Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 50 / 2011    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία από κοινού κατ’ εξακολούθηση με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του Ν. 1608/1950 (εξακολούθηση επί μακρόν της τέλεσης του εγκλήματος, αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας). Στοιχεία εγκλήματος. Έννοια ιδιαιτέρων τεχνασμάτων. Έννοια «από κοινού». Αν υπάλληλος εταιρίας, η οποία είχε ως αντικείμενο την εκκαθάριση προβληματικών επιχειρήσεων, ιδιοποιηθεί μέρος ή το σύνολο του πλειστηριάσματος που έχει επιτευχθεί από την εκποίηση, σε πλειστηριασμό, του ενεργητικού προβληματικής επιχειρήσεως, που περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως υπαλλήλου, διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρίας, και όχι σε βάρος της προβληματικής επιχειρήσεως. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 ε ΠΚ και αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, το οποίο ήταν αόριστο. Απόρριψη αιτήσεων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων στο σύνολο τους.





Αριθμός 50/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις τρεις (3) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Σ. του Λ., κρατούμενη στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γυναικών Ελαιώνα Θηβών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μιχαλόλια, 2. Σ. Σ. του Ε., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρούνια και 3. Δ. Φ. του Χ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αλέξανδρο Δημάκη και Αριστομένη Τζανετή, περί αναιρέσεως της 725, 1065, 1194, 1196, 1361, 1560, 2042, 2043/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου και με συγκατηγορούμενο τον Γ.-Δ. Κ. του Ν.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Σεπτεμβρίου 2009, 30 Σεπτεμβρίου 2009 μετά των από 24 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων και 2 Οκτωβρίου 2009 τριών (3) χωριστών αιτήσεών τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1457/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιο δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του Σ. Σ., να απορριφθεί κατά τα λοιπά καθώς να απορριφθούν και οι αιτήσεις αναίρεσης των υπολοίπων δύο αναιρεσειόντων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 29.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7640/2009) της Γ. Σ. του Λ., 2) η από 30.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7650/2009) του Σ. Σ. του Ε. μετά των από 24.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων και 3) η από 2.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7662/2009) του Δ. Φ. του Χ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 725, 1065, 1194, 1196, 1361, 1560, 2042, 2043/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§5 β του ν. 2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι` αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. Αν πρόκειται για χρήματα, η απόκτηση της κατοχής τους, υπό την παραπάνω έννοια, δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοσή τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική τους μεταφορά στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη ή καθ` υπόδειξη του τελευταίου σε λογαριασμό τρίτου σε τράπεζα, οπότε γίνεται δικαιούχος αυτός (δράστης ή τρίτος) και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους κατά τις διατάξεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημα. β) Ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα. Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα. αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι` αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέτοια βούληση υφίσταται και όταν εκμεταλλεύεται το πράγμα προς ίδιο όφελος και αντίθετα με τις δοθείσες οδηγίες του κυρίου του πράγματος. Εξάλλου, στοιχειοθετείται υπεξαίρεση και όταν πρόκειται για παραστατικά αξίας έγγραφα, όπως είναι οι πιστωτικοί τίτλοι, καθόσον αντικείμενο ιδιοποιήσεως εδώ είναι η ενσωματωμένη σε αυτά αξία. Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Έτσι, και ο εντολοδόχος που διαχειρίζεται χρήματα για λογαριασμό του εντολέα του δεν αποκτά κυριότητα επ' αυτών. Από τη διάταξη δε του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο εντολοδόχος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής χρήματα και αρνείται να τα διαθέσει προς περαιτέρω τυχόν εκτέλεση της εντολής ή να τα αποδώσει στον εντολέα, ιδιοποιούμενος αυτά, δεν αθετεί μόνο την υποχρέωσή του από το νόμο ή τη σύμβαση της εντολής, αλλά διαπράττει και την παράνομη πράξη της υπεξαιρέσεως. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Ως "ιδιαίτερα τεχνάσματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρούνται κρυφές υλικές ενέργειες και μέθοδοι, μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη και οι οποίες αποσκοπούν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και μάλιστα των προϊσταμένων ή εκείνων που έχουν δικαίωμα ελέγχου, οι οποίοι, έτσι, θεωρούν τις ενέργειες ως κατ` αρχήν νόμιμες. Δηλαδή, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι μέσα, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επιτήδεια για τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως οι ψευδείς εγγραφές ή οι παραποιήσεις τους σε βιβλία ή λογαριασμούς, οι αλλοιώσεις αριθμών και κάθε άλλη ενέργεια ή παράλειψη ικανή να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται και στο άρθρο 258 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή (κατά το νόμο ή το καταστατικό τους), και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που τα εγκλήματα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία στρέφονται, μεταξύ άλλων, και κατά τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους, και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, με ισόβια κάθειρξη. Στις εν λόγω τράπεζες υπάγεται και η ΕΤΒΑ, η οποία ιδρύθηκε με το ν. 4366/1964 και ανήκε, μέχρι το έτος 2002, οπότε εντάχθηκε στον Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς, εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, εάν η υπεξαίρεση στην υπηρεσία στρέφεται κατ` αυτής ή κατά θυγατρικής της εταιρίας, εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη του ν. 1606/1950, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές επιβαρυντικές περιπτώσεις. Η θυγατρική της ως άνω Τράπεζας εταιρία με την επωνυμία ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, από το 1992 και μετά, είχε ως μοναδικό αντικείμενο την εκκαθάριση προβληματικών επιχειρήσεων (άρθρο 46 Α ν. 1892/1990, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν, δηλ., από την κατάργησή του με το ν. 3588/2007). Στα πλαίσια της εκκαθαρίσεως αυτής, προέβαινε σε αναγκαστική εκποίηση του ενεργητικού των προβληματικών επιχειρήσεων με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό αυτών ενώπιον συμβολαιογράφου. Αν δε, μετά την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων πιστωτών, απέμενε περίσσευμα από το πλειστηρίασμα, έπρεπε να το επιστρέψει, κατά τις διατάξεις για την εντολή, στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση. Επομένως, αν υπάλληλος της εν λόγω εταιρίας (ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ) ιδιοποιηθεί μέρος ή το σύνολο του πλειστηριάσματος που έχει επιτευχθεί από την εκποίηση, σε πλειστηριασμό, του ενεργητικού μιας προβληματικής επιχειρήσεως, που περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρίας αυτής, η οποία ενέχεται έναντι της προβληματικής κατά τις διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (υποχρεούμενη να ικανοποιήσει, από αυτό, τους δανειστές που αναγγέλθηκαν και να επιστρέψει το υπόλοιπο, κατά τα ανωτέρω) και όχι σε βάρος της προβληματικής επιχειρήσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Η εσφαλμένη δε ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, από κοινού, κατ` εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, το αντικείμενο της οποίας είχε αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, στρεφόταν δε κατά νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 263 Α του ΠΚ, το δε όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στο άνω νομικό πρόσωπο υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, οι δε κατηγορούμενοι εξακολούθησαν επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος και το αντικείμενό του ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως δεκαεπτά (17) ετών τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Η μηνύτρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., είναι θυγατρική εταιρία της ΕΤΒΑ (Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως Α.Ε.) που ιδρύθηκε με το νόμο 4366/1964, και ανήκε μέχρι το έτος 2002, οπότε εντάχθηκε στον Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς, εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, ακόμη και μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία με το ν.δ. 1369/1973. Για το λόγο αυτό τόσο η ΕΤΒΑ όσο και η θυγατρική αυτής ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., ανήκαν κατά τον κρίσιμο χρόνο στον κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990. Μέχρι το 1992 είχε ως αντικείμενο εργασιών τη χρηματοδότηση εξαγωγικών επιχειρήσεων. Από το έτος 1992 και. μετά είχε ως μοναδικό αντικείμενο εργασιών την ειδική εκκαθάριση 43 προβληματικών επιχειρήσεων, οι οποίες τέθηκαν υπό το καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης,...Από τις προβληματικές εταιρίες ... οι 28 έχουν κύριο πιστωτή την ΕΤΒΑ, οι δε υπόλοιπες 15 έχουν κύριο πιστωτή τον Ο.Α.Ε. Ο πρώτος κατηγορούμενος (Σ. Σ. - αναιρεσείων) υπηρετούσε ως Γενικός Διευθυντής της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., από 20-11-1997 και από την 19-3-1998 ανέλαβε τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου, η δεύτερη κατηγορουμένη (Γ. Σ. - αναιρεσείουσα) υπηρετούσε ως Διευθύντρια της υποδιεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικού και ο τρίτος (Δ. Φ. - αναιρεσείων) ως Προϊστάμενος του λογιστηρίου. Ο φυγόδικος κατηγορούμενος Γ. Δ. αρχικά ήταν τραπεζικός υπάλληλος στην "XIOS ΒΑΝΚ" και στη συνέχεια συνεργάτης της χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΒΑΧ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕ", πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της οποίας ήταν...Το έτος 1998 ίδρυσε (ο Γ. Δ.) την εταιρία με την επωνυμία "EUROPROFIT Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", με έδρα την οδό Ηροδότου αριθμός 6 στην Αθήνα (Κολωνάκι), στην οποία ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, με δραστηριότητα την, έναντι καταβολής προμήθειας, λήψη εντολών από πελάτες του να αγοράζει και πωλεί για λογαριασμό τους μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΑ, δια μέσου ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών, μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Η εν λόγω Α.Ε.Λ.Δ.Ε. του Γ. Δ. συνεργαζόταν ...και με την ως άνω "ΑΒΑΧ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕ", διατηρούσε δε και ειδικό γραφείο στις εγκαταστάσεις της τελευταίας. Ο Γ. Δ. γνώριζε πολύ καλά και είχε καλές σχέσεις με τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους (αναιρεσείοντες). Όλοι είχαν κωδικούς στην ΑΒΑΧ ΑΧΕ και χειριστής αυτών ήταν ο Γ. Δ.. Υπήρχαν επισκέψεις αυτού στη μηνύτρια, αλλά και των τριών κατηγορουμένων στα γραφεία της εταιρίας του Γ. Δ.. Σύμφωνα δε με το άρθρο 46α παρ. 8 του ν. 1892/1990 όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14του Ν. 2000/1991, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να καταθέτει αμελλητί εντόκως το εισπραττόμενο πλειστηρίασμα σε τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Επομένως αποκλειόταν από το νόμο η επένδυση με οποιαδήποτε άλλη μορφή και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από έντοκη κατάθεση (προθεσμιακή ή μη) ή τοποθέτηση με τη μορφή τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS με σίγουρη απόδοση, σε τράπεζα που να λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, των χρημάτων της μηνύτριας, που προέρχονταν από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων των υπό ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων, των οποίων αυτή (μηνύτρια) ως εκκαθαριστής και εκπρόσωπος αυτών είχε αναλάβει την προώθηση των εργασιών εκκαθάρισης. Κατά την περίοδο που Γενικός Διευθυντής της μηνύτριας εταιρείας ήταν ο Γ. Α. (από Μάιο 1996 μέχρι 20-11-1997), αποφασίστηκε όπως η τοποθέτηση εντόκως των διαθεσίμων στις τράπεζες με τη μορφή Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και REPOS να γίνεται με το σύστημα της συλλογής προσφορών από τις διάφορες τράπεζες συμπεριλαμβανομένης και της ΕΤΒΑ ΑΕ. Το σύστημα αυτό προέβλεπε εισήγηση των υπευθύνων του λογιστηρίου και των Οικονομικών Υπηρεσιών, δηλαδή των κατηγορουμένων Δ. Φ. και Γ. Σ., αντίστοιχα, προς τον τότε Διευθυντή της εταιρίας Γ. Κ.,..., μετά τη λήψη προσφορών των επιτοκίων από τις τράπεζες. Στη συνέχεια γινόταν από κοινού εισήγηση στο Γενικό Διευθυντή και λαμβανόταν απόφαση για την κατάθεση στην τράπεζα, που πρόσφερε το υψηλότερο επιτόκιο. Ο Γ. Δ. γνώριζε τη δραστηριότητα της μηνύτριας, που αφορούσε στη διαχείριση των χρηματικών διαθεσίμων από τις εκποιήσεις των περιουσιακών στοιχείων των προβληματικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και τον ως άνω νόμιμο τρόπο επενδύσεως αυτών, στον οποίο, βέβαια, γνώριζε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν η αγοραπωλησία με τα διαθέσιμα αυτά, δια μέσου χρηματιστηριακών εταιριών μελών του ΧΑΑ, μετοχών των εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ. Έτσι συναποφάσισε, μεθόδευσε και πραγματοποίησε από κοινού με τους κατηγορουμένους (Γ. Σ. και Δ. Φ.), υπαλλήλους της μηνύτριας εταιρίας, το σχέδιο να περιέλθουν τα παραπάνω διαθέσιμα στην κατοχή τους και να τα ιδιοποιηθούν παράνομα εκμεταλλευόμενοι και το γεγονός ότι η "ΕΤΒΑ-FINANCE" διέθετε κωδικό στην "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ", αφού τότε είχε δικαίωμα για τα ίδια αυτής διαθέσιμα να επενδύει στη αγορά του χρηματιστηρίου. Με το πρόσχημα λοιπόν αυτό το χρονικό διάστημα 1996 και 1997 τα διαθέσιμα των υπό εκκαθάριση εταιριών κατά τα πιο κάτω ειδικότερα αναφερόμενα κατατίθονταν απευθείας σε λογαριασμό της "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ" που διατηρούσε η τελευταία στην Τράπεζα "INTERBANK" (μετέπειτα EUROBANK). Η επιλογή της τελευταίας Τράπεζας δεν ήταν τυχαία, καθόσον καμία συναλλαγή δεν είχε η "ΕΤΒΑ-FINANCE" με τη συγκεκριμένη Τράπεζα (EUROBANK). Τα ποσά αυτά είχαν αποφασίσει να τα επενδύσουν για δικό τους λογαριασμό στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μέσω των κωδικών "off shore" εταιριών που θα σύστηνε ο Γ. Δ. και θα άνοιγαν στην εταιρία ΑΒΑΧ ΑΧΕ, με την οποία συνεργαζόταν η δική του εταιρία "EUROPROFIT Α.Ε.Λ.Δ.Ε.". Για την αποφυγή αποκαλύψεως του σχεδίου αποφάσισαν να αποδίδουν, κατά καιρούς, στη μηνύτρια το ποσό που θα αντιστοιχούσε στους τόκους, που θα εισέπραττε εάν τα διαθέσιμα είχαν τοποθετηθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής Διαχείρισης Διαθεσίμων. Ειδικότερα για την υλοποίηση του σχεδίου, με τρόπο που να παραπλανήσει το Δ.Σ. της μηνύτριας εταιρίας και να συγκαλύψει τις δραστηριότητές τους, συναποφάσισαν και εκτέλεσαν τα παρακάτω, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα: Κατά τις παρακάτω ημερομηνίες που η εταιρία επρόκειτο να καταθέσει σε τράπεζα διάφορα χρηματικά ποσά από τα διαθέσιμά της, για να τοποθετηθούν με τη μορφή Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS, κατά τη διαδικασία λήψης προσφορών από τις τράπεζες, εμφανιζόταν ο κατηγορούμενος Γ. Δ., ως δήθεν υπάλληλος και εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και πρόσφερε τηλεφωνικώς επιτόκιο για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας EUROBANK, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που πρόσφεραν οι άλλες τράπεζες από τις οποίες ελάμβαναν προσφορές, προδήλως, μετά από ενημέρωση που δεχόταν για τις προσφορές των άλλων τραπεζών. Τις περισσότερες φορές σε επικοινωνία με τον Γ. Δ. για τα επιτόκια, ερχόταν ο Δ. Φ., υποδεικνύοντας στους λοιπούς υπαλλήλους του λογιστηρίου να μην επικοινωνήσουν με τη EUROBANK καθόσον τούτο θα το επιχειρούσε ο ίδιος όπως και έπραττε. Επίσης οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της μηνύτριας, αν και γνώριζαν την αλήθεια, δηλαδή ότι ο Γ. Δ. δεν ήταν υπάλληλος της τράπεζας EUROBANK και δεν ενεργούσε ως εκπρόσωπος αυτής, ούτε υπέβαλλε προσφορές για λογαριασμό της τράπεζας EUROBANK, καθώς και ότι το επιτόκιο που πρόσφερε στη μηνύτρια για δήθεν λογαριασμό της ως άνω τράπεζας, δεν ήταν αληθινό, παρασιωπούσαν αυτή (αλήθεια) από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Έτσι, η δήθεν προσφορά της τράπεζας EUROBANK εμφανιζόταν ως η πλέον συμφέρουσα για τη μηνύτρια από τις προσφορές όλων των άλλων τραπεζών ο Γενικός Διευθυντής της μηνύτριας μέχρι την 1-7-1998 και στη συνέχεια η τριμελής επιτροπή διαθεσίμων ...αποφάσιζε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με το επιτόκιο που πρόσφερε ο Γ. Δ., για την κατάθεση του ως άνω ποσού των διαθεσίμων, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο όριζαν ανάλογα με την προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού, που καθόριζε η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας, της οποίας προϊστάμενος ήταν ο δικηγόρος Α. Χ.. Στη συνέχεια με εντολή των παραπάνω κατηγορουμένων υπαλλήλων της μηνύτριας, οι οποίοι ανελάμβαναν την εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Γενικού Διευθυντή, εξέδιδε το λογιστήριο επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία υπέγραφαν στη θέση του εκδότη τις περισσότερες φορές οι Γ. Κ. ή όποιος άλλος τον αντικαθιστούσε και η δεύτερη από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν δικαίωμα πρώτης υπογραφής, εν γνώσει και του τρίτου, με το ποσό των διαθεσίμων που καθόριζε η παραπάνω απόφαση. Οι επιταγές εκδίδονταν πάντοτε σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" και όχι σε διαταγή της τράπεζας [EUROBANK], που δήθεν πλειοδοτούσε. Στη συνέχεια, αφού οι παραπάνω κατηγορούμενοι ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους οπισθογραφούσαν στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης τις επιταγές, οι δεύτερη και τρίτος από τους κατηγορουμένους, τις παρέδιδαν σε ένα από τους δύο κλητήρες της μηνύτριας, δηλαδή σε έναν από τους Ι. Μ. και Ι. Χ., δύο δε φορές τουλάχιστον και στην υπάλληλο Α., με την εντολή να τις παραδώσουν στο Γ. Δ., στο γραφείο του στην ως άνω εταιρία του, στην οδό Ηροδότου 6. Ο τελευταίος στη συνέχεια τις κατέθετε στο λογαριασμό ..., που η χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΑΒΑΞ ΑΧΕ" διατηρούσε στην τράπεζα EUROBANK. Μετά την αποχώρηση του Γ. Α. στις 20-11-1997 στη θέση του τοποθετήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Σ., ο οποίος από την 19.3.1998 ανέλαβε ως Διευθύνων Σύμβουλος. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο κατηγορούμενος αυτός, κατέστη κοινωνός από τους λοιπούς (β' και γ') των συγκατηγορουμένων του, του συγκεκριμένου τρόπου διαχειρίσεως των διαθεσίμων των υπό εκκαθάριση εταιριών και τον σκοπό που επεδίωκαν και όχι μόνο δεν αντέδρασε και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να το αποτρέψει, αλλά από τότε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο (...), από κοινού με τους λοιπούς ως άνω κατονομαζόμενους κατηγορούμενους καθιστάμενος συναυτουργός τους. Ο κατηγορούμενος Σ. Σ. συνέχισε την μέχρι τότε διαδικασία προσφορών επιτοκίων από τις τράπεζες και με την από 1-7-1998 έγγραφη 'ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ' που υπογράφεται από τον ίδιο, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου και από τον Η. Ν., με την ιδιότητα του εντεταλμένου Συμβούλου, συγκρότησε τριμελή "Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων" από τον ίδιο ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή τον Η. Ν. και μέλη τη Γ. Γ. (Υποδιευθύντρια) και το Ν. Σ. (Αναπληρωτή Υποδιευθυντή). Η επιτροπή αυτή είχε ως έργο την αξιολόγηση προσφορών των τραπεζών για την αποδοτικότερη και ασφαλέστερη τοποθέτηση του προϊόντος των εισπραττόμενων τιμημάτων από πωλούμενα περιουσιακά στοιχεία των υπό εκκαθάριση εταιριών καθώς και των ιδίων διαθεσίμων. Προς το σκοπό αυτό υποβάλλεται στην Επιτροπή από την αρμόδια Υποδιεύθυνση Διοικητικού και Οικονομικών Υπηρεσιών Εισηγητικό Σημείωμα, στο οποίο αναγράφονται οι ληφθείσες προσφορές των τραπεζών με τα αντίστοιχα επιτόκια, με τη σύμφωνη γνώμη της Νομικής Υπηρεσίας όσον αφορά τη προθεσμία κατάθεσης των τιμημάτων με βάση τις "εκ του πίνακα κατάταξης υποχρεώσεις", όπως αναφέρεται στην απόφαση. Κατά το πρώτο χρονικό διάστημα από 10-1-1997 [από 20-11-1997 όσον αφορά στον πρώτο κατηγορούμενο] μέχρι 2-9-98 τις επιταγές τις κατέθετε στον ως άνω λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ στην τράπεζα EUROBANK ο ίδιος ο Γ. Δ. και στο "Δελτίο Κατάθεσης" που εξέδιδε η τράπεζα EUROBANK με την κατάθεση κάθε επιταγής, αναγραφόταν ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών η μηνύτρια εταιρία. Στη συνέχεια παραλάμβανε το αντίγραφο του Δελτίου Κατάθεσης για τον πελάτη, το οποίο παρέδιδε στον κλητήρα που τον ανέμενε στο γραφείο του, και αυτός με τη σειρά του το παρέδιδε στη δεύτερη ή τον-τρίτο από τους κατηγορουμένους. Με εντολή δε αυτών καταχωρούνταν στα λογιστικά βιβλία της μηνύτριας, ως επίσημο παραστατικό κατάθεσης των χρημάτων στην τράπεζα EUROBANK. Μερικές ημέρες μετά την κατάθεση κάθε χρηματικού ποσού και πριν από τη λήξη της προθεσμίας δέσμευσης των χρημάτων που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων, έφθανε στη μηνύτρια FAX, χωρίς υπογραφή με φερόμενη αποστολέα την εταιρία ΑΒΑΧ ΑΧΕ (στην πραγματικότητα αποστολέας ήταν ο Γ. Δ.) με περιεχόμενο "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής (ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε.), που την πληροφορούσε ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτής που δήθεν είχε: επενδυθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS για το χρονικό διάστημα που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων και με το επιτόκιο, που είχε δήθεν προσφέρει η τράπεζα EUROBANK μέσω του κατηγορουμένου Γ. Δ., θα αποδώσει το ποσό των τόκων που αναγραφόταν στους πίνακες αυτού. Με βάση τους πίνακες αυτούς το λογιστήριο της μηνύτριας πραγματοποιούσε στη συνέχεια την κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων στους δικαιούχους και πίστωνε με τα αντίστοιχα ποσά τους λογαριασμούς αυτών (δικαιούχων), δηλαδή το λογαριασμό της μηνύτριας και τους λογαριασμούς των δικαιούχων προβληματικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-1997 (από 20-11-1997 για τον α') και μέχρι 2.9.1998, παραδόθηκαν από τους κατηγορουμένους υπαλλήλους της μηνύτριας με τον προαναφερόμενο τρόπο στο Γ. Δ. είκοσι πέντε (25) επιταγές συνολικού ποσού 9.997.245.352 δραχμών, και αναλυτικότερα: 1)...25)...Τις παραπάνω επιταγές ο Γ. Δ. κατέθεσε στο λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ στην τράπεζα EUROBANK και, στη συνέχεια, ο ίδιος...έδινε εντολή στην τελευταία και πιστώνονταν με τα χρήματα της μηνύτριας που είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό της, οι παρακάτω κωδικοί που είχαν ανοιχτεί στην ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία, ήτοι... Από 19-6-1997 μέχρι 31-7-1997 έγιναν στον κωδικό της τέσσερις καταθέσεις συνολικού ποσού 256.252.634 δραχμών. Το ποσό αυτό κατατέθηκε με επιταγές της μηνύτριας εταιρίας στον τραπεζικό λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ. Σύμφωνα με τη χρηματική καρτέλα η εταιρία δεν διενήργησε καμία χρηματιστηριακή πράξη μέχρι την 31-7-1997 και ο λογαριασμός της έκλεισε με πληρωμή όλου του ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου Γ. Δ., ο οποίος και καρπώθηκε παράνομα το ποσό αυτό. Δηλαδή οι κωδικοί και των τεσσάρων ως άνω OFF-SHORE εταιριών ανοίχτηκαν, όταν οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι της μηνύτριας άρχισαν να παραδίδουν τμηματικά με τον προαναφερόμενο τρόπο στην κατοχή του συγκατηγορουμένου τους Γ. Δ. τα παραπάνω διαθέσιμα αυτής, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και να προβούν με αυτά σε αγοραπωλησίες μετοχών, όπως και έγινε και προκύπτει από τις χρηματικές καρτέλες των παραπάνω τεσσάρων OFF-SHORE εταιριών. Της συστάσεως των OFF-SHORE εταιριών επιμελήθηκε ο Γ. Δ. με το Ν. Κ., τότε διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΒΑΧ ΑΧΕ. Ο εξ αυτών Γ. Δ. εμφανιζόταν στην ΑΒΑΧ ΑΧΕ ως εκπρόσωπος της μηνύτριας, της οποίας εμφάνιζε ως πελάτες τις ως άνω OFF-SHORE εταιρίες. Όμως δεν υπάρχει κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, που να συνδέει τη μηνύτρια με τις εταιρίες αυτές ή με το Γ. Δ.. Όταν η μηνύτρια είχε ανάγκη μετρητών ο Γ. Δ. έδινε εντολή στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ να καταθέσει το ποσό που ζητούσε η μηνύτρια σε έναν από τους λογαριασμούς που αυτή διατηρούσε στις τράπεζες Αττικής, Εγνατία και Εργασίας, και να χρεώσει τον κωδικό της εταιρίας LANCONIA INVESTMENTS CORPORATION. Έτσι κατά το χρονικό διάστημα από 11-3-1997 μέχρι 30-6-1999, επεστράφη, τμηματικά, από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ στη μηνύτρια , με κατάθεση επιταγών έκδοσης της ΑΒΑΞ ΑΧΕ σε λογαριασμούς που η μηνύτρια τηρούσε στις τράπεζες Αττικής, Εγνατία και Εργασίας, το συνολικό ποσό των 13.208.600.426 δραχμών και αναλυτικότερα...Συνολικά δηλαδή και στις τρεις ως άνω τράπεζες κατατέθηκε το ποσό των 13.208.600.426 δραχμών, που υπερβαίνει, με βάση την πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ, εκτός από το κεφάλαιο και το ποσό των τόκων, που θα κέρδιζε, αν το κεφάλαιο είχε πράγματι επενδυθεί με βάση τα επιτόκια, που προσέφερε δήθεν η EUROBANK δια μέσου του Γ. Δ.. Την επιστροφή αυτού του ποσού, το ύψος του και την ανυπαρξία ζημίας, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, συνομολογεί και η μηνύτρια εταιρία... Έτσι δεν υπέστη οικονομική ζημία η μηνύτρια εταιρία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Με τις σκέψεις αυτές (μη επέλευσης ζημίας της παθούσης κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-1997 μέχρι 20-9-1998) το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (26/05) με το οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι για τις λοιπές πράξεις, αποφάσισε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την αποδιδόμενη πράξη της υπεξαίρεσης της περιόδου αυτής. Όμως οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, κατά το παρακάτω αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ιδιοποιήθηκαν παράνομα, χρησιμοποιώντας τα εκτιθέμενα ιδιαίτερα τεχνάσματα προς συγκάλυψη της πράξεώς τους, 403.020.000 δραχμές, που παρέδωσαν στους συγκατηγορουμένους τους Γ. Δ. και Δ.-Γ. Κ., ως ακολούθως: α) στις 24-4-1998 κατατίθεται στο λογαριασμό της μηνύτριας στην τράπεζα Εργασίας ποσό 353.050.283 δραχμών από λήξη προθεσμιακής καταθέσεως κεφαλαίων, που διαχειριζόταν της εταιρίας "ΛΕΚΚΑΣ ΑΕ". Στα βιβλία της μηνύτριας η επένδυση με τη λήξη θα ανερχόταν σε 303.040.283 δραχμές. Η πίστωση του λογαριασμού της μηνύτριας έγινε από την ΑΒΑΧ ΑΧΕ μέσω της EUROBANK. Παρατηρείται δηλαδή ότι κατατέθηκε ποσό μεγαλύτερο κατά 50.010.000 δραχμές. Η νόμιμη ενέργεια των οργάνων της μηνύτριας θα ήταν η επικοινωνία με τον καταθέτη του ποσού και η αναζήτηση της αιτίας καταθέσεως μεγαλύτερου ποσού ή η αναμονή οχλήσεως για επιστροφή του εν λόγω ποσού. Όμως καμία τέτοια ενέργεια δεν έγινε από τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, ούτε η ΑΒΑΧ ΑΧΕ ή η πληρώτρια τράπεζα EUROBANK αναζήτησε το ποσό των 50.010.000 δραχμών από την τράπεζα Εργασίας ή τη μηνύτρια. Έτσι, αφού εκδόθηκαν τα απαιτούμενα παραστατικά για βεβαίωση του "λάθους" από τον τρίτο κατηγορούμενο, με βάση αυτά εκδόθηκε από το λογιστήριο η ... επιταγή, έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τη δεύτερη κατηγορούμενη Γ. Σ. και τον Η. Ν., ποσού 50.010.0000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε.. Την επιταγή αυτή, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, η δεύτερη κατηγορούμενη, σε γνώση του πρώτου και τρίτου, την παρέδωσε στον κλητήρα Ι. Μ. με την εντολή να αναλάβει τα χρήματα από την τράπεζα και να τα παραδώσει στο Γ. Δ., όπως και έγινε. β) Το ίδιο συνέβη και στις 21-5-1998,... γ) το ίδιο έγινε και στις 23-3-1999, αφού είχε διαπιστωθεί...Τις δύο από τις άνω επιταγές των 23.000.000 δραχμών καθεμία, τις πληρώθηκε όπως και ο ίδιος δέχεται ο κατηγορούμενος Δ. Κ. μετά την παράδοσή τους από τον Γ. Δ.. Όσον αφορά στην τρίτη επιταγή των 20.000.000 δραχμών δεν βρέθηκε το σώμα αυτής, βέβαιο όμως είναι ότι και αυτή παραδόθηκε στο Γ. Δ.. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αδιάφορο ποιος κατέστη μετέπειτα κομιστής της επιταγής αυτής ή ποιος την εισέπραξε. Τούτο διότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του ν. 1608/1950 δεν απαιτείται η ζημία να προξενήθηκε αρκεί και το ότι απειλήθηκε. Ούτε το ποσό αυτό ζητήθηκε από τη μηνύτρια να επιστραφεί από την ΑΒΑΧ ΑΧΕ ή κάποια τράπεζα, σαν να είχε καταβληθεί από λάθος, δ) στις 24-6-1999 διαπιστώνεται και πάλι κατάθεση 222.000.000 δραχμών χωρίς μάλιστα καμία αιτιολογία... Ούτε το ποσό αυτό ζητήθηκε από τη μηνύτρια να επιστραφεί στην ΑΒΑΧ ΑΧΕ ή κάποια τράπεζα, σαν να είχε καταβληθεί από λάθος... Τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Μ. και Ι. Χ.. Η είσπραξη δε αυτών επιβεβαιώνεται και από τον κατηγορούμενο Δ. Κ.. Αβάσιμα δε κυρίως η δεύτερη κατηγορουμένη επιχειρεί να αμφισβητήσει τις καταθέσεις των ως άνω κλητήρων...Ο περαιτέρω ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης περί των παραστατικών που παρέδωσε ο Ι. Μ. στο λογιστήριο της μηνύτριας, μετά την εκταμίευση της επιταγής των 81.000.000 δραχμών και το "σπάσιμο" αυτής σε τρεις κατά τα προαναφερόμενα, και πώς με αυτά έγινε το ημερήσιο κλείσιμο του ταμείου, ενισχύει τη γνώση και το δόλο τους, γιατί προδήλως γνωρίζοντας την ως άνω πραγματικότητα, ηθελημένα δεν ήλεγξαν την "επιστροφή των χρημάτων από λάθος" ούτε το κλείσιμο του λογιστηρίου τις αντίστοιχες ημερομηνίες. Η ως άνω δραστηριότητα των κατηγορουμένων διακόπηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1998 και ξανάρχισε από 23-2-2000, διήρκεσε δε μέχρι τον Οκτώβριο 2001. Η μετά τις 2-9-1998 έλλειψη καταθέσεων εκ μέρους της "ΕΤΒΑ- FINANCE" στο λογαριασμό της "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ", που διατηρούσε η τελευταία στην "EUROBANK" και η επιστροφή του συνόλου των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί στο χρηματιστήριο δεν είναι ανεξήγητη, αλλά ούτε δικαιολογεί την έλλειψη προθέσεως των κατηγορουμένων για υπεξαίρεση των χρημάτων αυτών. Συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1998 μεταξύ των εκπροσώπων της "ΕΤΒΑ- FINANCE" (Σ. - Ν.) και της "ΑΒΑΧ-ΑΧΕ" υπογράφηκε σύμβαση αποϋλοποίησης του χαρτοφυλακίου της "ΕΤΒΑ- FINANCE", δεδομένου ότι μετά από νομοθετική μεταρρύθμιση η τελευταία στερήθηκε του δικαιώματος να επενδύει τα ίδια διαθέσιμα στην αγορά τίτλων χρηματιστηρίου. Ενόψει αυτών στερήθηκαν του ερείσματος της νομιμοφάνειας που είχαν μέχρι τότε και κάλυπτε τις παράνομες ενέργειες τους. Υπό το βάρος λοιπόν της αποκαλύψεως της παράνομης δραστηριότητάς τους αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τα χρήματα που είχαν επενδυθεί στο χρηματιστήριο από την "ΕΤΒΑ- FINANCE" (ίδια αυτής διαθέσιμα και διαθέσιμα υπό εκκαθάριση εταιριών)...Οι κατηγορούμενοι μετά τις 23-2-2000 συνέχισαν την εφαρμογή της ίδιας ως άνω διαδικασίας, που απέβλεπε στο να περιέλθουν τα κατωτέρω διαθέσιμα της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. στην κατοχή τους και μέσω της εταιρίας EUROPROFIT ΑΕΛΔΕ του Γ. Δ.,...να τα τοποθετήσουν, σε μετοχές εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ, εν αγνοία του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και χωρίς την έγκρισή του, και έτσι να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Για την επιτυχία δε του σχεδίου τους εφάρμοσαν την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως και κατά το χρονικό διάστημα 1997-1999. Η διαφορά του σχεδίου κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ήταν η χρησιμοποίηση και παρένθετων προσώπων με τον παρακάτω αναφερόμενο αναλυτικά τρόπο, όπως κυρίως η Δ. Μ., ο Θ. Μ. και ο Δ. Κ.. Ο Γ. Δ. ζήτησε από το Δ. Κ., τον οποίο γνώριζε από το στάδιο της πρώτης φάσεως και συνεργαζόταν με αυτόν την ανεύρεση και χρησιμοποίηση προσώπου, προκειμένου μέσω αυτού να διακινούνται οι επιταγές, που θα του παρέδιδαν οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, το οποίο δεν έπρεπε να είχε καμία χρηματιστηριακή συναλλαγή στο παρελθόν. Ο Δ. Κ., μετά την απόρριψη από το Γ. Δ. της προτάσεως για χρησιμοποίηση του δικού του χρηματιστηριακού κωδικού, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως τέτοιο πρόσωπο τη γιαγιά του, από τη μητέρα του, Δ. Μ....Έτσι η Δ. Μ. απέκτησε στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ χρηματιστηριακή καρτέλα πελάτη με τον κωδικό αριθμό ..., τον οποίο οι κατηγορούμενοι το επόμενο χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι και τον Οκτώβριο 2001 χρησιμοποίησαν, αφού σ` αυτόν, με τον τρόπο που θα αναφερθεί αναλυτικά παρακάτω, μετέφεραν το χρηματικό ποσό των 12.700.051.864 δραχμών, το οποίο αποτελούσε περιουσία των επί μέρους πιο κάτω αναφερομένων εταιριών την οποία διαχειριζόταν όπως προαναφέρθηκε η ΕΤΒΑ FINANCE...Η τελευταία (EUROBANK) εξέδιδε "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο ανέγραφε ως δικαιούχο των χρημάτων τη χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτη αυτών το πρόσωπο που την κατέθετε. Ακολούθως τα αντίγραφα για τον πελάτη των Δελτίων Κατάθεσης που οι παραπάνω καταθέτες παραλάμβαναν από την τράπεζα τα παρέδιδαν στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού τα πλαστογραφούσε (νόθευε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), τα παρέδιδε μέσα σε σφραγισμένο φάκελο στον κλητήρα της μηνύτριας. Ο τελευταίος τα παρέδιδε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικά κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας, με εντολή δε αυτών καταχωρούνταν στα λογιστικά βιβλία ως επίσημα παραστατικά κατάθεσης των χρημάτων και επένδυση τους σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Μερικές ημέρες μετά την κατάθεση κάθε χρηματικού ποσού και πριν από τη λήξη της προθεσμίας δέσμευσης των χρημάτων που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων, έφθανε στη μηνύτρια FAX, χωρίς και σφραγίδες με φερόμενη αποστολέα την ΑΒΑΧ ΑΧΕ, (στην πραγματικότητα, όπως προαναφέρθηκε, αποστολέας ήταν ο Γ. Δ.) "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής (μηνύτριας), με το οποίο την πληροφορούσε ότι το συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτής που δήθεν είχε επενδυθεί σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ή REPOS για το χρονικό διάστημα που είχε καθορίσει η Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων και με το επιτόκιο που είχε δήθεν προσφέρει η τράπεζα EUROBANK μέσω του κατηγορουμένου Γ. Δ., θα αποδώσει το ποσό των τόκων που αναγραφόταν στους πίνακες αυτούς (...). Με βάση τους πίνακες αυτούς το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβαινε στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων στους δικαιούχους και πίστωνε, πραγματοποιώντας αντίστοιχες λογιστικές εγγραφές, τους λογαριασμούς αυτών (δικαιούχων), δηλαδή το λογαριασμό της μηνύτριας και τους λογαριασμούς των δικαιούχων προβληματικών επιχειρήσεων με τα αντίστοιχα ποσά. Ενδεικτικό της αξιόποινης δραστηριότητας των τριών πρώτων κατηγορουμένων με τη συνδρομή του Γ. Δ. είναι το ακόλουθο περιστατικό. Ενόψει καταθέσεως ποσού 1.083.006.469 δραχμών στις 17-2-2000 λήφθηκαν προσφορές μεταξύ άλλων και της "EUROBANK", δηλαδή του Γ. Δ. που προσέφερε επιτόκιο 9,10% και της "ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ", που προσέφερε επιτόκιο 9,02%, αποφασίστηκε δε φυσικά η κατακύρωση στη "EUROBANK", που προσέφερε το μεγαλύτερο επιτόκιο. Όμως η τελευταία ανακάλεσε την προσφορά της και τελικά έγινε δεκτή η προσφορά της "ΑΣΠΙΣ ΒΑΝΚ". Τούτο έγινε γιατί ο Γ. Δ., μαζί με το Δ. Κ., στις 17-2-2000, όπως προαναφέρεται, δεν είχαν ολοκληρώσει τις διαδικασίες ανοίγματος του κωδικού και των λογαριασμών της Δ. Μ. και δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθεί το σχέδιο των κατηγορουμένων. Πρόδηλον είναι ότι μετά από ειδοποίηση του Γ. Δ. από τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, έγινε η ανάκληση της καλύτερης προσφοράς της "EUROBANK". Στη συνέχεια κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι 25-9-2001, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι παρέδωσαν με τον προαναφερόμενο τρόπο στο Γ. Δ. είκοσι (20) επιταγές συνολικού ποσού 12.700.051.864 δραχμών, και συγκεκριμένα τις εξής:... 1) Την 23-2-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.052.287.220 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών εταιριών... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 28-3-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 9,10%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ πρόσφερε επιτόκιο 8,92%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 9,10% και για το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι 28-3-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και σε γνώση του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή, έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 23-2-2000, ποσού 1.052.287.220 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα Ι. Μ. στο Γ. Δ. και αυτός στη συνέχεια στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την τράπεζα EUROBANK το από 23-2-2000 "Δελτίο Κατάθεσης", στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των χρημάτων, που κατατέθηκαν, η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN. ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο από τους κατηγορουμένους, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 24-2-2000 έφθασε FAX, με αποστολέα την ΑΒΑΧ ΑΧΕ, στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.052.287.220 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 22-2-2000 μέχρι 28-3-2000, ήτοι για 35 ημέρες με επιτόκιο 9,10% θα αποδώσει τόκους ύψους 9.182,287 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή του παραπάνω ποσού των τόκων, ανάλογα με τα πιο πάνω κεφάλαια που αντιστοιχούσαν στις ανωτέρω προβληματικές επιχειρήσεις, και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό των τόκων το λογαριασμό κάθε δικαιούχου προβληματικής επιχείρησης. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, και δεν απέδωσαν στη μηνύτρια στις 28-3-2000, ούτε έχουν αποδώσει μέχρι σήμερα σ` αυτήν το ποσό των 1.052.287.220 δραχμών του κεφαλαίου και το ποσό των 9.182.287 δραχμών των τόκων, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με τις παραπάνω αθέμιτες ενέργειές τους οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν από το διοικητικό συμβούλιο της μηνύτριας και συγκάλυψαν την αλήθεια, ότι δηλαδή ότι δεν είχαν επενδύσει τα παραπάνω διαθέσιμα αυτής στην EUROBANK, στο όνομά της, σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που έληγαν στις 28-3-2000, οπότε και θα εισέπρατταν εκτός του κεφαλαίου και το ποσό των τόκων 9.182.287 δραχμών, με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.052.287.220 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.182.287 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.000.659 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (35 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,92%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 2)Την 22-3-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.043.147.451 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών εταιριών...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 4-5-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε, τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 9,00%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά Ε.Τ.Ε. πρόσφερε επιτόκιο 8,75%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 9,00% και για το χρονικό διάστημα από 22-3-2000 μέχρι 4-5-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και σε γνώση του τρίτου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους κατηγορουμένους Σ. Σ. και Γ. Σ., με ημερομηνία έκδοσης 22-3-2000, ποσού 1.043.147.451 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα Ι. Μ. στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον παραπάνω υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την τράπεζα EUROBANK το από 22-3-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN" (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο από τους κατηγορουμένους, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 31-3-2000 έφθασε στη μηνύτρια με FAX από την ΑΒΑΧ ΑΧΕ, "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.043.147.451 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 22-3-2000 μέχρι 4-5-2000, ήτοι για 43 ημέρες με επιτόκιο 9,00% θα αποδώσει τόκους ύψους 11.060.221 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβη στη συνέχεια σε κατανομή ... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια, ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.043.147.451 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 11.060.221 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 10.752.993 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε η μηνύτρια εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην Ε.Τ.Ε., η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (43 ημέρες), είχε προσφέρει επιτόκιο 8,75%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 3) Την 18-4-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.104.407.637 + 65.919.526 = 1.170.327.163 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν εκ τιμήματος των προβληματικών εταιριών... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 26-6-2000 (...). Την ίδια. ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,90%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 8,60%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,90% και για το χρονικό διάστημα από 18-4-2000 μέχρι 26-6-2000 (...). Ακολούθως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, σε γνώση και του τρίτου, παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρίας: α) την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή έκδοσης της ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, με ημερομηνία έκδοσης 18-4-2000, ποσού 1.104.407.637 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ανώνυμης εταιρίας "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ", με ημερομηνία έκδοσης 18-4-2000, ποσού 65.919.526 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Αγροτική Τράπεζα σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., τις οποίες, αφού οπισθογράφησαν οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της μηνύτριας στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, τις παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία τις προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και τις κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Εκδόθηκαν δε από την τράπεζα EUROBANK τα από 18-4-2000 και 18-4-2000 "Δελτία Κατάθεσης" στα οποία αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Τα αντίγραφα για τον πελάτη των δύο ως άνω Δελτίων Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα τα παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού τα πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), τα παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο από τους κατηγορουμένους ως δικαιολογητικά κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου μηνύτριας. Στις 19-4-2000 έφθασε από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.170.327.163 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 18-4-2000 μέχρι 26-6-2000, ήτοι για 69 ημέρες με επιτόκιο 8,90% θα αποδώσει τόκους ύψους 19.690.354 δραχμών (...). Με βάση ... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε..., με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.170.327.163 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 19.690.354 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 19.026.634 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε η μηνύτρια εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (69 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,60%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 4) Την 7-6-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση, σε προθεσμιακό λογαριασμό ή σε αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 225.576.430 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης Π. Π. Ν. ΙΩΝΙΑΣ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 11-9-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,45%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά XIOS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 8,15%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,45% και για το χρονικό διάστημα από 7-6-2000 μέχρι 11-9-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων σε γνώση και του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους κατηγορουμένους Σ. Σ. και Γ. Σ., με ημερομηνία έκδοσης 7-6-2000, ποσού 225.576.430 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ASPIS ΒΑΝΚ Α.Ε., σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρίας στο Γ. Δ. και αυτός στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή, εκδόθηκε δε από την τράπεζα EUROBANK το από 8-6-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους δεύτερη και τρίτο, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 9-6-2000 έφθασε με FAX, με αποστολέα την ΑΒΑΧ ΑΧΕ στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 225.576.430 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 7-6-2000 μέχρι 11-9-2000, ήτοι για 96 ημέρες με επιτόκιο 8,45% θα αποδώσει τόκους ύψους 5.013.359 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. πίστωσε .. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν ...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 225.576.430 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 5.013.359 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.835.370 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε αν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην XIOS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (96 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,15%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 5) Την 13-6-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 376.208.984 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 2-10-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,35%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά Ε.Τ.Ε. πρόσφερε επιτόκιο 7,90%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,35% και για το χρονικό διάστημα από 13-6-2000 μέχρι 2-10-2000 (...). Ακολούθως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, σε γνώση και του τρίτου, παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρείας την υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή έκδοσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία έκδοσης 13-6-2000, ποσού 376.208.984 δραχμών, που ήταν πληρωτέα σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι πρώτος και δεύτερος ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της μηνύτριας στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, σε πρόσωπο, που εμφανίστηκε ως Μ. Θ.. Ο τελευταίος την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 14-6-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και καταθέτης ο Θ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που ο Θ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας μηνύτριας εταιρείας. Στις 22-6-2000 έφθασε με αποστολέα την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 376.208.907 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 13-6-2000 μέχρι 2-10-2000, ήτοι για 111 ημέρες με επιτόκιο 8,35% θα αποδώσει τόκους ύψους 9.553.129 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβη στη συνέχεια σε κατανομή... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 376.208.984 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.553.129 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 9.106.937 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην τράπεζα Ε.Τ.Ε., η οποία για το ίδιο χρόνο (111 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 7,90%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Θ. Μ....αρνείται ότι προέβη στην παραπάνω κατάθεση...Προδήλως την επιταγή αυτή, κατέθεσε τρίτο άγνωστο πρόσωπο που ενεργούσε για λογαριασμό του Γ. Δ., προσποιούμενος τον Θ. Μ. προσκομίζοντας στον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας πλαστά στοιχεία ταυτότητος. 6) Την 6-7-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 1.531.058.336 δραχμών. Έτσι την ίδια ημέρα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, σε γνώση και του τρίτου, παρέλαβαν από το λογιστήριο την ... τραπεζική επιταγή έκδοσης της ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., με ημερομηνία έκδοσης 6-7-2000, ποσού 1.531.058.336 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι Σ. Σ. και Γ. Σ. ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός στη Δ. Μ.. Η τελευταία την κατέθεσε στο λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ και έτσι τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον παραπάνω υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν το παραπάνω κεφάλαιο σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, και δεν έχουν αποδώσει στη μηνύτρια μέχρι σήμερα το ποσό των 1.531.058.336 δραχμών του κεφαλαίου και το ποσό των 14.150.754 δραχμών των τόκων, το οποίο θα εισέπραττε, εάν είχε επενδύσει το κεφάλαιο αυτό σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου επί 39 ημέρες και με επιτόκιο 8,65%, όπως έκανε για άλλο κεφάλαιο ύψους 1.190.017.517 δραχμών, το οποίο επένδυσε στις 26-6-2001 σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου για 39 ημέρες με επιτόκιο 8,65%, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα.... με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 1.531.058.336 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 14.150.754, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 13.709.054 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε η μηνύτρια, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, για το ίδιο χρονικό διάστημα των 39 ημερών και με το προσφερόμενο απ' αυτήν επιτόκιο 8,38% την ίδια ημερομηνία (26-6-2001) με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 7) Την 24-7-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 755.200.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 31-8-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,40%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 8,10%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,40% και για το χρονικό διάστημα από 24-7-2000 μέχρι 31-8-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους με ημερομηνία έκδοσης 24-7-2000, ποσού 755.200.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 24-7-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α Ε" τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα και αυτός στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 26-7-2000 έφθασε από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 755.200.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 24-7-2000 μέχρι 31-8-2000, ήτοι για 38 ημέρες με επιτόκιο 8,40% θα αποδώσει τόκους ύψους 6.604.379 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. προέβη στη συνέχεια σε κατανομή... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 755.200.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.604.379 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.368.508 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (38 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,10%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 8) Την 31-8-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 377.080.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΝΕΑ ΕΛΒΙΚ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 20-10-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 8,30%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 8,16%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 8,30% και για το χρονικό διάστημα από 31-8-2000 μέχρι 20-10-2000 (...).Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου εκδόθηκε η ...επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους με ημερομηνία έκδοσης 31-8-2000, ποσού 377.080.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 31-8-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους πρώτο και δεύτερη από τους κατηγορουμένους, ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα.EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 13-9-2000 έφθασε την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 377.080.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 31-8-2000 μέχρι 20-10-2000, ήτοι για 50 ημέρες με επιτόκιο 8,30% θα αποδώσει τόκους ύψους 4.287.348 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 377.080.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.287.348 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.215.031 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (50 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 8,16%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 9) Την 6-10-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 891.742.346 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 20-12-2000 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπόνου σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 7,30%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 7,05%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 7,30% και για το χρονικό διάστημα από 6-10-2000 μέχρι 20-12-2000 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους σε γνώση και του τρίτου, με ημερομηνία έκδοσης 6-10-2000, ποσού 891.742.346 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την FINANCE ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν με τον κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 9-10-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της. μηνύτριας. Στις 19-10-2000 έφθασε από την ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 891.742.346 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 9-10-2000 μέχρι 20-12-2000, ήτοι για 72 ημέρες με επιτόκιο 7,30% θα αποδώσει τόκους ύψους 12.841.090 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 891.742.346 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 12.841.090 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 12.401.326 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και το ίδιο χρόνο (72 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 7,05%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 10) Την 14-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 440.506.221 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 12-2-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 6,30%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ πρόσφερε επιτόκιο 5,95%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 6,30% και για το χρονικό διάστημα από 14-11-2000 μέχρι 12-2-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 14-11-2000, ποσού 440.506.221 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ., η οποία με τη σειρά της την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ` αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 14-11-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 23-11-2000 απεστάλη από την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 440.506.221 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 14-11-2000 μέχρι 12-2-2001, ήτοι για 90 ημέρες με επιτόκιο 6,30% θα αποδώσει τόκους ύψους 6.842.932 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 440.506.221 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.842.932 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 6.462.769 (440.506.221 Χ 90 Χ 5,95 : 36500 = 6.462.769), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (90 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 5,95%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 11) Την 22-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 285.000.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΒΩΞΙΤΕΣ ΕΛΕΥΣ1ΝΟΣ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 12-2-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 6,35%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες πέντε τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 6,26%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 6,35% και για το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 μέχρι 12-2-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των κατηγορουμένων, σε γνώση και του τρίτου, εκδόθηκε η ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 22-11-2000, ποσού 285.000.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 22.11.2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 4-1-2001 έφθασε στη μηνύτρια με αποστολέα την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 285.000.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 μέχρι 12-2-2001, ήτοι για 82 ημέρες με επιτόκιο 6,35% θα αποδώσει τόκους ύψους 4,065.740 δραχμών (...). Με βάση το παραπάνω ποσό των τόκων πίστωσε το λογαριασμό της ως άνω προβληματικής επιχείρησης δικαιούχου των τόκων. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια εταιρεία ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 285.000.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.065.740 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 4.008.115 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (82 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 6,26%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 12) Την 30-11-2000 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 2.929.247.434 δραχμών, το οποίο ανήκε στην ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. (μετρητά Νεωρίου). Με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων, σε γνώση και του τρίτου, εκδόθηκε από το λογιστήριο η υπ' αριθμ. ...επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2000, ποσού 2.929.247.434 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στη Δ. Μ.. Η τελευταία την προσκόμισε στη EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή και εκδόθηκε από την EUROBANK το από 30-11-2000 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτρια αυτών η Δ. Μ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που η Δ. Μ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 2.929.247.434 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 27.085.507, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 26.218.771 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για κεφάλαιο 1.123.605.785 δραχμών και για τον ίδιο χρόνο (54 ημέρες) είχε προσφέρει την ίδια ημερομηνία (30-11-2000), επιτόκιο 6,05%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 13) Την 19-4-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 58.000.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου ποσού 549.427.514 δραχμών, που αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών επιχειρήσεων... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 28-6-2001 (...).Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,85%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 4,70%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,85% και για το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 μέχρι 28-6-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 19-4-2001, ποσού 58.000.000 δραχμών σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ.. Ο τελευταίος την προσκόμισε στην EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 19-4-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ.-Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 10-5-2001 απεστάλη από την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στην ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ "Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 549.427.514 δραχμών και επομένως και το ποσό των 58.000.000 δραχμών, αφού αποτελούσε μέρος αυτού, για το χρονικό διάστημα από 19-4-2001 μέχρι 28-6-2001, ήτοι για 70 ημέρες με επιτόκιο 4,85% θα αποδώσει τόκους ύψους 539.479 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή ... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 58.000.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 539.479 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 515.326 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην Α8ΡΙ5 ΒΑΝ Κ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (70 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,70%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 14) Την 29-6-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου 302.200.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης Π. Π. ΒΑΜΒΑΚΟΣ. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 29-8-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,59%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 4,55%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,59% και για το χρονικό διάστημα από 29-6-2001 μέχρι 29-8-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε από το λογιστήριο η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της μηνύτριας, που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 29-6-2001, ποσού 302.200.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 29-6-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ. - Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 3-8-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 302.200.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 29-6-2001 μέχρι 29-8-2001, ήτοι για 61 ημέρες με επιτόκιο 4,59% θα αποδώσει τόκους ύψους 2.318.164 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας πίστωσε... Όμως οι κατηγορούμενοι...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 302.200.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 2.318.164 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 2.297.962 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (61 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,55%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 15) Την 10-7-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ποσού 42.853.356 δραχμών. Με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου εκδόθηκε από το λογιστήριο η υπ' αριθμ. ...επιταγή έκδοσης της μηνύτριας, που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 10-7-2001, ποσού 42.853.356 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρείας στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, σε άγνωστο άτομο, το οποίο με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 10-7-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και στη θέση του καταθέτη υπάρχει δυσανάγνωστη υπογραφή του παραπάνω άγνωστου ατόμου, που την κατέθεσε. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που το άγνωστο άτομο παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν ... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 42.853.356 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 415.807, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 409.561 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για κεφάλαιο 2.259.088.425 για τον ίδιο χρόνο (76 ημέρες) είχε προσφέρει στις 6-7-2001 επιτόκιο 4,59%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 16) Την 30-7-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 81.500.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΕΛΒΙΟΠ Α.Ε. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 17-9-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,66%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες οκτώ τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 4,62%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,66% και για το χρονικό διάστημα από 30-7-2001 μέχρι 17-9-2001 (...). Ακολούθως οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και με γνώσει του τρίτου, παρέλαβαν από το ταμείο της εταιρείας την υπ` αριθμ. ... τραπεζική επιταγή που εξέδωσε η EUROBANK, με ημερομηνία έκδοσης 27-7-2001, ποσού 81.500.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την Τράπεζα αυτή σε διαταγή της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε. στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 30-7-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ. - Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 3-8-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 81.500.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 27-7-2001 μέχρι 17-9- 2001, ήτοι για 52 ημέρες με επιτόκιο 4,66% θα αποδώσει τόκους ύψους 541.071 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας πίστωσε...Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν ... με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 81.500.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 541.071 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 536.426 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (52 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,62%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 17) Την 6-8-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ποσού 999.095.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος των προβληματικών εταιριών...Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 2-10-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,72%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες έξι τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ΕΓΝΑΤΙΑ πρόσφερε επιτόκιο 4,68%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,72% και για το χρονικό διάστημα από 6-8-2001 μέχρι 2-10-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των δύο πρώτων κατηγορουμένων και με γνώσει του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της μηνύτριας, που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και με γνώση του τρίτου, με ημερομηνία έκδοσης 6-8-2001, ποσού 999.095.000 δραχμών, ήταν πληρωτέα από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 6-8-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και ως καταθέτης αυτών ο Δ. - Γ. Κ.. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας, κάτω ..από. την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN. ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 10-8-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στη μηνύτρια, "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με την οποία την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 999.095.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 6-8-2001 μέχρι 2-10-2001, ήτοι για 57 ημέρες με επιτόκιο 4,72% θα αποδώσει τόκους ύψους 7.364.288 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή...Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια, ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 999.095.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 7.364.288 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 7.301.879 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (57 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,68%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. 18) Την 17-9-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ποσού 60.000.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν τιμήματος της προβληματικής επιχείρησης ΒΩΞΙΤΕΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ. Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 25-10-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,39%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 4,32%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,39% και για το χρονικό διάστημα από 17-9-2001 μέχρι 25-10-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφεται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, με ημερομηνία έκδοσης 17-9-2001, ποσού 60.000.000 δραχμών, που ήταν πληρωτέα από την ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", την οποία, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την παρέδωσαν μέσω του κλητήρα της εταιρείας στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως στο Δ.-Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του την προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και την κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από την EUROBANK το από 17-9-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και στη θέση του καταθέτη υπάρχει δυσανάγνωστη υπογραφή του Δ. -Γ. Κ., που την κατέθεσε. Το αντίγραφο για τον πελάτη του Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας μηνύτριας εταιρείας. Στις 3-10-2001 απεστάλη από την εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στην ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 60.000.000 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 17-9-2001 μέχρι 25-10-2001, ήτοι για 38 ημέρες με επιτόκιο 4,39% θα αποδώσει τόκους ύψους 274.225 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας πίστωσε... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν... με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 60.000.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 274.225 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 269.852 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (38 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 4,32%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. Και 19) την 25-9-2001 έπρεπε να γίνει κατάθεση σε προθεσμία ή σε αγορά ομολόγων ποσού 79.022.000 δραχμών, το οποίο αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου ποσού 1.269.509.179 δραχμών, που προερχόταν από τίμημα των προβληματικών, επιχειρήσεων... Η Νομική Υπηρεσία της μηνύτριας καθόρισε προθεσμία δέσμευσης του ποσού αυτού μέχρι την 6-11-2001 (...). Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος Γ. Δ. προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού των κατηγορουμένων πρόσφερε τηλεφωνικώς ως δήθεν εκπρόσωπος της τράπεζας EUROBANK και για λογαριασμό δήθεν της τράπεζας αυτής, καθαρό επιτόκιο 4,04%, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνα που πρόσφεραν οι άλλες επτά τράπεζες από τις οποίες λήφθηκαν προσφορές (η δεύτερη κατά σειρά ASPIS ΒΑΝΚ πρόσφερε επιτόκιο 3,95%), και στη συνέχεια η επιτροπή διαχείρισης διαθεσίμων, με πρόεδρο τον πρώτο κατηγορούμενο, αποφάσισε την κατακύρωση της προσφοράς της τράπεζας EUROBANK με επιτόκιο 4,04% και για το χρονικό διάστημα από 25-9-2001 μέχρι 6-11-2001 (...). Ακολούθως με εντολή των κατηγορουμένων και με γνώση του τρίτου, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές έκδοσης της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., που υπογράφονται από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους με ημερομηνία έκδοσης 25-9-2001, ποσού 40.000.000 και 39.022.000 δραχμών αντίστοιχα, που ήταν πληρωτέες από την ΕΤΒΑ ΒΑΝΚ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ", τις οποίες, αφού οπισθογράφησαν οι παραπάνω εκδότες στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, τις παρέδωσαν μέσω του κλητήρα στο Γ. Δ. και αυτός ακολούθως, στο Δ. - Γ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του τις προσκόμισε στην τράπεζα EUROBANK και τις κατέθεσε στον ... λογαριασμό όψεως που η εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ διατηρούσε στην τράπεζα αυτή.
Εκδόθηκε δε από τράπεζα EUROBANK το από 25-9-2001 "Δελτίο Κατάθεσης" στο οποίο αναγράφεται ως δικαιούχος των κατατεθέντων χρημάτων η χρηματιστηριακή εταιρία ΑΒΑΞ ΑΧΕ και στη θέση του καταθέτη υπάρχει δυσανάγνωστη υπογραφή του Δ. - Γ. Κ., που τις κατέθεσε. Το αντίγραφο για τον πελάτη του ως άνω Δελτίου Κατάθεσης που ο Δ. - Γ. Κ. παρέλαβε από την τράπεζα το παρέδωσε στο Γ. Δ. ο οποίος, αφού το πλαστογράφησε (νόθευσε) προσθέτοντας κάτω από την εγγραφή "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." τη φράση "ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΕΤΒΑ FIN." (...), το παρέδωσε στον ως άνω κλητήρα ο οποίος με τη σειρά του το παρέδωσε στους Δ. Φ. και Γ. Σ., ως δικαιολογητικό κατάθεσης των παραπάνω διαθεσίμων στην τράπεζα EUROBANK για αγορά ομολόγων ελληνικού δημοσίου για λογαριασμό της μηνύτριας. Στις 3-10-2001 απεστάλη από την εταιρεία ΑΒΑΞ ΑΧΕ με FAX στην ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., "Αναλυτικός Πίνακας Εξέλιξης των Επενδύσεων Κεφαλαίων σε Χρεόγραφα" αυτής, με τον οποίο την πληροφορούσε ότι το ως άνω κεφάλαιο των 1.269.509.179 δραχμών και επομένως και το ποσό των 79.022.000 δραχμών, αφού αποτελούσε μέρος αυτού, για το χρονικό διάστημα από 25-9-2001 μέχρι 6-11-2001, ήτοι για 42 ημέρες με επιτόκιο 4,04% θα αποδώσει τόκους ύψους 367.355 δραχμών (...). Με βάση τον πίνακα αυτό το λογιστήριο της μηνύτριας προέβη στη συνέχεια σε κατανομή... Όμως οι κατηγορούμενοι δεν επένδυσαν...με αποτέλεσμα να υποστεί η μηνύτρια εταιρεία ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 79.022.000 δραχμών του κεφαλαίου πλέον του ποσού των τόκων εκ δραχμών 367.355 που ανέγραψε στα λογιστικά της βιβλία, και σε κάθε περίπτωση του ποσού των τόκων εκ δραχμών 359.171 (...), που με βεβαιότητα θα αποκόμιζε, εάν τα χρήματά της είχαν επενδυθεί σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου στην ASPIS ΒΑΝΚ, η οποία για το ίδιο κεφάλαιο και τον ίδιο χρόνο (42 ημέρες) είχε προσφέρει επιτόκιο 3,95%, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων. Με βάση τα παραπάνω κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2000 μέχρι και 25-9-2001, οι κατηγορούμενοι Σ. Σ., Γ. Σ. και Δ. Φ., ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, δεν τοποθέτησαν τα παραπάνω διαθέσιμα κεφάλαια της μηνύτριας, συνολικού ποσού 12.700.051.864 δραχμών, σε λογαριασμό στο όνομά της, στην τράπεζα EUROBANK, σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, με το επιτόκιο και με τη χρονική διάρκεια που καθόριζε κάθε φορά με τις ως άνω αποφάσεις της η τριμελής Επιτροπή Διαχείρισης Διαθεσίμων της ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε., αλλά σε συνεργασία και τη σύμπραξη του συναυτουργού τους και κατόπιν εντολής του τελευταίου (Γ. Δ.) προς την ΑΒΑΞ ΑΧΕ, η οποία συνεργαζόταν με την εταιρεία αυτού την EUROPROFIT ΑΕΛΔΕ, πιστώθηκε με ολόκληρο το ποσό αυτό η χρηματική καρτέλα πελάτη με τον κωδικό αριθμό ..., που ο κατηγορούμενος Δ. - Γ. Κ. είχε ανοίξει στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ στο όνομα της Δ. Μ.. Από το ποσό αυτό που είχε περιέλθει στην κατοχή τους, επέστρεψαν, τμηματικά, στη μηνύτρια με κατάθεση επιταγών έκδοσης της ΑΒΑΞ ΑΧΕ, σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" και οπισθογράφηση απ' αυτή στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, σε λογαριασμό που η μηνύτρια τηρούσε στην τράπεζα Αττικής, με αντίστοιχη χρέωση της παραπάνω καρτέλας της Δ. Μ., μόνον το ποσό των 1.938.574.976 δραχμών και αναλυτικότερα:... Έτσι παρέμεινε στην κατοχή των κατηγορουμένων υπόλοιπο εκ δραχμών 10.761.476.888 (12.700.051.864 - 1.938.574.976), το οποίο δεν απέδωσαν στη μηνύτρια, αλλά το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Με την έκδοση καθεμιάς από τις άνω αναφερόμενες επιταγές σε διαταγή "ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ" από την ΕΤΒΑ FINANCE για τα διαθέσιμα των υπό εκκαθάριση εταιριών την οπισθογράφησή τους και την κατάθεση των αναγραφομένων σ' αυτές ποσών με τον τρόπο που περιγράφηκε (παράδοση αυτών κατ' εντολή τους από τους κλητήρες στο Γ. Δ. και στη συνέχεια η απ' αυτόν χρησιμοποίηση άλλων προσώπων όπως Δ. Μ., Δ. Κ. για την εμφάνιση τους στην τράπεζα), στο λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ, η μηνύτρια απεξενωνόταν από την κατοχή τους και εκδηλωνόταν η πρόθεση ιδιοποιήσεώς τους (...). Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο, εκτός των άλλων που καταδεικνύει την πρόθεσή τους για ιδιοποίηση είναι η μετέπειτα διαχείριση των χρημάτων αυτών με τη διάθεσή τους, μέσω του παρενθέτου προσώπου της Δ. Μ., στην αγορά μετοχών και παραγώγων, κατά παράβαση του νόμου και των εντολών της διαχειρίστριας αυτών "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ", ενέργειες που προσήκουν μόνο στον κύριο και τον έχοντα την εκ του νόμου διαχείριση αυτών. Το ότι μέρος των χρημάτων αυτών ( 2 δις δρχ. περίπου) μετά από αναλήψεις μετρητών που διενήργησε ο Δημήτριος Καμπανέλης (δ' κατηγορούμενος), παραδόθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του στον συναυτουργό τους Γ. Δ. και σε άλλους κατά τα πιο κάτω αναφερόμενα, ένα άλλο μέρος (1.533.397.355 δρχ.) απωλέσθηκε στην παράλληλη αγορά των παραγώγων και τέλος ένα άλλο μέρος αυτών απωλέσθηκε στην αγορά μετοχών, δεν μεταβάλλει τις προθέσεις αυτών και το σκοπό που επεδίωξαν, καθόσον η υπεξαίρεση αυτών είχε ήδη συντελεσθεί με την κατάθεσή τους στο λογαριασμό της ΑΒΑΞ ΑΧΕ. Επομένως ο από μέρους του γ' των κατηγορουμένων (Δ. Φ.) προβληθείς αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ότι δεν είχε σκοπό υπεξαιρέσεως αλλά χρησιμοποιήσεως αυτών για χρηματιστηριακές και μόνο συναλλαγές και συνακόλουθα ότι πρόκειται για έγκλημα προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τις διατάξεις του άρθρου 257 ΠΚ, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου το ότι αυτός, λόγω έλλειψης αντίστοιχης αρμοδιότητας δεν υπέγραψε (σε αντίθεση με τους α' και β' των κατηγορουμένων) καμία από τις επιταγές, με τις οποίες εκταμιεύθηκαν τα διαθέσιμα, δεν τον καθιστά άμοιρο συνεπειών, ούτε μεταβάλλει τη συμμετοχική του δράση. Τούτο διότι οι συναυτουργοί δεν είναι αναγκαίο να επιτελούν από κοινού τις επιμέρους πράξεις της πραγματώσεως του εγκλήματος, μπορεί καθένας να πραγματώνει μόνος του και μία μόνο επί μέρους πράξη και αρκεί για τη θεμελίωση της κατά συναυτουργία τελέσεως αξιόποινης πράξης, ο κοινός δόλος αυτών ο οποίος και συνέτρεχε για τους κατηγορούμενους αυτούς στην κρινόμενη υπόθεση. Άλλωστε όλη η διαδικασία για την κατάρτιση των παραστατικών με βάση τα οποία εκδίδονταν οι επιταγές, η παραλαβή των καταθετηρίων, των FAX και η καταχώρησή τους στα λογιστικά βιβλία γινόταν από υπαλλήλους του λογιστηρίου κατ' εντολή του γ' κατηγορούμενου με γνώση του πρώτου και της δεύτερης. Όταν δε έλειπε ο Δ. Φ. τα καταθετήρια και τα FAX παραδίδονταν στην β' κατηγορουμένη. Τα χρήματα αυτά βρίσκονταν στην κατοχή των κατηγορουμένων αυτών, λόγω της ιδιότητάς τους ως υπαλλήλων της μηνύτριας. Όλες δε οι προαναφερόμενες ενέργειες τους, μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά πιο κάτω αναφερόμενες: 1) προσφορά επιτοκίων από το Γ. Δ. ως δήθεν εκπρόσωπο της EUROBANK καθώς και η επιλογή αυτής, ως αποδέκτη των χρημάτων δεν ήταν καθόλου τυχαία, καθόσον εξυπηρετούσε την εκτέλεση του σχεδίου τους και τη μη αποκάλυψη του, διότι ήταν η μοναδική τράπεζα στην περιφέρεια Αθηνών, με την οποία η ΕΤΒΑ FINANCE, δεν είχε συναλλαγές, 2) η χρήση των πλαστών καταθετηρίων ως δικαιολογητικών για την λογιστική εγγραφή στα σχετικά βιβλία της μηνύτριας για το ότι τα χρήματα βρίσκονταν στα ταμεία της EUROBANK, 3) η έλλειψη οποιουδήποτε επιβεβαιωτικού εγγράφου εκ μέρους της τελευταίας, όπως γινόταν με τις λοιπές τράπεζες που συνεργαζόταν η μηνύτρια, για την τοποθέτηση των χρημάτων σε REPOS και αντ' αυτών η χρήση ως δικαιολογητικών για την κατανομή των επιμέρους ποσών στους λογαριασμούς των υπό εκκαθάριση εταιριών, ανυπόγραφων τηλεομοιοτυπιών, που φέρονταν να αποστέλλονταν από αντίστοιχες συσκευές με αριθμούς τηλεφώνων που είχαν καταργηθεί από διετίας καθώς και με αναγραφή λογότυπου που δεν ανήκε στην ΑΒΑΞ ΑΧΕ, 4) η σύνταξη σημειωμάτων από τη δεύτερη κατηγορουμένη υπό την ιδιότητά της ως Οικονομικής Υποδιευθύντριας το τέλος κάθε έτους και τις αρχές του επόμενου, με τα οποία ενημέρωνε το Δ.Σ της μηνύτριας για το που βρίσκονται τα διαθέσιμα μιας εκάστης των υπό εκκαθάριση εταιριών, ενώ αυτά (σημειώματα) χρησιμοποιούνταν και για τη σύνταξη του ισολογισμού, όπου ανέγραφε ότι αυτά βρίσκονται στα ταμεία της EUROBANK αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές και 5) η μη αποστολή επιστολών στην EUROBANK όπως έπρατταν με τις λοιπές τράπεζες, για την επιβεβαίωση των διαθεσίμων στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους αποτελούν τεχνάσματα για τη συγκάλυψη της υπεξαίρεσης.... Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων αυτών (α, β και γ) που δηλώνουν άγνοια της έλλειψης της ιδιότητας του ως εκπροσώπου της EUROBANK εμφανισθέντος Γ. Δ., αντικρούεται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Ιδίως ο ισχυρισμός του πρώτου τούτων ότι τον θεωρούσε εκπρόσωπο μόνο για τις προσφορές και τη διαπραγμάτευση επιτοκίων, καταρρίπτεται από τις μετέπειτα ενέργειες αυτού και των συγκατηγορουμένων του που ελάμβαναν χώρα σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα. Αξιοσημείωτο εδώ, εκτός των άλλων, είναι και το ότι, κάθε φορά που η ΕΤΒΑ FINANCE έπρεπε να διαθέσει κάποια χρήματα για την κάλυψη αντίστοιχων αναγκών υπό εκκαθάριση εταιριών, δεν επικοινωνούσε με τους αρμοδίους υπαλλήλους της EUROBANK, αλλά πάντοτε με το Γ. Δ. και ο τελευταίος φρόντιζε με επιταγές που εξέδιδε, κατόπιν υποδείξεών του, η ΑΒΑΞ ΑΧΕ να τους διαβιβάζει τα χρήματα. Ενδεικτικό της στάσης τους αυτής και του προαναφερομένου σκοπού τους είναι και το γεγονός που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2001. Συγκεκριμένα στις 12-10-2001 ημέρα Παρασκευή συνεδρίασε με την προεδρία του α' η επιτροπή διαθεσίμων και προέβη στην ανανέωση "δήθεν" REPOS που είχε λήξει για ποσό 771.000.000 δρχ. Συντάχθηκε το οικείο πρακτικό που υπέγραψαν και τα τρία μέλη προκειμένου η συναλλαγή αυτή να εκτελεστεί την επόμενη Δευτέρα. Την ίδια ημέρα η ΕΤΒΑ FINANCE πληροφορείται ότι έπρεπε να καταβάλει στο ΙΚΑ για λογαριασμό της υπό εκκαθάριση εταιρίας ΕΛΒΙΚ για ένσημα των εργαζομένων της το ποσό των 205.000.000 δρχ. Ο Δ. Φ. επικοινωνεί με τον Δ. και του ζητά τις επόμενες ημέρες να διαβιβάσει στην ΕΤΒΑ FINANCE το εν λόγω ποσό. Ο τελευταίος προφασιζόμενος διάφορους προσωπικούς λόγους δηλώνει ότι αδυνατεί να τους εξυπηρετήσει. Ο Δ. Φ. ενημερώνει τη Γ. Σ. και εκείνη με τη σειρά της τον Σπ. Στεφανάτο που είχε απέλθει από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας. Την επόμενη Δευτέρα, ως να μη συνέβαινε κάτι το επιλήψιμο οι κατηγορούμενοι αυτοί αποφασίζουν να αναλάβουν το ποσό αυτό, από το τίμημα που είχε εισπραχθεί από την πώληση τις προηγούμενες ημέρες περιουσιακών στοιχείων άλλης υπό εκκαθάρισης εταιρίας με την επωνυμία ΑΕΒΑΛ, με το πρόσχημα ότι το ποσό τούτο θα το τοποθετήσουν σε REPOS με το γνωστό τρόπο. Προς τούτο, ο α' κατηγορούμενος με τη γνώση των άλλων δύο (β' και γ' κατηγορουμένων) προβαίνει σε συμπλήρωση του πρακτικού της επιτροπής διαθεσίμων της προηγούμενης Παρασκευής (12-10-01) με παραπομπή και μόνο την υπογραφή του, εν αγνοία των λοιπών μελών της, και προσαυξάνει το αρχικό ποσό της ανανέωσης των 771.000.000 δρχ. κατά 205.000.000 δρχ. Στη συνέχεια με το ψευδές τούτο κατά περιεχόμενο παραστατικό, ο τρίτος κατηγορούμενος, σε γνώση και της δεύτερης, προβαίνει στις αναγκαίες λογιστικές εγγραφές προκειμένου να δικαιολογήσει την εκταμίευση των χρημάτων από τα διαθέσιμα της ΑΕΒΑΛ και την τοποθέτηση αυτών δήθεν σε REPOS. Και σε άλλες περιπτώσεις ο α' κατηγορούμενος, εν γνώσει και των λοιπών (β' και γ') προκειμένου να συγκαλύψει την αδυναμία επιστροφής χρημάτων μετά τη λήξη δήθεν REPOS προέβη σε εικονική ανανέωση αυτών, συντάσσοντας τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις (όπως συνομολογεί) περί το τέλος Δεκεμβρίου 2001 σχετικά πρακτικά της επιτροπής διαθεσίμων, τα οποία υπέγραψε ο ίδιος. Τα παραστατικά δε αυτά, παρά τις ελλείψεις τους (μη υπογραφέντα από τα τρία μέλη της επιτροπής), τα δέχτηκε ο τρίτος με τη γνώση και της δεύτερης, ως νόμιμα και αληθή και με βάση αυτά, με τις υποδείξεις του οι υπάλληλοι του λογιστηρίου προέβησαν στις σχετικές εγγραφές. Εξάλλου ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της γνώσης και του σκοπού τους είναι και η συμπεριφορά που εκδήλωναν, κυρίως οι β' και γ' των κατηγορουμένων, όταν, υπάλληλοι του λογιστηρίου που προέβαιναν στις μετά από υποδείξεις του εγγραφές στα λογιστικά βιβλία ότι τα διαθέσιμα βρίσκονται στην EUROBANK, τους επεσήμαναν ότι με βάση τα παραστατικά έγγραφα που τους παρέδιδαν (καταθετήρια κ.λπ.) προέκυπτε ότι καταθέτης ήταν η Δ. Μ. καθώς και ότι δικαιούχος των ποσών δεν ήταν η μηνύτρια αλλά η ΑΒΑΞ ΑΧΕ, οι τελευταίοι τους καθησύχαζαν λέγοντας ότι η ΑΒΑΞ ΑΧΕ συνεργάζεται με την EUROBANK. Εξάλλου οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων α) ότι το ποσό των 403.000.000 δρχ. (επιστροφές εκ λάθους) δεν ανήκε στην ΕΤΒΑ FINANCE και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη και ως προς αυτό και β) τα λοιπά ως υπεξαιρεθέντα χρήματα, εκτός του ποσού των 62.000.000 δρχ. δεν ανήκαν κατά κυριότητα στην ΕΤΒΑ FINANCE αλλά στις επιμέρους υπό εκκαθάριση εταιρίες την οποία (εκκαθάριση) είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει η μηνύτρια με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται το έγκλημα του άρθρου 258 ΠΚ και συνακόλουθα και εκείνο του ν. 1608/1950, αλλά υπεξαίρεση προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα για τον πρώτο, διότι τα χρήματα αυτά είναι πολιτικοί καρποί των χρημάτων, που φέρονται να υπεξαιρέθηκαν από αυτούς το διάστημα από Ιανουάριο μέχρι και Ιούνιο 1998 (πράξη για την οποία δεν παραπέμφθηκαν διότι επέστρεψαν αυτά για τα οποία κρίθηκε ότι δεν ζημιώθηκε η μηνύτρια). Σύμφωνα όμως με το άρθρο 719 ΑΚ εφόσον διαχειρίστηκαν, με όποιο τρόπο τα χρήματα αυτά και εξαιτίας της "εν τοις πράγμασι" εντολής απέκτησαν το ποσό τούτο (403.000.000 δρχ.) κατά την εκτέλεση της (εντολής) ήταν υποχρεωμένοι να το επιστρέψουν. Εφόσον λοιπόν αρνήθηκαν να τα επιστρέψουν, ιδιοποιούμενοι αυτά, δεν αθέτησαν μόνο την υποχρέωσή τους από τη σύμβαση ή το νόμο αλλά διέπραξαν και την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (...). Όσον αφορά το δεύτερο, διότι για τη στοιχειοθέτηση των αξιοποίνων πράξεων των άρθρων 258 ΠΚ και ν. 1608/1950 δεν είναι αναγκαίο τα υπεξαιρεθέντα κινητά ή χρήματα να ανήκουν στο κράτος ή στα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς ή σε άλλον. Αρκεί ότι διαπιστεύθηκαν στο δράστη ως υπάλληλο (...). Ενόψει δε και του ότι α) το ποσό της υπεξαιρέσεως και η αντίστοιχη ως άνω ζημία της μηνύτριας είναι ιδιαίτερα μεγάλη [403.000.000 δρχ. ή 1.182.685,25 ευρώ και 10.761.476.888 δρχ. ή 31.581.737,02 ευρώ του κεφαλαίου, πλέον του ποσού των τόκων 142.197.489 δρχ. ή 417.307,40 ευρώ], β) η τέλεση της πράξεως από κοινού από τους κατηγορουμένους διήρκεσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα [ Απρίλιος 1998 έως τον Οκτώβριο 2001] και γ) η μηνύτρια ιδρύθηκε από το Δημόσιο και από τράπεζα, η οποία έχει την έδρα της στην ημεδαπή και συμμετέχει στη διοίκησή της, το δε συνολικό ποσό της ζημίας υπερβαίνει το ποσό των 147.000 ευρώ ή 50.000.000 δραχμών, η υπεξαίρεση αυτή σε βάρος της, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 "Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου". Πρέπει επομένως...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ` εξακολούθηση με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του ν. 1608/1950, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α. ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ήταν υπάλληλοι της μηνύτριας εταιρίας ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, θυγατρικής της ΕΤΒΑ, και ποια ακριβώς ιδιότητα είχαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, β. ότι η εν λόγω Τράπεζα περιλαμβάνεται στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ, γ. ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού, ήτοι με συναπόφαση και με κοινό δόλο, ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν στην ως άνω εταιρία, είτε ως κυρία αυτών είτε ως εντολοδόχο, προερχόμενα από την εκποίηση του ενεργητικού προβληματικών επιχειρήσεων, την ειδική εκκαθάριση των οποίων είχε ως μοναδικό αντικείμενο, είχαν δε περιέλθει στην κατοχή τους λόγω της παραπάνω υπαλληλικής τους ιδιότητας, δ. ότι, προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως, μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία και περιγράφονται λεπτομερώς και ε. ότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως, η οποία τελέστηκε κατ` εξακολούθηση, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, ενώ το όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στη μηνύτρια υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, οι δε κατηγορούμενοι εξακολούθησαν επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού, του οποίου το αντικείμενο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ιδιοποιήθηκαν συνολικά 403.000.200 + 10.761.476.888 = 11.164.496.888 δρχ.), οπότε συντρέχει εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγοι των αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συγκεκριμένα: Α) Ο αναιρεσείων Δ. Φ., με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεώς του, υποστηρίζει ότι ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1003 επ. ΚΠολΔ, στις οποίες παρέπεμπε η διάταξη του άρθρου 46 Α του ν. 1892/1990, για το λόγο ότι το πλείστον των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων, κατά το χρονικό διάστημα από 23.2.2000 μέχρι Οκτώβριο 2001, ποσών αποτελούσε το πλειστηρίασμα από την εκποίηση, σε δημόσιο πλειστηριασμό, του ενεργητικού των αναφερομένων προβληματικών επιχειρήσεων και ότι, συνεπώς, ανήκε, κατά κυριότητα, στις τελευταίες, οι οποίες ήταν και οι άμεσα παθούσες, και όχι στην ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, η οποία είχε αναλάβει την ειδική εκκαθάριση αυτών και ενεχόταν απέναντι αυτών, κατά τις διατάξεις του ΑΚ για την εντολή, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών που θα αναγγέλλονταν και την επιστροφή σ` αυτές του τυχόν περισσεύματος, ήταν δε απλή θεματοφύλακας του πλειστηριάσματος. Επομένως δε, αφού οι προβληματικές επιχειρήσεις δεν υπάγονταν στη διάταξη του άρθρου 263 Α ΠΚ, ως προς τα εν λόγω ποσά δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αμέσως παθούσα από το ένδικο έγκλημα είναι η ειδική εκκαθαρίστρια εταιρία ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ, η οποία και θα υπεχρεούτο να ικανοποιήσει, από το πλειστηρίασμα, τους δανειστές των προβληματικών επιχειρήσεων και να επιστρέψει το υπόλοιπο, και όχι οι επιχειρήσεις αυτές. Β) Για τον αυτό ως άνω λόγο είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος της αιτήσεως του αυτού αναιρεσείοντος, κατά το σημείο του δευτέρου σκέλους αυτού, με το οποίο υποστηρίζονται τα αυτά ως προς τα φερόμενα ως υπεξαιρεθέντα ποσά των 50.010.000 και 81.000.000 δρχ. της εκ λάθους επιστροφής, τα οποία προέρχονταν από επιστροφή κεφαλαίων των υπό εκκαθάριση προβληματικών εταιριών ΛΕΚΚΑΣ (το πρώτο) και ΠΟΡΣΕΛ και ΠΕΙΡΑΪΚΗ - ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ (το δεύτερο), καθώς και ο όγδοος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ., με τον οποίο υποστηρίζεται, επίσης, ότι τα ποσά που υπεξαιρέθηκαν δεν ανήκαν κατά κυριότητα στην ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και, επομένως, δεν εφαρμόζεται ο ν. 1608/1950. Γ) Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Δ. Φ., κατά το σημείο, με το οποίο υποστηρίζεται ότι δεν διευκρινίζεται αν τα φερόμενα ως υπεξαιρεθέντα ποσά των 50.504.734 και 222.000.000 δρχ. της εκ λάθους επιστροφής αφορούν διαθέσιμα προβληματικών εταιριών και ποιων ή ίδια κεφάλαια της ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και, έτσι, είναι ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, η οποία παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμο, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, παθούσα για το σύνολο των υπεξαιρεθέντων χρηματικών ποσών είναι η ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και όχι οι προβληματικές επιχειρήσεις και, επομένως, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να γίνει η διευκρίνιση αυτή. Δ) Ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως της Γ. Σ., κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το ότι δεν αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η πράξη τελέσθηκε "από κοινού" και δεν καθορίζεται η ενέργεια κάθε κατηγορουμένου, είναι αβάσιμος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, ενώ, με τις παραδοχές της αποφάσεως, αιτιολογείται επαρκώς ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες ενήργησαν με συναπόφαση και με κοινό δόλο. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο πρώτος πρόσθετος όμοιος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ.. Ε) Ο αυτός λόγος της αιτήσεως της Γ. Σ., κατά το σημείο, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο αξιολόγησε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα (περικοπές καταθέσεων μεμονωμένων μαρτύρων κατηγορίας), στα οποία στήριξε αποκλειστικά την κρίση του, παραλείποντας τη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας Π. Σ., Ι. Μ., Ι. Μ., Ι. Χ., Α., Γ. Γ., Δ. Κ. και υπερασπίσεως Γ. Γ. και Ν. Β., της απολογίας της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και των εγγράφων που είχε προσκομίσει αυτή, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ενώ από το ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανέκυπτε ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Ο αυτός λόγος, κατά τις υπόλοιπες αναφορές του (πλην ενός ζητήματος, για το οποίο θα λεχθεί σε επόμενη σκέψη της παρούσας), με τις οποίες γίνεται επίκληση εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στ) Ο αναιρεσείων Δ. Φ., με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του, υποστηρίζει ότι, όσον αφορά το ποσό των 403.020.000 δραχμών των εκ λάθους επιστροφών, δεν στοιχειοθετείται υπεξαίρεση, γιατί τα μερικότερα ποσά που το απαρτίζουν ήταν προϊόντα υπεραποδόσεως από την επένδυση στο χρηματιστήριο των κεφαλαίων των προβληματικών εταιριών και ανήκαν κατά κυριότητα στον Γ. Δ., στον οποίο και επέστρεψαν μέσω της μεθόδου των επιστροφών. Το γεγονός δε ότι ο Γ. Δ. (με τη συνδρομή των συγκατηγορουμένων του) αποσπά χρηματικά ποσά από την ΕΤΒΑ FINANCE και τα εκμεταλλεύεται στο Χρηματιστήριο συνιστά αδικοπραξία, η οποία παρέχει στην ΕΤΒΑ FINANCE ενοχική αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. σε συνδυασμό με 297 - 298 ΑΚ, αλλά και κατά τις διατάξεις για την εντολή, οι αξιώσεις, όμως, αυτές δεν θεμελιώνουν αυτομάτως κυριότητα της ΕΤΒΑ FINANCE και επί των ποσών των υπεραποδόσεων. Αλλά τα ποσά αυτά δεν ήταν αποδοτέα και γιατί αποκτήθηκαν "επ` ευκαιρία" της εντολής και όχι "από την εκτέλεσή της". Δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας, καταδικάζοντάς τον και για υπεξαίρεση του ως άνω ποσού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 719 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ορθά απορρίφθηκε ο σχετικός ισχυρισμός, που είχε προβληθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα χρηματικά αυτά ποσά εισήλθαν στο ταμείο της μηνύτριας εταιρίας, αναφέρεται δε ποια έπρεπε να είναι η νόμιμη ενέργεια των κατηγορουμένων, όταν διαπίστωσαν το λάθος, και τι έπραξαν εκείνοι, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Ως εκ περισσού δε αναφέρεται ότι τα χρήματα αυτά ήταν πολιτικοί καρποί των χρημάτων, που φέρονται να υπεξαιρέθηκαν από τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους το διάστημα από Ιανουάριο μέχρι και Ιούνιο 1998 (πράξη για την οποία δεν παραπέμφθηκαν διότι επέστρεψαν αυτά για τα οποία κρίθηκε ότι δεν ζημιώθηκε η μηνύτρια), αφού το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή, εφόσον διαχειρίστηκαν, με οποιονδήποτε τρόπο, τα ποσά αυτά (των 403.000.000 δρχ. συνολικά), εξαιτίας της "εν τοις πράγμασι" εντολής, απέκτησαν αυτά κατά την εκτέλεση της εντολής. Και τα ιδιοποιήθηκαν, από κοινού, παράνομα, παραδίδοντάς τα, με τον αναφερόμενο τρόπο, στον Γ. Δ.. Ζ) Για τους αυτούς λόγους κρίνεται αβάσιμος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του Σ. Σ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την επιστροφή του ποσού των 403.000.000 δρχ., καθώς και ότι ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα η διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ. Η) Οι τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως του ιδίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο αρκέστηκε μόνο σε ενδείξεις για την καταδικαστική του κρίση, χωρίς να διαλάβει την απαιτούμενη αιτιολογία, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτών, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμοι, γιατί, όπως αναφέρθηκε, η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη όσον αφορά και τις δύο φάσεις της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, την οποία τέλεσαν από κοινού οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1§1 ν. 1609/1950. Και Θ) ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του ιδίου, με τον οποίο αυτός αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη γιατί η πράξη της υπεξαιρέσεως ολοκληρώθηκε με την ιδιοποίηση των χρηματικών ποσών από τους συναυτουργούς Δ. και υπευθύνους των ABAX και EUROX, οι οποίοι αποδεδειγμένα ιδιοποιήθηκαν τα χρήματα της μηνύτριας ΕΤΒΑ FINANCE, ενώ τα παρεμβληθέντα από την έκδοση μέχρι την παράδοση της επιταγής πρόσωπα, όπως ο ίδιος, θα ήταν δυνατόν να κατηγορηθούν για απλή συνέργεια, εφόσον συνέτρεχε και το στοιχείο του δόλου, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο αναιρεσείων Σ. Σ. καταδικάστηκε για "από κοινού" με τους συγκατηγορουμένους του Γ. Σ. και Δ. Φ. τέλεση της πράξεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν και αυτός (ή μόνο ο Γ. Δ. και οποιοσδήποτε άλλος συναυτουργός του) ενθυλάκωσε μέρος των ποσών που υπεξαιρέθηκαν, ενώ, ο δόλος αυτού, παρά το ότι δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα και χωρίς να γεννάται καμιά αντίφαση ή ασάφεια. Ούτε ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως, όπως υποστηρίζει αυτός με τον ίδιο λόγο, το (μη ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στην έκβαση της δίκης) γεγονός ότι επί διετία σχεδόν υπέβαλλε στο Δ.Σ. αλλεπάλληλες εισηγήσεις για την εφαρμογή συστήματος εσωτερικού ελέγχου στην εταιρία, μετά από σύσταση της ελέγκτριας Grant Thornton, πλην, με ευθύνη του Προέδρου του Δ.Σ., αναβαλλόταν συνεχώς η λήψη αποφάσεως, με αποτέλεσμα να απολεσθεί η ευκαιρία αποκαλύψεως του σκανδάλου.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά μόνο, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων Σ. Σ., με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσαν οι συνήγοροί του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησαν να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. ε' ΠΚ, αφού α) μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου και καθ` όλη τη διάρκεια των ερευνών του ΣΔΟΕ και της εσωτερικής Επιτροπής της ΕΤΒΑ ήταν απολύτως συνεργάσιμος, β) κατά τη διάρκεια της 18μηνης φυλακίσεώς του (μετά την απολογία του στον Ανακριτή, όπου εθελουσίως παρουσιάστηκε) υπήρξε υπόδειγμα κρατουμένου, γ) αφότου αποφυλακίστηκε (μετά την παρέλευση του 18μήνου από την επιβολή της προσωρινής κρατήσεως) μέχρι το νέο εγκλεισμό του μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, ήτοι για διάστημα τριών και πλέον ετών, δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε παράπτωμα και διήγε φιλήσυχο οικογενειακό βίο και δ) κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή, μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα και διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους συγκρατουμένους του. Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Όσον αφορά τον ισχυρισμό όλων των κατηγορουμένων (και του αναιρεσείοντος Σ. Σ.) για τη συνδρομή στο πρόσωπό τους και του ελαφρυντικού του 84 παρ. 2 ε ΠΚ, η συγκεκριμένη συμπεριφορά πρέπει να εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσης του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς "επί πειθαρχική ποινή" και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι ελεύθερη στην κοινωνία όπως απέβλεψε ο νομοθέτης. Αλλά και τα περιστατικά της ζωής του στην κοινωνία δεν πρέπει να είναι απότοκα παθητικής (μη κακής στάσης) αλλά τέτοια θετικής συμπεριφοράς και οπωσδήποτε μη επηρεαζόμενα από την εκκρεμή ποινική δίκη. Έτσι λοιπόν η ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωση των κατηγορουμένων, αφενός κατά το διάστημα του εγκλεισμού τους στις φυλακές και αφετέρου το διάστημα που ήταν εκτός φυλακών, με το να μην απασχολήσουν τις διωκτικές αρχές ή την δικαιοσύνη, δεν είναι απότοκη ελεύθερης επιλογής τους αλλά παθητικής συμπεριφοράς, σαφώς επηρεαζόμενα από την εκκρεμή ποινική δίκη. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύονται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, περιστατικά τέτοια που να δικαιολογούν την προαναφερόμενη θετική συμπεριφορά τους, ώστε να δικαιούνται της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε ΠΚ". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκτίθεται ότι η καλή συμπεριφορά πρέπει να εκτείνεται για σχετικά μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, αλλά και ότι και η εκτός φυλακής καλή διαγωγή του αναιρεσείοντος δεν δικαιολογεί την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά συνιστούσαν παθητική συμπεριφορά που επηρεαζόταν από την εκκρεμή δίκη. Επομένως, οι μοναδικοί (πρώτος και δεύτερος), από το άρθρο 510§1 και 2 ΚΠοινΔ, λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί απέρριψε τον αυτοτελή του ισχυρισμό για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά και κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 84§2 στοιχ. ε ΠΚ, η οποία (διάταξη), για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, δεν διακρίνει μεταξύ κρατηθέντων και ελευθέρων και μεταξύ παθητικής και θετικής συμπεριφοράς, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, αυτοτελής ισχυρισμός, στον οποίο πρέπει να εκτείνεται η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, είναι και ο περί μεταβολής του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα από αυτουργίας σε απλή συνέργεια, αφού τυχόν παραδοχή του θα οδηγήσει στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ΠΚ (άρθρο 47§1 ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων Σ. Σ., δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων, πρόβαλε, επικουρικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι έπρεπε να καταδικασθεί ως απλός συνεργός σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία και όχι ως αυτουργός, αφού αφενός, κατά την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Μ., στην έρευνα που έγινε στα περιουσιακά στοιχεία του δεν βρέθηκε να έχει ενθυλακώσει χρήματα της ΕΤΒΑ FINANCE και αφετέρου η έκδοση επιταγών εκ μέρους του λάμβανε χώραν πριν από την τέλεση της πράξεως της υπεξαιρέσεως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, γιατί αφορά την ουσία της υποθέσεως, και το Δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει. Πάντως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τις οποίες ο αναιρεσείων αυτός ενήργησε με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή από 20.11.19977 και του Διευθύνοντος Συμβούλου από 19.3.1998 της μηνύτριας ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ και είχε κοινό δόλο με τους συγκατηγορουμένους του, συνάγεται ότι το Πενταμελές Εφετείο τον θεώρησε συναυτουργό της πράξεως και απέρριψε (σιωπηρά) τον ως άνω ισχυρισμό. Επομένως, ο έκτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Α ΚΠοινΔ, πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του ανωτέρω, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε ειδικά στον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, άλλως για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, οι οποίοι είχαν υποβληθεί εγγράφως και αναπτύχθηκαν και προφορικώς, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να απαντά μόνο στους αυτοτελείς και όχι και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι α) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950 για τα χρηματικά ποσά της Β' φάσης, γιατί αυτά, κατά το πλείστον, ανήκαν στις προβληματικές επιχειρήσεις και όχι στην ΕΤΒΑ FINANCE και β) δεν στοιχειοθετείτο η υπεξαίρεση των ποσών της Α' φάσης, που επεστράφησαν "εκ λάθους", και δη με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950, είναι αβάσιμος και απορριπτέος για το λόγο, για τον οποίο απορρίφθηκαν οι όμοιοι λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Δ. Φ.. Ο αυτός λόγος, κατά το σημείο με το οποίο υποστηρίζεται ότι δεν απαντήθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι δεν συνέτρεχαν οι ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1§1 ν. 1608/1950 για τα απολεσθέντα χρήματα της β' φάσης, ήτοι α) ο μακρός χρόνος εκτελέσεως του εγκλήματος, αφού η όλη δραστηριότητα εξαντλήθηκε σε χρονικό διάστημα 1 έτους και 7 μηνών (23.2.2000 μέχρι 25.9.2001) και β) η ιδιαίτερα μεγάλη αξία του αντικειμένου, αφού το απωλεσθέν ποσό ανήκε στις προβληματικές επιχειρήσεις, ενώ η μηνύτρια απώλεσε μόνο 62.329.121 δρχ., ενώ στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως και της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κρίσιμο μέγεθος τυγχάνει το "επιτευχθέν" και όχι το "επιδιωχθέν" όφελος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Διότι α) η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ότι η τέλεση της πράξεως διήρκεσε επί μακρό χρόνο, εφόσον, όπως εν προκειμένω, προσδιορίζεται το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και β) πέραν του ότι και η κρίση για το ότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία, εφόσον το μέγεθος της ζημίας από την υπεξαίρεση προσδιορίζεται, δεν ελέγχεται αναιρετικά, όπως ήδη έχει εκτεθεί αμέσως παθούσα από την πράξη αυτή, για το σύνολο των ποσών που υπεξαιρέθηκαν, είναι η μηνύτρια εταιρία και όχι οι προβληματικές επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Γ. Σ., δια του συνηγόρου της, υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και συγκεκριμένα για να αρθεί, με δικαστική απόφαση, το τραπεζικό απόρρητο και να διαταχθεί η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών να απευθυνθεί στα μέλη της, ώστε να πληροφορηθεί αυτή (αναιρεσείουσα) για την τύχη της υπ` αριθ. ... επιταγής, ποσού 20.000.000 δρχ., της 23.3.1999, που εκδόθηκε από την Τράπεζα Αττικής και από το με αριθ. 65 κατάστημά της και ιδιαίτερα το λογαριασμό, στον οποίο τελικά αυτή πιστώθηκε. Το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο, γιατί δεν έγινε επίκληση συνδρομής των προβλεπομένων από τις αντίστοιχες ποινικές διατάξεις προϋποθέσεων, υπό τις οποίες επιτρέπεται η άρση του απορρήτου, και το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, και μάλιστα να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση επ` αυτού. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε το αίτημα αυτό με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία έχει ως εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ν.δ. 1059/1971, όπως ισχύει, οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Όμως το άρθρο 3 του ίδιου νομοθετήματος προβλέπει τη διαδικασία άρσης του τραπεζικού απορρήτου, ορίζοντας: "εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά, από, αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος". Από την τελευταία διάταξη, σαφώς συνάγεται, ότι για την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων, πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αφενός τουλάχιστον βασίμων υπονοιών για τέλεση κακουργήματος και αφετέρου οι υπόνοιες αυτές πρέπει να αποδίδονται σε συγκεκριμένο πρόσωπο του οποίου το τραπεζικό απόρρητο καλύπτει τις καταθέσεις του. Ενόψει αυτών το αίτημα της κατηγορουμένης, με προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι απαράδεκτο ως αόριστο καθόσον δεν κατονομάζει συγκεκριμένο πρόσωπο για το οποίο και μόνο μπορεί να αρθεί απόρρητο. Αν ήθελε υποτεθεί ότι με την επαναδιατύπωση του αιτήματος, μετά την εξέταση του μάρτυρα Μ., ότι οι υπόνοιες αφορούν και αυτόν, δεν οδηγεί σε παραδοχή του αιτήματός της, καθόσον στον άνω μάρτυρα αποδόθηκε κατηγορία για συνέργεια σε υπεξαίρεση που αποδίδεται και στην αιτούσα, για την οποία (συνέργεια) ο πιο πάνω μάρτυρας απαλλάχτηκε με το βούλευμα, που παρέπεμψε τους λοιπούς, το οποίο και κατέστη αμετάκλητο". Επομένως, ο ως άνω μοναδικός λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Γ. Σ., κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο έβδομος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Σ., μετά την παραίτηση από αυτόν, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 476§1 εδ. α ΚΠοινΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολό τους, οι κρινόμενες αιτήσεις με τους προσθέτους λόγους της δεύτερης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7640/2009) αίτηση της Γ. Σ. του Λ., την από 30.9.2009 (με αριθ. πρωτ. 7650/2009) αίτηση του Σ. Σ. του Ε. μετά των από 24.2.2010 προσθέτων αυτής λόγων και την από 2.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7662/2009) αίτηση του Δ. Φ. του Χ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 725, 1065, 1194, 1196, 1361, 1560, 2042, 2043/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΕ", που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή