανείμαμε συμβιβαστικά την κληρονομιαία περιουσία. Η προσφυγή στα δικαστήρια δεν συμφέρει νομίζω καθένα από εμάς. Στο πλαίσιο της εξώδικης επίλυσης της διαφοράς επιθυμώ να ρυθμιστεί η οικογενειακή μου στέγη και το ποσό των χρημάτων που επιδικάστηκαν με την υπ' αρ. 652/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Αν μου απαντήσετε αρνητικά, θα σας πληρώσω και θα ζητήσω δικαστική διανομή". Η πρόταση της δεν έγινε δεκτή από τις εναγόμενες και η ενάγουσα τους κατέβαλλε το επιδικασθέν με την άνω απόφαση ποσό. Την 20-11-2003 κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αρ. 608/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης με επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτασσόταν ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της να καταβάλει συμμέτρως με τους τρεις ομοδίκους της στον ενάγοντα-εκκαλούντα το ποσό των 2.203.860 ευρώ. Μετά από αυτά επισκέφθηκε νέο δικηγόρο, ο οποίος μετά από έρευνα στο γραφείο διαθηκών διαπίστωσε ότι είχε δημοσιευθεί ως διαθήκη του θανόντος συζύγου της το προαναφερόμενο κείμενο στην Αγγλική γλώσσα γραμμένο με μηχανικό μέσο, χωρίς να υπάρχουν στο τέλος οι απαραίτητες υπογραφές. Επειδή όμως η ίδια γνώριζε όλο το περιεχόμενο της διαθήκης και ότι αποτελείτο από 5 σελίδες, η τελευταία σελίδα του μηχανογραφημένου κειμένου της οποίας περιείχε υπογραφές, αφού η ίδια την παρέδωσε στον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της, για δημοσίευση, επισκέφθηκε αρκετές φορές τον τελευταίο διαμαρτυρόμενη για την εξαφάνιση της τελευταίας αυτής σελίδας. Τέλος Ιανουαρίου 2004, αυτός την επισκέφθηκε στην οικία της παραδίδοντας της την πέμπτη σελίδα της διαθήκης, εξηγώντας της ότι ανευρέθη ανάμεσα σε άλλα έγγραφα του. Αμέσως την παρέδωσε στο νέο πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος υπέβαλε την από 15-2-2004 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, για επαναδημοσίευση της πλήρους πλέον διαθήκης, που συνοδευόταν από μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα, η οποία και δημοσιεύτηκε με τα υπ' αρ. 141/2004 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του της 25-2-2004. Στο κείμενο της, κατά την ελληνική του μετάφραση, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Ημερομηνία 16-9-2000 ... Εγώ ειδοποίησα τον Κ. Α. δικηγόρο μου, όπως επίσης και όλους τους φίλους μου, ότι θα αφήσω μια διαθήκη που θα είναι ισχυρή μετά το θάνατο μου. Η διαθήκη μου μπορεί να επιδειχθεί σε ένα πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τη σύζυγο μου Σ. Β. Κ., όχι έως να περάσουν 14 μήνες μετά το θάνατο μου. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα όλη η περιουσία μου θα είναι στο όνομα μου και κανένας εκ των κληρονόμων μου δεν θα έχει το δικαίωμα να κάνει τίποτε αντίθετο προς τούτο. Επιθυμώ τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και οι κληρονόμοι μου να υπακούσουν αυστηρά τη διαθήκη. Επίσης θέλω να υπογραμμίσω ότι σε περίπτωση θανάτου μου, η σύζυγος μου Σ. θα συνεχίσει να ζει στο διαμέρισμα μου και από τότε και στο εξής αυτή θα γίνει η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος μου με τη θέληση και εντολή μου. Αυτή μπορεί να μεταβιβάσει το διαμέρισμα της στο όνομα της επίσημα όπως και την υπόλοιπη περιουσία μου 14 μήνες μετά το θάνατο μου".

Η Διαθήκη Οι κληρονόμοι της κινητής και ακίνητης περιουσίας μου είναι η σύζυγος μου Σ. Β. Μ.Ντ. συζ. Κ. και η κόρη μου Ν. και Τ. Κ.. Εγώ κληροδοτώ τα ακόλουθα από την ακίνητη περιουσία μου στη σύζυγο μου Σ. μετά το θάνατο μου: 1.Το διαμέρισμα μου στην οδό ... αρ 35, … Κρήτης, Ελλάδα, βάσει των εγγράφων της κυριότητας ενός ξενοδοχείου στο ... κοντά στο … Κρήτης, Ελλάδα, μπορεί να ειδωθεί ότι εγώ είμαι κύριος στις επτά (7) σουίτες του και σε ολόκληρη την αίθουσα συνεδριάσεων του ξενοδοχείου με την κουζίνα του. 2. Τρεις (3) σουίτες όπως επίσης και ολόκληρη την αίθουσα των συνεδριάσεων του ξενοδοχείου με την κουζίνα του κληροδοτώ στη σύζυγο μου Σ.. 3.Στην ίδια κληροδοτώ 50 τοις εκατό από το συνολικό αριθμό των μετοχών μου στην εταιρεία Μινωικών Γραμμών επίσης 4. Κληροδοτώ το πρόσωπο μου στη σύζυγο μου Σ. επίσης 5. Στην περίπτωση του θανάτου μου, η μοναδική δικαιούχος των χρημάτων μου και των συναλλαγών μου οιασδήποτε άλλης οικονομικής φύσεως συνδεομένων με το όνομα μου και το λογαριασμό μου, συμπεριλαμβάνοντας τις τρέχουσες αστικές διαδικασίες, είναι η σύζυγος μου Σ. Κ.. Το τμήμα της κινητής και ακίνητης περιουσίας μου το οποίο απομένει όπως παραδείγματος χάριν η ακίνητη περιουσία από τις σουίτες στο ξενοδοχείο στο ..., μία τοποθεσία όχι μακριά από την πόλη του …, Κρήτη στην Ελλάδα, όπως επίσης και το ελαιόφυτό μου το οποίο μου άφησε ο πατέρας μου Δ. στο χωριό … το οποίο είναι στα περίχωρα του …, επίσης και ένα αυτοκίνητο μάρκας Χόντα το οποίο αφήνω στις κόρες μου Ν. και Τ. Κ.. Οι παραπάνω αναφερόμενες πρέπει να μοιραστούν αυτήν την κληρονομιά ανάμεσα τους όπως εξυπηρετεί αυτές. Το πιστοποιητικό της κυριότητας. Αγόρασα ένα αυτοκίνητο μάρκας Οπελ Ωμέγα 2000 με χρήματα που πήρα από τη σύζυγο μου Σ. Β. Κ. (η ίδια είναι αντιπρόσωπος μιας ξένης εταιρίας και έχει τεράστιες προμήθειες και επενδύει στο συζυγικό μας οίκο σύμφωνα με την προσωπική μας συμφωνία) και με τα χρήματα που δόθηκαν σε εμένα από τον ίδιο τον πενθερό μου. Αυτό το αυτοκίνητο κατατάσσεται και ανήκει στην κατηγορία των αναπηρικών αυτοκινήτων. Καθώς είμαι ανάπηρος το (αυτοκίνητο έπρεπε να δηλωθεί στο δικό μου όνομα. Με τα χρήματα της συζύγου μου αγόρασα τις μετοχές και τις έθεσα στο όνομα μου από αυτό της συζύγου μου και με την αμοιβαία συμφωνία μου. Σύμφωνα με το έγγραφο που εκδόθηκε από το χρηματιστήριο που ονομάζεται Σίγμα Ασφάλειες ΑΕ μπορεί κανείς να δεί με σαφήνεια ποιες είναι αυτές οι μετοχές και πόσες είναι στον αριθμό. Όσον αφορά τις μετοχές που κατέχω της εταιρίας Μινωικών Γραμμών αγόρασα 50 τοις εκατό από το συνολικό τους αριθμό με τα δικά μου χρήματα. Με αυτό το έγγραφο επιβεβαιώνω ότι κύριος του αυτοκινήτου Όπελ Ωμέγα 2000 είναι η σύζυγος μου Σ. Β. Κ. και έχει δηλωθεί στο όνομά μου. Με αυτό το έγγραφο επίσης επιβεβαιώνω ότι όλες οι μετοχές οι οποίες βρίσκονται στο όνομα μου όπως επίσης και το 50 τοις εκατό του συνολικού αριθμού των μετοχών που κατέχω στην εταιρία Μινωικών Γραμμών είναι περιουσία της συζύγου μου Σ. Β. Κ., Η διαθήκη γράφτηκε στο Κρούσεβατς, Σερβία την 16 Σεπτ 2000 ΜΑΡΤΥΡΕΣ Σ. Β., Σ. 21, Κ. (υπογεγραμμένο προσωπικά) 2.Μ. Μ. Τ. 62, Κ. (υπογεγραμμένο προσωπικά), 3 Χ. Ι. Σ. 135 (υπογεγραμμένο προσωπικά) Ν. Κ. ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ Ν. Β, Σ. Κ. 15/22 3700 ΚΡΟΥΣΕΒΑΤΣ". Και οι τέσσερις δακτυλογραφημένες σελίδες του άνω μηχανογραφημένου κειμένου φέρουν την υπογραφή και τη σφραγίδα του διαθέτη Ν. Κ., καθώς και την υπογραφή και σφραγίδα τρίτου προσώπου ονόματι Μ. J. Ι.. Επιπλέον στην τελευταία σελίδα της (5η) ακολουθεί (μετά τις υπογραφές των τριών μαρτύρων η υπογραφή και η σφραγίδα επίσης του διαθέτη και αριστερά αυτής η υπογραφή και η σφραγίδα του άνω αναφερόμενου δικηγόρου της πόλεως Κρούσεβατς. Οι υπογραφές αυτές πράγματι έχουν τεθεί από τον αποβιώσαντα Ν. Κ., παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες, όπως δέχθηκε και η "εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν εκκαλείται ως προς το κεφάλαιο αυτό, Σύμφωνα με τον Ελληνικό Αστικό Κώδικα, που εφαρμόζεται διαζευκτικά, ως το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει τον τύπο της μονομερούς δικαιοπραξίας της διαθήκης, εξ αιτίας της ιθαγενείας του κληρονομουμένου, αλλά και του περιεχομένου της κατά τις διατάξεις των άρθρων 11 και 28 του ΑΚ, τέτοιος τύπος ιδιόγραφης διαθήκης, γραμμένης μηχανογραφικά δεν προβλέπεται. Όμως η ένδικη διαθήκη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα έχει συνταχθεί στην πόλη Κρούσεβατς της Δημοκρατίας της Σερβίας. Συνεπώς, αναφορικά με τον τύπο της εν λόγω διαθήκης εφαρμοστέο σύμφωνα με το άρθρο 11 ΑΚ είναι διαζευκτικά με το Ελληνικό Δίκαιο, το ουσιαστικό δίκαιο της Δημοκρατίας της Σερβίας και ειδικότερα οι διατάξεις του Ομοσπονδιακού Νόμου για την κληρονομική διαδοχή που τέθηκε σε ισχύ την 5-5-1996, ίσχυε κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, κατά τα προεκτεθέντα. Η ένδικη διαθήκη φέρει μεν στοιχεία της προβλεπόμενης από το δίκαιο αυτό (αρθρ. 85 του ως άνω ομοσπονδιακού νόμου της Σερβίας) έγγραφης διαθήκης που πιστοποιείται από δύο μάρτυρες παρόλα ταύτα όμως είναι άκυρη, διότι το κείμενο της έχει γραφεί μεν μηχανογραφικά και στην Αγγλική γλώσσα, τρόπο και γλώσσα για τα οποία η διάταξη αυτή (άρθ, 85 του ως άνω ομοσπονδιακού νόμου της Σερβίας) δεν θέτει περιορισμό, όχι όμως από τον ίδιο αλλά από τρίτο πρόσωπο (η σφραγίδα ατόμου ονόματι Μ. J. Ι. που υπάρχει σε όλες τις σελίδες του αγγλικού κειμένου της φέρεται να ανήκει σε μεταφράστρια Αγγλικών -Ελληνικών). Απαιτείτο όμως κατά την ίδια διάταξη, εφ όσον δεν γράφτηκε ιδιοχείρως από τον διαθέτη, κατ' αρχήν αυτός (διαθέτης) να γνώριζε ανάγνωση και γραφή, ώστε να ήταν σε θέση να διαβάσει το κείμενο Επιπλέον απαιτείτο να δήλωνε ο διαθέτης ενώπιον δύο μαρτύρων ότι διάβασε το έγγραφο και ότι αυτό αποτελούσε τη διαθήκη του και να το υπέγραφε ιδιοχείρως ενώπιον τους, οι δε μάρτυρες να το είχαν υπογράψει ταυτοχρόνως, η υπογραφή των οποίων θα αποτελούσε πιστοποίηση της δηλώσεως του διαθέτη και του γνησίου της υπογραφής του και όχι αναφορά στο περιεχόμενο της διαθήκης. Η σημείωση δε της ιδιότητας των μαρτύρων, ήταν απαραίτητη. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση ο διαθέτης, όπως αποδείχθηκε, δεν γνώριζε σε ικανοποιητικό βαθμό ανάγνωση και γραφή της Αγγλικής γλώσσας, στην οποία ήταν γραμμένο το κείμενο της διαθήκης, και έτσι δεν ήταν σε θέση να το διαβάσει. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του αδελφού του διαθέτη, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά και την ένορκη βεβαίωση της μητέρας του Ν. Κ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Αγγελή, ο ίδιος είχε φοιτήσει μέχρι τη Β τάξη του τότε εξατάξιου Γυμνασίου και δεν γνώριζε την Αγγλική γλώσσα σε τέτοιο ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να είναι σε θέση να διαβάζει, να γράφει και να κατανοεί πλήρως ένα κείμενο τόσο περίπλοκο, όπως είναι της ένδικης διαθήκης. Για το λόγο αυτό άλλωστε, που δεν γνώριζε δηλαδή καλά την Αγγλική γλώσσα, όσες φορές χρειάστηκε να μεταβεί στην Αγγλία για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υγείας του τον συνόδευε ο αδελφός του Γ. Κ. με τη σύζυγο του, που γνώριζαν Αγγλικά, προς συνεννόηση τους με τους θεράποντες ιατρούς του και τα νοσηλευτικά ιδρύματα, όπου νοσηλευόταν. Επιπλέον κατά το κείμενο της διαθήκης ο διαθέτης δεν δήλωσε ενώπιον των μαρτύρων που το υπογράφουν ότι διάβασε το μηχανογραφημένο έγγραφο του κειμένου της και ότι αυτό αποτελούσε πράγματι τη διαθήκη του σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του Ομοσπονδιακού νόμου της Δημοκρατίας της Σερβίας. Ούτε και προηγήθηκε η υπογραφή του κειμένου της από τον ίδιο τον διαθέτη, αλλά αντίθετα η υπογραφή του ακολούθησε των υπογραφών των μαρτύρων, γεγονός που σημαίνει ότι ουδεμία δήλωση του προηγήθηκε ώστε να αποτελούσε η υπογραφή των τελευταίων πιστοποίηση τέτοιας δηλώσεως αυτού αλλά και του γνησίου της υπογραφής του, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη να φέρονται, ενώ τέλος δεν σημειώνεται η ιδιότητα εκάστου μάρτυρα που υπογράφει τη διαθήκη, όπως απαιτεί η άνω διάταξη.

Συνεπώς η ένδικη διαθήκη δεν είναι έγκυρη, αφού δεν συνετάγη σύμφωνα με τον τύπο που απαιτείται από το ουσιαστικό δίκαιο του τόπου καταρτίσεως της. Ούτε από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει, ότι τηρήθηκε τέτοιος τύπος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή, κατά τη βάση της περί αναγνώρισης της εγκυρότητας της διαθήκης του θανόντα συζύγου της αναιρεσείουσας Ν. Κ., είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστική δικαίου διάταξη του άρθρου 85 του Ομοσπονδιακού Νόμου της Δημοκρατίας της Σερβίας περί της κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του έτους 1995, που τέθηκε σε ισχύ στις 5-5-1996, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της. Ειδικότερα, το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι: "Επιπλέον κατά το κείμενο της διαθήκης ο διαθέτης δεν δήλωσε ενώπιον των μαρτύρων που το υπογράφουν ότι διάβασε το μηχανογραφημένο έγγραφο της και ότι αυτό αποτελούσε πράγματι η διαθήκη του σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του Ομοσπονδιακού νόμου της Δημοκρατίας της Σερβίας. Ούτε και προηγήθηκε η υπογραφή του κειμένου της από τον ίδιο το διαθέτη, αλλά αντίθετα η υπογραφή του ακολούθησε των υπογραφών των μαρτύρων, γεγονός που σημαίνει ότι ουδεμία δήλωση του προηγήθηκε, ώστε να αποτελούσε η υπογραφή των τελευταίων πιστοποίηση τέτοιας δηλώσεως αυτού, αλλά και του γνησίου της υπογραφής του ..." ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 85 του σερβικού νόμου, που προπαρατέθηκε, η οποία απαιτεί απαρεγκλίτως, με ποινή ακυρότητας της διαθήκης, τη σωρευτική συνδρομή των παρακάτω προϋποθέσεων: α)να δηλώσει ο διαθέτης ενώπιον δύο μαρτύρων ότι έχει διαβάσει το κείμενο της διαθήκης και ότι αυτό αποτελεί τη διαθήκη του β) να υπογράψει ιδιόχειρα ο διαθέτης το κείμενο της διαθήκης και γ) να υπογράψουν το πιο πάνω κείμενο της διαθήκης και οι μάρτυρες. Η υπογραφή δε των μαρτύρων, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της ίδιας διάταξης, δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της διαθήκης, αλλά στον τύπο, δηλαδή πιστοποιεί αφενός, τη δήλωση του διαθέτη ότι διάβασε το κείμενο της ενώπιον των μαρτύρων και, αφετέρου, ότι η υπογραφή του είναι γνήσια. Ο τρίτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 85 του σερβικού νόμου, αφού από τη διάταξη αυτή δεν απαιτείται να αναγράφεται στη διαθήκη, ότι ο διαθέτης δήλωσε στους μάρτυρες, ότι ανέγνωσε το ήδη συντεταγμένο έγγραφο και ότι αυτό είναι η διαθήκη του, αλλά, απλώς πρέπει να προκύπτει απ' αυτό, ότι έγινε τέτοια δήλωση προς τους μάρτυρες, οι οποίοι με την υπογραφή τους, έμπρακτα πιστοποιούν, ότι έγινε η δήλωση του διαθέτη και η υπογραφή είναι του ίδιου και, περαιτέρω, ενώ δέχθηκε το Εφετείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 85 του σέρβικου νόμου, ότι απαιτείται οι υπογραφές του διαθέτη και των μαρτύρων να τίθενται συγχρόνως, στη συνέχεια, δέχθηκε, ότι η διαθήκη είναι άκυρη, γιατί δεν προηγήθηκε η υπογραφή του κειμένου από τον ίδιο το διαθέτη, αλλά αυτή ακολούθησε των υπογραφών των μαρτύρων και τέλος, ενώ δέχθηκε, ότι με τις υπογραφές των μαρτύρων επιτυγχάνεται από το Σέρβο νομοθέτη η εξασφάλιση της γνησιότητας της υπογραφής του διαθέτη, ωστόσο, κατέληξε στη δικανική κρίση, ότι η διαθήκη, αν και φέρει τις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη, είναι άκυρη, αφού τελικά η γνήσια υπογραφή του τέθηκε μετά την υπογραφή των μαρτύρων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία από αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/20031).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η διάταξη του άρθρου 85 του σερβικού νόμου περί κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του έτους 1995 απαιτεί, με ποινή ακυρότητας, την αναγραφή στη διαθήκη της ιδιότητας των μαρτύρων και, περαιτέρω, με το να δεχθεί, ότι η επίμαχη διαθήκη επιτρεπτώς έχει γραφεί στην αγγλική γλώσσα όχι από το διαθέτη, αλλά από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή μεταφράστρια αγγλικών-ελληνικών και, συνακόλουθα, έπρεπε ο διαθέτης να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, ώστε να είναι σε θέση να διαβάσει το κείμενο της διαθήκης, ο τελευταίος όμως δεν γνώριζε σε ικανοποιητικό βαθμό ανάγνωση και γραφή της αγγλικής γλώσσας και έτσι δεν ήταν σε θέση να διαβάσει το εν λόγω κείμενο, παραβίασε ευθέως την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Με τον τρίτο, επίσης, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η υπογραφή του διαθέτη έχει τεθεί στις τέσσερις (4) δακτυλογραφημένες σελίδες του μηχανογραφικού κειμένου της επίμαχης διαθήκης, ενώ οι υπογραφές των μαρτύρων έχουν τεθεί μετά το όλο κείμενο της εν λόγω διαθήκης και, περαιτέρω, με το να δεχθεί, ότι η υπογραφή του διαθέτη έχει τεθεί κάτω από τις υπογραφές των μαρτύρων και ως εκ τούτου "ουδεμία δήλωση του προηγήθηκε ώστε να αποτελούσε η υπογραφή των μαρτύρων πιστοποίηση τέτοιας δηλώσεως αυτού αλλά και του γνησίου της υπογραφής του", διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, παρά την παραδοχή, ότι με τις υπογραφές των μαρτύρων υλοποιήθηκε ο σκοπός του σέρβου νομοθέτη εξασφάλισης της γνησιότητας της υπογραφής του διαθέτη, κατέληξε στην κρίση, ότι η διαθήκη, μολονότι φέρει τις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη, είναι άκυρη, αφού η γνήσια υπογραφή του τέθηκε μετά τις υπογραφές των μαρτύρων, έτσι, δε, στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της. Οι εξεταζόμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη, -αλλά κύρια όμως-, αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ένδικη διαθήκη είναι άκυρη, γιατί ο διαθέτης δεν δήλωσε ενώπιον των μαρτύρων που το υπογράφουν, ότι διάβασε το μηχανογραφημένο έγγραφο του κειμένου της και ότι αυτό αποτελούσε πράγματι τη διαθήκη του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του Ομοσπονδιακού Νόμου της Δημοκρατίας της Σερβίας", στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 -340 και 346 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της απόρριψης ως και κατ'ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αγωγής της αναιρεσειουσας, ως προς τη βάση της περί αναγνώρισης της εγκυρότητας της διαθήκης του θανόντα συζύγου της Ν. Κ., δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την επίσημη μετάφραση του περιεχομένου της υπάρχουσας στην επίμαχη διαθήκη σφραγίδας, δηλαδή το από 12 Μαΐου 2004 έγγραφο (μετάφραση) του δικηγόρου Α. Α., την από 29-8-2007 βεβαίωση του Δήμου Κρούσεβατς, καθώς και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Α. Κ., έγγραφα και ένορκη κατάθεση, αντίστοιχα, που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών της, ότι η Μ. Ι. είναι όχι απλώς μεταφράστρια ελληνικών-αγγλικών, αλλά δικαστική μεταφράστρια διορισμένη στο σερβικό δημόσιο, δηλαδή πρόσωπο παρέχον εγγυήσεις στο διαθέτη και ότι ο τελευταίος γνώριζε την αγγλική γλώσσα και είχε, έτσι, τη δυνατότητα να αναγνώσει τη διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας χρησιμοποίησε επίσημη (δικαστική) μεταφράστρια. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από την εκτίμηση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου... και από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία μάλιστα την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης μνημόνευσε ρητά, σε σχέση με άλλο ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, χωρίς να είναι και υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα έγγραφα, που προμνημονεύθηκαν.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι: "Συνεπώς, η ένδικη διαθήκη δεν είναι έγκυρη, αφού δεν συνετάγη σύμφωνα με τον τύπο που απαιτείται από το ουσιαστικό δίκαιο του τόπου καταρτίσεως της. Ούτε από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει, ότι τηρήθηκε τέτοιος τύπος. Η εκ μέρους της ενάγουσας γενομένη δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του κληρονομουμένου συζύγου της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του δεν είναι ακυρώσιμη, αφού αυτή δεν υπήρξε προϊόν ουσιώδους πλάνης, περί τον λόγο επαγωγής της κληρονομιάς, αφού, όπως αποδείχθηκε, η ίδια (ενάγουσα) γνώριζε την ύπαρξη του κειμένου της φερομένης ως διαθήκης, όπως καταθέτει με σαφήνεια η μάρτυρας της απόδειξης, από της καταρτίσεως της (16-9-2000) και την είχε παραδώσει στον πατέρα της προς φύλαξη, (βλ. και τα αναφερόμενα στον πρόλογο του κειμένου της ως άνω διαθήκης) και ως εκ τούτου δεν υπήρχε διάσταση της δηλώσεως και της βουλήσεως της κατά το χρόνο της αποδοχής (30-10-2002)", διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνδρομής ουσιώδους πλάνης στη δήλωση της αναιρεσείουσας περί αποδοχής της κληρονομιάς του θανόντα συζύγου της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι) του, αφού δεν αιτιολογεί: α) γιατί δεν υπήρξε πλάνη και μάλιστα ουσιώδης, αφού η δήλωση της έπρεπε, κατ' επιταγή του νόμου περί κληρονομιών, να γίνει υποχρεωτικά μέσα σε έξι ή το πολύ δώδεκα μήνες από το θάνατο του συζύγου της, δηλαδή, σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε υπάρξει στη νομική πραγματικότητα διαθήκη του τελευταίου, ορίζει δε ο νόμος (άρθρο 1710 παρ. 2 ΑΚ), ότι η εξ αδιαθέτου διαδοχή κάμπτεται μόνο όταν δημοσιευθεί διαθήκη, β) γιατί αποκλείεται να συνέτρεξε ουσιώδης πλάνη εκ μόνου του γεγονότος, που έγινε δεκτό, ότι γνώριζε αυτή ότι ο σύζυγος της είχε αφήσει διαθήκη και γ) πως συνέβη να πληρώσει η ίδια στις κατά 3/4 εξ αδιαιρέτου συγκληρονόμους του συζύγου της αποζημίωση λόγω της αποκλειστικής χρήσης της κληρονομιαίας οικίας τους από την ίδια και να τις προσκαλέσει σε συμβιβαστική επίλυση της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαφοράς, αν δεν πίστευε ότι ήταν εξ αδιαθέτου κληρονόμος τουλάχιστον μέχρι να δημοσιευθεί η διαθήκη και λάβει πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, κατά τη βάση της περί ακύρωσης της δήλωσης της αναιρεσείουσας περί αποδοχής της κληρονομιάς του θανόντα συζύγου της στην οποία προέβη αυτή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τελευταίου λόγω ουσιώδους πλάνης της ως προς τον τρόπο της επαγωγής της κληρονομιάς του στην ίδια (ως εξ αδιαθέτου και όχι από διαθήκη κληρονόμο ).



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.9.2008 αίτηση της Σ. χήρας Ν. Κ. για αναίρεση της 341/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή