Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 359 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης. Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ Ολ. 6/1994, ΑΠ 18/2010, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89, 90, 91, 94/2008, ΑΠ 999/2006). Έλλειψη αιτιολογίας ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Έννοια. Μη αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων, ούτε των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία. Πότε παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού διατακτικού (ΑΠ 2040/2009, ΑΠ 250/2009). Δεκτή αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 359/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 6609/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 783/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠ Ολ. 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, ορισμένως, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την ανάκριση, αλλά και κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί, με την κατωτέρω διάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη στερείται η απόφαση αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στο διατακτικό αυτής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχονται πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα όσα είναι αναγκαία για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, και όχι όταν ελλείπει παντελώς αυτό, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά.
II. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6609/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 2772/28-8-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 7509/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως, για απόπειρα παράνομης μεταβίβασης κινητού μνημείου από κοινού. Από την σχετική υπ' αριθμ. 2772/2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον ’ρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., οδός ... αριθ. ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, πρόβαλε με αυτήν τα εξής ουσιώδη: "... Δήλωσε δε ότι εμπροθέσμως ασκεί την παρούσα, καθόσον ουδέποτε μέχρι σήμερα έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία ακύρως επεδόθη σ αυτόν την 21 Σεπτεμβρίου 2007 ως αγνώστου διαμονής. ... Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δυνάμει του από 3-11-2005 αποδεικτικού επιδόσεως αναζητήθηκε στην ενταύθα οδό ... αριθμός ... - συνοικία Α.Τ. ..., για να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα και μη ανευρεθείς στην παραπάνω διεύθυνση έγινε επίδοσή του δια θυροκολλήσεως. Ακολούθως, δυνάμει του από 21-9-2007 αποδεικτικού επιδόσεως αναζητήθηκε και πάλι στην οδό ..., η οποία φέρεται ως τελευταία γνωστή κατοικία του και μη ανευρεθείς του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως αγνώστου διαμονής. Όπως όμως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και όπως αποδεικνύεται από τα κατωτέρω έγγραφα στοιχεία, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλουμένης αποφάσεως ουδόλως διέμενε στην παραπάνω διεύθυνση, αλλά η μόνιμη διεύθυνση κατοικίας του ήταν η ενταύθα οδός ... αριθμός ..., όπου διέμενε με την οικογένεια του, ενώ παράλληλα διατηρούσε επαγγελματική διεύθυνση στο ..., όπου λειτουργούσε επιχείρηση οβελιστηρίου ... Για την απόδειξη των ανωτέρω επισυνάπτει: α)..., β)..., γ)..., δ)... Η παραπάνω σταθερή και μόνιμη διεύθυνση κατοικίας του ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, οπότε η επίδοση της αποφάσεως στην οδό ..., δεν έγινε στην τελευταία κατοικία ή διαμονή του και εντεύθεν ήταν άκυρη, με αποτέλεσμα να μην αρχίσει η προθεσμία της έφεσης ...". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, διότι έκρινε ότι η εκκαλουμένη νομίμως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Ειδικότερα, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην κρίση αυτή, αμέσως μετά το πέρας της νομικής σκέψης, αναφέρει στην απόφασή του την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 7509/10.2.2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση δέκα μηνών, η οποία μετετράπη προς 4,4 ευρώ ημερησίως. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών στο πρωτόδικο Δικαστήριο, παρ' ότι κλήθηκε ως κάτοικος ..., όπως αναφέρεται στο σχετικό από 30.11.2005 αποδεικτικό επιδόσεως (βλ. σχ. έγγραφα). Η επίδοση της ανωτέρω απόφασης προς τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο ορθώς έγινε, ως αγνώστου διαμονής, στις 21-9-2007, μη ανευρεθείς αυτός στη γνωστή, στην Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της οδού ... αρ. ..., την οποία είχε δηλώσει ο ίδιος προανακριτικά, εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος [βλ. από 25-9-2002 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' ... του Τ. Αρχαιοκαπηλίας], όπως προκύπτει από την σχετική έκθεση επίδοσης του Επιμ. Δικ. Εισαγγ. Πρωτ. Θεσ/νίκης ..., ενώ η έφεση ασκήθηκε στις 28-8-2008, ήτοι μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας, προς άσκηση αυτής. Μετά απ' όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρ. 476 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτουμένη στην συγκεκριμένη περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ζητήματος της διαμονής του αναιρεσείοντος ως γνωστής ή αγνώστου, κατά την ανωτέρω έννοια και του συναπτόμενου με αυτό κύρους της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που παραδεκτά επισκοπούνται, ουδέν από τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν στην αποδεικτική διαδικασία, έστω και κατ είδος, αναφέρει το Δικαστήριο και έτσι δεν καθίσταται βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και εκτίμησε την ένορκη κατάθεση της συζύγου του αναιρεσείοντος και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού που πρόβαλε με την έκθεση εφέσεως, το μεν ότι η διεύθυνση της κατοικίας του από το έτος 2003 ήταν εκείνη που κατά τα άνω ισχυρίσθηκε (...-...) και όχι η ..., στην οποία στις 21-9-2007 αναζητήθηκε και, λόγω μη ανευρέσεως του, επακολούθησε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, το δε ότι η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως πηγή γνώσεως της εισαγγελικής αρχής που παράγγειλε την επίδοση της ως άνω διευθύνσεως (...) ήταν η προανακριτική ενώπιον των αστυνομικών αρχών απολογία του κατηγορουμένου στις 25-9-2002, κατά την οποία δήλωσε ο ίδιος ως διεύθυνση κατοικίας του την ανωτέρω και έτσι θεώρησε ότι δεν έπρεπε να ερευνήσει την βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού του τότε εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε με την έφεση, ενόψει του ότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 περιπτ. γ ΚΠΔ, αυτή τύγχανε η πλασματική διεύθυνση κατοικίας του στην οποία έπρεπε να γίνονται οι επιδόσεις των εγγράφων της ποινικής δίκης. Η δήλωση όμως εκείνη, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, έγινε ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου (αστυνομικού), δεν αρκούσε για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 273 ΚΠΔ, όπως τότε ίσχυε, αφού το αποτέλεσμα τούτο, το οποίο θα είχε ως περαιτέρω συνέπεια την νόμιμη επίδοση μόνον με θυροκόλληση στην δηλωθείσα διεύθυνση, επήλθε μετά την αντικατάσταση του εδαφ. α' της παραγράφου 1 με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003, με την οποία στα εκεί αναφερόμενα δικαστικά όργανα προστέθηκαν και οι προανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρων 33, 34 του ίδιου Κώδικα. Όφειλε λοιπόν το Δικαστήριο να ερευνήσει την βασιμότητα του, με την έκθεση εφέσεως, προβληθέντος ισχυρισμού περί της ως άνω νέας από το έτος 2003 διευθύνσεως κατοικίας του αναιρεσείοντος, η οποία εξακολουθούσε να ισχύει και κατά τον χρόνο της επιδόσεως της αποφάσεως, τύγχανε δε γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοσή της και την συνδεομένη με το ζήτημα αυτό εγκυρότητα ή μη της επιδόσεως της αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής και τέλος να διαλάβει ειδική περί τούτου αιτιολογία, παραθέτοντας και τα από την αποδεικτική διαδικασία προκύψαντα περί τούτου πραγματικά περιστατικά. Εφόσον λοιπόν δεν έγινε αυτό, αλλά, όπως λέχθηκε, ούτε καν τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν αναφέρονται κατ είδος, η αναιρεσιβαλλομένη στερείται της κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του εν λόγω ζητήματος. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 6609/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή