Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1427 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Παραχάραξη, Ακροάσεως έλλειψη, Σωματεμπορία, Συμμορία.




Περίληψη:
Συμμορία ( Πλημμέλημα, άρθρ. 187 παρ. 3 ΠΚ (χρονική περίοδος αρχές-3-2001 έως 6-4-2004). Προμήθεια και Εισαγωγή παραχαραγμένων νομισμάτων (Κακούργημα - άρθρ. 207 παρ.1 ΠΚ). Σωματεμπορία κατ' επάγγελμα (Κακούργημα - 2004, άρθρ. 351 παρ.1, 4γ, δ, ε ΠΚ). Κατοχή, διάθεση και πώληση Ναρκωτικών κατ' επάγγελμα από ιδιαίτερα επικίνδυνους (Κακούργημα - άρθρ. 5 παρ. 1 α, β, ζ, 8 ν. 1729/1987 - 20 παρ.1 β, ζ, 23 ΚΝΝ). Κατοχή παράνομη όπλων και πυρομαχικών (Πλημμέλημα 6-4-2004, άρθρ. 1, 7 παρ. 1, 8, 8 α ν. 2168/1993). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β, Δ , Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι των δύο αναιρεσειόντων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από λήψη υπόψη παράνομων αποδεικτικών μέσων (προανακριτικών καταθέσεων μάρτυρα αστυνομικού "agent provocateur") και παράνομα διεισδύσαντος στους κατ/νους μάρτυρος, κατ' άρθρο 253 Α παρ.3,5 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2928/2001, χωρίς τις εγγυήσεις σχετικού προηγούμενου βουλεύματος του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου Εφετών, για μη ειδική αναφορά και λήψη υπόψη αναγνωσθείσας εκθέσεως εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης και για λήψη υπόψη εγγράφων των οποίων δεν είναι βεβαία η ταυτότητα και η ανάγνωση τους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη ακροάσεως κατ/νων και εισαγγελέα και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.




Αριθμός 1427/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 779/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2009 μετά των από 26 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων και στην από 15 Μαΐου 2009 μετά των από 21 Απριλίου 2010 προσθέτων λόγων, δύο χωριστών αιτήσεων αναιρέσεως, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (υπ'αριθ. 779/2009), οι υπό κρίση, από 13-5-2009 και από 15-5-2009, δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες από αυτούς, με τα από 26-4-2010 και 21-4-2010 αντίστοιχα δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 α του ΠΚ, " όποιος ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα(συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών",κατά δε τη διάταξη του άρθρου 207 εδ.α'ΠΚ όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του, είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα με τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ. 1,2,4 εδ. γ, δ, ε του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 του ν. 3064/2002 "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας, προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει, με ή χωρίς αντάλλαγμα, σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον, πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος, στη γενετήσια εκμετάλλευση του, τιμωρείται με κάθειρξη, μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή, δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ "(παρ.1). Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων, ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων" ( παρ.2). "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η πράξη, .. γ) συνδέεται με την παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα, δ) τελείται κατ' επάγγελμα, ε) τελείται από υπάλληλο ο οποίος κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή επωφελούμενος από την ιδιότητα του αυτή, διαπράττει ή συμμετέχει με οποιοδήποτε τρόπο στην πράξη".(παρ.4 εδ. γ, δ, ε).
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 ( άρθρο 20 παρ.1 περ. β' και ζ' του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει, πωλεί, και διαθέτει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ, ως διακίνηση νοείται η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εκτός εκείνων που ρητώς μνημονεύονται στον νόμο (πώληση, παρακαταθήκη), διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας από τον κάτοχο της σε άλλον. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου ( ήδη άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται, αντίστοιχα, στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ' και ζ', κατά τις οποίες, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της σωματεμπορίας, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Στα μικτά εγκλήματα, όπως είναι και η σωματεμπορία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος, με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως είναι και η περί απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου ή οποιουδήποτε αιτήματος αυτού περί αναβολής της δίκης ή περί κατ' αντιπαράσταση εξετάσεως μαρτύρων. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠοινΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 779/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι δύο αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, α) συμμορίας και οι δύο από κοινού με άλλους, β) σωματεμπορίας από κοινού, κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, γ) πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών από κοινού, μόνος ο Χ1 κατοχής και διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που τέλεσαν και οι δύο κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, δ) μόνος ο Χ1 προμήθειας και εισαγωγής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, κατ' εξακολούθηση, και ε) μόνος ο Χ2 παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών. Αναγνωρίστηκαν δε σε αυτούς οι ελαφρυντικές περιστάσεις, του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α και ε ΠΚ στον πρώτο Χ1 και του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α και γ του ΠΚ στο δεύτερο Χ2. Περαιτέρω, στην κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο ότι, από τα αναφερόμενα σε αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατά το φθινόπωρο του έτους 2003 περιήλθαν στην αρμοδίαν Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ο οποίος ήτο συνοριακός φύλακας και υπηρετούσε στο Τμήμα Διώξεως Λαθρομεταναστών, επεδείκνυε παράνομη δραστηριότητα σχετικά με εμπορίαν ναρκωτικών ουσιών, προμήθειαν και θέση σε κυκλοφορίαν παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων και σωματεμπορίαν. Έτσι, ενημερώθηκε ο εποπτεύων την Υπηρεσίαν αυτήν Εισαγγελεύς Εφετών, ο οποίος με την υπ'αριθ.39/16-12-2003 παραγγελία του διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως. Κατά την διάρκειαν της προκαταρκτικής εξετάσεως και προκειμένου να αποκαλυφθεί η εγκληματική συμπεριφορά του Χ1, από τον προϊστάμενον της Διευθύνσεως Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας επελέγη ο συνοριακός φύλακας και μάρτυς Ψ, ο οποίος ήτο γνωστός του πρώτου κατηγορουμένου, προκειμένου εκείνος να προσπαθήσει να πλησιάσει τον πρώτον κατηγορούμενον και να καταστεί "συμμέτοχος", κατά τον όρον του άρθρου 5 παρ.1 Ν.2713/1999, στην παράνομη δράση του ιδίου κατηγορουμένου. Προς τούτο εξεδόθη η από την προηγουμένην διάταξη απαιτούμενη σχετική υπ'αριθ.6004/15/1508-α/17-12-2004 πράξη του Προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας και ο Ψ τοποθετήθηκε ως συνοδός στο περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ1. Έτσι, ο Ψ, σύμφωνα με τις οδηγίες των προϊσταμένων του, κατόρθωσε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του Χ1, ο οποίος μετά πάροδον ολίγου χρόνου απεκάλυψε στον Ψ, ότι διέθετε παραχαραγμένα χαρτονομίσματα euro και επρότεινε στον ίδιον να του προμηθεύσει παραχαραγμένα χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 3.000 € αντί τιμήματος 600 €, από τα οποία το 1/2 (300 €) θα κατεβάλετο ως προκαταβολή και το υπόλοιπον θα κατεβάλετο κατά την παράδοση των πλαστών χαρτονομισμάτων. Επί πλέον, κατά τις απογευματινές ώρες της 24ης Ιανουαρίου 2004, ο Ψ αντελήφθη τον κατηγορούμενον Χ1, να επικοινωνεί μέσω του κινητού του τηλεφώνου, το οποίον είχε αριθμόν κλήσεως ..., στην ... και να παραγγέλνει στον φυγόδικο ... παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των 50, 100 και 500 €, συνολικής αξίας 15.000 €, προς τούτο δε, απέστειλε στον ίδιον και σχετικό χρηματικό ποσόν με την εταιρίαν ταχυμεταφορών "...", όπως προκύπτει από το σχετικό παραστατικό. Ο μάρτυς Ψ ενημέρωσε περί των ανωτέρω τους προϊσταμένους του και κατόπιν τούτου η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας εζήτησε από τον εποπτεύοντα την Υπηρεσίαν αυτήν Εισαγγελέα Εφετών, να άρθει το τηλεφωνικό απόρρητο του ως άνω κινητού τηλεφώνου του Χ1, καθώς και ενός ακόμη κινητού τηλεφώνου, το οποίο εχρησιμοποιούσε ο ίδιος κατηγορούμενος, με αριθμόν κλήσεως ..., να επιτραπεί η καταγραφή των επικοινωνιών, οι οποίες θα εγίνοντο μέσω των τηλεφώνων αυτών, σε υλικό φορέα και να εφοδιασθεί ο μάρτυς Ψ με ειδικά διαμορφωμένη κινητή τηλεφωνική συσκευή, η οποία θα επέτρεπε την άμεση συνακρόαση από την έδρα της ιδίας Υπηρεσίας. Τα αιτήματα αυτά έγιναν δεκτά με την υπ'αριθ.3404/30-1-2004 διάταξη του εποπτεύοντος την Υπηρεσίαν Εισαγγελέως Εφετών και με τα υπ'αριθ.322/3-2-2004 και 652/2004 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το δεύτερο των οποίων συνεπληρώθη το πρώτον και επετράπη η ανακριτική διείσδυση του μάρτυρος Ψ στην διαφαινομένη εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 253 Α Κ.Ποιν.Δ. και 187 Π.Κ. Ακολούθως, ο προϊστάμενος της ως άνω Υπηρεσίας επέτρεψε σχετικώς στον Ψ και αυτός συνήναισε στην αναφερθείσα πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου για την προμήθεια των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, σε συνάντηση την οποίαν είχαν στο κατάστημα με τον τίτλο "...", το οποίον κείται στην οδόν ..., όπου ο Ψ παρέδωσε στον πρώτον κατηγορούμενον την συμφωνηθείσαν προκαταβολήν των 300 € με χαρτονομίσματα προσημειωμένα από την Υπηρεσίαν και όπου παρευρίσκετο κατ'εντολήν της Υπηρεσίας και η μάρτυς αστυνομικός ..., προσποιούμενη την πελάτιδα του καταστήματος. Τα διαμοιφθέντα μεταξύ των δύο ανδρών κατά την συνάντηση αυτήν κατεγράφησαν στην Υπηρεσία του Ψ μέσω της αναφερθείσης ανωτέρω ειδικής τηλεφωνικής συσκευής, με την οποίαν είχε εφοδιασθεί ο Ψ. Την 6ην Φεβρουαρίου 2004 ακολούθησε νέα συνάντηση μεταξύ Ψ και Χ1 στην οδόν ..., όπου ο κατηγορούμενος Χ1 προσήλθε με το υπ'αριθ.κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας ALFA ROMEO και με συνεπιβάτιδα την .... Κατά την συνάντηση αυτήν, η οποία παρηκολουθείτο από τον αστυνομικόν ..., ο Ψ εισήλθε στο αυτοκίνητο του εν λόγω κατηγορουμένου και του παρέδωσε και το υπόλοιπον του τμήματος εκ 300€, με προσημειωμένα επίσης χαρτονομίσματα, για την αγορά των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων euro. Όμως, κατά την συνάντηση αυτήν, ο κατηγορούμενος έφερε και παρέδωσε στον Ψ μόνον ένα πλαστό χαρτονόμισμα των 500€, δικαιολογηθείς ότι έπρεπε να ικανοποιήσει συγχρόνως πολλές παραγγελίες. Η πλαστότητα του χαρτονομίσματος διεπιστώθη αργότερα από την Υπηρεσία του Ψ, η οποία είχε παρακολουθήσει και την νέα συνομιλία του με τον Χ1, μέσω της ιδίας, ως άνω αναφερθείσης ειδικής τηλεφωνικής συσκευής. Ο Χ1 ενημέρωσε τον Ψ, ότι επρόκειτο να παραλάβει από τον δεύτερον κατηγορούμενον Χ2 νέαν ποσότητα παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, από την παρακολούθηση δε του τηλεφώνου του πρώτου κατηγορουμένου διεπιστώθη από την Αστυνομίαν ότι εγένετο τηλεφωνικές επαφές μεταξύ των 2 πρώτων κατηγορουμένων, τα τηλέφωνα των οποίων είχαν, του μεν Χ1 τον αναφερθέντα αριθμόν ..., του δε Χ2 τον αριθμόν .... Κατόπιν τούτου, εξεδόθη νομίμως το υπ'αριθ.534/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίον επετράπη η άρση του απορρήτου των ως άνω αριθμών. Την νύκτα της 4ης Μαρτίου 2004 οι Ψ και Χ1 μετέβησαν στο επί της οδού ... νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως "...", όπου ο δεύτερος εγνώρισε στον πρώτον τον κατηγορούμενον Ζ και ένα ακόμη άνδρα με το όνομα ..., όλοι δε μαζί την νύκτα της 9ης Μαρτίου 2004 μετέβησαν με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου Ζ στο κέντρο διασκεδάσεως "..." επί της λεωφόρου ..., όπου παρηκολούθησαν πρόγραμμα "στριπτήζ". Εκεί, ο κατηγορούμενος Χ1 επρότεινε στον Ψ να του πωλήσει κοκαΐνη, προκειμένου ο τελευταίος να την μεταπωλήσει σε τρίτους, ο δε Ψ επεφυλάχθη να απαντήσει. Μετά από το κέντρο διασκεδάσεως "...", η παρέα των τεσσάρων ατόμων μετέβη στο επί της οδού ... club "...". Στο club αυτό εισήλθαν ύστερα από συνθηματικό τηλεφώνημα, κατά την διάρκειαν δε της παραμονής των ο μάρτυς Ψ διεπίστωσε, ότι εκεί υπήρχαν αλλοδαπές εκδιδόμενες γυναίκες, τις οποίες μετέφεραν για ερωτικά "ραντεβού" σε προκαθορισμένα με πελάτες σημεία οδηγοί, οι οποίοι κατά την επιστροφήν των παρέδιδαν τα χρησιμοποιούμενα από τους ιδίους κινητά τηλέφωνα, ως και τις εισπράξεις από τα ερωτικά "ραντεβού" των γυναικών στον τρίτον κατηγορούμενον Ζ, του οποίου ο "ρόλος" περιορίζετο στην συγκέντρωση των χρημάτων αυτών και στην παράδοσή των ακολούθως στον κατά τα ανωτέρω φέροντα το όνομα "...". Σχετικά με τις αλλοδαπές γυναίκες, από την παρακολούθηση του μάρτυρος Ψ και από τις έρευνες της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προέκυψαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ο οποίος όπως ελέχθη ήτο συνοριακός φύλακας, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ2, τον φυγόδικο ..., τον "..." και ενδεχομένως και άλλα πρόσωπα, επρομηθεύοντο από το εξωτερικό προερχόμενες αλλοδαπές ενήλικες γυναίκες, οι οποίες εισήρχοντο στην Ελλάδα παρανόμως και εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση των γυναικών αποσπούσαν την συναίνεσή των, υποσχόμενοι σε αυτές πληρωμές, δώρα και παροχές άλλων ωφελημάτων και τις παρέσυραν στην πορνεία, δηλαδή στο να έρχονται σε εξώγαμη συνουσία με πελάτες, από τους οποίους εκείνες εισέπρατταν κάθε φορά το ποσόν των 60 έως 100 €, από το οποίον οι ίδιες κρατούσαν 15 € και τα υπόλοιπα τα απέδιδαν στους κατηγορούμενους. Μάλιστα, όπως κατετέθη από τους μάρτυρες Ψ και ..., τμηματάρχην της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας, ο κατηγορούμενος Χ1 διέθετε φωτογραφίες των εκδιδομένων γυναικών, τις οποίες επεδείκνυε σε πελάτες, προκειμένου οι τελευταίοι να επέλεγαν όποια γυναίκα προτιμούσαν και να εκλείνοντο τα "ραντεβού", τούτο δε έπραξε ο εν λόγω κατηγορούμενος και την 5ην ή 6ην Μαρτίου 2004, ότι οδηγών περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας και έχων συνεπιβάτην τον μάρτυρα Ψ, σταμάτησε στην οδόν ... και ετηλεφώνησε σε κάποιον ονόματι ..., ο οποίος προσήλθε στο σημείον εκείνο και ο κατηγορούμενος του επέδειξε τις φωτογραφίες, προκειμένου ο ... να επιλέξει ερωτικήν σύντροφο. Επί πλέον, ο ίδιος κατηγορούμενος διατηρούσε διαμέρισμα στην οδόν ... της περιοχής του ..., το οποίον διέθετε για την συνεύρεση των ως άνω γυναικών με "πελάτες επιφανείας". Τέλος, εν σχέσει προς το ίδιο έγκλημα, απεδείχθη, ότι μεταξύ των αλλοδαπών γυναικών τις οποίες παρέσυραν στην πορνεία, περιελαμβάνοντο και οι ..., ..., ..., ... και ..., τις οποίες οι κατηγορούμενοι είχαν εγκαταστήσει στο επί της λεωφόρου ... ξενοδοχείον "..." και για τις οποίες ο κατηγορούμενος Χ2 κατέβαλλε την οφειλομένην δαπάνην για την διαμονήν των.
Εξ άλλου, σχετικά με την πρόταση του κατηγορουμένου Χ1 προς τον μάρτυρα Ψ, η οποία κατά τα ως άνω έγινε την 4ην Μαρτίου 2004, για την προμήθεια της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, προέκυψαν τα εξής: Ο συνοριακός φύλακας και μάρτυς Ψ ενημέρωσε τους προϊσταμένους του, αυτοί δε του επέτρεψαν να αποδεχθεί την πρόταση, πράγμα, το οποίο και έγινε. Έτσι, ο Χ1, συνοδευόμενος από την αλλοδαπή ..., συνηντήθη την 13ην Μαρτίου 2004 με τον Ψ στο επί της πλατείας της ... κείμενο κατάστημα "...", όπου, καθ'υπόδειξη του κατηγορουμένου Χ1, η ... έβγαλε από τον κότσο των μαλλιών της ένα σακουλάκι περιέχον 0,7 γραμμάρια κοκαΐνης, την οποία παρέδωσε στον Ψ, προκειμένου να την εξετάσει και, εάν την εύρισκε καλής ποιότητας, να κατηρτίζετο η σχετική συμφωνία. Αφού το εν λόγω δείγμα εξετάσθηκε και διεπιστώθη ότι πράγματι ήτο κοκαΐνη, εδόθη η απάντηση στον Χ1, ότι δεν ήτο καλής ποιότητος. Κατόπιν τούτου, ο Χ1 επεφυλάχθη να προσκομίσει δείγμα καλλιτέρας ποιότητος κοκαΐνης. Έτσι, την 6ην Απριλίου 2004 και περί ώραν 12ην μεσημβρινήν, κατόπιν τηλεφωνικής κλήσεως του Χ1, συναντήθηκαν αυτός και ο Ψ έξω από την οικίαν του Χ1, αυτός δε παρέδωσε στον Ψ νέο δείγμα κοκαΐνης, βάρους 1,7 γραμμαρίων. Κατόπιν συνεννοήσεως και πάλι του Ψ με τους προϊσταμένους του, συνεφωνήθη μεταξύ Ψ και Χ1 ο πρώτος να αγοράσει από τον δεύτερον 600 γραμμάρια κοκαΐνης αντί τιμήματος 22.000 €. Ως τόπος συναντήσεως για την συναλλαγήν ορίσθηκε το κείμενο στην ... κατάστημα "..." και ώρα η 19.00. Πράγματι, ο Ψ, φέρων μαζί του 22.000€ με προσημειωμένα από την Υπηρεσία του χαρτονομίσματα, προσήλθε την καθορισμένην ώραν στο εν λόγω κατάστημα, όπου ευρήκε να τον αναμένουν ο Χ1 με την ..., καθήμενοι πλησίον ενός τραπεζιού, ενώ πλησίον διπλανού τραπεζιού εκάθητο ο κατηγορούμενος Χ2. Την εν λόγω συνάντηση παρακολουθούσαν, εν αγνοία βεβαίως των κατηγορουμένων και πολλοί αστυνομικοί, ευρισκόμενοι εντός του καταστήματος ως δήθεν πελάτες αλλά και εκτός αυτού, ενώ εκτός του καταστήματος ευρίσκοντο και 2 τουλάχιστον συνεργάτες των κατηγορουμένων, οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί από τους αστυνομικούς, αλλά διέφυγαν. Όταν μπήκε στο κατάστημα ο Ψ, τόσον αυτός όσον και οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 κατήλθαν στις υπόγειες τουαλέττες του καταστήματος, όπου ο μεν Ψ παρέδωσε στους άλλους δύο το ως άνω ποσόν των 22.000 €, αυτοί δε, παρέδωσαν στον Ψ δέμα περιέχον 608 γραμμάρια κοκαΐνης. Όμως, μετά από την ολοκλήρωση της συμβάσεως της πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας επενέβησαν οι παρακολουθούντες αστυνομικοί, οι οποίοι συνέλαβαν στον υπόγειο χώρο του καταστήματος τους κατηγορουμένους, όπως δε κατέθεσε ο μάρτυς αστυνομικός ..., είδε τον μεν Ψ να κρατεί το δέμα με την κοκαΐνη, τον δε κατηγορούμενο Χ2 να κρατεί τον φάκελο με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 22.000€, αυτός δε, δηλαδή ο Χ2, προκειμένου να παραπλανήσει τους αστυνομικούς και να αποσείσει τις ευθύνες του, "Αμέσως πέταξε τον φάκελο κάτω από μία πόρτα", κατά τον ίδιον μάρτυρα. Από την υποδομήν την οποίαν είχαν διαμορφώσει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και ειδικότερα, όσον αφορά τον Χ1, από το γεγονός ότι κατά την αναφερθείσαν συνάντησή του με τον Ψ την 13ην Μαρτίου 2004 στο επί της πλατείας της ... κείμενον κατάστημα "..." εφρόντισε να συνοδεύεται από την αλλοδαπή ..., στα μαλλιά της οποίας είχε κρύψει το αναφερθέν δείγμα κοκαΐνης βάρους 0,7 γραμ., ως και από το γεγονός ότι ο ίδιος κατηγορούμενος διέθεσε και δεύτερο δείγμα κοκαΐνης, βάρους 1,5 γραμ., στον Ψ, όσον αφορά δε αμφοτέρους τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, από το γεγονός ότι κατείχαν και μετέφεραν στο κατάστημα "..." της ..., συνοδευόμενοι μάλιστα, κατά τα ανωτέρω, από 2 άγνωστα άτομα τα οποία παρέμειναν έξω από το κατάστημα, την ποσότητα των 608 γραμμαρίων κοκαΐνης, η οποία είναι μεγάλη και για την πώληση της οποίας έλαβαν από τον Ψ το επίσης μεγάλο τίμημα των 22.000 € προκύπτουν πρόθεση επανειλειμμένης τελέσεως της πράξεως σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος από όλα δε τα ανωτέρω περιστατικά σε συνδυασμό 1)με το γεγονός ότι οι ίδιοι κατηγορούμενοι επώλησαν την εν λόγω μεγάλην ποσότητα κοκαΐνης, χωρίς να σταθμίσουν την τεράστια από την χρήση της ναρκωτικής ουσίας ζημίαν, την οποίαν θα προκαλούσαν κυρίως σε νέους ανθρώπους (Α.Π.1000/2005 Π.Λογ.2005.896, Α.Π.1243/2006 Π.Λογ.2006.1192), 2)με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος Χ1 δεν εσεβάσθη την ιδιότητά του ως συνοριακού φύλακος και επομένως ως οργάνου της εννόμου τάξεως και 3)με το γεγονός ότι αμφότεροι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επώλησαν την κοκαΐνη στον Ψ εν γνώσει τελούντες της ιδιότητός του ως συνοριακού φύλακος, προκύπτει, ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί είναι αδίστακτοι και ιδιαιτέρως επικίνδυνοι.
Μετά από την σύλληψη των κατηγορουμένων ακολούθησε έρευνα στις οικίες των κατηγορουμένων και ευρέθησαν 1)ο Χ1 να κατέχει α)στην επί της οδού ... του ... κειμένην οικίαν του τα αναφερόμενα στο διατακτικό 50 πλαστά χαρτονομίσματα των 200€ έκαστον και β)στην επί της οδού ... της περιοχής ... οικίαν της Ξ, το ομοίως αναφερόμενο στο διατακτικό πλαστό χαρτονόμισμα των 200€. Τα εν λόγω πλαστά χαρτονομίσματα, όπως και το ανωτέρω αναφερθέν πλαστό χαρτονόμισμα των 500€ το οποίον ο ίδιος κατηγορούμενος παρέδωσε, κατά τα ανωτέρω, στον Ψ την 6ην Φεβρουαρίου 2004, ο Χ1, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσια, τα είχε προμηθευθεί κατά τα ανωτέρω από την .... 2)Ο Χ2 ευρέθη να κατέχει, παρανόμως και χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, στην επί της οδού ... της ... οικίαν, τα αναφερόμενα στο διατακτικό 2 πιστόλια, ένα πιστόλι στυλό, ένα περίστροφο, ένα σιγαστήρα και εκατοντάδες σφαίρες και φυσίγγια.
Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτουν τα εξής: 1)Ότι οι 2 πρώτοι κατηγορούμενοι, μαζί με την Ξ, δεν συγκρότησαν δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα υπό την εκτεθείσαν στην αρχή έννοιαν του άρθρου 187 παρ.1 Π.Κ., αλλά απλώς ενώθηκαν μεταξύ των (συμμορία) προς διάπραξη των αποδιδομένων σε εκείνους κακουργημάτων. Επομένως, κατ'επιτρεπτήν μεταβολήν της κατηγορίας, πρέπει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως του άρθρου 187 παρ.3 Π.Κ., κατά μερικήν παραδοχήν και του δευτέρου αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου. 2)Ότι ο μάρτυς και συνοριακός φύλακας Ψ δεν ενήργησε ως agent provocateur και δεν υπερέβη ποτέ τα όρια της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσεώς του, καθόσον ουδέποτε παρότρυνε τον κατηγορούμενο Χ1 να τελέσει τα αποδιδόμενα σε αυτόν εγκλήματα, αλλ'αντιθέτως ο εν λόγω κατηγορούμενος ενεργούσε πάντοτε με δική του πρωτοβουλία στα πλαίσια της εγκληματικής δραστηριότητός του, ο δε Ψ υπήρξε μόνον ο αποδέκτης των προτάσεων εκείνον (Α.Π.1000/2007 ΝοΒ 2007. 2474).
Συνεπώς ο πρώτος σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του ιδίου κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
3)Ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ετέλεσαν τις πράξεις της κατοχής, πωλήσεως και διαθέσεως ναρκωτικών ουσιών, όπως κάθε επί μέρους πράξη αποδίδεται σε έκαστον εξ αυτών και μάλιστα κατ'επάγγελμα και υπό περιστάσεις οι οποίες μαρτυρούν ότι εκείνοι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι και συνεπώς οι σχετικοί τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου και πρώτος και δεύτερος αυτοτελείς ισχυρισμοί του δευτέρου κατηγορουμένου, με τους οποίους ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
4)Ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ετέλεσαν την πράξη της σωματεμπορίας, με γυναίκες οι οποίες είχαν εισέλθει και παρέμεναν στην Ελλάδα παρανόμως, κατ'επάγγελμα και μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος με την ιδιότητα του υπαλλήλου, όπως τα συγκροτούντα την πράξη αυτήν αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία ανελύθησαν ανωτέρω και συνεπώς οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου και τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
5)Ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, Ζ, κατ'επιτρεπτήν μεταβολήν της κατηγορίας, ετέλεσε την πράξη της απλής συνέργειας στην τελεσθείσαν από τους 2 πρώτους κατηγορουμένους σωματεμπορίαν.
Ακολούθως, πρέπει οι κατηγορούμενοι, να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, όπως οι πράξεις αυτές προσδιορίσθηκαν ανωτέρω για κάθε ένα κατηγορούμενον και α)να αναγνωρισθούν στον πρώτον κατηγορούμενον οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως, ως και του άρθρου 84 παρ.2ε'Π.Κ., β)να αναγνωρισθούν στον δεύτερον κατηγορούμενον οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2δ Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως, ως και του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., να απορριφθεί δε ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, καθόσον από της συλλήψεώς του διαβιοί στην φυλακή, όπου κατ'ανάγκην συμμορφώνεται προς τους ισχύοντες στην φυλακή πειθαρχικούς κανόνες και γ)τέλος, να αναγνωρισθεί στον τρίτον κατηγορούμενον η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., η οποία ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως, να απορριφθεί δε ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. ως μη αποδειχθείς. Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, όσον και για την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: α)Το αιτιολογικό δε συνιστά απλή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά περιέχει και ίδιες σκέψεις και πλήρεις αιτιολογίες. β)Το αιτιολογικό δεν περιέχει επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών στοιχείων, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός ή αναφορά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, όπως των μαρτύρων, ούτε από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή, η δε μη ειδική αναφορά στις καταθέτεις των μαρτύρων υπερασπίσεως δε σημαίνει ότι δε συνεκτιμήθηκαν και αυτές, γ) Επαρκώς αιτιολογείται η από κοινού τέλεση της πωλήσεως των ναρκωτικών ουσιών, 608 γραμμαρίων κοκαΐνης, με την παραδοχή, ότι μετά τη συμφωνία αγοραπωλησίας των 608 γραμμ. Κοκαΐνης, μεταξύ του μάρτυρος αστυνομικού και του κατηγορουμένου αστυνομικού Χ1, στο δοθέν ραντεβού παραδόσεως στο κατάστημα " ..." ..., όταν εισήλθε στο κατάστημα ο άνω αγοραστής, εκάθητο σε διπλανό τραπέζι ο κατηγορούμενος Χ2 και όταν ο εισελθών αγοραστής κατήλθε στις τουαλέτες του υπογείου του καταστήματος, τον ακολούθησαν και οι δύο κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν μεταβεί μαζί στο κατάστημα συνοδευόμενοι και από άλλους δύο μη συλληφθέντες συνεργάτες τους, και εκεί, ο μεν αγοραστής παρέδωσε και στους δύο το συμφωνηθέν τίμημα των 22.000 ευρώ, οι δε πωλητές του παρέδωσαν δέμα περιέχον 608 γραμμ. κοκαϊνης, ενώ τη στιγμή της επεμβάσεως των αστυνομικών, ο μεν αγοραστής κρατούσε στα χέρια του το άνω δέμα, ο δε Χ2 κρατούσε το φάκελο με τα ανωτέρω χρήματα που αμέσως πέταξε κάτω. δ) Επαρκώς αιτιολογείται η από κοινού τέλεση και αναλυτικά ο τρόπος δράσεως εκάστου των κατηγορουμένων, όσον και ο δόλος και δη ο σκοπός τον οποίον επεδίωκαν με τη σύσταση συμμορίας και την σωματεμπορία, με τις παραδοχές "για επιμερισμό εργασιών - καθηκόντων, παρασύροντας στην πορνεία αλλοδαπές γυναίκες, εγκαθιστώντας αυτές σε ξενοδοχείο της Λεωφόρου ..., τη δαπάνη διαμονής των οποίων κατέβαλε ο δεύτερος αναιρεσείων". Ο πρώτος μάλιστα τούτων Χ1, κατά τις παραδοχές, όντας υπάλληλος συνοριακός φύλακας στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών των Αθηνών, ανεύρισκε πελάτες, επιδεικνύοντας σε αυτούς φωτογραφίες των διατιθεμένων αλλοδαπών γυναικών προς επιλογή και έκλεινε τα ραντεβού, ενώ και οι δύο, αποσπούσαν τη συναίνεση των αλλοδαπών στην πορνεία, με την υπόσχεση αμοιβής, δώρων και άλλων παροχών, εισπράττοντες για τον εαυτό τους το μεγαλύτερο ποσοστό από τα πραγματοποιούμενα από την πορνεία έσοδα, που ανέρχονταν σε 60 έως 100 ευρώ ανά πελάτη για σαρκική συνεύρεση, εκ των οποίων στις αλλοδαπές έδιδαν μόνο τα 15 ευρώ. ε) Στην αιτιολογία περί συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως της πωλήσεως ναρκωτικών και της σωματεμπορίας, ενυπάρχει εκ του πράγματος και η αιτιολογία ότι δεν πρόκειται για απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών, ούτε, αντίστοιχα, για διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας, ούτε για πράξεις εκμετάλλευσης πόρνης, των άρθρων 348 και 350 του ΠΚ, όπως ζήτησε να μεταβληθεί η κατηγορία ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2, ήτοι σιωπηρά απαντήθηκαν οι υπ'αυτου υποβληθέντες στο ακροατήριο σχετικοί ισχυρισμοί μεταβολής των κατηγοριών και δε συντρέχει έλλειψη ακροάσεως ή έλλειψη ειδικής αιτιολογίας απορρίψεως των ισχυρισμών αυτών. Ενόψει δε του ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί υποβλήθηκαν, από τον άνω αναίρεσείοντα Χ2, μετά την επί της ενοχής αγόρευση και πρόταση του εισαγγελέα της έδρας, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να δώσει εκ νέου το λόγο στον εισαγγελέα και από την παράλειψη του αυτή δε δημιουργείται καμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, αφού δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά και από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο εισαγγελέας δε ζήτησε το λόγο για να δευτερολογήσει και να προτείνει επί των προβληθέντων ως άνω ισχυρισμών και ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να του δώσει το λόγο προς τούτο, στ) Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκε μεταξύ πολλών εγγράφων και η από 10-8-2004 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης. Αυτή, όπως από την επισκόπηση της προκύπτει, διενεργήθηκε από το Τμήμα Εργαστηρίων Διερεύνησης Παραχάραξης- Κιβδηλείας κλπ της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, κατόπιν παραγγελίας, όχι Ανακριτή ή Δικαστηρίου, αλλά προανακριτικού αστυνομικού υπαλλήλου, αφορά εργαστηριακή εξέταση επί κατασχεθέντων στην οικία του κατηγορουμένου Χ1 και της αρχικά συγκατηγορουμένης Ξ, υπό την κατοχή του πρώτου, ως πειστηρίων, 52 παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων. Από το προεκτεθέν αιτιολογικό και την παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, προκειμένου να στηρίξει την ενοχή του αναιρεσείοντος Χ1 (και όχι του αναιρεσείοντος Χ2), για την αξιόποινη πράξη της προμήθειας και εισαγωγής παραχαραγμένων νομισμάτων, ότι τα κατασχεθέντα χαρτονομίσματα, ήταν παραχαραγμένα. Και ναι μεν στο αιτιολογικό δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ανωτέρω αναγνωσθείσα με αριθμό 3022/38/13219α, από 10-8-2004 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, της Διευθύνσεως Εγκληματικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, όμως, η ανωτέρω έκθεση εξετάσεως των πλαστών χαρτονομισμάτων δεν θεωρείται ως ίδιο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 178 περ. γ και 183 του ΚΠοινΔ, αλλά ως απλό έγγραφο του άρθρου 178 περ. στ του ΚΠοινΔ, το οποίο, όπως από τα πρακτικά προκύπτει, αλλά και ο αναιρεσείων ομολογεί, αναγνώσθηκε, άρα συνεκτιμήθηκε μαζί με όλα τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα. Επί πλέον τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, απαραδέκτως προβάλλει ο από τους αναιρεσείοντες Χ2,( λόγος II αρ.9 κύριου δικογράφου αναιρέσεως), αφού αυτός δεν καταδικάστηκε για προμήθεια και εισαγωγή παραχαραγμένων νομισμάτων, αλλά για άλλες αξιόποινες πράξεις, ζ) Το Δικαστήριο απάντησε και με επαρκή και ειδική αυτοτελή αιτιολογία απέρριψε, τον υποβληθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 αυτοτελή ισχυρισμό, να μην αξιοποιηθούν αποδεικτικά οι προανακριτικές καταθέσεις και η στο ακροατήριο κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας συνοριακού φύλακα -αστυνομικού Ψ, ως παρανόμων αποδεικτικών μέσων, για το λόγο ότι αυτός υπήρξε αξιόποινος ηθικός αυτουργός, με την έννοια του Ψ υπήρξε μόνον αποδέκτης των προτάσεων εκείνου, η) Αλυσιτελώς προβάλλεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1, ότι συντρέχει ακυρότητα της διαδικασίας από έλλειψη ακροάσεως, γιατί το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε υποβληθέντα από αυτόν αυτοτελή ισχυρισμό, να μη ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, ως παρανόμως ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, οι προανακριτικές καταθέσεις του συνοριακού φύλακα μάρτυρα Ψ, για το λόγο ότι είναι προϊόντα παράνομης διείσδυσης του μάρτυρος, κατ'άρθρο 253 Α παρ.3,5 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2928/2001 και ισχύει από 27-6-2001, χωρίς τις εγγυήσεις σχετικού προηγούμενου βουλεύματος του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου Εφετών που θάπρεπε να εκδοθεί, καθόσον το Δικαστήριο, δεν είναι υπόχρεο να απαντά σε μη νόμιμους ισχυρισμούς, αφού, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από το ως άνω αιτιολογικό αυτής, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, ούτε συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο προανακριτικές καταθέσεις του συνοριακού φύλακα Ψ, που κατά τον αναιρεσείοντα Χ1 είναι παράνομα αποδεικτικά μέσα, ως προϊόντα παράνομης ανακριτικής διείσδυσης μάρτυρα. Τούτο δε, ανεξάρτητα από το ότι από το προεκτεθέν αιτιολογικό και από τα πρακτικά της αποφάσεως,από την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αναφορά στη σελίδα 60 του αιτιολογικού, " από την παρακολούθηση του μάρτυρος Ψ και από τις έρευνες της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας", δε συνάγεται ότι το Δικαστήριο στηρίχτηκε και στις άνω προανακριτικές καταθέσεις μάρτυρος, αλλά ότι στηρίχτηκε και στις καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων κατηγορίας Ψ και ... (Τμηματάρχη Εσωτερικών Υποθέσεων Ελληνικής Αστυνομίας), στο ακροατήριο, οι οποίοι κατέθεσαν, σχετικά με τις πληροφορίες που είχαν και την προηγηθείσα παρακολούθηση του υπόπτου κατηγορουμένου, θ) Επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα τελέσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων παραβάσεως της σωματεμπορίας μεγάλου αριθμού ενηλίκων αλλοδαπών γυναικών, οι οποίες είχαν εισέλθει παρανόμως στην Ελλάδα και του νόμου περί ναρκωτικών, από τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών, ήτοι 1)σωματεμπορίας γυναικών που είχαν εισέλθει και παρέμεναν παράνομα στη Χώρα και τις είχαν εγκαταστήσει σε ξενοδοχείο, για τη γενετήσια εκμετάλλευση αυτών, παρασύροντας αυτές σε πορνεία, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση αυτών με υποσχέσεις και πληρωμές και τη θέση του πρώτου κατηγορουμένου υπαλλήλου συνοριακού φύλακα, ως υπηρετούντος στο Τμήμα Δίωξης Λαθρομεταναστών Αθηνών, εισπράττοντας μεγάλο ως άνω μερίδιο αμοιβής από τους πελάτες που αυτοί και ο συνεργός τους Ζ εύρισκαν για εξώγαμη συνουσία με αυτές, διαθέτοντας άλμπουμ φωτογραφιών των διαθεσίμων για πορνεία γυναικών, αλλά και 2) της διακινήσεως ικανών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, για πορισμό εισοδήματος, προκύπτουσα ιδίως από την ύπαρξη σχεδίου τελέσεως των ανωτέρω πράξεων, με χρησιμοποίηση και άλλων γνωστών και αγνώστων μη αποκαλυφθέντων συνεργών και με επικοινωνία μεταξύ τους, σε συνδυασμό με το ότι επρόκειτο για πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας,(608 γραμμ. κοκαΐνης κλπ), την οποίαν μάλιστα πούλησαν στον μάρτυρα Ψ, του οποίου την ιδιότητα ως ειδικού φρουρού - αστυνομικού γνώριζαν, ενώ δε στάθμισαν τη ζημία που θα προκαλείτο από τη χρήση της ποσότητας αυτής από τρίτους αγοραστές, έχοντας πάντα σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Επαρκώς αιτιολογείται, επίσης, η συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων και της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητας αυτών ως δραστών των εν λόγω πράξεων παραβάσεως του ν. περί ναρκωτικών, από τα παραπάνω και από την παραδοχή ότι οι στο αιτιολογικό εκτιθέμενες συνθήκες και οι περιστάσεις τελέσεως των συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων,(χρησιμοποίηση και συνοδεία συνεργών, προφυλάξεις, χρησιμοποίηση ως τόπου συναλλαγής των υπογείων τουαλετών του καταστήματος "..."), μαρτυρούν ότι οι κατηγορούμενοι είναι αδίστακτοι και ιδιαίτερα επικίνδυνοι, αφού διακινούσαν ως άνω μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης, την οποίαν μάλιστα πούλησαν στον μάρτυρα Ψ, του οποίου την ιδιότητα ως συνοριακού φύλακα - αστυνομικού γνώριζαν, ι) Ως προς τις επιβληθείσες ποινές το Δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 79, 80, 83 και 84 του ΠΚ και έλαβε υπόψη του τα σε αυτές κριτήρια, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2 και του επέβαλε τις σημειούμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ποινές, μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι εφαρμοσθείσες αντίστοιχες ποινικές διατάξεις του ν. περί ναρκωτικών, με πλήρη και ειδική αιτιολογία και ορθά απορρίφθηκε ο παρά του αναιρεσείοντος αυτού προβληθείς ισχυρισμός περί εφαρμογής της έχουσας εφαρμογή στο εσωτερικό δίκαιο, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, Κοινοτικής διατάξεως του άρθρου 4 παρ.2 α, β , 9 της αποφάσεως- πλαίσιο με αριθ. 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου της ΕΕ, που ορίζει ότι " κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε τα εγκλήματα που αναφέρονται σε αυτή, που αφορούν ναρκωτικά και δη μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, να επισύρουν μέγιστη στερητική της ελευθερίας ποινή, διάρκειας πέντε και δέκα ετών τουλάχιστον . .", αφού στον άνω αναιρεσείοντα επιβλήθηκε, για την άνω παράβαση του ν. περί ναρκωτικών, κάθειρξη δέκα ετών, μέσα στα όρια της εν λόγω αποφάσεως του Συμβουλίου της ΕΕ. Επομένως, οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω ποινικών διατάξεων και περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, για λήψη υπόψη παράνομων αποδεικτικών μέσων, για έλλειψη ακροάσεως κατηγορουμένων και εισαγγελέα (αρθρ. 510 παρ. Ι στοιχ. Α, Β, Δ, και Ε ΚΠοιν Δ) συναφείς λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, κύριοι και πρόσθετοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνωσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) η το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνωσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 779/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, αναφέρονται ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται και η με αριθ. 6004/15/1508-α/17-12-2004 πράξη του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, με την οποία ο συνοριακός φύλακας Ψ τοποθετήθηκε ως συνοδός στο περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας, του οποίου ήταν οδηγός ο κατηγορούμενος συνοριακός φύλακας Χ1. Με την πράξη, όμως, αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναιρέσεως, ο μάρτυρας κατηγορίας συνοριακός φρουρός Ψ τοποθετήθηκε ως συνοδός στο περιπολικό αυτοκίνητο της Αστυνομίας, του οποίου ήταν οδηγός ο κατηγορούμενος Χ1, για ανακριτική διείσδυση μάρτυρος, ήτοι είναι διαδικαστικό έγγραφο και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωση της στο ακροατήριο, το έγγραφο αυτό δε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επί πλέον, το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, δηλαδή η τοποθέτηση του μάρτυρα αστυνομικού δίπλα στο συνάδελφο του κατηγορούμενο για παρακολούθηση από το Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας προκύπτει από την ίδια την κατάθεση του μάρτυρα αυτού κατηγορίας Ψ στο ακροατήριο, αλλά και από τα αναγνωσθέντα 322/2004 και 652/2004 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δυνάμει των οποίων επετράπη, κατά το ν. 2225/1994, όπως αντικ. με το άρθρο 12 του ν. 3115/2003, η αστυνομική διείσδυση του συνοριακού φύλακα- αστυνομικού Ψ στην εγκληματική ομάδα που συμμετείχε ο συνάδελφος του αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1. Ο άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε επί πλέον τη δυνατότητα να ζητήσει από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένος ο διευθύνων τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ταυτότητα και η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε να αναφέρεται το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί με βεβαιότητα ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του.(ΑΠ 137,343, 611/2010).Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται κα τα ακόλουθα με τους εξής τίτλους: "... 10)Το από 31-8-2004 έγγραφο 2 ου Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων Ελληνικής Αστυνομίας με συνημμένα έγγραφα και φωτοτυπίες πλαστών εγγράφων, 11) Το από 10-5-2004 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών με συνημμένα έγγραφα κατασχεθέντων μοτοσυκλετών και έγγραφα εταιρειών κινητής τηλεφωνίας. 12)Το από 4-9-2004 έγγραφο με αρ. πρωτ. 6004/15/1508 ρσγ του 2ου τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας με συνημμένα έγγραφα εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, . . 27) Αποδεικτικά καταθέσεων της ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ , . . 44) Η έκθεση νυχτερινής έρευνας και κατασχέσεως σε οικία παρόντος ενοίκου, χαρτονομισμάτων .., 45) Φωτοαντίγραφα πλαστών χαρτονομισμάτων, 46) Τετράδιο τύπου σπιράλ με ταμειακές σημειώσεις και 47) τρεις φωτογραφίες. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον, μάλιστα, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους σε όλους τους παράγοντες της δίκης, ενώ δε δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς το ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και ποία έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για να ενεργηθεί από τον ’ρειο Πάγο ο αναιρετικός έλεγχος. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν και το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Χ2, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, παραβίαση των αρχών προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαΐου 2009 αίτηση - δήλωση του Χ1 και την από 15 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ2, μετά των από 26 Απριλίου 2010 και 21 Απριλίου 2010 αντίστοιχων προσθέτων λόγων αυτών, περί αναιρέσεως της 779/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή