Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 554 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας.




Περίληψη:
Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα. Παρακώλυση της αναγκαίας ενέργειας προς αποτροπή ή καταστολή υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου (άρθρο 288 ΠΚ). Καταδίκη κατηγορουμένου για τέλεση του αδικήματος.




ΑΡΙΘΜΟΣ 554/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Λ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φακιδάρη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3378/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ν. Δ. του Σ..

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 760/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 288 παρ 1 του Π.Κ. όποιος με πρόθεση ματαιώνει ή δυσχεραίνει την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται τιμωρείται με φυλάκιση, αν δεν συντρέχει περίπτωση αυστηρότερης τιμώρησης σύμφωνα με άλλη διάταξη. Το έγκλημα αυτό προβλέπει την παρακώλυση της αναγκαίας ενεργείας προς αποτροπή ή καταστολή υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου, έχει επικουρικό χαρακτήρα όπως φαίνεται από την ρήτρα σχετικής επικουρικότητας στο κυρωτικό τμήμα αυτού, για δε τον προσδιορισμό της ενεργείας του υπαιτίου (παρακώλυση) χρησιμοποιεί ο νομοθέτης τους όρους ματαίωση ή δυσχέρανση στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Ειδικότερα ως ματαίωση νοείται η υπό του υποκειμένου τελέσεως οριστική αποτροπή της αναγκαίας ενεργείας τρίτου ενώ ως δυσχέρανση νοείται η απλή παρεμπόδιση αυτής η οποία μπορεί να γίνει με οιοδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με τα παραπάνω λογικά προϋποτίθεται ότι προϋφίσταται της ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως η ενέργεια τρίτου τινός είτε ως ενεστώσα είτε ως δυναμένη να επέλθει προς αποτροπή του κινδύνου την οποίαν ακριβώς θέλει να καταστήσει ανενεργή κατά τα αποτελέσματα της ο δράστης, ο οποίος μπορεί να είναι όχι μόνο εκείνος που προκάλεσε τον κοινό κίνδυνο ή την εμφάνιση εγγύς επικειμένου τέτοιου αλλά ο καθένας, Ως αναγκαία ενέργεια νοείται κάθε ανεξαιρέτως ανθρώπινη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη κατά τα άρθρα 14 και 15 Π.Κ.) η οποία βάσει των εκάστοτε ειδικών συνθηκών είναι επιβεβλημένη για να κατασταλεί ή αποτραπεί ο υφιστάμενος ή εγγύς επερχόμενος κοινός κίνδυνος. Έτσι για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εξεταζομένου εγκλήματος απαιτείται πλην του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου να έχει αρχίσει και να προβλέπεται από τον υπαίτιο ενέργεια τρίτου η οποία είναι αναγκαία για την καταστολή ή αποτροπή του κοινού κινδύνου κατά της οποίας ενέργειας στρέφεται ο δράστης για τη ματαίωση ή δυσχέρανση αυτής. Αυτό μπορεί να γίνει όταν ο υπαίτιος ευθέως παρεμποδίζει τα προτιθέμενα να παράσχουν βοήθεια πρόσωπα προς αποτροπή του κοινού κινδύνου ή καθιστά ελαττωματικά ή ανεπίδεκτα χρησιμοποιήσεως τα μέσα τα οποία ο τρίτος προτίθεται να χρησιμοποιήσει για την αποτροπή του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου. Η ως άνω εκ της δομής της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού συναγόμενη αντίθετη παρεμβατική προσπάθεια του δράστη, προς την αρξαμένη ή την απ' αυτόν προβλεπομένη ενέργεια τρίτου προς αποτροπή του κοινού κινδύνου, συνάγεται και από τη φύση του εγκλήματος ως διακινδυνεύσεως καθ' όσο δεν απαιτείται για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως να μη έλαβε χώρα από οποιαδήποτε μεταγενέστερα η αναγκαία ενέργεια η τείνουσα προς περιστολή ή καταστολή του κοινού κινδύνου γι' αυτό το έγκλημα αυτό έχει τελεσθεί ευθύς ως ο υπαίτιος ματαίωσε η δυσχέρανε την προς αποτροπή ή καταστολή του υφισταμένου ή εγγύς επικειμένου κοινού κινδύνου αναγκαία ενέργεια εκείνου που επεχείρησε αυτή. Εξ υποκειμένου απαιτείται πρόθεση δηλαδή δόλος ο οποίος συνίσταται στην γνώση ότι υφίσταται ή εγγύς επίκειται κοινός κίνδυνος και στη θέληση της ματαιώσεως ή της δυσχεράνσεως της προς αποτροπή ή καταστολή αυτού ενεργείας. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, ενώ, ως προς τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της, αρκεί ο προσδιορισμός τους γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 4-9-2004 στο Γέρακα Αττικής από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει εργαζόμενος ως υπάλληλος στο πρατήριο υγρών καυσίμων επί της Λ. Μαραθώνος 150 προξένησε πυρκαγιά από την οποία μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος σε άνθρωπο και δη κατά τη διαδικασία ξεμπλοκαρίσματος αντλίας να διαφύγει ποσότητα υγραερίου σε χώρο του πορτ μπαγκάζ και της καμπίνας των επιβατών ... αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του Α. Μ. στο οποίο επέβαινε και η Έ. P.. Συγκεκριμένα ο ιδιοκτήτης του άνω αυτοκινήτου μετέβη στο άνω πρατήριο μεταφέροντας στο αυτοκίνητο του κενή φιάλη υγραερίου προκειμένου να τη γεμίσει με υγραέριο. Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν τη μετέφερε εκτός του πορτ μπαγκάζ αυτοκινήτου προκειμένου να τη γεμίσει σε ανοικτό χώρο και ενώ δεν επιτρεπόταν το γέμισμα, τη γέμισε εντός του πορτ μπαγκάζ, έτσι ώστε να διαφύγει υγραέριο εντός του χώρου του πορτ μπαγκάζ και της καμπίνας. Όταν δε ο ιδιοκτήτης και οδηγός του αυτοκινήτου το έθεσε σε κίνηση και αφού απομακρύνθηκε από το άνω πρατήριο επιχείρησε να ανάψει τσιγάρο με αποτέλεσμα να αναφλέγει η καμπίνα και να προκληθεί πυρκαγιά από την οποία προέκυψε κίνδυνος για τους επιβαίνοντας στο αυτ/το, οι οποίοι και τραυματίσθηκαν και δη ο Α. Μ. υπέστη θερμικό έγκαυμα στο πρόσωπο, τράχηλο και άνω άκρο η δε συνεπιβάτης θερμικά εγκαύματα στο πρόσωπο και στα άνω άκρα. Η αμελής δε αυτή συμπεριφορά προκάλεσε αφενός μεν την πυρκαγιά, αφετέρου τις άνω σωματικές βλάβες. Ομοίως αποδείχθηκε ότι ο β' κατηγορούμενος ως διαχειριστής της εταιρίας Κ. Π. - Α. Λ. η οποία εκμεταλλεύεται το άνω πρατήριο επέτρεπε παγίως τον ανεφοδιασμό με υγραέριο αυτοκινήτων καθώς και την εμφιάλωση υγραερίου για οικιακή και βιομηχανική χρήση, ενώ αυτό απαγορεύεται σύμφωνα με την χορηγηθείσα σ' αυτόν άδεια". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και. συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 26 παρ. 1α, 28 και 288 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Επίσης αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας Κ. Π. - Α. Λ. η οποία εκμεταλλεύεται το άνω πρατήριο επέτρεπε παγίως τον ανεφοδιασμό με υγραέριο αυτοκινήτων καθώς και την εμφιάλωση υγραερίου για οικιακή και βιομηχανική χρήση, ενώ αυτό απαγορεύεται σύμφωνα με την χορηγηθείσα σ' αυτόν άδεια". Το γεγονός αυτό του παράνομου ανεφοδιασμού από μόνο του δημιουργούσε καθημερινά κοινό επικείμενο κίνδυνο, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα εκ μέρους του νυν κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, στον ενεργούντα τον ανεφοδιασμό, τα μέσα προς αποτροπή του και ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι από την παράνομη αυτή πράξη του ενδέχεται να παραχθεί ο κοινός κίνδυνος το αποδεχόταν. Εξάλλου η αιτίαση ότι "το καταδικαστικό σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του καταδικαστικού διατακτικού και ουδέν πλέον τούτου", είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον και όταν τούτο συμβαίνει η τοιαύτη αντιγραφή δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, με την προϋπόθεση ότι καλύπτεται η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό (583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2012 αίτηση του Α. Λ. του Ν. κατοίκου ..., για αναίρεση της 3378/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή