Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 527 / 2020    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 527/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - ΕυΑ. και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., 2. Γ. Μ. του Α., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, 3. Θ. Μ. Μ. του Ν., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Σταυριανάκη, 4. Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ράλλη, 5. Δ. Ζ. του Ε. και 6. Ε. Ζ. του Δ., κρατουμένων στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2062Α, 2099/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. πρωτ. 10465/2.10.2019, κοινή αίτηση αναίρεσης των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, στην υπ' αριθμ. πρωτ. 10409/1.10.2019 αίτηση αναίρεσης της 4ης αναιρεσείουσας και στην υπ' αριθμ. πρωτ. 10285/30.9.2019, κοινή αίτηση αναίρεσης του 5ου και 6ου αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1413/2019.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε: Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα: α) ως προς τη διάταξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων Δ. Ζ. και Ε. Ζ. για την μερικότερη πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία σε βάρος του Β. Α., β) ως προς τις διατάξεις της των επιβαρυντικών περιστάσεων της απάτης με προξενηθείσα ιδιαίτερα μεγάλη αξία, για τον κατηγορούμενο Δ. Ζ., της απάτης κατ' επάγγελμα και συνήθεια για τους κατηγορούμενους Γ. Μ., Μ. Μ., Θ. Μ. και Χ. Ζ. και της κλοπής από κοινού που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και κατ' επάγγελμα και συνήθεια, για τους κατηγορούμενους Δ. Ζ. και Ε. Ζ., γ) ως προς τη διάταξη της περί απόρριψης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ για τον κατηγορούμενο Γ. Μ. και δ) ως προς τις επιβληθείσες ποινές και συνολικές ποινές, Β) να απαλειφθεί από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις, Γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση και Δ) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες α) από 1-10-2019, με αριθμό γενικού πρωτ. 10465/2-10- 2019 κοινή αίτηση-δήλωση των Χ. Ζ. του Β., Γ. Μ. του Α. και Θ. Μ. του Ν., β) από 30-9-2019, με αριθμό γενικού πρωτ. 10409/1-10-2019, αίτηση-δήλωση της Μ. Μ. του Α. και γ) από 30-9- 2019, με αριθμό γενικού πρωτ. 10285/30-9-2019 κοινή αίτηση-δήλωση των Δ. Ζ. του Ε. και Ε. Ζ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2062Α, 2099/2018 καταδικαστικής απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να ερευνηθούν περαιτέρω.
Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας , ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του άνω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δεν ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Πολύ περισσότερο επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος, όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξεως από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 του ισχύσαντος πριν την 1-7-2019 ΠΚ, "1. Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ", ενώ, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 386 παρ. 1 του ισχύοντος από 1 -7-2019 νέου ΠΚ "Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Με τη νέα αυτή ρύθμιση καθιερώθηκε μία μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της απάτης, ήτοι αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, οσάκις η συνολική ζημία δεν υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό των 120.000 ευρώ, τιμωρείται υπό την ισχύ του νέου ΠΚ σε βαθμό πλημμελήματος και ως εκ τούτου η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης διάταξης του προϊσχύσαντος Π.Κ, καθόσον δεν προβλέπονται πλέον από αυτή τόσο η επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας όσο και η επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ. Περαιτέρω από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν διαφοροποιούνται ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης στην πλημμεληματική του μορφή, ευμενέστερη δε διάταξη, αφού οδηγεί στην επιεικέστερη από πλευράς ποινής μεταχείριση του κατηγορουμένου είναι αυτή του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του νυν ισχύοντος ΠΚ, καθόσον με αυτή προβλέπεται ποινή φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλαδή από 10 ημέρες έως 5 έτη και χρηματική ποινή, η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη για το χαρακτηρισμό του νόμου ως επιεικέστερου ή μη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, με την οποία διώχθηκαν και καταδικάστηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα, προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών έως 5 έτη. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του νέου ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Από υποκειμενική υπόσταση το ανωτέρω έγκλημα απαιτεί υπερχειλή δόλο, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου του δράστη ή άλλου, με βλάβη τρίτου (ΑΠ 378/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 στοιχ. ε' περ. α' σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 372 παρ. 1 α του ΠΚ, περί διακεκριμένης κλοπής, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκαν και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες Δ. Ζ. και Ε. Ζ., η κλοπή, δηλαδή η εκ μέρους του δράστη αφαίρεση ξένου (ολικά ή εν μέρει ) κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα (άρθρο 372 παρ. 1 α ΠΚ), "τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α) ...β)....γ)....δ) αν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια...", ενώ κατά την ίδια διάταξη (374) του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν : α).... β)....
ή γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της πράξεως της κλοπής δεν έχει αλλάξει αφού και πάλι κλοπή διαπράττει όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού από τις αναφερόμενες σ' αυτή περιπτώσεις διεκεκριμένων κλοπών απαλείφθηκε η ενδιαφέρουσα εν προκειμένω περίπτωση της τέλεσης της κλοπής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττον κλοπές καθώς και της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσής της, καταστάσα πλέον από κακούργημα πλημμέλημα εκτός αν η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω διάταξη (αρθρ. 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ) αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 5 του ισχύοντος από 18-11-2019 ν. 4637/2019 δια της εκ νέου προσθήκης σ' αυτή (ως περίπτωση δ') της περιπτώσεως δ' του άρθρου 374 του προϊσχύσαντος ΠΚ, σύμφωνα με την οποία με κάθειρξη έως δέκα έτη τιμωρείτο η κλοπή "αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες", ως δυσμενέστερη όμως για τους εν λόγω αναιρεσείοντες της αμέσως παραπάνω αναφερθείσας διάταξης, δεν δύναται να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα, και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται, τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 1821/2019). Το αδίκημα της κλοπής στη βασική του πλημμεληματική μορφή τιμωρείται πλέον με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 5 του ΠΚ, περί συμμορίας, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εγκληματική οργάνωση, επίσης καταδικάστηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για αν διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ...", ενώ κατά την παρ. 3 της ίδιας διάταξης (187) του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος...". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για τη μορφή της σύστασης για τη διάπραξη πλημμελήματος ευμενέστερη διάταξη, που οδηγεί στην επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, είναι αυτή του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, καθόσον αφενός μεν, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική έκθεση, δεν αναφέρεται πλέον η "ένωση" με άλλον για τη "διάπραξη" κακουργήματος και προβλέπεται ρητά ότι το έγκλημα τελείται όταν ο δράστης "οργανώνεται" με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα. Διευκρινίζεται με τον τρόπο αυτό ότι για να υπάρχει συμμορία δεν αρκεί απλή σύμπτωση βουλήσεων, αλλά απαιτείται σύσταση οργάνωσης, με στοιχειώδη έστω δομή, ενώ απαιτείται και η ύπαρξη συμφωνίας για την από κοινού τέλεση των αξιόποινων πράξεων, αφετέρου δε με αυτήν προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 ημερών έως 3 ετών, ενώ η προϊσχύσασα διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης 3 μηνών έως 5 ετών. Εξάλλου, κατά το άρθρο πρώτο του ν. 4620/2019 (ΦΕΚ A'96/l 1-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου ΚΠΔ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε το άρθρο 590 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ' του νέου ΚΠΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο ’ρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πράγμα που συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου (άρθρο 514 εδ. δ' περ. β' ΚΠΔ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, συνάγεται ότι ο ’ρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, συζητήθηκε όμως μετά την ημερομηνία αυτή (1-7-2019), στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της τελευταίας. Τέλος, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της απάτης. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, ενώ σύμφωνα με την ίδια διάταξη του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ "Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της αξιόποινης πράξης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθείσες εκθέσεις, αναγνωσθέντα έγγραφα, πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Από τις αρχές Αυγούστου του έτους 2011 έως τέλη Νοεμβρίου του 2012 περιήλθαν στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αττικής επώνυμες καταγγελίες ιδιωτών ότι στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, ομάδα Ελλήνων υπηκόων "ΡΟΜΑ" προσεγγίζει ηλικιωμένους, χρησιμοποιώντας μάλιστα δύο (2) IX αυτοκίνητα και με διάφορα προσχήματα τους αφαιρούσε διάφορα χρηματικά ποσά. Από την εν λόγω υπηρεσία συστήθηκε ειδική ομάδα προς εξακρίβωση των πληροφοριών και εντοπισμό των μελών της ομάδας. Περί ώρα 10:00 της 5-12-2012 από αστυνομικούς της ασφάλειας Αττικής εντοπίστηκε στο κέντρο των Αθηνών το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας HYUNDAI, χρώματος θαλασσί, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος Γ. Μ., με συνοδηγό την β' κατηγορουμένη Μ. Μ. και ακριβώς πίσω του το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας SMART, χρώματος κόκκινου, με οδηγό τον τρίτο κατηγορούμενο Θ. Μ. και συνοδηγό την τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., τα οποία κατευθύνονταν στην περιοχή του Πειραιά. Τα οχήματα κινήθηκαν μέχρι την 11:20 ώρα στην περιοχή του ... και συγκεκριμένα στις οδούς .... Κατά το διάστημα αυτό οι οδηγοί στάθμευαν τα αυτοκίνητα πλησίον ηλικιωμένων ατόμων και η τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., αποβιβαζόταν από το Ι.Χ.Ε που επέβαινε και υπό την επιτήρηση και εποπτεία του πρώτου, δεύτερης και τρίτου των κατηγορουμένων, πλησίαζε τα άτομα αυτά συνομιλούσε μαζί τους 2-5 λεπτά και μετά απομακρυνόταν. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι αυτοί κατευθύνθηκαν με τα ως άνω οχήματα στο κέντρο των Αθηνών και περί ώρα 12:15 στάθμευσαν αυτά στην οδό ..., έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA BANK". Οι δεύτερη και η τέταρτη των κατηγορουμένων Μ. Μ. και Χ. Ζ. αποβιβάστηκαν από το αυτοκίνητο και ενώ οι άλλοι δύο Γ. Μ. και Θ. Μ. επόπτευαν το χώρο αυτές προσέγγισαν την πεζή Ε. ’., γεννηθείσα το έτος 1933. Η κατηγορουμένη Χ. Ζ. παρέστησε ψευδώς ότι ήταν βοηθός της λογίστριας της παθούσας και ότι η τελευταία δήθεν δικαιούτο επιστροφή από την εφορία του χρηματικού ποσού των 15.000 ευρώ και της ζήτησε να καταβάλει προς τούτο το ποσό των 3.000 ευρώ, ώστε να εξοφληθεί το υποτιθέμενο παράβολο που απαιτείτο να εκδοθεί για την επιστροφή του ανωτέρω χρηματικού ποσού στην παθούσα. Συγχρόνως ο κατηγορούμενος Θ. Μ. του Ν., προσποιήθηκε ότι συνομιλούσε τη στιγμή εκείνη στο τηλέφωνο με τη λογίστρια της παθούσας, με σκοπό να την πείσει να καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Η πράξη όμως δεν ολοκληρώθηκε, καθόσον η παθούσα δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις και δεν κατέβαλε το χρηματικό ποσό που της ζητούσαν, ενώ οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν από αστυνομικούς της ασφάλειας Αθηνών, οι οποίοι τους παρακολουθούσαν καθ' όλη τη διαδρομή. Στη συνέχεια διενεργήθηκε έρευνα από τους αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής σχετικά με τα οχήματα που επέβαιναν οι κατηγορούμενοι και διαπιστώθηκε ότι το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε όχημα ήταν ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "..." είχε μισθωθεί από τον Χ. Μ., που ήταν κατηγορούμενος στον πρώτο βαθμό και αθωώθηκε, σύμφωνα με το από 13-11-12 δελτίο εκμίσθωσης αυτοκινήτου, ενώ το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε ήταν ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης Χ. Ζ.. Περαιτέρω αποδείχτηκε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι χρησιμοποιώντας τα ως άνω αυτοκίνητα είτε ως ζεύγη, είτε τρεις μαζί ή και κατά μόνας με άλλα άγνωστα άτομα προσέγγιζαν παθόντες και προσπαθούσαν ακολουθώντας τον ίδιο τρόπο δράσης να τους αποσπάσουν διάφορα χρηματικά ποσά. Οι ως άνω κατηγορούμενοι δηλαδή με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, εμφανιζόμενοι ως δήθεν υπάλληλοι της εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων των παθόντων, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή οι συγγενείς τους χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους σκόπευαν να τους επιβιβάσουν στα ΙΧΕ αυτοκίνητα και να τους μεταφέρουν στη συνέχεια στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα ώστε να τους αποσπάσουν παρανόμως διάφορα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα προέκυψε : 1) Στις 26-11-2012 και περί ώρα 12:00 στην περιοχή ..., στη συμβολή των οδών ..., οι κατηγορούμενοι Γ. Μ., Θ. Μ. και Χ. Ζ., επιβαίνοντες του με αριθμό. κυκλοφορίας ... με οδηγό των Γ. Μ., προσέγγισαν το σημείο επί της συμβολής των οδών ...υ που βρισκόταν πεζός ο Σ. Ι. του Ε., γεν. την 1-12-1934. Ο κατηγορούμενος Γ. Μ. αποβιβάστηκε του αυτοκινήτου προκειμένου να εποπτεύσει τον περιβάλλοντα χώρο, οι δε άλλοι δύο, πλησίασαν με το αυτοκίνητο, με οδηγό πλέον τον Θ. Μ. και παρέστησαν ψευδώς στον παθόντα Ι. Σ. ότι έχει να λάβει χρηματική επιστροφή από την εφορία και του ζήτησαν το συνολικό ποσό των 500 ευρώ για τη δήθεν έκδοση παραβόλου επιστροφής των χρημάτων που δικαιούτο. Μάλιστα ο Θ. Μ. προσποιήθηκε ότι μιλάει στο τηλέφωνο στο γιό του προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους και προκειμένου να τον πείσει να τους δώσει το άνω ποσό με σκοπό να το ιδιοποιηθούν και οι τρεις κατηγορούμενοι από κοινού παράνομα. Πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε επειδή ο ανωτέρω παθών δεν πείσθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις τους και αρνήθηκε να τους καταβάλει τα χρήματα. Ο παθών όπως προκύπτει από την από 5-2-2013 έκθεση κατ' αναπαράσταση εξέτασης ενώπιον του 10ου τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναγνώρισε κατηγορηματικά τον Θ. Μ. και Χ. Ζ., ως τους δράστες της σε βάρος του απόπειρας απάτης. Η συμμετοχή του κατηγορουμένου Γ. Μ. προκύπτει από το γεγονός ότι το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, είχε μισθωθεί στην πραγματικότητα όχι από τον Χ. Μ., αλλά από τον ίδιο, παρουσιαζόμενος στην εκμισθώτρια εταιρία με τα στοιχεία του Χ. Μ.υ, αυτός ήταν που οδηγούσε το αυτοκίνητο και στην προαναφερόμενη απάτη κατά της A. Ε. και οπωσδήποτε αυτός ήταν το τρίτο πρόσωπο στο οποίο τηλεφώνησε ο Θ. Μ. και συνομίλησε μαζί του, ως δήθεν υιός του παθόντος. 2) Στις 13-1-2012 και περί ώρα 11:30 στην περιοχή ..., επί της οδού ... 12-14, οι κατηγορούμενοι Θ. Μ. και Χ. Ζ., επιβαίνοντες στο υπ' αριθ ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, τύπου SMART, που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς, ιδιοκτησίας της κόρης του Χ. Μ., προσέγγισαν την Ε. Ν. του Γ., γεν. την 18-1-1929 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιός της Κ. οφείλει στην εφορία το ποσό των 6.000 ευρώ, την οδήγησαν στην οικία της με το αυτοκίνητο προκειμένου η παθούσα να πάρει μαζί της το τραπεζικό βιβλιάριο της και ακολούθως την πείσανε να μεταβούν μαζί στο υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην περιοχή των ... και να τους καταβάλει χωρίς νόμιμη αιτία, μετά την ανάληψη που πραγματοποίησε, το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ. Στη συνέχεια μετέβησαν μαζί με την παθούσα στο υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην περιοχή του ... όπου με την ίδια προσχηματική αιτία της ζήτησαν να τους καταβάλει το ποσό των 4.000 ευρώ. Όμως η πράξη αυτή δεν ολοκληρώθηκε διότι η υπάλληλος της Τράπεζας αντελήφθη ότι προσπαθούσαν να την εξαπατήσουν και ειδοποίησε την αστυνομία, οι δε ως άνω δράστες τράπηκαν σε φυγή. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την Χ. Ζ. ως μία εκ των δραστών στην προανάκριση με την από 5-11-2012 έκθεση αναγνώρισης του υπαστυνόμου Ι. Σ. του Τ.Α Αθηνών. Επίσης με την από 5-2-2013 έκθεση κατ' αντιπαράσταση εξέτασης ενώπιον του 10ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών αναγνώρισε ως δράστες και τους δύο ως άνω κατηγορουμένους. Το γεγονός ότι κατά την προανάκριση δεν αναφέρεται ότι αναγνώρισε και τον Θ. Μ., δεν αναιρεί την αναγνώριση αυτού ενώπιον του Ανακριτή ως ένα εκ των δραστών της εναντίον της απάτης, διότι κατά την προανάκριση δεν της επέδειξαν προσωπικά τον ως άνω κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείσει την αναγνώρισή του, ενώ κατά την κατ 'αντιπαράσταση εξέταση προέβη σε πιο προσεκτική παρατήρηση αυτού και εκ του σύνεγγυς. ’λλωστε η συμμετοχή του τελευταίου στην εν λόγω πράξη ενισχύεται και από το γεγονός ότι έδρασε μαζί με την Ζ. Χ., οδηγώντας το αυτό αυτοκίνητο, κόκκινου χρώματος, όπως καταθέτει η Ν. Ε. στην από 13-11-2012 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον της Αστ/κου Τ.Α ... Ε. Κ., που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, χωρίς αντίρρηση από τους κατηγορουμένους, όπως ακριβώς είχαν δράσει και στην περίπτωση της ’. Ε., 3) Στις 1-11-2012 και περί ώρα 10:30 στην περιοχή ..., επί της οδού ... οι κατηγορούμενοι Γ. Μ. και Χ. Ζ., επιβαίνοντες στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς, προσέγγισαν τη Δ. Σ. του Δ., γεννηθείσα στις 2-12-1932, και αφού η τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ. της παρέστησε ψευδώς ότι ήταν πρόσωπο με στοιχεία "Κ. Δ.", την οποία η παθούσα γνώριζε από το παρελθόν ότι εργαζόταν ως εφοριακή υπάλληλος καθώς και ότι ο γιός της παθούσας δικαιούτο επιστροφή από την εφορία συνολικού χρηματικού ποσού 22.000 ευρώ και ότι έπρεπε προς τούτο να εκδοθούν χρηματικά παράβολα την μετέπεισαν από κοινού και τους κατέβαλλε στην οικία της το χρηματικό ποσό των 1.200 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα. Στη συνέχεια τη μετέφεραν με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, όπου ο Γ. Μ. της συστήθηκε ως Διευθυντής της εφορίας, στην οποία δήθεν εργαζόταν η Χ. Ζ. και προσποιούμενη ότι επικοινωνούσε τηλεφωνικά με το γιό της παθούσας, την έπεισαν να μεταβούν μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας την περιοχή ... όπου η παθούσα αφού πραγματοποίησε ανάληψη χρηματικού ποσού 5.000 ευρώ το παρέδωσε στους δράστες χωρίς νόμιμη αιτία και το οποίο ιδιοποιήθηκαν από κοινού παρανόμως. Μετά την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού ποσού εγκατέλειψαν την παθούσα στην τράπεζα και εξαφανίστηκαν. Η παθούσα αναγνώρισε τόσο στην προανάκριση όσο και ενώπιον του Ανακριτή την κατηγορούμενη Χ. Ζ. ως μία εκ των δραστών, χωρίς όμως να αποκλείει ρητά την αναγνώριση του Γ. Μ.. Από την περιγραφή όμως που έδωσε στην από 1-11-2012 προανακριτική της κατάθεση ενώπιον του Υπαστυνόμου Β' Σ. Λ. του Τ.Α Αγίου Παντελεήμονα, που αναγνώσθηκε χωρίς αντίρρηση των κατηγορουμένων, όπου τον περιγράφει ως μελαχρινό με μικρό μούσι, που πράγματι είναι χαρακτηριστικό του κατηγορουμένου, προκύπτει χωρίς αμφιβολία η συμμετοχή του στην άνω πράξη, 4) Στις 1- 8-2012 και ώρα 11: 30 στην περιοχή της ..., επί της οδού ..., οι κατηγορούμενοι Γ. Μ. και Μ. Μ., επιβαίνοντες στο υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς, προσέγγισαν την Π. Σ. του Γ., που γεννήθηκε στις 1-5-1935 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν φιλική σχέση με την κόρη της Μ. Σ. και προφασιζόμενοι εκείνη τη στιγμή τηλεφωνική συνομιλία με την κόρη της παθούσας της ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Η παθούσα τους κατέβαλε το ποσό των 30 ευρώ που είχε στην κατοχή της και ακολούθως μετέβησαν μαζί με το αυτοκίνητο στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, στην ..., όπου και έπεισαν την παθούσα να πραγματοποιήσει ανάληψη χρηματικού ποσού 15.000 ευρώ. Πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε, επειδή οι υπάλληλοι της Τράπεζας αντιλήφθηκαν την απόπειρα εξαπάτησης της παθούσας και την ενημέρωσαν και οι δράστες τράπηκαν σε φυγή. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ως τους δράστες της σε βάρος της πράξης τους ως άνω κατηγορούμενους, 5) Στις 13-6-2012 και περί ώρα 9: 10, στην περιοχή Κολωνού επί της οδού ..., οι κατηγορούμενοι Γ. Μ. και Μ. Μ., επιβαίνοντες στο υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, προσέγγισαν τον Θ. Α. του Φ., γεν στις 30-11-1922 και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν φιλική σχέση με την κόρη του Χ. και ότι η τελευταία τους όφειλε χρήματα και ότι έπρεπε να τα εξοφλήσει ο ίδιος ο παθών, προφασιζόμενοι εκείνη τη στιγμή τηλεφωνική επικοινωνία με την κόρη του παθόντος, του ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ με σκοπό να το ιδιοποιηθούν από κοινού παράνομα. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι μετέφεραν τον παθόντα στην οικία του για να πάρει το βιβλιάριο και την ταυτότητά του και στη συνέχεια μετέβηκαν όλοι μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή του ..., όπου ο παθών προέβη σε ανάληψη ποσού 1.800 ευρώ που το παρέδωσε στους δράστες. Ο παθών αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον ένα εκ των δραστών της σε βάρος του απάτης τόσο στην προανάκριση όσο και ενώπιον του Ανακριτή κατά την κατ' αντιπαράσταση εξέταση. Την κατηγορουμένη Μ. Μ. αναγνώρισε ως τη δράστιδα της σε βάρος του παράνομης πράξης κατά την κατ' αντιπαράσταση εξέταση ενώπιον του Ανακριτή. Η κρίση του Δικαστηρίου για συμμετοχή της άνω κατηγορουμένης στην αναφερόμενη πράξη δεν αναιρείται από το γεγονός ότι προανακριτικά ο παθών είχε αναγνωρίσει ως δράστιδα τη Χ. Ζ., διότι η αναγνώριση αυτή έγινε από φωτογραφίες, ενώ ενώπιον του Ανακριτή ήρθε σε προσωπική επαφή με τη δράστιδα και σε πιο προσεκτική παρατήρηση , 6) Στις 8-8-2012 και περί ώρα 11: 00 στο ... και στην περιοχή ..., ο κατηγορούμενος Θ. Μ., επιβαίνοντας στο Ι.Χ αυτοκίνητο, ανοικτού χρώματος, ακολουθούμενος από το υπ' αριθ κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, μάρκας TOYOTA COROLLA, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Κ. Ν., οδηγούμενο από τον ίδιο με συνεπιβάτη πρόσωπο που δεν διακριβώθηκε από την ανάκριση προσέγγισαν την Φ. Λ. του Δ., γεν την 20-1-1930. Τότε ο κατηγορούμενος Θ. Μ. της παρέστησε ψευδώς ότι είχε φιλική σχέση με τον ανιψιό της Π. Λ., ότι γνώριζε τον κουνιάδο της και τα παιδιά του κουνιάδου της και προφασίστηκε τη στιγμή εκείνη τηλεφωνική συνομιλία με τον ανιψιό της παθούσας, με περιεχόμενο ότι έπρεπε η παθούσα να του εξοφλήσει μία παραγγελία ηλεκτρονικών ειδών, αξίας 5.000 ευρώ, στην οποία είχε δήθεν προβεί ο ανιψιός της, με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το χρηματικό ποσό όλα τα ως άνω πρόσωπα από κοινού. Ακολούθως, αφού μετέφερε την παθούσα στην οικία της, προκειμένου αυτή να πάρει το τραπεζικό βιβλιάριο της, μετέβη, ακολουθούμενος από το TOYOTA COROLLA, στα υποκαταστήματα της Εμπορικής Τράπεζας και της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή της ...), όπου η παθούσα υπό την επιτήρηση του άγνωστου συνεπιβάτη του Κ. Ν., πραγματοποίησε διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών 5.000 ευρώ συνολικά, το οποίο ο Θ. Μ. την έπεισε να του το παραδώσει και στη συνέχεια το ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα. Η παθούσα αναγνώρισε τον Θ. Μ. ως το πρόσωπο που την εξαπάτησε τόσο στην προανάκριση όσο και ενώπιον του Ανακριτή. Ο δε διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας ..., αντιλαμβανόμενος ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει, ακολούθησε τον άγνωστο που επιτηρούσε την παθούσα και τον είδε να επιβιβάζεται στο TOYOTA COROLLA, του οποίου συγκράτησε τον αριθμό, όπου τον ανέμενε συνεπιβάτης, 7) Στις 3-11-2012 και περί ώρα 11:00 στο ... στη συμβολή των οδών ..., ο κατηγορούμενος Γ. Μ., οδηγώντας I.X αυτοκίνητο, ανοικτού χρώματος, με συνεπιβάτες τις κατηγορούμενες Μ. Μ. και Ζ. Χ., προσέγγισε την πεζή Π. Μ. του Α. γεννηθείσα την 28-11-1923 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της Ε., δικαιούτο χρηματική επιστροφή από την εφορία συνολικού ποσού 10.000 ευρώ και ότι έπρεπε προς τούτο να πληρώσει παράβολα, της ζήτησαν χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι παράνομα. Ακολούθως, προσποιούμενη τηλεφωνική συνομιλία με την κόρη της παθούσας, η οποία δήθεν συμφωνούσε να προβεί η μητέρα της στην τραπεζική ανάληψη, μετέβησαν στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην περιοχή ... (οδός ...) και η παθούσα, αφού πραγματοποίησε ανάληψη χρηματικού ποσού 4.600 ευρώ τους το παρέδωσε και αυτοί το ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα στην προανάκριση το Γ. Μ. ως ένα εκ των δραστών της σε βάρος της απάτης. Η περιγραφή δε που έδωσε για τις δύο γυναίκες, που ήταν μαζί με το Γ. Μ., αντιστοιχεί στην εξωτερική εμφάνιση των δύο ως άνω κατηγορουμένων. Και ναι μεν η παθούσα ενώπιον του ανακριτή αναίρεσε το ότι ο δράστης της απάτης ήταν ο Γ. Μ., πλην όμως κρίνεται πειστική η αναγνώριση αυτού στην προανάκριση διότι ήταν ανεπιφύλακτη και πολύ κοντά στο χρόνο τέλεσης της πράξης και δεν δικαιολογείται έτσι η μεταστροφή της κατάθεσής της στον ανακριτή, χωρίς να κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός της ότι η αναγνώριση έγινε από φωτογραφία αφού τότε τον είχε αναγνωρίσει χωρίς κανένα ενδοιασμό, 8) Στις 1-8-2012 και περί ώρα 11:30, στην ... στη συμβολή των οδών ..., ο κατηγορούμενος Γ. Μ., οδηγώντας το υπ' αριθ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη την κατηγορούμενη Ζ. Χ., προσέγγισαν τη Γ. Μ. του Δ. γεν. την 30-7-1941 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της είχε διάφορα χρέη στην εφορία της ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 850 ευρώ για την εξόφλησή τους με σκοπό να το ιδιοποιηθούν από κοινού παράνομα. Ακολούθως μετέφεραν την παθούσα στην οικία της επί της οδού ... στην ... όπου και τους παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 850 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν και οι δύο από κοινού παράνομα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τους δύο ως άνω κατηγορούμενους ως δράστες της σε βάρος της απάτης, 9) Στις 12-9-2012 και περί ώρα 11:30, στα ... επί της οδού ..., ο κατηγορούμενος Γ. Μ., μαζί με μία άλλη γυναίκα τα στοιχεία της οποίας δεν διακριβώθηκαν προσέγγισαν τη Μ. Ε. του Ε., γεν στις 22-7-1935 και αφού της παραστήσανε ψευδώς ότι ο γιός της είχε χρέος ποσού 720 ευρώ στην εφορία και ότι έπρεπε να το εξοφλήσει με οποιονδήποτε τρόπο, της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα ή αντικείμενα αξίας για την εξόφληση του χρέους του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα με Ι.Χ αυτοκίνητο στην οικία της, όπου και τους παρέδωσε, προς εξόφληση του δήθεν χρέους του γιού της στην εφορία, δύο (2) χρυσές αλυσίδες καρπού, μία (1) χρυσή αλυσίδα λαιμού και ένα (1) επίχρυσο ρολόι, συνολικής αξίας 2.000 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν παράνομα από κοινού. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τον κατηγορούμενο Γ. Μ. στην προανάκριση ως ένα εκ των δραστών της σε βάρος της απάτης. Και ναι μεν ενώπιον του ανακριτή δεν αναγνώρισε με βεβαιότητα κανένα από τους κατηγορούμενους ως τον δράστη της άνω πράξης, πλην όμως η αναγνώρισή της κατά την προανάκριση κρίνεται πειστική, διότι ήταν πολύ κοντά στο χρόνο της πράξεως και έγινε ανεπιφύλακτα, 10) Στις 24-6-2012 και περί ώρα 12:00 στα ..., στην οδό ..., ο κατηγορούμενος Γ. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη γυναίκα τα στοιχεία της οποίας δεν διακριβώθηκαν, προσέγγισαν την Ι. Κ. του Ν., γεν. την 11-12-1936 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι γνώριζαν συγγενικά της πρόσωπα και συγκεκριμένα τους γιούς της Μ. και Ν. και ότι είχε έρθει επιστροφή από την εφορία, ύψους 7.000 ευρώ, αλλά έπρεπε να πληρωθεί παράβολο ύψους 1.500 έως 2.000 ευρώ, την πείσανε να τους καταβάλει το ποσό των 1.200 ευρώ και διάφορα χρυσαφικά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Ακολούθως τη μετέφεραν με το αυτοκίνητο στην οικία της, όπου τους παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 1.200 ευρώ και διάφορα χρυσαφικά, που ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα κατά την προανάκριση τον κατηγορούμενο Γ. Μ.. Και ναι μεν ενώπιον του Ανακριτή δεν αναγνώρισε με βεβαιότητα κάποιο από τους κατηγορουμένους, πλην όμως η αναγνώριση στην προανάκριση κρίνεται πειστική διότι ήταν πολύ κοντά στο χρόνο τελέσεως της πράξεως και ήταν ανεπιφύλακτη, 11) Στις 11-10- 2012 και περί ώρα 12:00, στον ... ο κατηγορούμενος Θ. Μ., επιβαίνοντας στο υπ' αριθ ... Ι.Χ αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη την κατηγορούμενη Μ. Μ., προσέγγισαν την Μ. Τ. του Π., που γεννήθηκε το έτος 1930 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιός της Ν., δικαιούται επιστροφής χρηματικού ποσού 26.000 ευρώ από την εφορία και ότι έπρεπε προς τούτο η παθούσα να πληρώσει κάποια παράβολα, της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και οι δύο από κοινού. Ακολούθως, αφού επιβίβασαν στο αυτοκίνητο την παθούσα, την μετέφεραν στην οικία της, προκειμένου να πάρει την ταυτότητα και το τραπεζικό βιβλιάριο της και στη συνέχει τη μετέφεραν σε δύο (2) υποκαταστήματα της Αγροτικής Τράπεζας, ήτοι στον ... (οδ ...) και στο ..., όπου η παθούσα προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις, συνολικού ποσού 9.200 ευρώ, που το παρέδωσε στους άνω κατηγορουμένους, οι οποίοι το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την κατηγορούμενη Μ. Μ.,ως μία εκ των δραστών της εναντίον της απάτης τόσο προανακριτικά όσο και ενώπιον του ανακριτή. Η συμμετοχή του Μ. Θ. προκύπτει, τόσο από την περιγραφή της παθούσας, όσο και από το αυτοκίνητο που οδηγούσε, κόκκινου χρώματος όπως καταθέτει η παθούσα, όπως και το ως άνω αυτοκίνητο, μάρκας Smart, ιδιοκτησίας της κόρης του που είχε χρησιμοποιήσει και στην απόπειρα απάτης εναντίον της ’. Ε., 12) Στις 25-6 -2012 και ώρα 10:00-12:00, στα ... στην οδό ..., η κατηγορούμενη Ζ. Χ., προσέγγισε την Μ. Γ. του Λ. γεν την 15-10-1926 και αφού της παρέστησε ψευδώς ότι η κόρη της Ε., όφειλε στην εφορία το ποσό των 7.400 ευρώ, της ζήτησε να της καταβάλει χρήματα προς εξόφληση του δήθεν χρέους της κόρης της. Ακολούθως, μετέβησαν στην οικία της παθούσας στην οδό ..., όπου παρέδωσε η παθούσα στην άνω δράστιδα το ποσό των 200 ευρώ και πήρε το βιβλιάριο της της Αγροτικής Τράπεζας και στη συνέχεια την οδήγησε σε ένα αυτοκίνητο, όπου ανέμεναν δύο άτομα, ένας άνδρας και μία γυναίκα, τα στοιχεία των οποίων δεν διακριβώθηκαν και την οδήγησαν στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της οδού ..., όπου η παθούσα έκανε ανάληψη ποσού 7.400 ευρώ, που παρέδωσε στην άνω κατηγορούμενη, η οποία όπως και το ποσό των 200 ευρώ το ιδιοποιήθηκε παράνομα από κοινού με τα ως άνω άγνωστα πρόσωπα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τη Χ. Ζ., ως μία από τους δράστες της σε βάρος της απάτης, 13) Στις 26-11-12 και περί ώρα 12:00 στον ... Αττικής στην οδό ... η κατηγορουμένη Χ. Ζ., προσέγγισε την Κ. Θ. του Δ., γεν στις 3-12-1937 και αφού της παρέστησε ότι ο γιός της όφειλε στην εφορία το ποσό των 6.000-7.000 ευρώ, και προσποιούμενη τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, της ζήτησε να καταβάλει χρήματα, προς εξόφληση της οφειλής αυτής. Στη συνέχεια την οδήγησε στην οικία της όπου η παθούσα πήρε το τραπεζικό της βιβλιάριο της Αγροτικής Τράπεζας και την ταυτότητά της. Ακολούθως μετέβησαν σε Ι.Χ αυτοκίνητο, όπου στη θέση του οδηγού ανέμενε άνδρας, αγνώστων στοιχείων και τη μετέφεραν στο υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στο ... (οδός ...), όπου με τη βοήθεια άγνωστης γυναίκας, που της σύστησε η Χ. Ζ., πραγματοποίησε ανάληψη ποσού 7.000 ευρώ, που παρέδωσε στην ως άνω δράστιδα, η οποία τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως από κοινού με τα προαναφερόμενα δύο πρόσωπα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τόσο στην προανάκριση όσο και στην ανάκριση τη Χ. Ζ. ως μία εκ των δραστών της σε βάρος της απάτης, 14) Στις 27-8-2012 και περί ώρα 10:00 στον ... Αττικής, στην οδό ..., ο Θ. Μ., οδηγώντας Ι.Χ αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη τη Μ. Μ., προσέγγισαν την Ε. Σ. του Σ., γεν στις 23-6- 1925 και αφού της παρέστησαν ότι είναι γνωστοί της και ότι η αδελφή της χρωστούσε στην εφορία το ποσό των 1.500 ευρώ, για το οποίο κινδύνευε με κατάσχεση η περιουσία της, ζήτησαν από την παθούσα να τους καταβάλει χρήματα προς εξόφληση της άνω οφειλής. Ακολούθως και αφού ο Θ. Μ. προσποιήθηκε τηλεφωνική συνομιλία με την αδελφή της παθούσας, μετέφεραν την τελευταία στην οικία της, όπου τους παρέδωσε το ποσό των 700 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τόσο στην προανάκριση, όσο και στην ανάκριση τους δύο ως άνω κατηγορουμένους, ως δράστες της σε βάρος της απάτης, 15) Στις 20-7-2012 και περί ώρα 11:00 στην ..., στην οδό ... ο Γ. Μ. μαζί με ένα άλλο άγνωστο άτομο, επιβαίνοντες σε Ι.Χ αυτοκίνητο λευκού χρώματος προσέγγισαν τη Γ. Α. του Κ., που γεννήθηκε στις 22-5-1933 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν λογιστές του γιού της και ότι ο τελευταίος τους όφειλε χρήματα, της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα, προς εξόφληση της άνω οφειλής. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα στην οικία της, όπου τους παρέδωσε το ποσό των 400 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα. Η παθούσα αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τόσο κατά την προανάκριση, όσο και στην ανάκριση τον κατηγορούμενο ως ένα εκ των δραστών της σε βάρος της απάτης, 16) Στις 24-7-2012 και περί ώρα 11:00 στον ..., επί της οδού ... οι κατηγορούμενοι Γ. Μ., Δ. Ζ. και Ό. Ζ., προσέγγισαν τον Σ. Χ. του Γ., γεν στις 13-5-1934 και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν εφοριακοί υπάλληλοι και η κόρη του Φ. χρωστούσε χρήματα στην εφορία, τον πείσανε να παραλάβει από την οικία του το τραπεζικό βιβλιάριο καταθέσεών του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο καθώς και την αστυνομική ταυτότητά του, ώστε να εξοφλήσει τα χρέη της κόρης του Φ.ς και να επιβιβασθεί αρχικά στο ... Ι.Χ επιβατικό αυτοκίνητο μάρκας FORD Focus, ιδιοκτησίας του Γ. Μ., που οδηγούσε ο ίδιος, ενώ ακολουθούσαν επιβαίνοντες στο ... IX μάρκας MERCEDES χρώματος ασημί, ιδιοκτησίας Δ. Ζ., ο Δ. Ζ. και Ό. Ζ. και άγνωστο άτομο οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, μάρκας FORD Focus, ιδιοκτησίας της Ό. Ζ. και μετέβησαν στο κατάστημα Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, εντός των ΕΛ.ΤΑ ..., όπου πραγματοποίησε ανάληψη ποσού 1.000 ευρώ. Στη συνέχεια επιβιβάστηκε στο ... Ι.Χ MERCEDES, ενώ ακολουθούσαν τα άλλα δύο αυτοκίνητα και μετέβησαν στο υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων επί της οδού Κλαυθμώνος. Εκεί αφού στάθμευσαν και τα τρία οχήματα ο παθών με τη συνοδεία του Δ. Ζ. και της Ό. Ζ. μετέβησαν στο υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου της οδού ..., όπου ο παθών έκανε ανάληψη χρηματικού ποσού 15.000 ευρώ. Στη συνέχεια μετέβησαν διαδοχικά στα υποκαταστήματα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην πλατεία Κάνιγγος και στην οδό ..., όπου ο παθών πραγματοποίησε αναλήψεις 5.000 και 2.000 ευρώ αντίστοιχα. Συνολικά ο παθών ανέλαβε το ποσό των (1.000 +15.000+ 5.000+2.000) 23.000 ευρώ, το οποίο παρέδωσε στους άνω κατηγορουμένους, που το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Ο παθών αναγνώρισε ανεπιφύλακτα, τόσο στην προανάκριση όσο και ενώπιον του Ανακριτή τον Δ. Ζ. ως ένα εκ των δραστών της σε βάρος του απάτης. Ο Δ. Ζ. ομολόγησε την πράξη του και μετά την εξέτασή του ως υπόπτου και κατηγορουμένου επέστρεψε στον παθόντα το ποσό των 9.500 ευρώ. Επίσης ο παθών αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ενώπιον του Δικαστηρίου το Γ. Μ. ένα εκ των δραστών. Εξάλλου οι κινήσεις των κατηγορουμένων αυτών και των αυτοκινήτων τους καταγράφηκαν από το κλειστό κύκλωμα καταγραφής εικόνας του υπογείου χώρου στάθμευσης οχημάτων της οδού Κλαυθμώνος, 17) Στις 22-8-2011 και περί ώρα 10:30 στο ... και επί της συμβολής των οδών ..., οι κατηγορούμενοι Δ. Ζ. και Ε. Ζ., επιβαίνοντες στο υπ' αριθ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ε. Ζ., χρώματος μπλε ανοικτό, προσέγγισαν τη Σ. Τ. του Ν., γεν στις 26-7-1932, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν λογιστές του γιού της Α. Τ. του Π., και ότι αυτός τους χρωστούσε για την παροχή των υπηρεσιών τους το ποσό των 700 ευρώ την έπεισαν να επιβιβαστεί στο ως άνω αυτοκίνητο, να τους οδηγήσει στην οικία της στο ... και να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό των 700 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα. Η συμμετοχή των ως άνω κατηγορουμένων στην προαναφερόμενη πράξη απάτης, προκύπτει κυρίως από την περιγραφή των δραστών που έδωσε η παθούσα τόσο στην προανάκριση, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η οποία ταιριάζει με την εξωτερική εμφάνιση αυτών, 18) Στις 7-1-2013 και περί ώρα 9:20 στην Αθήνα, επί της συμβολής των οδών ... οι κατηγορούμενοι Δ. Ζ. και Ε. Ζ., επιβαίνοντες στο αριθ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Ε. Ζ., μαζί με άγνωστη γυναίκα, τα στοιχεία της οποίας δεν διακριβώθηκαν, προσέγγισαν την ως άνω Σ. Τ. και η άγνωστη γυναίκα παριστάνοντας ότι είναι λογίστρια του γιου της Β. Τ., προσπάθησε να την πείσει να επιβιβαστεί στο ως άνω αυτοκίνητο ώστε να τους οδηγήσει στην οικία της και να τους παραδώσει άγνωστο χρηματικό ποσό με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Πλην όμως η παθούσα αρνήθηκε να επιβιβαστεί επειδή αναγνώρισε τους κατηγορούμενους, ότι ήταν δράστες της σε βάρος της απάτης, που προαναφέρθηκε, αλλά και της κλοπής που συνέβη στις 22-6- 2011, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω και έτσι δεν πέτυχαν στο σκοπό τους, συγκράτησε δε και τον αριθμό του αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ίδιο με εκείνο που επέβαιναν οι δράστες της σε βάρος της απάτης στις 22-8-2011, 19) Περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου του 2011 και περί ώρα 13:00 στην Αθήνα και επί της οδού ... οι κατηγορούμενοι Δ. Ζ. και Ε. Ζ., επιβαίνοντες στο αριθ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Δ. Ζ., προσέγγισαν την ’. Ρ., που γεννήθηκε στις 26-11-1936 και αφού της παρέστησαν ότι είναι ασφαλιστές του γιου της και ότι είχε λήξει η ασφάλεια του αυτοκινήτου του γιου της και ότι είχαν συνεννοηθεί προηγουμένως μαζί του για να τους πληρώσει η παθούσα, επιχείρησαν να την πείσουν να τους καταβάλει χρήματα προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε, διότι η παθούσα γνώριζε προσωπικά τον ασφαλιστή του γιού της και για το λόγο αυτό ζήτησε από τους κατηγορούμενους να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με το γιο της, προκειμένου να συνεννοηθεί μαζί τους, το οποίο όμως αυτοί δεν έπραξαν, αλλά αποχώρησαν σε άγνωστη κατεύθυνση, η παθούσα όμως συγκράτησε τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, η περιγραφή δε που έδωσε στην προδικασία για τους δράστες, ταιριάζει με την εξωτερική εμφάνιση των κατηγορουμένων, 20) Στις 19-10-11, πρωινές ώρες, οι κατηγορούμενοι Θ. Μ. και Ν. Κ., επιβαίνοντες σε Ι.Χ αυτοκίνητα επισκέφτηκαν την Α. Κ. του Ν., που γεννήθηκε την 1-3-1925 και αφού της παρέστησαν ότι γνωρίζουν το γιό της Α. που χρειαζόταν χρήματα, τα οποία οι κατηγορούμενοι αυτοί θα του παρέδιδαν, την έπεισαν και επιβιβάστηκε σε ένα λευκό αυτοκίνητο με οδηγό τον Θ. Μ.. Στη συνέχεια, ακολουθούμενοι από το Ι.Χ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ. Ν., μετέβησαν στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στο ..., επί των οδών ... και ... στον ..., όπου η παθούσα υπό την επιτήρηση τρίτου προσώπου, αγνώστου, συνεργού των ως άνω κατηγορουμένων προέβη στην ανάληψη ποσού 5.000 ευρώ. Στη συνέχεια τη μετέφεραν με τον ίδιο τρόπο σε κατάστημα της ίδιας Τράπεζας επί της συμβολής των οδών ... όπου προέβη σε ανάληψη 7.707 ευρώ, υπό την επιτήρηση του ως άνω αγνώστου προσώπου. Ανέλαβε δηλαδή το συνολικό ποσό των 12.707 ευρώ, το οποίο παρέδωσε στους κατηγορούμενους που το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Ο διευθυντής της Τράπεζας Εθνικής στο ... Τ. Β., στον οποίο επεδείχθη βιντεοληπτικό υλικό από το κατάστημα της Εμπορικής στο ..., αναγνώρισε στο πρόσωπο του άγνωστου άνδρα που επιτηρούσε την παθούσα, το ίδιο πρόσωπο που επιτηρούσε και την παθούσα Φ. Λ., που κατά τα άνω έπεσε θύμα των κατηγορουμένων και προέβη σε αναλήψεις ποσών από την Εθνική Τράπεζα στην Καισαριανή στις 8-8-2012, και στις δύο δε αυτές περιπτώσεις οι δράστες ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο δράσης, 21) στις 23-11-2012 και περί ώρα 11:00 στο ... και επί της οδού ..., οι κατηγορούμενοι Θ. Μ. και Ν. Κ., επιβαίνοντες σε Ι.Χ αυτοκίνητα, επισκέφθηκαν τον Π. Κ. του Α., γεν. στις 13-12-1933 στην οικία του και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι γνώριζαν τον γαμπρό του Α. Π., που τους χρωστούσε το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, τον έπεισαν και επιβιβάστηκε στο Ι.Χ.Ε, μάρκας ΤΥΟΤΑ YARIS, χρώματος ασημί, με οδηγό τον Θ. Μ.. Στη συνέχεια, ακολουθούμενοι από το Ι.Χ αυτοκίνητο με οδηγό το Ν. Κ., μετέβησαν σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας των .... Εκεί ο παθών υπό την επιτήρηση άγνωστου άνδρα, συνεργού των ως άνω δραστών, ανέλαβε το ποσό των 7.000 ευρώ, το οποίο παρέδωσε στους κατηγορούμενους. Ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας του υποκαταστήματος ... Τ. Β., στον οποίο επεδείχθη βιντεοληπτικό υλικό από το κατάστημα της Εθνικής στους Αμπελοκήπους, αναγνώρισε στο πρόσωπο του άγνωστου άνδρα που επιτηρούσε τον Π. Κ. το ίδιο πρόσωπο που επιτηρούσε και τις παθούσες Φ. Α. και Α. Κ., που κατά τα άνω έπεσαν θύματα των κατηγορουμένων, και στις τρεις δε αυτές περιπτώσεις οι δράστες ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο δράσης. Επίσης προέκυψε ότι: 1) Στις 23-1- 2013 στο Παλαιό Φάληρο και επί της οδού ... πλησίασαν οι κατηγορούμενοι Δ. Ζ. και Θ. Ζ. προσέγγισαν τον Β. Α. του Ι., γεν στις 31-7-1928 και μαζί με δύο άγνωστες γυναίκες, επιβαίνοντας στο υπ' αριθ κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ε. Ζ. και παριστάνοντας ότι είναι διανομείς διαφημιστικών φυλλαδίων εισήλθαν ο Ε. Ζ., μαζί με δύο άγνωστες γυναίκες μαζί με τον παθόντα στο ασανσέρ της οικοδομής και με τη μέθοδο της απασχόλησης αφαίρεσαν από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το ποσό των 10.000 ευρώ που ο παθών είχε την ίδια ημέρα αναλάβει από την Τράπεζα "ALPHA BANK" ..., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι παράνομα, στη συνέχεια δε αποχώρησαν με το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, στο οποίο τους ανέμενε ο Δ. Ζ.. Η σύζυγος του παθόντος, που ανέμενε έξωθεν της πολυκατοικίας εντός του αυτοκινήτου τους, συγκράτησε τον αριθμό του αυτοκινήτου, ο δε παθών αναγνώρισε το Δ. Ζ., ως τον άνδρα που επιβιβάστηκε μαζί του στο ασανσέρ, 2) Στις 22-6-2011, στο ... , επί της ... και έξωθεν του Ταχυδρομείου ..., προσέγγισαν οι κατηγορούμενοι Δ. Ζ. και Ε. Ζ. και άλλες δύο γυναίκες, τα στοιχεία των οποίων δεν διακριβώθηκαν, τη Σ. Τ. του Ν., που γεννήθηκε στις 26-7-1932 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν συνεννοηθεί με το γιο της, Ε. Τ. του Π., να αγοράσει αυτή για λογαριασμό του γιού της, έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή (λαπτοπ), έναντι ποσού 700 ευρώ, την έπεισαν να επιβιβαστεί στο υπ' αριθ ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ζ. Ε., χρώματος μπλε ανοικτό. Στη συνέχεια τους οδήγησε στην οικία της στο ..., επί της ..., όπου χωρίς αυτή να το αντιληφθεί της αφαίρεσαν από το συρτάρι της σιφονιέρας της οικίας της το ποσό των 750 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι Γ. Μ., Μ. Μ., Θ. Μ., Χ. Ζ. τέλεσαν τις πράξεις της απάτης από κοινού σε απόπειρα αλλά και τετελεσμένη και από τις πράξεις αυτές αποκόμισαν περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ανέρχεται : 1) για τον Γ. Μ. στο ποσό των (23.000 + 3.000 + 500 + 6.200 + (15.000 + 30) + 1.800 + 4.600 +850 + 2.000 + 1.200 +400) 58.580 ευρώ, 2) για τη Μ. Μ. σε (3.000 +( 1.500 + 30) +1.800 + 4.600 + 9.200 + 700) 34.330, 3) για τον Θ. Μ. σε (12.707 + 7.100 + 3.000 +500 + 6.000 + 5.000 + 9.200 + 700) 44.207,4) για τη Χ. Ζ. στο ποσό των (3.000 + 500 + 6.000 + 6.200 + 4.600 + 850 + 7.600 + 7.000) 35.750 ευρώ. Τις πράξεις αυτές οι άνω κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού λόγω της επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων απάτης βάσει οργανωμένου σχεδίου και ύστερα από επιμελή προπαρασκευή της κατά τρόπο μεθοδικό και αποτελεσματικό καθώς της υποδομής που οι ίδιοι διαμόρφωσαν (συστηματική, οργανωμένη και μεθοδευμένη δραστηριοποίηση τους, όπως συνάγεται από τις απατηλές ενέργειες που προαναφέρθηκαν και προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, από δε την επανειλημμένη εξακολουθητική τέλεση της πράξεως της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Επίσης αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι Δ. Ζ., Ν. Κ., Ε. Ζ. και Ό. Ζ. τέλεσαν την πράξη της απάτης και της απόπειρας σ' αυτή από την οποία η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη σε (23.000+ 700) 23.700 ευρώ για τον Δ. Ζ., σε 24.807 (12.707 + 7.100 +5.000) για τον Ν. Κ., σε 700 ευρώ για τον Ε. Ζ. και σε 23.000 ευρώ για την Ό. Ζ., λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της αγοράς κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων. Εξάλλου, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Δ. Ζ. και Ε. Ζ. τέλεσαν και τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών, για την εκτέλεση των οποίων ενώθηκαν, είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της κλοπής βάσει οργανωμένου σχεδίου και ύστερα από επιμελή προπαρασκευή της κατά τρόπο μεθοδικό και αποτελεσματικό καθώς και της υποδομής που οι ίδιοι είχαν διαμορφώσει (συστηματική, οργανωμένη και μεθοδευμένη δραστηριοποίηση τους, όπως συνάγεται από τις ενέργειες που προαναφέρθηκαν, ενεργώντας σε βάρος ηλικιωμένων προσώπων, εισερχόμενοι στις οικίες τους ή απασχολώντας τους, προκειμένου να μην αντιλαμβάνονται λόγω του προχωρημένου της ηλικίας τους την τέλεση των κλοπών σε βάρος τους, προκύπτει σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος αφενός και αφετέρου σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της κλοπής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Τις πράξεις τους της απάτης από κοινού σε απόπειρα αλλά και τετελεσμένης κατ' επάγγελμα και συνήθεια και ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και της διακεκριμένης κλοπής από κοινού και κατ' επάγγελμα και συνήθεια όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι, πλην του Ν. Κ., τις τέλεσαν ως ομάδα, που είχε ενωθεί για να διαπράξει κακουργήματα και πλημμελήματα, τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό όφελος, δηλαδή ως συμμορία κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ. 5 Π.Κ. Πρόκειται δηλαδή για ομάδα παρανόμων προσώπων συγγενών μεταξύ τους, που στην προκειμένη περίπτωση διέπρατταν ευκαιριακά για βιοπορισμό παράνομες πράξεις, χωρίς να υπάρχει δομή και υλική υποδομή ούτε απόφαση διάρκειας δράσης σε βάθος χρόνου. Διέπραξαν δηλαδή την πράξη της συστάσεως συμμορίας κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εκείνη της εγκληματικής οργάνωσης, όπως έγινε δεκτό και πρωτοδίκως. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων Δ. Ζ. και Ε. Ζ., ότι στις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών, απορροφάται τη συμμορία διότι οι κλοπές έγιναν από περισσότερους ενωμένους, πρέπει να απορριφθεί διότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα για τα οποία το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι διαφορετικό και δη εκείνο της συμμορίας προστατεύει τη δημόσια τάξη που τίθεται σε κίνδυνο, για δε τις διακεκριμένες κλοπές που έχουν ενωθεί από περισσότερους ενωμένους προς τούτο, προστατευόμενο έννομο αγαθό κατά την κρατούσα γνώμη είναι η ιδιοκτησία (ΑΠ 958/2011 ΤΝΠ-Νόμος). Σε κάθε δε περίπτωση για τις διακεκριμένες κλοπές συντρέχει εν προκειμένω εκτός από το στοιχείο της από κοινού τέλεσης αυτών και εκείνο της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσής τους...
Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι : 1) άπαντες πλην του Ν. Κ., της συμμορίας, κατ' επιτρεπτή μεταβολή από την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, 2) οι Γ. Μ., Μ. Μ., Θ. Μ., Χ. Ζ., της απάτης από κοινού τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, 3) Δ. Ζ., Ν. Κ., Ε. Ζ. της απάτης από κοινού τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, της οποίας το αντικείμενο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 4) Η Ό. Ζ. της απάτης από κοινού της οποίας το αντικείμενο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 5) επί πλέον ο Δ. Ζ. και Ε. Ζ. διακεκριμένων κλοπών κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από δράστες του διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια..
Το αίτημα των 1ου, 4ης και 7ου των κατηγορουμένων για την αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθουν να καταθέσουν οι απολειπόμενοι μάρτυρες Β. Γ. και Σ. Τ., η μαρτυρία των οποίων είναι αναγκαία για την ανεύρεση της αλήθειας, πρέπει να απορριφθεί ως προς τον Β. Γ., ως άνευ αντικειμένου, αφού ήδη ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως προς δε τη Σ. Τ., διότι το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή κρίση από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και μάλιστα την κατάθεση της εν λόγω μάρτυρα ενώπιον της πρωτοβάθμιας δίκης, τα πρακτικά της οποίας αναγνώστηκαν".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τόσο τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες όσο και τους μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορουμένους τους Ν. Κ. του Σ. και Ό. Ζ. του Β. ενόχους και ειδικότερα :
Α) Τους κατηγορούμενους Γ. Μ., Μ. Μ., Θ. Μ., Θ. Μ., Χ. Ζ., Δ. Ζ., Ε. Ζ. και Ό. Ζ. για την πράξη της σύστασης συμμορίας (κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της Συγκρότησης Εγκληματικής Οργάνωσης) του ότι:
"Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από τις 22/6/2011 μέχρι και τις 23/1/2013 συγκρότησαν συμμορία, που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 9 ΠΚ και διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής (άρθρο 374 Π.Κ), καθώς και τη διάπραξη πλημμελημάτων που τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (άρθρ. 386 παρ. 1εδ. β'). Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο οι 1)Γ. Μ. του Α., 2) Μ. Μ. του Α., 3) Θ. Μ. του Ν., 4) Χ. Ζ. του Β., 5) Δ. Ζ. του Ε., 6) Ε. Ζ. του Δ. και 7) Ό. Ζ. του Β., και άλλα άγνωστα πρόσωπα συγκρότησαν συμμορία, με σκοπό τη διάπραξη απατών ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και απατών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 Ευρώ, καθώς και διακεκριμένων κλοπών." Β) Τον κατηγορούμενο Γ. Μ., ένοχο του ότι: "Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με ενότητα δόλου, από κοινού με τους συγκατηγορούμενους του Μ. Μ., Θ. Μ., Χ. Ζ., Δ. Ζ., Ό. Ζ. και άλλα άγνωστα άτομα, κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις, τέλεσε έγκλημα (απάτη), το οποίο τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας, ενώ επιχείρησε να τελέσει το ίδιο έγκλημα (απάτη), πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή όχι από δική τους αληθινή βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με σκοπό να αποκομίσει από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε και επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, από την οποία (πράξη) το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000,00 ευρώ, είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ειδικότερα: 1) Στις 24/7/2012 και περί ώρα 11:00 στον ..., επί της οδού ..., από κοινού με τον Δ. Ζ., την Ό. Ζ. και άλλο άτομο, τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν έχοντας συναποφασίσει να προσεγγίσουν άγνωστο αριθμό ηλικιωμένων ατόμων, να τους παρουσιαστούν ως
υπάλληλοι της Εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων (παθόντων) και στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή συγγενικά τους πρόσωπα χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους, να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, στα οποία επέβαιναν οι κατηγορούμενοι και να τους μεταφέρουν στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν, για τις αιτίες αυτές, διάφορα χρηματικά ποσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, προσέγγισαν τον Σ. Χ. του Γ., γεννηθέντα στις 13-05-1934, και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν εφοριακοί υπάλληλοι και ότι η κόρη του, Φ., χρωστούσε χρήματα στην Εφορία, τον έπεισαν να παραλάβει από την οικία του, το τραπεζικό βιβλιάριο καταθέσεών του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, καθώς και την αστυνομική του ταυτότητα, ώστε να εξοφλήσει τα χρέη της κόρης του Φ.ς και να επιβιβαστεί αρχικά στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του άνω κατηγορουμένου Γ. Μ. και στη συνέχεια στο αυτοκίνητο, με αριθμό ... μάρκας MERCEDES χρώματος ασημί και ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούσαν, επιβαίνοντας στα οχήματα με αριθμούς ... Ι.Χ.Ε, μάρκας Ford Focus, ιδιοκτησίας της όγδοης κατηγορούμενης Ό. Ζ. και ..., ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Γ. Μ., ο παθών μετέβη με τη συνοδεία δύο εξ αυτών (κατηγορουμένων) σε διάφορα Υποκαταστήματα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην Αθήνα, ήτοι στο συστεγαζόμενο κατάστημα Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου εντός των ΕΛ.ΤΑ ... (στη συμβολή των οδών ...), στην οδό ..., στην πλατεία Κάνιγγος και στην οδό ..., όπου πραγματοποίησε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού ποσού (1.000,00 ευρώ + 15.000,00 ευρώ +5.000,00 ευρώ +2.000,00 ευρώ=) 23.000,00 ευρώ, που τους παρέδωσε και που ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
2) Στις 5/12/2012 και περί ώρα 12.15', στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, έχοντας συναποφασίσει, στα πλαίσια της συμμορίας τους, να προσεγγίσουν άγνωστο αριθμό ηλικιωμένων ατόμων, να τους παρουσιαστούν ως υπάλληλοι της Εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων (παθόντων) και στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή συγγενικά τους πρόσωπα χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους, να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, στα οποία επέβαιναν (οι κατηγορούμενοι) και να τους μεταφέρουν στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν, για τις αιτίες αυτές, διάφορα χρηματικά ποσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως οδηγός του με αριθμό ...-Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο είχε μισθωθεί, στις 13/11/2012, στο όνομα του Χ. Μ., και η δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. Μ., ως συνοδηγός, ο δε τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., ως οδηγός του υπ' αριθμό. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Χ. Μ. του Θ., και η τέταρτη κατηγορουμένη, Χ. Ζ., ως συνοδηγός, στάθμευσαν τα ανωτέρω αυτοκίνητα επί της οδού ..., έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA BANK", οπότε ο
τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., μαζί με την τέταρτη κατηγορουμένη Χ. Ζ., υπό την εποπτεία των λοιπών κατηγορουμένων, που κατόπτευαν τον χώρο, παρέστησαν ψευδώς στην Ε. Α. του Ι., γεννηθείσα στις 10/5/1933, ότι η Χ. Ζ. ήταν η βοηθός της λογίστριάς της, και ότι η ανωτέρω παθούσα δήθεν δικαιούτο επιστροφή από την Εφορία του χρηματικού ποσού των 15.000,00 ευρώ (με "επιταγές ποσών εννέα χιλιάδων και έξι χιλιάδων ευρώ") και της ζήτησαν να τους καταβάλει προς τούτο το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ώστε να εξοφληθεί το υποτιθέμενο "παράβολο", που απαιτείτο να εκδοθεί για την επιστροφή του ανωτέρω χρηματικού ποσού στην παθούσα, ο δε Θ. Μ., προσποιήθηκε επιπλέον ότι συνομιλούσε τη στιγμή εκείνη στο τηλέφωνο με τη λογίστρια της παθούσας, με σκοπό να την πείσουν να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό και να αποκομίσουν όλοι από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος. Πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, από αίτια εξωτερικά και όχι από την ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, και δη, επειδή η ηλικιωμένη γυναίκα δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και είπε ότι θα συνομιλούσε τηλεφωνικά η ίδια με τη λογίστριά της.
3) Στις 26/11/2012 και περί ώρα 12.00, στην περιοχή ..., στη συμβολή των οδών ..., από κοινού με την τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., συνεπιβαίνοντες στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με αριθμό ..., προσέγγισαν τον Ι. Σ. του Ε., γεννηθέντα την 1/12/1934, και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι είχε να λάβει χρηματική επιστροφή από την Εφορία, τού ζήτησαν το συνολικό ποσό των 500,00 ευρώ, για την δήθεν έκδοση παραβόλου επιστροφής των χρημάτων που δικαιούτο, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή, από αίτια εξωτερικά και όχι από ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, και δη, επειδή ο ανωτέρω παθών δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις τους και αρνήθηκε να τους καταβάλει τα χρήματα.
4) Την 1/11/2012 και περί ώρα 10:30, στην περιοχή ..., επί της οδού ...,από κοινού με την τέταρτη κατηγορουμένη Χ. Ζ., με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, η τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., προσέγγισε την Δ. Σ. του Δ., γεννηθείσα στις 2/12/1932, και αφού της παρέστησε ψευδώς ότι ήταν το πρόσωπο με στοιχεία "Κ. Δ.", για την οποία η παθούσα γνώριζε ότι κατά το παρελθόν εργαζόταν ως εφοριακή υπάλληλος, καθώς και ότι ο γιος της παθούσας δικαιούτο επιστροφή από την Εφορία συνολικού χρηματικού ποσού 22.000,00 ευρώ και ότι έπρεπε προς τούτο να εκδοθούν χρηματικά "παράβολα", έπεισε την παθούσα να της καταβάλει στην οικία της το χρηματικό ποσό των 1.200,00 ευρώ. Στη συνέχεια, αφού μετέφεραν με αυτοκίνητο την παθούσα, όπου ο οδηγός του, Γ. Μ., συστήθηκε στην παθούσα ως ο Διευθυντής της Εφορίας, στην οποία δήθεν εργαζόταν η
τέταρτη κατηγορουμένη, Χ. Ζ., και προσποιούμενη η τελευταία ότι επικοινωνούσε τηλεφωνικά με το γιο της παθούσας, την έπεισαν να μεταβούν μαζί στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή των ... προκειμένου να τους καταβάλει, το χρηματικό ποσό των 5.000,00 ευρώ, το οποίο ανέλαβε και τους παρέδωσε και το οποίο στη συνέχεια ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
5)
Στις 20/11/2012 και περί ώρα 10:30, στην περιοχή της ..., επί της οδού ... αρ. 194, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. μαζί με την δεύτερη κατηγορουμένη Μ. Μ., προσέγγισαν, επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, την Π. Σ. του Γ., γεννηθείσα την 1/5/1935 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν φιλική σχέση με την κόρη της Μ. Σ. και προφασιζόμενοι εκείνη τη στιγμή τηλεφωνική συνομιλία μαζί με την κόρη της παθούσας της ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 15.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Η παθούσα τους κατέβαλε προς τούτο αμέσως το χρηματικό ποσό των 30,00 ευρώ, που είχε στην κατοχή της και ακολούθως μετέβησαν μαζί με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγούσε, στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην ..., όπου και έπεισαν την παθούσα να πραγματοποιήσει ανάληψη συνολικού ποσού 15.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή, από αίτια εξωτερικά και όχι από την ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, επειδή οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος αντιλήφθηκαν την απόπειρα εξαπάτησης της παθούσας και την ενημέρωσαν, οπότε οι ως άνω κατηγορούμενοι τράπηκαν σε φυγή.
6)
Στις 13/6/2012 και περί ώρα 09:10, στην περιοχή ..., επί της οδού ..., ο πρώτος κατηγορούμενος από κοινού με την δεύτερη κατηγορουμένη Μ. Μ.,
προσέγγισαν τον Θ. Α. του Φ., γεννηθέντα στις 30/11/1922, και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν φιλική σχέση με την κόρη του Χ. και ότι η τελευταία τους όφειλε χρήματα και ότι έπρεπε να τα εξοφλήσει ο ίδιος ο παθών, προφασιζόμενοι εκείνη τη στιγμή τηλεφωνική συνομιλία με την κόρη του παθόντος, του ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 2.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν τον παθόντα στην οικία του για να πάρει το βιβλιάριο τραπέζης και την ταυτότητα του και στη συνέχεια μετέβησαν όλοι μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή ..., όπου ο παθών, αφού πραγματοποίησε ανάληψη χρηματικού ποσού 1.800,00 ευρώ, τους το παρέδωσε, ποσό που το ιδιοποιήθηκαν από κοινού οι άνω κατηγορούμενοι παράνομα.
7)
Στις 3/11/2012 και περί ώρα 11:00, στο ..., στη συμβολή των οδών ... και Δ., με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ο πρώτος κατηγορούμενος, Γ. Μ. προσέγγισε με την δεύτερη και την τέταρτη των κατηγορουμένων Μ. Μ. και Χ. Ζ. αντίστοιχα, την Π. Μ. του Α., γεννηθείσα στις 28/11/1929, και, αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της Ε. δικαιούτο χρηματική επιστροφή από την Εφορία συνολικού ποσού 10.000,00 ευρώ και ότι έπρεπε προς τούτο να πληρώσει "παράβολα", της ζήτησαν χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, προσποιούμενοι τηλεφωνική συνομιλία με την κόρη της παθούσας. η οποία δήθεν συμφωνούσε να προβεί η μητέρα της στην τραπεζική ανάληψη, μετέβησαν στο υποκαταστήματα της Εμπορικής Τράπεζας στην περιοχή ... (οδ. ...) και η παθούσα, αφού πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 4.600,00 ευρώ, τους το παρέδωσε και αυτοί το ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
8)
Στη 1/8/2012 και περί ώρα 11:30, στην ..., στη συμβολή των οδών ..., ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. από κοινού με την τέταρτη
κατηγορούμενη Χ. Ζ., επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, προσέγγισαν την Χ.- Γ. Μ. του Δ., γεννηθείσα στις 30/7/1941, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της (παθούσας) είχε διάφορα χρέη στην Εφορία, της ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 850,00 ευρώ για την εξόφλησή των χρεών της κόρης της, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα στην οικία της επί της οδού ..., στην ..., όπου και τους παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 850,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν, από κοινού παράνομα.
9)
Στις 12/9/2012 και περί ώρα 11:30, στα ..., επί της οδού ..., ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., μαζί με άλλο άτομο, τα στοιχείο του οποίου δεν διακριβώθηκαν,με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομα περιουσιακό όφελος, προσέγγισαν την Μ. Ε. του Ε., γεννηθείσα στις 22/7/1935 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιος της είχε χρέος ποσού 720,00 ευρώ στην Εφορία και ότι έπρεπε να το εξοφλήσει με οποιονδήποτε τρόπο, της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα ή αντικείμενα αξίας για την εξόφλησή του χρέους του, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα με αυτοκίνητο στην οικία της, όπου και τους παρέδωσε, προς εξόφληση του δήθεν χρέους του γιου της στην Εφορία, δύο (2) χρυσές
αλυσίδες καρπού, μία (1) χρυσή αλυσίδα λαιμού και ένα (1) επίχρυσο ρολόι, συνολικής αξίας 2.000,00 ευρώ που ιδιοποιήθηκα ο πρώτος κατηγορούμενος από κοινού με το άγνωστο άτομο, παράνομα.
10) Στις 24/6/2012 και περί ώρα 12:00, στα ..., στην οδό ... ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. και άλλο άγνωστο άτομο με σκοπό να αποκομίσουν, από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, προσέγγισαν την Ι. Κ. του Ν., γεννηθείσα στις 11/12/1936, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι γνώριζαν συγγενικό της πρόσωπο, την έπεισαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 1.200,00 ευρώ και διάφορα χρυσαφικά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα στην οικία της, όπου και τους παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 1.200,00 ευρώ και διάφορα χρυσαφικά, που ιδιοποιήθηκαν οι ως άνω από κοινού παράνομα.
11) Στις 20/7/2012 και περί ώρα 11:00, στην ..., στην οδό ... αρ. 2-4, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. και άλλο άγνωστο άτομο με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, προσέγγισαν με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο την Α. Γ. του Κ., γεννηθείσα στις 22/5/1933 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν οι λογιστές του γιου της και ότι ο τελευταίος τους όφειλε χρήματα, της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα στην οικία της, όπου τους παρέδωσε το ποσό των 400,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
Είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (ήτοι: προσέγγιση ηλικιωμένων ατόμων ανά ζεύγη ή από κοινού με όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα, κατόπτευση του χώρου, και απόσπαση από τα ηλικιωμένα άτομα σημαντικών χρηματικών ποσών, εκμεταλλευόμενοι το προχωρημένο της ηλικίας τους και το γεγονός ότι φρόντιζαν να μάθουν προηγουμένως τα στοιχεία συγγενών τους, χρησιμοποίηση Ι.Χ.Ε αυτοκινήτων, με τα οποία παρακολουθούσαν τα θύματά τους και με τα οποία διέφευγαν στη συνέχεια, αφότου επετύγχαναν το σκοπό τους ή όταν γίνονταν αντιληπτοί, χρησιμοποίηση δύο (2) μπλοκ αποδείξεων-εισπράξεων για να δημιουργούν την εντύπωση στα θύματά τους ότι με τα χρήματα, που τους κατέβαλαν, εξοφλούσαν τα δήθεν χρέη των συγγενικών τους προσώπων προς το Δημόσιο) και από την επανειλημμένη (εξακολουθητική) τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Το δε συνολικό όφελος που αποκόμισε ή επιχείρησε να αποκομίσει παράνομα από κοινού με τα προαναφερόμενα πρόσωπα στο πλαίσιο της συμμορίας τους (πράξεις υπό στοιχεία 1-21), από τους ανωτέρω παθόντες, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 58.580 ευρώ (23.000+3.000+500+6.200+(15.000+30)+1800+4.600+850+2000+1200+400).
Γ) Την κατηγορουμένη Μ. Μ., ένοχη του ότι : "Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με ενότητα δόλου, από κοινού με τους Γ. Μ., Θ. Μ. και Χ. Ζ., τέλεσαν έγκλημα (απάτη), το οποίο τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας, ενώ επιχείρησαν να τελέσουν το ίδιο έγκλημα (απάτη), πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή όχι από δική τους αληθινή βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν και επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, από την οποία (πράξη) το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000,00 ευρώ, είναι δε άτομα που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Ειδικότερα:
1) Στις 5/12/2012 και περί ώρα 12.15', στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, έχοντας συναποφασίσει, στα πλαίσια της συμμορίας τους, να προσεγγίσουν άγνωστο αριθμό ηλικιωμένων ατόμων, να τους παρουσιαστούν ως υπάλληλοι της Εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων (παθόντων) και στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή συγγενικά τους πρόσωπα χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους, να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, στα οποία επέβαιναν (οι κατηγορούμενοι) και να τους μεταφέρουν στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν, για τις αιτίες αυτές, διάφορα χρηματικά ποσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως οδηγός του με αριθμό ...-Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο είχε μισθωθεί, στις 13/11/2012, στο όνομα του Χ. Μ., η δεύτερη κατηγορούμενη Μ. Μ., ως συνοδηγός, ο δε τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., ως οδηγός του υπ' αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Χ. Μ. του Θ., και η τέταρτη κατηγορούμενη, Χ. Ζ., ως συνοδηγός, στάθμευσαν τα ανωτέρω αυτοκίνητα επί της οδού ..., έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA BANK", οπότε ο τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ. , μαζί με την τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., υπό την εποπτεία των λοιπών κατηγορουμένων, που κατόπτευαν τον χώρο, παρέστησαν ψευδώς στην Ε. Α. του Ι., γεννηθείσα στις 10/5/1933, ότι η Χ. Ζ. ήταν η βοηθός της λογίστριάς της, και ότι η ανωτέρω παθούσα δήθεν δικαιούτο επιστροφή από την Εφορία του χρηματικού ποσού των 15.000,00 ευρώ (με "επιταγές ποσών εννέα χιλιάδων και έξι χιλιάδων ευρώ") και της ζήτησαν να τους καταβάλει προς τούτο το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ώστε να εξοφληθεί το υποτιθέμενο "παράβολο", που απαιτείτο να εκδοθεί για την επιστροφή του ανωτέρω χρηματικού ποσού στην παθούσα, ο δε Θ. Μ., προσποιήθηκε επιπλέον ότι συνομιλούσε τη στιγμή εκείνη στο τηλέφωνο με τη λογίστρια της παθούσας, με σκοπό να την πείσουν να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό και να αποκομίσουν όλοι από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος. Πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, από αίτια εξωτερικά και όχι από την ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, και δη, επειδή η ηλικιωμένη γυναίκα δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και είπε ότι θα συνομιλούσε τηλεφωνικά η ίδια με τη λογίστριά της.
2) Στις 20/11/2012 και περί ώρα 10:30, στην περιοχή της ..., επί της οδού ... αρ. 194, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., μαζί με την δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. Μ., προσέγγισαν, επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, την Π. Σ. του Γ., γεννηθείσα την 1/5/1935, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν φιλική σχέση με την κόρη της Μ. Σ., και προφασιζόμενοι εκείνη τη στιγμή τηλεφωνική συνομιλία μαζί με την κόρη της παθούσας, της ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 15.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Η παθούσα τους κατέβαλε προς τούτο αμέσως το χρηματικό ποσό των 30,00 ευρώ, που είχε στην κατοχή της, και ακολούθως μετέβησαν μαζί με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγούσε, στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην ..., όπου και έπεισαν την παθούσα να πραγματοποιήσει ανάληψη συνολικού ποσού 15.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή, από αίτια εξωτερικά και όχι από την ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, επειδή οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος αντιλήφθηκαν την απόπειρα εξαπάτησης της παθούσας και την ενημέρωσαν, οπότε οι ως άνω κατηγορούμενοι τράπηκαν σε φυγή.
3) Στις 13/6/2012 και περί ώρα 09:10, στην περιοχή ..., επί της οδού ..., ο πρώτος κατηγορούμενος από κοινού με τη δεύτερη κατηγορούμενη Μ. Μ. προσέγγισαν τον Θ. Α. του Φ., γεννηθέντα στις 30/11/1922, και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν φιλική σχέση με την κόρη του Χ. και ότι η τελευταία τους όφειλε χρήματα και ότι έπρεπε να τα εξοφλήσει ο ίδιος ο παθών, προφασιζόμενοι εκείνη τη στιγμή τηλεφωνική συνομιλία με την κόρη του παθόντος, του ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 2.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν τον παθόντα στην οικία του για να πάρει το βιβλιάριο τραπέζης και την ταυτότητά του και στη συνέχεια μετέβησαν όλοι μαζί στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή ..., όπου ο παθών, αφού πραγματοποίησε ανάληψη χρηματικού ποσού 1.800,00 ευρώ, τους το παρέδωσε, ποσό που το ιδιοποιήθηκαν από κοινού οι άνω κατηγορούμενοι παράνομα.
4) Στις 3/11/2012 και περί ώρα 11:00, στο ..., στη συμβολή των οδών ... και Δ., με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. προσέγγισε με την δεύτερη και την τέταρτη των κατηγορουμένων Μ. Μ. και Χ. Ζ., αντίστοιχα, την Π. Μ. του Α., γεννηθείσα στις 28/11/1929 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της, Ε., δικαιούτο χρηματική επιστροφή από την Εφορία συνολικού ποσού 10.000,00 ευρώ και ότι έπρεπε προς τούτο να πληρώσει "παράβολα", της ζήτησαν χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, προσποιούμενοι τηλεφωνική συνομιλία με την κόρη της παθούσας. η οποία δήθεν συμφωνούσε να προβεί η μητέρα της στην τραπεζική ανάληψη, μετέβησαν στο υποκαταστήμα της Εμπορικής Τράπεζας στην περιοχή ... (οδ. ...) και η παθούσα, αφού πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 4.600,00 ευρώ, τους το παρέδωσε και αυτοί το ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
5) Στις 11/10/2012 και περί ώρα 12:00, στον ..., στην οδό ... η δεύτερη κατηγορούμενη Μ. Μ. μαζί με τον τέταρτο κατηγορούμενο Θ. Μ. προσέγγισαν την Μ. Τ. του Π., γεννηθείσα το έτος 1930, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιος της, Ν., δικαιούτο επιστροφή χρηματικού ποσού 26.000,00 ευρώ από την Εφορία και ότι έπρεπε προς τούτο η παθούσα να πληρώσει κάποια "παράβολα", της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, αφού η παθούσα επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι, τη μετέφεραν στην οικία της, προκειμένου να πάρει την ταυτότητα και το τραπεζικό βιβλιάριο της, και στη συνέχεια τη μετέφεραν σε δύο (2) Υποκαταστήματα της Αγροτικής Τράπεζας ήτοι, στον ... (οδ. ...) και στο ..., όπου η παθούσα προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού χρηματικού ποσού 9.200,00 ευρώ, που τους παρέδωσε και ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
6) Στις 27/8/2012 και περί ώρα 10:00, στον ... Αττικής, στην οδό ..., με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, ο τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., οδηγώντας Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο και η δεύτερη κατηγορούμενη, Μ. Μ., ως συνοδηγός, προσέγγισαν την Ε. Σ. του Σ., γεννηθείσα στις 23/6/1925 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η αδελφή της (παθούσας) όφειλε το χρηματικό ποσό των 1.500,00 ευρώ στην Εφορία και ότι κινδύνευε με κατάσχεση της οικίας της, ζήτησαν από την παθούσα να τους καταβάλει χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, και αφού ο ανωτέρω κατηγορούμενος προσποιήθηκε τηλεφωνική συνομιλία με την αδελφή της παθούσας, μετέφεραν την παθούσα με το αυτοκίνητο στην οικία της, όπου τους παρέδωσε το ποσό των 700,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
Είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (ήτοι: προσέγγιση ηλικιωμένων ατόμων ανά ζεύγη ή από κοινού, κατόπτευση του χώρου και απόσπαση από τα ηλικιωμένα άτομα σημαντικών χρηματικών ποσών, εκμεταλλευόμενοι το προχωρημένο της ηλικίας τους και το γεγονός ότι φρόντιζαν να μάθουν προηγουμένως τα στοιχεία συγγενών τους, χρησιμοποίηση Ι.Χ.Ε αυτοκινήτων, με τα οποία παρακολουθούσαν τα θύματά τους και με τα οποία διέφευγαν στη συνέχεια, αφότου επετύγχαναν το σκοπό τους ή όταν γίνονταν αντιληπτοί, χρησιμοποίηση δύο (2) μπλοκ αποδείξεων-εισπράξεων για να δημιουργούν την εντύπωση στα θύματά τους ότι με τα χρήματα, που τους κατέβαλαν, εξοφλούσαν τα δήθεν χρέη των συγγενικών τους προσώπων προς το Δημόσιο) και από την επανειλημμένη (εξακολουθητική) τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Το δε συνολικό όφελος που αποκόμισε ή επιχείρησε να αποκομίσει παράνομα από κοινού, στο πλαίσιο της συμμορίας (πράξεις υπό στοιχεία
1-6) από τους ανωτέρω παθόντες, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 και ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 34.330 ευρώ. (3.000+(15.000+30)+1.800+1.600+4.600+9.200+700) Δ) Τον κατηγορούμενο, Θ. Μ., ένοχο του ότι: Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με ενότητα δόλου, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Γ. Μ., Μ. Μ., Χ. Ζ., Ν. Κ. και με άλλο άγνωστο πρόσωπο, κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις, τέλεσε έγκλημα (απάτη), το οποίο τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας, ενώ επιχείρησε να τελέσει το ίδιο έγκλημα (απάτη), πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή όχι από δική τους αληθινή βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με σκοπό να αποκομίσει από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε και επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, από την οποία (πράξη) το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000,00 ευρώ, είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ειδικότερα:
1) Στις 19/10/2012 τις πρωινές ώρες στο ... και επί της οδού ...,από κοινού με τον Ν. Κ. και τρίτο άγνωστο πρόσωπο επισκέφθηκαν την παθούσα Α. Κ. του Ν., γεννηθείσα στη 01/03/1925 στην οικία της που βρίσκεται στον ως άνω τόπο, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι γνώριζαν τον υιό της Α. και ότι χρειαζόταν χρήματα τα οποία αυτοί (κατηγορούμενοι) θα του παρέδιδαν, της ζήτησαν να πάρει μαζί της το βιβλιάριο καταθέσεων της Εμπορικής Τράπεζας και εν συνεχεία τη συνόδευαν σε διάφορα υποκαταστήματα της ως άνω Εμπορικής Τράπεζας, όπου εκείνη υπό την επιτήρηση αγνώστου συνεργού τους έκανε αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών, ήτοι αρχικά ανέλαβε το ποσό των 5.000 ευρώ από το κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στο ... και μετά ανέλαβε το ποσό των 7.707 ευρώ από το Κατάστημα του ... στη συμβολή των οδών ... και Σ. ..., ήτοι συνολικά το ποσόν των 12.707 ευρώ και τους το παρέδωσε μαζί με το βιβλιάριο της Τράπεζας, τα οποία ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
2) Στις 23/11/2012 και περί ώρα 11:00 στο ..., επί της οδού ...,από κοινού με τον Ν. Κ. και τρίτο άγνωστο πρόσωπο επισκέφθηκαν τον παθόντα Π. Κ. του Α., γεννηθέντα στις 13/12/1933, στην οικία του επί της ως άνω οδού και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι γνώριζαν τον γαμπρό του, Α. Π. και ότι ο τελευταίος τους χρωστούσε χρήματα και συγκεκριμένα το ποσό των 7.100 ευρώ, τον έπεισαν να επιβιβαστεί σε Ι.Χ.Ε όχημα μάρκας TOYOTA YARIS, χρώματος ασημί και τον οδήγησαν σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας των ..., όπου υπό την επιτήρηση του ως άνω αγνώστου συνεργού τους, ανέλαβε το χρηματικό ποσό των 7.100 ευρώ, το οποίο και τους παρέδωσε αμέσως και το ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
3) Στις 5/12/2012 και περί ώρα 12.15', στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, έχοντας συναποφασίσει, στα πλαίσια της συμμορίας τους, να προσεγγίσουν άγνωστο αριθμό ηλικιωμένων ατόμων, να τους παρουσιαστούν ως υπάλληλοι της Εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων (παθόντων) και στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή συγγενικά τους πρόσωπα χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους, να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, στα οποία επέβαιναν (οι κατηγορούμενοι) και να τους μεταφέρουν στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν, για τις αιτίες αυτές, διάφορα χρηματικά ποσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως οδηγός του με αριθμό ...-Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο είχε μισθωθεί, στις 13/11/2012, στο όνομα του Χ. Μ., και η δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. Μ., ως συνοδηγός, ο δε τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., ως οδηγός του υπ' αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Χ. Μ. του Θ., και η τέταρτη κατηγορουμένη Χ. Ζ., ως συνοδηγός, στάθμευσαν τα ανωτέρω αυτοκίνητα επί της οδού ..., έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA BANK", οπότε ο τρίτος
κατηγορούμενος Θ. Μ., μαζί με την τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., υπό την εποπτεία των λοιπών κατηγορουμένων, που κατόπτευαν τον χώρο, παρέστησαν ψευδώς στην Ε. Α. του Ι., γεννηθείσα στις 10/5/1933, ότι η Χ. Ζ. ήταν η βοηθός της λογίστριάς της, και ότι η ανωτέρω παθούσα δήθεν δικαιούτο επιστροφή από την Εφορία του χρηματικού ποσού των 15.000,00 ευρώ (με "επιταγές ποσών εννέα χιλιάδων και έξι χιλιάδων ευρώ") και της ζήτησαν να τους καταβάλει προς τούτο το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ώστε να εξοφληθεί το υποτιθέμενο "παράβολο", που απαιτείτο να εκδοθεί για την επιστροφή του ανωτέρω χρηματικού ποσού στην παθούσα, ο δε Θ. Μ., προσποιήθηκε επιπλέον ότι συνομιλούσε τη στιγμή εκείνη στο τηλέφωνο με τη λογίστρια της παθούσας, με σκοπό να την πείσουν να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό και να αποκομίσουν όλοι από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος. Πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, από αίτια εξωτερικά και όχι από την ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, και δη, επειδή η ηλικιωμένη γυναίκα δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και είπε ότι θα συνομιλούσε τηλεφωνικά η ίδια με τη λογίστριά της.
4) Στις 26/11/2012 και περί ώρα 12.00, στην περιοχή ..., στη συμβολή των οδών ...υ, συνεπιβαίνοντες στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με αριθμό ..., με τον Γ. Μ. και την Χ. Ζ., προσέγγισαν τον Ι. Σ. του Ε., γεννηθέντα την 1/12/1934 και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι είχε να λάβει χρηματική επιστροφή από την Εφορία, τού ζήτησαν το συνολικό ποσό των 500,00 ευρώ, για την δήθεν έκδοση παραβόλου επιστροφής των χρημάτων που δικαιούτο, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή, από αίτια εξωτερικά και όχι από ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, και δη, επειδή ο ανωτέρω παθών δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις τους και αρνήθηκε να τους καταβάλει τα χρήματα.
5) Στις 13/11/2012 και περί ώρα 11.30, στην περιοχή ..., επί της οδού ... αρ. 12-14, με σκοπό να αποκομίσει από κοινού με τη Χ. Ζ. παράνομο περιουσιακό όφελος, προσέγγισαν με το με αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο τύπου SMART, την Ε. Ν. του Γ., γεννηθείσα στις 18/1/1929 και αφού η τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., μαζί με τον τρίτο κατηγορούμενο Θ. Μ., της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιος της, Κ., όφειλε στην Εφορία το ποσό των 6.000,00 ευρώ, την οδήγησαν στην οικία της με αυτοκίνητο, προκειμένου η παθούσα να πάρει μαζί της το τραπεζικό βιβλιάριο της και ακολούθως την έπεισαν να μεταβούν μαζί στο Υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην περιοχή των ... και να τους καταβάλει, μετά από ανάληψη που πραγματοποίησε, το χρηματικό ποσό των 2.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέβησαν μαζί με την παθούσα στο Υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην περιοχή του ..., όπου και ζήτησαν από την παθούσα να τους καταβάλει το ποσό των 4.000,00 ευρώ, για την ίδια προσχηματική αιτία, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, από αίτια εξωτερικά και όχι από ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, επειδή η υπάλληλος-ταμίας του καταστήματος της Τράπεζας αντιλήφθηκε την απόπειρα εξαπάτησης της παθούσας και ειδοποίησε την τελευταία και την Αστυνομία, οπότε οι κατηγορούμενοι τράπηκαν σε φυγή.
6) Στις 8/8/2012 και περί ώρα 11.00, στο ... και στην περιοχή του ..., ο άνω κατηγορούμενος μετά του Ν. Κ. και τρίτου αγνώστου προσώπου, επιβαίνοντας σε δύο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητα προσέγγισαν, κατά τα ανωτέρω, την Φ. Λ. του Δ., γεννηθείσα στις 20/1/1930, και ο τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., της παρέστησε ψευδώς ότι είχε φιλική σχέση με τον ανιψιό της, Π. Λ., ότι γνώριζε τον κουνιάδο της (παθούσας) και τα παιδιά του κουνιάδου της και προφασίστηκε τη στιγμή εκείνη τηλεφωνική συνομιλία με τον ανιψιό της (παθούσας), με περιεχόμενο ότι έπρεπε η παθούσα να του εξοφλήσει μία παραγγελία ηλεκτρονικών ειδών αξίας 5.000,00 ευρώ, στην οποία είχε δήθεν προβεί ο ανιψιός της (παθούσας), με σκοπό να ιδιοποιηθούν το ανωτέρω χρηματικό ποσό όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, αφού μετέφεραν την παθούσα στην οικία της, προκειμένου αυτή να πάρει το τραπεζικό βιβλιάριο της, ενώ οι λοιποί κατηγορούμενοι τους ακολουθούσαν με το άλλο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στα υποκαταστήματα της Εμπορικής Τράπεζας και της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή ... Αττικής (οδ. ...), όπου η παθούσα, υπό την επιτήρηση του ως άνω αγνώστου προσώπου, αφού πραγματοποίησε διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 5.000,00 ευρώ, πείστηκε να τους τα παραδώσει, ποσά που οι άνω κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα. 7) Στις 11/10/2012 και περί ώρα 12:00, στον ..., στην οδό ... προσέγγισαν με την Μ. Μ., την Μ. Τ. του Π., γεννηθείσα το έτος 1930,και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιος της, Ν., δικαιούτο επιστροφή
χρηματικού ποσού 26.000,00 ευρώ από την Εφορία και ότι έπρεπε προς τούτο η παθούσα να πληρώσει κάποια "παράβολα", της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, αφού η παθούσα επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι, τη μετέφεραν στην οικία της, προκειμένου να πάρει την ταυτότητα και το τραπεζικό βιβλιάριο της, και στη συνέχεια τη μετέφεραν σε δύο (2) Υποκαταστήματα της Αγροτικής Τράπεζας, ήτοι στον ... (οδ. ...) και στο ..., όπου η παθούσα προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού χρηματικού ποσού 9.200,00 ευρώ, που τους παρέδωσε και ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
8) Στις 27-8-2012 και περί ώρα 10:00, στον ... Αττικής, στην οδό ..., με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, ο τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., οδηγώντας Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο και η δεύτερη κατηγορούμενη Μ. Μ., ως συνοδηγός, προσέγγισαν την Ε. Σ. του Σ., γεννηθείσα στις 23/6/1925 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η αδελφή της (παθούσας) όφειλε το χρηματικό ποσό των 1.500,00 ευρώ στην Εφορία και ότι κινδύνευε με κατάσχεση της οικίας της, ζήτησαν από την παθούσα να τους καταβάλει χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, και αφού ο ανωτέρω κατηγορούμενος προσποιήθηκε τηλεφωνική συνομιλία με την αδελφή της παθούσας, μετέφεραν την παθούσα με το αυτοκίνητο στην οικία της, όπου τους παρέδωσε το ποσό των 700,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
Είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (ήτοι: προσέγγιση ηλικιωμένων ατόμων ανά ζεύγη ή από κοινού, κατόπτευση του χώρου και απόσπαση από τα ηλικιωμένα άτομα σημαντικών χρηματικών ποσών, εκμεταλλευόμενοι το προχωρημένο της ηλικίας τους και το γεγονός ότι φρόντιζαν να μάθουν προηγουμένως τα στοιχεία συγγενών τους, χρησιμοποίηση Ι.Χ.Ε αυτοκινήτων, με τα οποία παρακολουθούσαν τα θύματά τους και με τα οποία διέφευγαν στη συνέχεια, αφότου επετύγχαναν το σκοπό τους ή όταν γίνονταν αντιληπτοί, χρησιμοποίηση δύο (2) μπλοκ αποδείξεων-εισπράξεων για να δημιουργούν την εντύπωση στα θύματά τους ότι με τα χρήματα, που τους κατέβαλαν, εξοφλούσαν τα δήθεν χρέη των συγγενικών τους προσώπων προς το Δημόσιο) και από την επανειλημμένη (εξακολουθητική) τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Το δε συνολικό όφελος που αποκόμιση ή επιχείρησε να αποκομίσουν παράνομα από κοινού, στο πλαίσιο της συμμορίας (πράξεις υπό στοιχεία 1-8 ), από τους ανωτέρω παθόντες, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 και ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 44.207 ευρώ (12.707+7.100+3.000+500+6.000+5.000+9.200+700) Ε) Την κατηγορουμένη Χ. Ζ., ένοχη του ότι:
"Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με ενότητα δόλου, η ανωτέρω κατηγορούμενη από κοινού, με τον Γ. Μ., Θ. Μ., Μ. Μ. και άλλα άγνωστα άτομα κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις, τέλεσε έγκλημα (απάτη), το οποίο τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας, ενώ επιχείρησε να τελέσει το ίδιο έγκλημα (απάτη), πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη της αυτή όχι από δική της αληθινή βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με σκοπό να αποκομίσει από κοινού με τα ως άνω άτομα, παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε και επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, από την οποία (πράξη) το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000,00 ευρώ, είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ* επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Ειδικότερα:
1) Στις 5/12/2012 και περί ώρα 12.15', στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, έχοντας συναποφασίσει, στα πλαίσια της συμμορίας τους, να προσεγγίσουν άγνωστο αριθμό ηλικιωμένων ατόμων, να τους παρουσιαστούν ως υπάλληλοι της Εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων (παθόντων) και στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή συγγενικά τους πρόσωπα χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους, να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, στα οποία επέβαιναν (οι κατηγορούμενοι) και να τους μεταφέρουν στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν, για τις αιτίες αυτές, διάφορα χρηματικά ποσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως οδηγός του με αριθμό ...-Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο είχε μισθωθεί, στις 13/11/2012, στο όνομα του Χ. Μ., και η δεύτερη κατηγορουμένη Μ. Μ., ως συνοδηγός, ο δε τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., ως οδηγός του υπ' αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Χ. Μ. του Θ., και η τέταρτη κατηγορούμενη, Χ. Ζ., ως συνοδηγός, στάθμευσαν τα ανωτέρω αυτοκίνητα επί της οδού ..., έξω από το υποκατάστημα της Τράπεζας "ALPHA BANK", οπότε ο τρίτος κατηγορούμενος Θ. Μ., μαζί με τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., υπό την εποπτεία των λοιπών κατηγορουμένων, που κατόπτευαν τον χώρο, παρέστησαν ψευδώς στην Ε. Α. του Ι., γεννηθείσα στις 10/5/1933, ότι η Χ. Ζ. ήταν η βοηθός της λογίστριάς της και ότι η ανωτέρω παθούσα δήθεν δικαιούτο επιστροφή από την Εφορία του χρηματικού ποσού των 15.000,00 ευρώ (με "επιταγές ποσών εννέα χιλιάδων και έξι χιλιάδων ευρώ") και της ζήτησαν να τους καταβάλει προς τούτο το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ώστε να εξοφληθεί το υποτιθέμενο "παράβολο", που απαιτείτο να εκδοθεί για την επιστροφή του ανωτέρω χρηματικού ποσού στην παθούσα, ο δε Θ. Μ., προσποιήθηκε επιπλέον ότι συνομιλούσε τη στιγμή εκείνη στο τηλέφωνο με τη λογίστρια της παθούσας, με σκοπό να την πείσουν να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό και να αποκομίσουν όλοι από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος. Πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, από αίτια εξωτερικά και όχι από την ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, και δη, επειδή η ηλικιωμένη γυναίκα δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και είπε ότι θα συνομιλούσε τηλεφωνικά η ίδια με τη λογίστριά της.
2) Στις 26/11/2012 και περί ώρα 12.00, στην περιοχή ..., στη συμβολή των οδών ...υ, συνεπιβαίνοντας στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με αριθμό ..., μετά του Θ. Μ. και του Γ. Μ. προσέγγισαν τον Ι. Σ. του Ε., γεννηθέντα στη 1/12/1934 και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι είχε να λάβει χρηματική επιστροφή από την Εφορία, τού ζήτησαν το συνολικό, ποσό των 500,00 ευρώ, για την δήθεν έκδοση παραβόλου επιστροφής των χρημάτων που δικαιούτο, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή, από αίτια εξωτερικά και όχι από ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, και δη, επειδή ο ανωτέρω παθών δεν πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις τους και αρνήθηκε να τους καταβάλει τα χρήματα.
3) Στις 13/11/2012 και περί ώρα 11.30, στην περιοχή ..., επί της οδού ... αρ. 12-14, με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού με το Θ. Μ. παράνομο περιουσιακό όφελος, προσέγγισαν με το με αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο τύπου SMART, την Ε. Ν. του Γ., γεννηθείσα στις 18/1/1929 και αφου η τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., μαζί με τον τρίτο κατηγορούμενο Θ. Μ., της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιος της, Κ., όφειλε στην Εφορία το ποσό των 6.000,00 ευρώ, την οδήγησαν στην οικία της με αυτοκίνητο, προκειμένου η παθούσα να πάρει μαζί της το τραπεζικό βιβλιάριο της και ακολούθως την έπεισαν να μεταβούν μαζί στο Υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην περιοχή των ... και να τους καταβάλει, μετά από ανάληψη που πραγματοποίησε, το χρηματικό ποσό των 2.000,00 ευρώ, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέβησαν μαζί με την παθούσα στο Υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην περιοχή του ..., όπου και ζήτησαν από την παθούσα να τους καταβάλει το ποσό των 4.000,00 ευρώ, για την ίδια προσχηματική αιτία, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους, από αίτια εξωτερικά και όχι από ελεύθερη βούληση υπαναχώρησής τους, επειδή η υπάλληλος-ταμίας του καταστήματος της Τράπεζας αντιλήφθηκε την απόπειρα εξαπάτησης της παθούσας και ειδοποίησε την τελευταία και την Αστυνομία, οπότε οι κατηγορούμενοι τράπηκαν σε φυγή.
4)Την 1/11/2012 και περί ώρα 10:30, στην περιοχή ..., επί της οδού ..., με σκοπό να αποκομίσει από κοινού με τον Γ. Μ. παράνομο περιουσιακό όφελος, η τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., προσέγγισε την Δ. Σ. του Δ., γεννηθείσα στις 2/12/1932 και αφού της παρέστησε ψευδώς ότι ήταν το πρόσωπο με στοιχεία "Κ. Δ.", για την οποία η παθούσα γνώριζε ότι κατά το παρελθόν εργαζόταν ως εφοριακή υπάλληλος, καθώς και ότι ο γιος της παθούσας δικαιούτο επιστροφή από την Εφορία συνολικού χρηματικού ποσού 22.000,00 ευρώ και ότι έπρεπε προς τούτο να εκδοθούν χρηματικά "παράβολα", έπεισε την παθούσα να της καταβάλει στην οικία της το χρηματικό ποσό των 1.200,00 ευρώ. Στη συνέχεια, αφού μετέφεραν με αυτοκίνητο την παθούσα, όπου ο οδηγός του, πρώτος κατηγορούμενος, συστήθηκε στην παθούσα ως ο Διευθυντής της Εφορίας, στην οποία δήθεν εργαζόταν η τέταρτη κατηγορούμενη Χ. Ζ., και προσποιούμενη η τελευταία ότι επικοινωνούσε τηλεφωνικά με το γιο της παθούσας, την έπεισαν να j μεταβούν μαζί στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή των ... προκειμένου να τους καταβάλει, το χρηματικό ποσό των 5.000,00 ευρώ, το οποίο ανέλαβε και τους παρέδωσε και το οποίο στη συνέχεια ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
5)
Στις 3/11/2012 και περί ώρα 11:00, στο ..., στη συμβολή των οδών ... και Δ., με σκοπό να αποκομίσουν όλοι από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., προσέγγισε με την δεύτερη και την τέταρτη
των κατηγορουμένων Μ. Μ. και Χ. Ζ., αντίστοιχα, την Π. Μ. του Α., γεννηθείσα στις 28/11/1929 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της Ε., δικαιούτο χρηματική επιστροφή από την Εφορία συνολικού ποσού 10.000,00 ευρώ και ότι έπρεπε προς τούτο να πληρώσει "παράβολα", της ζήτησαν χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, προσποιούμενοι τηλεφωνική συνομιλία με την κόρη της παθούσας, η οποία δήθεν συμφωνούσε να προβεί η μητέρα της στην τραπεζική ανάληψη, μετέβησαν στο υποκαταστήματα της Εμπορικής Τράπεζας στην περιοχή ... (οδ. ...) και η παθούσα, αφού πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 4.600,00 ευρώ, τους το παρέδωσε και αυτοί το ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
6)
Στη 1/8/2012 και περί ώρα 11:30, στην ..., στη συμβολή των οδών ..., ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. από κοινού με την τέταρτη κατηγορουμένη Χ. Ζ., επιβαίνοντες σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, προσέγγισαν την Χ.- Γ. Μ. του Δ., γεννηθείσα στις 30/7/1941 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της (παθούσας) είχε διάφορα χρέη στην Εφορία, της ζήτησαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 850,00 ευρώ για την εξόφληση των χρεών της κόρης της, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα στην οικία της επί της οδού ..., στην ..., όπου και τους παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 850,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
7) Στις 25/6/2012 και περί ώρα 10:00-12:00, στα ..., στην οδό ... α/α, η κατηγορούμενη από κοινού με άλλα δύο άτομα τα στοιχεία των οποίων δεν διακριβώθηκαν προσέγγισαν την Γ. Μ. του Λ., γεννηθείσα στις 15/10/1926, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι η κόρη της Ε., όφειλε στην Εφορία το ποσό των 7.400,00 ευρώ, της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα προς εξόφληση του δήθεν χρέους της κόρης της, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, αφού η παθούσα τους παρέδωσε αρχικά στην οικία της, όπου μετέβη για να πάρει το τραπεζικό βιβλιάριο της, το ποσό των 200,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα, στη συνέχεια τη μετέφεραν με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, σε Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας (οδ. ...), όπου πραγματοποίησε ανάληψη και τους παρέδωσε και το ποσό των 7.400,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν όλοι οι άνω κατηγορούμενοι από κοινού παράνομα.
8) Στις 26/11/2012 και περί ώρα 12:00, στον ... Αττικής, στην οδό ..., με σκοπό να αποκομίσει από κοινού με άλλα δύο πρόσωπα τα στοιχεία των οποίων δεν διακριβώθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος, προσέγγισαν την Θ. Κ. του Δ., γεννηθείσα στις 3/12/1937, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ο γιός της όφειλε στην Εφορία το χρηματικό ποσό των 6.000 - 7.000 ευρώ και προσποιούμενοι τηλεφωνική συνομιλία μαζί του, της ζήτησαν να τους καταβάλει χρήματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. Ακολούθως, μετέφεραν την παθούσα με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στην οικία της, προκειμένου να πάρει την ταυτότητα και το τραπεζικό βιβλιάριο της και στη συνέχεια την μετέφεραν σε Υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στο ... (οδ. ...), όπου πραγματοποίησε ανάληψη και τους παρέδωσε το συνολικό ποσό των 7.000,00 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν όλοι οι άνω κατηγορούμενοι από κοινού παράνομα.
Είναι δε άτομο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (ήτοι: προσέγγιση ηλικιωμένων ατόμων ανά ζεύγη ή από κοινού, κατόπτευση του χώρου και απόσπαση από τα ηλικιωμένα άτομα σημαντικών χρηματικών ποσών, εκμεταλλευόμενοι το προχωρημένο της ηλικίας τους και το γεγονός ότι φρόντιζαν να μάθουν προηγουμένως τα στοιχεία συγγενών τους, χρησιμοποίηση Ι.Χ.Ε αυτοκινήτων, με τα οποία παρακολουθούσαν τα θύματά τους και με τα οποία διέφευγαν στη συνέχεια, αφότου επετύγχαναν το σκοπό τους ή όταν γίνονταν αντιληπτοί, χρησιμοποίηση δύο (2) μπλοκ αποδείξεων-εισπράξεων για να δημιουργούν την εντύπωση στα θύματά τους ότι με τα χρήματα, που τους κατέβαλαν, εξοφλούσαν τα δήθεν χρέη των συγγενικών τους προσώπων προς το Δημόσιο) και από την επανειλημμένη (εξακολουθητική) τέλεση της πράξης, προκύπτει αφενός σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Το δε συνολικό όφελος που αποκόμισε ή επιχείρησε να αποκομίσει παράνομα από κοινού με τους προαναφερόμενους κατηγορούμενους, στο πλαίσιο της συμμορίας τους (πράξεις υπό στοιχεία 1-8) από τους ανωτέρω παθόντες, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 και ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 35.750 ευρώ. (3.000+ 500+ 6.000+ 6.200+ 4.600 +800 +7.600 +7.000) ΣΤ) Τον κατηγορούμενο Δ. Ζ., ένοχο του ότι :
"Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με ενότητα δόλου, ο ανωτέρω κατηγορούμενος από κοινού με τον Γ. Μ., Ό. Ζ. και Ε. Ζ. καθώς και άλλο άγνωστο άτομο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, τέλεσαν έγκλημα (απάτη), το οποίο τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας, ενώ επιχείρησαν να τελέσουν το ίδιο έγκλημα (απάτη), πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή όχι από δική τους αληθινή βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν και επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε συνολική ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα:
1) Στις 24/7/2012 και περί ώρα 11:00 στον ..., επί της οδού ..., έχοντας συναποφασίσει μετά του Γ. Μ., της Ό. Ζ. καθώς και με άλλο άγνωστο άτομο να προσεγγίσουν άγνωστο αριθμό ηλικιωμένων ατόμων, να τους παρουσιαστούν ως υπάλληλοι της Εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων (παθόντων) και στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή συγγενικά τους πρόσωπα χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους, να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, στα οποία επέβαιναν οι κατηγορούμενοι και να τους μεταφέρουν στις οικίες τους ή σε
τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν, για τις αιτίες αυτές,
διάφορα χρηματικά ποσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, προσέγγισαν τον Σ. Χ. του Γ., γεννηθέντα στις 13/05/1934, και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν εφοριακοί υπάλληλοι και ότι η κόρη του Φ., χρωστούσε χρήματα στην Εφορία, τον έπεισαν να παραλάβει από την οικία του, το τραπεζικό βιβλιάριο καταθέσεών του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, καθώς και την αστυνομική του ταυτότητα, ώστε να εξοφλήσει τα χρέη της κόρης του Φ.ς και να επιβιβαστεί αρχικά στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του Γ. Μ. και στη συνέχεια στο αυτοκίνητο, με αριθμό ... μάρκας MERCEDES χρώματος ασημί και ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούσαν, επιβαίνοντας στα οχήματα με αριθμό ... Ι.Χ.Ε, μάρκας Ford Focus, ιδιοκτησίας της ένατης κατηγορούμενης Ό. Ζ. και ..., ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Γ. Μ., ο παθών μετέβη με τη συνοδεία δύο εξ αυτών (κατηγορουμένων) σε διάφορα Υποκαταστήματα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην Αθήνα, ήτοι στο συστεγαζόμενο κατάστημα Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου εντός των ΕΛ.ΤΑ ... (στη συμβολή των οδών ...), στην οδό ..., στην πλατεία Κάνιγγος και στην οδό ..., όπου πραγματοποίησε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού ποσού (1.000,00 ευρώ + 15.000,00 ευρώ +5.000,00 ευρώ +2.000,00 ευρώ=)23.000,00 ευρώ, που τους παρέδωσε και που ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
2) Στις 22/8/2011 και περί ώρα 10:30 στο ..., επί της συμβολής των οδών ..., προσέγγισαν μετά του Ε. Ζ., με την ίδια μεθοδολογία και τον ίδιο τρόπο δράσης την Σ. Τ. του Ν., γεννηθείσα στις 26/07/1932 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν οι λογιστές του γιου της, Ε. Τ. του Π. και ότι ο τελευταίος τους χρωστούσε για την παροχή των υπηρεσιών τους, το ποσό περίπου των επτακοσίων (700,00) ευρώ, την έπεισαν να επιβιβαστεί στο με αριθμ. ... Ι.ΧΕ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του έβδομου κατηγορούμενου Ε. Ζ. του Δ., χρώματος μπλε ανοιχτό, οπότε, αφού η παθούσα τους οδήγησε στην οικία της στο ... (επί της ...), παρέδωσε στο πρόσωπο που ήταν ο συνοδηγός του αυτοκινήτου με το οποίο τη μετέφεραν στην οικία της το χρηματικό ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν από κοινού παράνομα.
3) Στις 07/01/2013 και περί ώρα 09:20 στην Αθήνα, επί της συμβολής των οδών ... μετά του Ε. Ζ. και άλλης άγνωστης γυναίκας, προσέγγισαν την Σ. Τ. του Ν., γεννηθείσα στις 26/07/1932 και αφού την πλησίασε μια (γυναίκα) εκ των κατηγορουμένων, επιχείρησε να την πείσει να επιβιβαστεί στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του έβδομου κατηγορουμένου Ε. Ζ., χρώματος μπλε ανοιχτό, ώστε να την οδηγήσουν στην οικία της επί της οδού ... στο ... και να την πείσουν με την ίδια μεθοδολογία και τρόπο δράσης να τους παραδώσει άγνωστο χρηματικό ποσό, προφασιζόμενοι γνωριμία με το γιο της Ε. Τ., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, όπως είχαν πράξει άλλες δύο φορές σε βάρος της στο παρελθόν, πλην όμως η παθούσα αρνήθηκε να επιβιβαστεί επειδή τους αναγνώρισε, ήτοι η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα επειδή η παθούσα αντιλήφθηκε ότι ήταν οι δράστες της σε βάρος της απάτης στις 22/8/2011 και της σε βάρος της κλοπής στις 22/6/2011, στην οικία της, με αποτέλεσμα η ανωτέρω κατηγορουμένη να φύγει και να επιβιβαστεί στο ανωτέρω όχημα, οπότε αναχώρησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. 4) Περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 και περί ώρα 13:00 στην Αθήνα, επί της οδού ... μετά του Δ. Ζ. προσέγγισαν με το υπ' αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Δ. Ζ., ’. Ρ. του Ι., γεννηθείσα στις 26/11/1936, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν οι ασφαλιστές του γιου της, και ότι είχε λήξει η ασφάλεια του αυτοκινήτου του γιου της, έχοντας μάλιστα συνεννοηθεί προηγουμένως μαζί του να τους πληρώσει η ανωτέρω παθούσα, επιχείρησαν να την πείσουν να τους καταβάλει χρήματα, για να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα ,πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή ("λάπ τοπ"), έναντι του ποσού των επτακοσίων (700,00) ευρώ, την έπεισαν να επιβιβαστεί στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του έβδομου κατηγορούμενου Ζ. Ε., χρώματος μπλε ανοιχτό, οπότε η παθούσα τους οδήγησε στην οικία της στο ... (επί της ...) και όταν η παθούσα δήλωσε σ' έναν εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων και οδηγό του ως άνω οχήματος ότι δεν είχε χρήματα, αυτός αφαίρεσε παράνομα από το συρτάρι της σιφονιέρας της οικίας της και χωρίς η παθούσα να προλάβει να αντιδράσει, το χρηματικό ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ και έφυγαν τρέχοντας από τις σκάλες της πολυκατοικίας, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα.
2) Στις 23/1/2013, στο ..., επί της οδού ...,μετά του Ε. Ζ. και άλλων δύο γυναικών αγνώστων προσέγγισαν τον Β. Α. του Ι., γεννηθέντα στις 31/07/1929 και αφού εισήλθαν τρεις (3) εκ των ανωτέρω, ήτοι ο Ε. Ζ. και οι δύο γυναίκες μαζί του στον ανελκυστήρα της εκεί ευρισκόμενης πολυκατοικίας, παριστάνοντάς του ότι είναι διανομείς διαφημιστικών φυλλαδίων, αφαίρεσαν παράνομα με τη μέθοδο της απασχόλησης, από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, που ο παθών είχε σε φάκελο και είχε την ίδια ημέρα αναλάβει από την Τράπεζα "ALPHA BANK" ..., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, στη συνέχεια δε αποχώρησαν με το υπ' αριθμό ... όχημα, ανοιχτού μπλε χρώματος, ιδιοκτησίας του έβδομου κατηγορουμένου Ε. Ζ. του Δ., προς άγνωστη κατεύθυνση."
Ζ). Τον κατηγορούμενο, Ν. Κ., ένοχο του ότι :
Ο κατηγορούμενος Ν. Κ. του Σ. και της Σ., κάτοικος ... στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει, παράνομο περιουσιακό όφελος, ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενο του Θ. Μ. του Ν., και άλλο άγνωστο συνεργό τους έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ενώ η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα:
1)Στις 8/8/2012 και περί ώρα 11:00, στον ... και στην περιοχή του ..., ενεργώντας από κοινού με τους κατωτέρω αναφερόμενους συγκατηγορουμένους του, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προσέγγισε με τους συγκατηγορουμένους του Θ. Μ. και τρίτο άγνωστο πρόσωπο, με τη χρήση δύο Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, το ένα εκ των οποίων ήταν το με αριθμό ... Ι.Χ.Ε., μάρκας TOYOTA, ιδιοκτησίας του, την Φ. Λ. του Δ., γεννηθείσα στις 20/1/1930, και της παρέστησε ψευδώς ότι είχε φιλική σχέση με τον ανιψιό της, Π. Λ., ότι γνώριζε τον κουνιάδο της (παθούσας) και τα παιδιά του κουνιάδου της και προφασίστηκε τη στιγμή εκείνη τηλεφωνική συνομιλία με τον ανιψιό της (παθούσας), με περιεχόμενο ότι έπρεπε η παθούσα να τους εξοφλήσει μία παραγγελία ηλεκτρονικών ειδών αξίας 5.000,00 ευρώ, στην οποία είχε δήθεν προβεί ο ανιψιός της (παθούσας), με σκοπό να ιδιοποιηθεί το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Ακολούθως, αφού μετέφερε την παθούσα στην οικία της, προκειμένου αυτή να πάρει μαζί της το τραπεζικό βιβλιάριο της, μετέβη μαζί της με το ανωτέρω Ι.Χ.Ε. ιδιοκτησίας του και ενόσω οι συγκατηγορούμενοι του τους ακολουθούσαν με το άλλο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στα υποκαταστήματα της Εμπορικής Τράπεζας και της Εθνικής Τράπεζας στην περιοχή ... Αττικής (οδ. ...), όπου η παθούσα, αφού πραγματοποίησε υπό την επιτήρηση του ως άνω αγνώστου προσώπου διαδοχικές αναλήψεις χρηματικών ποσών (3.000,00 ευρώ +2.000,00 ευρώ=) συνολικού ύψους 5.000,00 ευρώ, πείστηκε να τους τα παραδώσει, ιδιοποιούμενοι παρανόμως το ποσό αυτό. Η ζημία δε που προξενήθηκε στην παθούσα είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
2)Στις 19/10/2012 τις πρωινές ώρες, στον ... και επί της οδού ... επισκέφθηκε από κοινού με τον Θ. Μ. και τρίτο άγνωστο πρόσωπο την παθούσα Α. Κ. του Ν., γεννηθείσα στη 01/03/1925 στην οικία της που βρίσκεται στον ως άνω τόπο, και αφού της παρέστησε ψευδώς ότι γνώριζε τον υιό της Α. και ότι χρειαζόταν χρήματα τα οποία αυτός θα του παρέδιδε, της ζήτησε να πάρει της το βιβλιάριο καταθέσεων της Εμπορικής Τράπεζας και μετέπειτα τη συνόδευσε σε διάφορα υποκαταστήματα της ως άνω Εμπορικής Τράπεζας, όπου εκείνη υπό την επιτήρηση αγνώστου τρίτου προσώπου έκανε αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών, ήτοι αρχικά ανέλαβε το ποσό των 5.000 ευρώ από το κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στο ... και μετά ανέλαβε το ποσό των 7.707 ευρώ από το Κατάστημα του ... στη συμβολή των οδών ... και Σ. ..., ήτοι συνολικά το ποσόν των 12.707 ευρώ, ποσό το οποίο του παρέδωσε μαζί με το βιβλιάριο της Τράπεζας, και τα οποία ιδιοποιήθηκε παρανόμως από κοινού με τους λοιπούς. Η ζημία δε, που προξενήθηκε στην παθούσα είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
3) Στις 23/11/2012 και περί ώρα 11:00 στο ..., επί της οδού ... από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του, επισκέφτηκε, μετά του Θ. Μ. και τρίτου αγνώστου προσώπου, τον παθόντα Π. Κ. του Α., γεννηθέντα στις 13/12/1933, στην οικία του επί της ως άνω οδού και αφού του παρέστησε ψευδώς ότι γνώριζε τον γαμπρό του, Α. Π. και ότι ο τελευταίος του χρωστούσε χρήματα και συγκεκριμένα το ποσό των 7.100 ευρώ, τον έπεισε να επιβιβαστεί σε Ι.Χ.Ε όχημα μάρκας TOYOTA YARIS και χρώματος ασημί και τον οδήγησε σε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας των ..., όπου υπό την επιτήρηση του αγνώστου προσώπου, ανέλαβε το χρηματικό ποσό των 7.100 ευρώ, το οποίο και του παρέδωσε αμέσως και το ιδιοποιήθηκε από κοινού με τους συγκατηγορούμενους του παράνομα. Η ζημία δε που προξενήθηκε στον παθόντα είναι ιδιαίτερα μεγάλη."
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο, Ε. Ζ., ένοχο του ότι: "Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με ενότητα δόλου, όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι από κοινού, τέλεσαν έγκλημα (απάτη), το οποίο τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας, ενώ επιχείρησαν να τελέσουν το ίδιο έγκλημα (απάτη), πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή όχι από δική τους αληθινή βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά. Συγκεκριμένα, στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν και επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. |Ειδικότερα:
1) Στις 22/8/2011 και περί ώρα 10:30 στο ..., επί της συμβολής των οδών ..., προσέγγισαν μετά του Δ. Ζ., με την ίδια μεθοδολογία και τον ίδιο τρόπο δράσης την Σ. Τ. του Ν., γεννηθείσα στις 26/07/1932 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν οι λογιστές του γιου της, Ε. Τ. του Π. και ότι ο τελευταίος τους χρωστούσε για την παροχή των υπηρεσιών τους, το ποσό περίπου των επτακοσίων (700,00) ευρώ, την έπεισαν να επιβιβαστεί στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του όγδοου κατηγορούμενου Ε. Ζ. του Δ., χρώματος μπλε ανοιχτό, οπότε, αφού η παθούσα τους οδήγησε στην οικία της στο ... (επί της ...), παρέδωσε στο πρόσωπο που ήταν ο συνοδηγός του αυτοκινήτου με το οποίο τη μετέφεραν στην οικία της, το χρηματικό ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα.
2) Στις 07/01/2013 και περί ώρα 09:20 στην Αθήνα, επί της συμβολής των οδών ..., μετά του Ε. Ζ. και άλλης άγνωστης γυναίκας, προσέγγισαν την Σ. Τ. του Ν., γεννηθείσα στις 26/07/1932 και αφού την πλησίασε μια (γυναίκα) εκ των κατηγορουμένων, επιχείρησε να την πείσει να επιβιβαστεί στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του έβδομου κατηγορουμένου Ε. Ζ., χρώματος μπλε ανοιχτό, ώστε να την οδηγήσουν στην οικία της επί της οδού ... στο ... και να την πείσουν με την ίδια μεθοδολογία και τρόπο δράσης να τους παραδώσει άγνωστο χρηματικό ποσό, προφασιζόμενοι γνωριμία με το γιο της Ε. Τ., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, όπως είχαν πράξει άλλες δύο φορές σε βάρος της στο παρελθόν, πλην όμως η παθούσα αρνήθηκε να επιβιβαστεί επειδή τους αναγνώρισε, ήτοι η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα επειδή η παθούσα αντιλήφθηκε ότι ήταν οι δράστες της σε βάρος της απάτης στις 22/8/2011 και της σε βάρος της κλοπής στις 22/6/2011, στην οικία της, με αποτέλεσμα η ανωτέρω κατηγορουμένη να φύγει και να επιβιβαστεί στο ανωτέρω όχημα, οπότε αναχώρησαν προς άγνωστη κατεύθυνση.
3) Περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 και περί ώρα 13:00 στην Αθήνα, επί της οδού ... προσέγγισαν μετά του Δ. Ζ. με το υπ' αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πέμπτου κατηγορουμένου Δ. Ζ., την ’. Ρ. του Ι., γεννηθείσα στις 26/11/1936, και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν οι ασφαλιστές του γιου της, και ότι είχε λήξει η ασφάλεια του αυτοκινήτου του γιου της, έχοντας μάλιστα συνεννοηθεί προηγουμένως μαζί του να τους πληρώσει η ανωτέρω παθούσα, επιχείρησαν να την πείσουν να τους καταβάλει χρήματα, για να τα ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση υπαναχώρησης, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα επειδή η παθούσα γνώριζε προσωπικά τον ασφαλιστή του γιου της, οπότε τους ζήτησε να καλέσουν το γιο της στο τηλέφωνο προκειμένου να συνεννοηθεί η ίδια μαζί του, με αποτέλεσμα αυτοί να φύγουν και να αποχωρήσουν με το ανωτέρω όχημα προς άγνωστη κατεύθυνση.
Β) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους ενεργώντας από κοινού μετά του Δ. Ζ. και δύο αγνώστων γυναικών, κατόπιν συναποφάσεως και συνεκτελέσεως και με κοινό δόλο, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, με τον ίδιο χαρακτηριστικό τρόπο δράσης (modus operandi), ήτοι ενεργώντας σε βάρος ηλικιωμένων προσώπων, εισερχόμενοι στις οικίες τους ή απασχολώντας τους, προκειμένου να μην αντιλαμβάνονται λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας τους την τέλεση των κλοπών σε βάρος τους, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και συνήθεια, διότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της κλοπής και από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι διαπράττουν εξακολουθητικά κλοπές από κοινού, προσεγγίζοντας ηλικιωμένα άτομα, από τα οποία αποσπούσαν παράνομα διάφορα χρηματικά ποσά και στη συνέχεια επέβαιναν σε οχήματα ιδιοκτησίας τους για να διαφύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση, προκύπτει αφενός σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της κλοπής, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Συγκεκριμένα : 1) Στις 22/6/2011, στο ..., επί της ... και έξωθεν του Ταχυδρομείου ..., προσέγγισαν μετά του Δ. Ζ. και δύο αγνώστων γυναικών την Σ. Τ. του Ν., γεννηθείσα στις 26/07/1932 και αφού της παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν συνεννοηθεί με το γιο της, Ε. Τ. του Π., να αγοράσει η ίδια για λογαριασμό του γιου της έναν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή ("λάπ τοπ"), έναντι του ποσού των επτακοσίων (700,00) ευρώ, την έπεισαν να επιβιβαστεί στο με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του όγδοου κατηγορούμενου Ζ. Ε., χρώματος μπλε ανοιχτό, οπότε η παθούσα τους οδήγησε στην οικία της στο ... (επί της ...) και όταν η παθούσα δήλωσε σ' έναν εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων και οδηγό του ως άνω οχήματος ότι δεν είχε χρήματα, αυτός αφαίρεσε παράνομα από το συρτάρι της σιφονιέρας της οικίας της και χωρίς η παθούσα να προλάβει να αντιδράσει, το χρηματικό ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ και έφυγε τρέχοντας από τις σκάλες της πολυκατοικίας, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα. 2) Στις 23/1/2013, στο ..., επί της οδού ..., προσέγγισαν μετά του Ε. Ζ. και δύο αγνώστων γυναικών τον Β. Α. του Ι., γεννηθέντα στις 31/07/1929 και αφού εισήλθαν τρεις (3) εκ των ανωτέρω κατηγορουμένων, ήτοι ο Ε. Ζ. και οι δύο άγνωστες γυναίκες, μαζί του στον ανελκυστήρα της εκεί ευρισκόμενης πολυκατοικίας, παριστάνοντάς του ότι είναι διανομείς διαφημιστικών φυλλαδίων, αφαίρεσαν παράνομα με τη μέθοδο της απασχόλησης από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, που ο παθών είχε σε φάκελο και είχε την ίδια ημέρα αναλάβει από την Τράπεζα "ALPHA BANK" ..., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν όλοι από κοινού παράνομα, στη συνέχεια δε αποχώρησαν με το υπ' αριθμό ... όχημα, ανοιχτού μπλε χρώματος, ιδιοκτησίας του εβδομου κατηγορουμένου Ε. Ζ. του Δ., προς άγνωστη κατεύθυνση." ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη Ό. Ζ. ένοχη του ότι : "Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο με ενότητα δόλου η ανωτέρω κατηγορούμενη από κοινού με τους Γ. Μ., Δ. Ζ. και άλλο άγνωστο άτομο, τέλεσαν έγκλημα (απάτη), το οποίο τιμωρείται από το νόμο με ποινή στερητική της ελευθερίας, συγκεκριμένα, στον παρακάτω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, από την οποία (πράξη) η συνολική περιουσιακή ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Ειδικότερα:
1) Στις 24/7/2012 και περί ώρα 11:00 στον ..., επί της οδού ... έχοντας συναποφασίσει μετά του Γ. Μ., Δ. Ζ. και τρίτου αγνώστου προσώπου, να προσεγγίσουν άγνωστο αριθμό ηλικιωμένων ατόμων, να τους παρουσιαστούν ως υπάλληλοι της Εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων (παθόντων) και στη συνέχεια, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή συγγενικά τους πρόσωπα χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους, να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, στα οποία επέβαιναν οι κατηγορούμενοι και να τους μεταφέρουν στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν, για τις αιτίες αυτές, διάφορα χρηματικά ποσά, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, προσέγγισαν τον Σ. Χ. του Γ. γεννηθέντα στις 13/05/1934 και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν εφοριακοί υπάλληλοι και ότι η κόρη του, Φ., χρωστούσε χρήματα στην Εφορία, τον έπεισαν να παραλάβει από την οικία του, το τραπεζικό βιβλιάριο καταθέσεών του στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, καθώς και την αστυνομική του ταυτότητα, ώστε να εξοφλήσει τα χρέη της κόρης του Φ.ς και να επιβιβαστεί αρχικά στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Γ. Μ. και στη συνέχεια στο αυτοκίνητο με αριθμό ... μάρκας MERCEDES χρώματος ασημί και ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούσαν, επιβαίνοντας στα οχήματα με αριθμό ... Ι.Χ.Ε, μάρκας Ford Focus, ιδιοκτησίας της ένατης κατηγορούμενης Ό. Ζ. και ..., ιδιοκτησίας του πρώτου κατηγορουμένου Γ. Μ., ο παθών μετέβη με τη συνοδεία δύο εξ αυτών (κατηγορουμένων) σε διάφορα Υποκαταστήματα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην Αθήνα, ήτοι στο συστεγαζόμενο κατάστημα Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου εντός των ΕΛ.ΤΑ ... (στη συμβολή των οδών ...), στην οδό ..., στην πλατεία Κάνιγγος και στην οδό ..., όπου πραγματοποίησε διαδοχικές αναλήψεις συνολικού ποσού (1.000,00 ευρώ + 15.000,00 ευρώ +5.000,00 ευρώ +2.000,00 ευρώ)=23.000,00 ευρώ, που τους παρέδωσε και που ιδιοποιήθηκαν όλοι από κοινού παράνομα. Η δε ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα είναι ιδιαίτερα μεγάλη." Με βάση τα παραπάνω, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καταδίκασε : 1) τον αναιρεσείοντα Γ. Μ. μεταξύ άλλων, σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ανερχόμενο ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε 58.580 ευρώ, 2) την αναιρεσείουσα Μ. Μ. μεταξύ άλλων, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ανερχόμενο ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε 34.330 ευρώ, 3) τον Θ. Μ. μεταξύ άλλων, σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ανερχόμενο ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε 44.207 ευρώ, 4) την αναιρεσείουσα Χ. Ζ. μεταξύ άλλων, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ανερχόμενο ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε 35.750 ευρώ, 5) τον αναιρεσείοντα Δ. Ζ. μεταξύ άλλων, σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από δράστες που, έχοντας ενωθεί προς τούτο, διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και 6) τον Ε. Ζ. μεταξύ άλλων, σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από δράστες που, έχοντας ενωθεί προς τούτο, διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Καταδίκασε δηλαδή τους μεν Γ. Μ., Μ. Μ., Θ. Μ. και Χ. Ζ. με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 386 παρ. 3 περ. α' του Π.Κ, τους δε Δ. Ζ. και Ε. Ζ. με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 374 περ.δ' και ε' περ. α' του Π.Κ, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι σε βαθμό κακουργήματος σε αμφότερες τις ως άνω περιπτώσεις. Εφόσον, όμως, η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα (η κατά συνήθεια τέλεση έχει πλέον καταργηθεί αφού δεν διαλαμβάνεται στο άρθρο 13 του νέου ΠΚ) τέλεσης της αξιόποινης πράξης της απάτης με συνολικό όφελος άνω των 30.000 ευρώ και της επιβαρυντικής περίστασης της κλοπής, από δράστες που, έχοντας ενωθεί προς τούτο, διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που καθιστούσαν τις ως άνω πράξεις κακουργηματικές, δεν διαλαμβάνονται πλέον στα άρθρο 386 παρ. 1 και 374 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, που εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως εν προκειμένω, κατ' άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, διότι οδηγούν στην ευμενέστερη μεταχείριση των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, οι προαναφερθείσες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν αυτοί (αναιρεσείοντες) με την προσβαλλόμενη απόφαση φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα εφόσον, περαιτέρω, το συνολικό όφελος από την πράξη της απάτης καθώς και η αξία των αφαιρεθέντων χρημάτων και αντικειμένων στην προκείμενη περίπτωση δεν υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, κατά τους βάσιμους περί τούτου σχετικούς λόγους αναίρεσης των εκ των αναιρεσειόντων Γ. Μ., Θ. Μ., Χ. Ζ. και Μ. Μ., ενώ, μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα α) του τρίτου λόγου αναίρεσης της Μ. Μ. για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 13 στ', 98 παρ. 2 και 386 παρ. 3 α' του προϊσχύσαντος Π.Κ ως προς την κακουργηματική μορφή της πράξεως της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε, β) του πρώτου, κατά τα αντίστοιχα β'. και γ' σκέλη του, λόγου αναίρεσης των Δ. Ζ. και Ε. Ζ. για εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων περί συρροής του άρθρου 94 σε συνδυασμό με τα άρθρα 187 παρ. 5 και 374 περ. δ' του προϊσχύσαντος Π.Κ, εν όψει της παραδοχής περί συρροής των ανωτέρω εγκλημάτων και για έλλειψη νόμιμης βάσης όσον αφορά την διακεκριμένη μορφή τέλεσης του εγκλήματος της κλοπής κατ' επάγγελμα καθώς και του δεύτερου λόγου αναίρεσης αυτών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του εγκλήματος της κλοπής, για την οποία καταδικάστηκαν, ήτοι της κλοπής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και τέλεσης αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Με βάση όμως τα παραπάνω, το αξιόποινο της επιμέρους πράξεως της ως άνω κατ' εξακολούθηση αξιόποινης πράξης της κλοπής, που φέρεται τελεσθείσα από κοινού από τους αναιρεσείοντες Δ. Ζ. και Ε. Ζ. στις 22-6-2011 σε βάρος της Σ. Τ., η οποία διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή, έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, αφού από τον ως άνω χρόνο τέλεσής της και μέχρι τη συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης (14-01-2020) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας.
Συνεπώς, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αμέσως παραπάνω κεφάλαιο της και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η εναντίον των εν λόγω αναιρεσειόντων ποινική δίωξη για την αμέσως παραπάνω επιμέρους πράξη (ΑΠ 513/2008).
Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σ αυτήν, όσον αφορά τον πλημμεληματικό πλέον χαρακτήρα των κατωτέρω αναφερομένων αξιόποινων πράξεων, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, μετά την επελθούσα κατά τα άνω νομοθετική μεταβολή, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της απάτης από κοινού, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, όσον αφορά όλους τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους και β) της κλοπής από κοινού σε βάρος του Β. Α., όσον αφορά τους αναιρεσείοντες- κατηγορουμένους Δ. Ζ. και Ε. Ζ., οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες αυτά υπάγονται πλέον στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27, 45, 386 παρ. 1 α' και 372 παρ. 1 περ. α' του ισχύοντος Π.Κ, οι οποίες ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, ως νυν ισχύουν και δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, ενώ, περαιτέρω, αναφορικά με την ανωτέρω υπό στοιχ. α' αξιόποινη πράξη, στο σκεπτικό της απόφασης εκτίθεται λεπτομερώς η μεθοδολογία των αναιρεσειόντων για την αποκόμιση από τον καθένα εξ αυτών του συνολικού χρηματικού ποσού, που προαναφέρθηκε, σε διάστημα κυρίως έξι (6) μηνών, εξ ου αναμφίβολα προκύπτει η αναφερόμενη στο διατακτικό ενότητα δόλου αυτών, η οποία περιλαμβάνει τη θέληση και αποδοχή να ωφεληθούν παράνομα το άθροισμα των χρηματικών ποσών των μερικότερων πράξεών τους, γεγονός το οποίο προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, έτσι ώστε να αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή στην ένδικη περίπτωση των προϋποθέσεων του άρθρου 98 παρ. 2 Π.Κ, με αποτέλεσμα οι μερικότερες πράξεις απάτης να μη διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την παραγραφή, η οποία αρχίζει από την τέλεση και της τελευταίας επί μέρους πράξης. Ειδικότερα: Α) Παρά τις επιμέρους αιτιάσεις του εκ των αναιρεσειόντων Γ. Μ. : α) αναφορικά με την πράξη της απάτης σε βάρος του Θ. Α., που φέρεται τελεσθείσα στις 13- 6-2012, ουδεμία αντίφαση ή λογικό κενό προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης ότι κατά τη διάπραξη της εν λόγω πράξης ο εν λόγω αναιρεσείων επέβαινε με τη Μ. Μ. στο υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο είχε μισθωθεί από τον ίδιο στις 13-11-2012, ήτοι μεταγενέστερα, εφόσον η μία εκ των ως άνω παραδοχών δεν αποκλείει την άλλη, ούτε αναιρεί την, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οδήγηση εκ μέρους του, του ως άνω αυτοκινήτου στις 13-6-2012, κρίση η οποία στηρίχθηκε και στην εκ μέρους του παθόντα αναγνώριση του ως τον ένα εκ των δραστών της σε βάρος του απάτης, β) προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην καταδικαστική για τον ως άνω αναιρεσείοντα κρίση του αναφορικά με τη συμμετοχή του στην πράξη της απόπειρας απάτης σε βάρος του Ι. Σ. στις 26-11-2012, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την από 5-2-2013 έκθεση κατ' αντιπαράσταση εξέτασης ενώπιον του 10ου τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αθηνών του παθόντος, ο οποίος αναγνώρισε ως δράστες της σε βάρος του ως άνω αξιόποινης πράξης μόνον τους Θ. Μ. και Χ. Ζ., παρά δε τη μη αναγνώριση και του αναιρεσείοντα Γ. Μ., αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα τη συμμετοχή και αυτού στην εν λόγω πράξη ως του ατόμου που επόπτευε τον περιβάλλοντα χώρο με τις παραδοχές ότι η συμμετοχή του προκύπτει "από το γεγονός ότι το προαναφερόμενο αυτοκίνητο (δηλ. το ... που χρησιμοποιήθηκε στην εν λόγω πράξη) είχε μισθωθεί στην πραγματικότητα όχι από τον Χ. Μ., αλλά από τον ίδιο, παρουσιαζόμενος στην εκμισθώτρια εταιρία με τα στοιχεία του Χ. Μ.υ, αυτός ήταν που οδηγούσε το αυτοκίνητο και στην προαναφερόμενη απάτη κατά της ALTER Ε. και οπωσδήποτε αυτός ήταν το τρίτο πρόσωπο στο οποίο τηλεφώνησε ο Θ. Μ. και συνομίλησε μαζί του, ως δήθεν υιός του παθόντος". Β) Παρά τις επιμέρους αιτιάσεις του εκ των αναιρεσειόντων Θ. Μ. : Αναφορικά με τη συμμετοχή του εν λόγω αναιρεσείοντα στις πράξεις της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατά της Μ. Τ. και Ε. ’. αντίστοιχα, το Δικαστήριο δέχεται ότι αυτός οδηγούσε κόκκινο αυτοκίνητο μάρκας Smart. Ως εκ τούτου, η κατά την περιγραφή της απάτης σε βάρος της Μ. Τ. αναγραφή του αριθμού κυκλοφορίας αυτού ως ..., που αφορά αυτοκίνητο μάρκας HYNDAI, χρώματος θαλασσί, οφείλεται σε προφανή παραδρομή, εξ ου δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η περί της συμμετοχής του εν λόγω αναιρεσείοντα στην απάτη σε βάρος της Μ. Τ. κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν στηρίχθηκε μόνο στο παραπάνω γεγονός αλλά και στην περιγραφή του ως άνω δράστη εκ μέρους της παθούσας. Η περαιτέρω αιτίαση αυτού, ότι από την κατάθεση του Β. Τ., στην οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στηρίχθηκε το Δικαστήριο για την καταδίκη του για τις επιμέρους πράξεις της απάτης σε βάρος των Α. Κ. και Π. Κ., δεν προκύπτει αναγνώριση αυτού από τον ως άνω μάρτυρα αλλ' αντίθετα αμφιβολίες αυτού ως προς το πρόσωπο του (αναιρεσείοντα), τυγχάνει απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού δι' αυτής, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Και τούτο, πέραν του ότι η παραπάνω καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται όχι μόνο στην παραπάνω κατάθεση αλλά και στο γεγονός του ίδιου τρόπου δράσης, που ακολούθησαν οι δράστες και κατά την πράξη της απάτης σε βάρος της Φ. Λ., για την οποία ωσαύτως καταδικάστηκε ως συναυτουργός ο αναιρεσείων Θ. Μ.. Γ) Παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εκ των αναιρεσειόντων Χ. Ζ. : Η ειδικότερη αιτίαση αυτής ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, καθόσον τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της δέχεται ότι στις 26-11-2012 και ώρα 12:00 βρέθηκε ταυτόχρονα στα Πετράλωνα και στον ... και τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης και της απάτης σε βάρος του Ι. Σ. και της Θ. Κ. αντίστοιχα, χωρίς να αιτιολογείται πώς είναι δυνατόν αυτή την ίδια ημέρα και ώρα να βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικά μέρη και να τελέσει τις ως άνω πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, στερείται βασιμότητας αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι ως άνω αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν όχι την 12:00 ώρα, ως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά περί ώρα 12:00 της 26-11-2012, εξ ου συνάγεται η ύπαρξη χρονικού περιθωρίου, που δικαιολογεί την κατά την κρίση του Δικαστηρίου παρουσία της σε αμφότερους τους ως άνω τόπους σε συνδυασμό και με τις περαιτέρω παραδοχές της απόφασης ότι, αφενός μεν οι δράστες κινούνταν με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητα αφετέρου δε αμφότεροι οι παθόντες Ι. Σ. και Θ. Κ. αναγνώρισαν και μάλιστα ανεπιφύλακτα την εδώ αναιρεσείουσα ως μία εκ των δραστών των παραπάνω σε βάρος τους αξιόποινων πράξεων. Δ) Παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εκ των αναιρεσειόντων Μ. Μ. : Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απόπειρα απάτης σε βάρος της Ε. ’., οι κατηγορούμενοι που συμμετείχαν σ' αυτήν, μεταξύ των οποίων και η ως άνω αναιρεσείουσα, καταδικάστηκαν, όπως και για τις λοιπές αποδιδόμενες σ' αυτούς απάτες, ως συναυτουργοί με την αιτιολογία ότι: "....χρησιμοποιώντας τα ως άνω αυτοκίνητα (δηλαδή τα ... και ... Ι.Χ.Ε) είτε ως ζεύγη είτε τρεις μαζί ή και κατά μόνας με άλλα άγνωστα άτομα προσέγγιζαν παθόντες και προσπαθούσαν ακολουθώντας τον ίδιο τρόπο δράσης να τους αποσπάσουν διάφορα χρηματικά ποσά. Οι ως άνω κατηγορούμενοι δηλαδή με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, εμφανιζόμενοι ως δήθεν υπάλληλοι της εφορίας ή ως γνωστοί συγγενικών τους προσώπων ή και των ιδίων των παθόντων, με το πρόσχημα ότι είχαν να λάβουν οι ίδιοι οι παθόντες ή οι συγγενείς τους χρηματικές επιστροφές από το Δημόσιο ή ότι έπρεπε να εξοφλήσουν χρέη συγγενικών τους προσώπων στο Δημόσιο ή σε τρίτους σκόπευαν να τους επιβιβάσουν στα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητα και να τους μεταφέρουν στη συνέχεια στις οικίες τους ή σε τραπεζικά υποκαταστήματα, ώστε να τους αποσπάσουν παρανόμως διάφορα χρηματικά ποσά". Επομένως, η οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης ως προς τις υλικές ενέργειες της εδώ αναιρεσείουσας κατά την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης (προσέγγισε την παθούσα κατά το σκεπτικό, επόπτευε το χώρο κατά το διατακτικό), που άλλωστε, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν απαιτείτο να εξειδικεύονται, δεν δημιουργούν έλλειψη νόμιμης βάσης, όπως αυτή ισχυρίζεται, αρκούσης για την πληρότητα της καταδικαστικής σε βάρος της κρίσης της παραδοχής ότι αυτή έδρασε μετά των λοιπών συγκατηγορουμένων της - συναυτουργών με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, κατά τα ανωτέρω και Ε) Παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις των εκ των αναιρεσειόντων Δ. Ζ. και Ε. Ζ. : α) στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική για τους ως άνω αναιρεσείοντες κρίση του, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά, το ότι δε εξαίρει ορισμένα δεν σημαίνει ότι στηρίχθηκε μόνο σ' αυτά ή ότι αγνόησε τα υπόλοιπα μεταξύ των οποίων τις απολογίες των τότε κατηγορουμένων και νυν αναιρεσειόντων και την κατάθεση της Κ. Σ., μάρτυρα υπεράσπισης του εξ αυτών Ε. Ζ., τις οποίες, από το σύνολο του παραπάνω σκεπτικού της προσβαλλομένης, προκύπτει με βεβαιότητα ότι συνεκτίμησε, ενώ η περαιτέρω αιτίαση αυτού (Ε. Ζ.) ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά οι καταθέσεις των παθόντων, οι οποίοι δεν τον αναγνώρισαν, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη, πέραν του ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε στην αναγνώρισή του από τους παθόντες αλλά κυρίως στην από αυτούς περιγραφή της εξωτερικής του εμφάνισης, β) εν όψει του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την κλοπή σε βάρος του Β. Α. τέλεσαν στις 23- 1 -2013 με τη μέθοδο της απασχόλησης από κοινού οι παραπάνω αναιρεσείοντες Δ. Ζ. και Ε. Ζ. (εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται αρχικά ως Θ.) μαζί με δύο άγνωστες γυναίκες, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο και επομένως άπαντες έδρασαν ως συναυτουργοί, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως προς την πράξη αυτή δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη αναφορά των ενεργειών και του ρόλου καθενός εξ αυτών, ενώ οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτών ότι η καταδικαστική γι' αυτούς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν είναι σύμφωνη με όσα, αναφορικά με το ρόλο τους στην ως άνω πράξη, κατέθεσε ο παθών, τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση αυτού (Δικαστηρίου), γ) η περαιτέρω αιτίαση αυτών για στέρηση νόμιμης βάσης της απόφασης, όσον αφορά τη μορφή του εγκλήματος της απάτης, για την οποία καταδικάστηκαν, ενόψει των, κατά τους ισχυρισμούς τους, παραδοχών τέλεσης αυτού άλλοτε με την απλή μορφή τέλεσης, άλλοτε με την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και άλλοτε με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής του, αλυσιτελώς πλέον προβάλλεται, καθόσον, ως ήδη ειπώθηκε, υπό την ισχύ του νέου Π.Κ και συγκεκριμένα της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 αυτού, που ως επιεικέστερη εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεν προβλέπονται πλέον από την τελευταία τόσον η επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας όσο και αυτή της τέλεσης της πράξης της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, δ) από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα ο τρόπος και η μεθόδευση (ως ειδικότερα αναφέρονται παραπάνω υπό στοιχ. Δ'), με την οποία οι ως άνω αναιρεσείοντες έδρασαν κατά την τέλεση της ένδικης πράξης της απάτης (τετελεσμένης και σε απόπειρα) κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκαν, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις σχετικές παραδοχές της απόφασης, ο σκοπός τους να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, η εν γνώσει τους παράσταση στους παθόντες ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ, περαιτέρω, προσδιορίζεται αναλυτικά η βλάβη της περιουσίας καθενός εκ των παθόντων και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με τις ειδικότερα αναφερόμενες σε κάθε περίπτωση παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, συνεπεία των ψευδών παραστάσεων αυτών (αναιρεσειόντων) οι παθόντες πείσθηκαν να προβούν σε αναλήψεις συγκεκριμένων χρηματικών ποσών ή παράδοση σ' αυτούς χρημάτων, ενώ, αναφορικά με τις επιμέρους περιπτώσεις απόπειρας απάτης, αιτιολογείται επαρκώς ότι η σκοπούμενη βλάβη των παθόντων δεν επήλθε από ειδικότερα προσδιοριζόμενα εξωτερικά αίτια καίτοι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, είχε αρχίσει η εκτέλεση της εκάστοτε επί μέρους αξιόποινης πράξης απάτης, ως απαιτείται πλέον από τη διάταξη του άρθρου 42 του νυν ισχύοντος Π.Κ και ε) αναφορικά με την πράξη της απάτης σε βάρος του Σ. Χ., που έλαβε χώρα στις 24- 7 -2012, το Δικαστήριο της ουσίας μετά από συνεκτίμηση όλων των εισφερθέντων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και της απολογίας του Δ. Ζ., που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ομολόγησε την εν λόγω πράξη και επέστρεψε στον παθόντα 9.500 ευρώ, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο ανωτέρω παθών, πεισθείς στις αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις των δραστών περί του ότι η κόρη του χρωστούσε χρήματα στην εφορία, προέβη από διαφορετικά υποκαταστήματα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό αναλήψεις χρηματικών ποσών 1.000, 15.000, 5.000 και 2.000 ευρώ, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται στην απόφαση και τα αφορώντα εκάστη των εν λόγω αναλήψεων σχετικά παραστατικά έγγραφα, ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκ των αναιρεσειόντων Δ. Ζ., ενώ οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτού περί μη παραδοχής από το Δικαστήριο της ουσίας του προβληθέντος ισχυρισμού του ότι, παρασυρθείς από τη γνωστή του Ο. Μ., ενεπλάκη στην εν λόγω αξιόποινη πράξη χωρίς να γνωρίζει το ψεύδος των ως άνω παραστάσεων, τυγχάνουν απαράδεκτες, αφού με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, άπαντες οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ, λόγοι των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους, υπό τις ανωτέρω ειδικότερες αιτιάσεις καθενός εκ των αναιρεσειόντων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την καταδικαστική γι' αυτούς κρίση της για τις πλημμεληματικές πλέον, κατά τα ανωτέρω, πράξεις της απάτης (τετελεσμένης και σε απόπειρα) από κοινού κατ' εξακολούθηση και της κλοπής από κοινού, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' αυτεπάγγελτη όμως εφαρμογή, κατ' αρθρ. 511 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ και 2 παρ. 1 Π.Κ, των ευμενέστερων για τους αναιρεσείοντες διατάξεων των άρθρων 386 παρ. 1 και 372 παρ. 1 περ. α' του νέου Π.Κ, με τις οποίες οι αμέσως παραπάνω αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται, ως ήδη ειπώθηκε, με ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή η πρώτη και με ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή χρηματική ποινή η δεύτερη, συντρέχει, μετά ταύτα, ανάγκη για νέα επιμέτρηση της ποινής, που επιβλήθηκε σε κάθε έναν εκ των αναιρεσειόντων για τις εν λόγω πράξεις, κατά τα ειδικότερα κατωτέρω στο τέλος της παρούσας εκτιθέμενα.
Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της συμμορίας, για την οποία καταδικάστηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες καθώς και η μη ασκήσασα αναίρεση Ό. Ζ., τα δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες και η ανωτέρω Ό. Ζ. " τις πράξεις τους της απάτης από κοινού σε απόπειρα αλλά και τετελεσμένης κατ' επάγγελμα και συνήθεια και ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και της διακεκριμένης κλοπής από κοινού και κατ' επάγγελμα και συνήθεια όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι, πλην του Ν. Κ., τις τέλεσαν ως ομάδα, που είχε ενωθεί για να διαπράξει κακουργήματα και πλημμελήματα, τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό όφελος, δηλαδή ως συμμορία κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ. 5 Π.Κ. Πρόκειται δηλαδή για ομάδα παρανόμων προσώπων συγγενών μεταξύ τους, που στην προκειμένη περίπτωση διέπρατταν ευκαιριακά για βιοπορισμό παράνομες πράξεις, χωρίς να υπάρχει δομή και υλική υποδομή ούτε απόφαση διάρκειας δράσης σε βάθος χρόνου", δεν στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συμμορίας, ως τούτο προβλέπεται από το άρθρο 187 παρ. 3 του νέου ΠΚ, αφού από τις παραπάνω παραδοχές ουδόλως προκύπτει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, η απαιτούμενη για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος σύσταση οργάνωσης με στοιχειώδη έστω υποδομή, κατά τους βάσιμους περί τούτου, εξεταζόμενους και αυτεπαγγέλτως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, τέταρτο, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγο αναίρεσης των Γ. Μ., Θ. Μ. και Χ. Ζ. και πρώτο λόγο αναίρεσης της Μ. Μ., οι οποίοι, μετά ταύτα, πρέπει να γίνουν δεκτοί και, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της τούτο, να κηρυχθούν αυτοί αθώοι της εν λόγω πράξεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 του Κ.Π.Δ καθώς και, λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος (άρθρο 469 ΚΠΔ) η μη ασκήσασα αναίρεση συγκατηγορουμένη τους και καταδικασθείσα για την ως άνω πράξη Ό. Ζ..
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Την τυχόν συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως (ΑΠ 622/2019, ΑΠ 130/2017, ΑΠ 1858/2016, ΑΠ 931/2007). Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του νέου Π.Κ, με στοιχ. α', β', δ' και ε,' ήτοι το ότι α) ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια....γ)....δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Σε περίπτωση προβολής των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, προϋπόθεση της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή αυτών να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, άλλως το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, κριτήριο για τη συνδρομή της πρώτης από τις παραπάνω ελαφρυντικές περιστάσεις είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυναμένου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. Εν όψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή (84 παρ. 2 α) του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχ. α' ελαφρυντική περίσταση συνίστατο στο "ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου (ΑΠ 1466/2019). Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ. 84 παρ. 2 β' ΠΚ), απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 130/2017). Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Εξάλλου, μεγάλη ένδεια (μεγάλη φτώχεια, μεγάλη οικονομική ανάγκη) υπάρχει όταν ο υπαίτιος βρέθηκε σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, η οποία άγγιξε αλλά δεν στοιχειοθέτησε κατάσταση ανάγκης, ώστε κάτω από την επίδρασή της τέλεσε την πράξη για να αποφύγει κίνδυνο που πίστευε ότι απειλούσε σοβαρά αυτόν ή συγγενή του ή την περιουσία του. Περαιτέρω, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ, ήτοι για το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1192/2016), η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξεώς του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 130/2017, ΑΠ 951/2012). Τέλος, ως ελαφρυντική περίσταση εθεωρείτο, μεταξύ άλλων, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ με στοιχείο ε', δηλαδή "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για να αναγνωριστεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είχε ως προϋπόθεση, κατά την κρατούσα νομολογία, ότι έπρεπε η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή. Όμως, δεν μπορούσε να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως και στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κρατήσεώς του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτιώσεως του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατούμενου. Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, αναμφιβόλως τελούσε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος ήταν προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε προϋποθέτει οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη, είτε κρατούμενου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, δεν αρκούσε η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά έπρεπε να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης (ΑΠ 622/2019, ΑΠ 571/2018). Σύμφωνα όμως με το άρθρο 84 παρ. 2 ε' του ισχύοντος από 1- 7 -2019 Π.Κ, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται πλέον ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του ακόμα και κατά την κράτησή του". Η εν λόγω διάταξη σαφώς διαφοροποιείται ιδιαίτερα ως προς τον κρατούμενο δράστη και είναι προφανώς επιεικέστερη της προϊσχύσασας (ΑΠ 1818/2019). Όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ισχύοντος Π.Κ "Η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του κρίνεται κατά και μετά την κράτησή του, ως δείγμα της αντικειμενικά αξιολογούμενης υποχρέωσης του να συμπεριφέρεται "καλά", δηλαδή νόμιμα...Η καλή συμπεριφορά του καταδικασθέντος για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του αξιολογείται ελαφρυντικά "ακόμα και κατά την κράτησή του". Τούτο, κατ' αρχάς, επιβάλλεται από τον ειδικό προληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας, αφού η καλή διαγωγή του κρατουμένου αποτελεί θετική ένδειξη για την κοινωνική επανένταξή του και η επιεικέστερη μεταχείρισή του προωθεί το σκοπό αυτό. Η σκέψη ότι ο κρατούμενος δεν είχε αντικειμενικά τις ευκαιρίες ή τα κίνητρα που παρέχει η ελεύθερη διαβίωση να συμπεριφερθεί διαφορετικά, παραβλέπει το γεγονός ότι οι συνθήκες διαβίωσης μέσα στη φυλακή είναι πολύ πιο δύσκολες από ό,τι έξω από αυτήν".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, δια των συνηγόρων τους τα ακόλουθα : α) ο Θ. Μ. να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β' και ε' Π.Κ, όχι όμως κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αλλά με απλή επίκληση του ως άνω άρθρου, β) η Μ. Μ. να της αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', β', δ' και ε' Π.Κ επίσης με μόνη την επίκληση του άρθρου αυτού χωρίς καμία επίκληση περιστατικών θεμελιωτικών των αιτούμενων ελαφρυντικών περιστάσεων, και γ) ο Ε. Ζ. να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' Π.Κ, χωρίς να επικαλεστεί κανένα πραγματικό περιστατικό για τη θεμελίωσή τους αλλά με μόνη την επίκληση του ως άνω άρθρου. Έτσι όμως όπως προτάθηκαν οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί ήταν παντελώς αόριστοι και επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους, ως εκ περισσού δε απέρριψε αυτούς προεχόντως ως αόριστους με την αιτιολογία ότι καθένας από τους παραπάνω κατηγορούμενους και νυν αναιρεσείοντες "αρκείται στην επιγραμματική επίκληση νομικών διατάξεων χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών στα οποία να στηρίζεται" αλλά και με επάλληλη-επικουρική αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμους, οποιαδήποτε έλλειψη, αοριστία, ασάφεια ή αντιφατικότητα της οποίας δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, αφού η κύρια απορριπτική αιτιολογία των ως άνω ισχυρισμών, στην οποία στηρίζεται αυτοτελώς η στο διατακτικό απορριπτική κρίση αυτών είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη (πρβλ. Ολ.ΑΠ 9/2001, ΑΠ 543/2005, ΑΠ 1139/2004, ΑΠ 150/2003). Επομένως, απάντες οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης των αμέσως παραπάνω αναιρεσειόντων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των προαναφερθέντων ισχυρισμών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα Χ. Ζ., ζήτησε, δια του συνηγόρου της, να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, ότι δηλαδή ωθήθηκε στην πράξη της από μεγάλη ένδεια, επικαλέστηκε δε για τη θεμελίωσή του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα : " Η καταδικασθείσα Χ. Ζ. του Β., έχει γεννηθεί το έτος 1981 στην Αθήνα και σήμερα διαμένει στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας. Σε μόλις ηλικία 16 ετών και συγκεκριμένα στις 6/6/1997 έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί την Χ. - Ρ.. Ενώ πολύ σύντομα προχώρησε και στην απόκτηση άλλων τεσσάρων (4) παιδιών με αποτέλεσμα το έτος 2004 να έχει αποκτήσει συνολικά πέντε (5) παιδιά, όλα εκτός γάμου, με τον ίδιο πατέρα τον Κ. Χ. Το γεγονός αυτό σαφώς προκύπτει από το από 23/1/2018 ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ που προσκομίστηκε. Ο σύζυγος της δυστυχώς βρέθηκε στην φυλακή για διάφορες αξιόποινες πράξεις και εκείνη βρέθηκε εντελώς ολομόναχη με πέντε (5) ανήλικα παιδιά στο σπίτι της, που έπρεπε να ζήσει τόσο εκείνη όσο και τα πέντε (5) παιδιά της.....Δεν είναι ανάγκη να αναφερθούν αναλυτικά οι ανάγκες μιας μητέρας με πέντε παιδιά, και ακόμα περισσότερο όταν ο πατέρας είναι στην φυλακή για όποιους λόγους. Η κατηγορούμενη αγωνίστηκε και εργάστηκε σε κάθε φύσης εργασίες και παντού ζούσε την πλήρη εκμετάλλευση από τους εργοδότες της, δεδομένου ότι είχαμε περάσει στη περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Παρά ταύτα εργάστηκε ακόμα και "για ένα κομμάτι ψωμί" αλλά δυστυχώς τα χρήματα που άλλοτε της έδιναν και άλλοτε δεν την πλήρωναν, δεν έφταναν ούτε για ένα μικρό μέρος των αναγκών της ιδίας και των παιδιών της. Έτσι εξ' αιτίας αυτής της "ένδειας" υποχρεώθηκε - αναγκάστηκε να προχωρήσει στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε από το δικαστήριο Σας, και για τις οποίες βέβαια έχει ειλικρινά μετανιώσει! Το ότι λοιπόν η κατηγορούμενη οδηγήθηκε στις πράξεις αυτές που της αποδόθηκαν, από "μεγάλη ένδεια" (άρθρο 84§2β2), θα πρέπει να το αναγνωρίσει και το Δικαστήριο Σας".
To Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη, κατά λέξη αιτιολογία: "...δεν αποδείχτηκε ότι προέβη στις πράξεις της από μεγάλη οικονομική ένδεια και ανέχεια, χωρίς να αρκεί προς τούτο το γεγονός μόνο ότι ήταν πολύτεκνη (5 παιδιά) και ο σύζυγος της εκρατείτο στις φυλακές για διάφορα αδικήματα". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη για την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αυτή επικαλέστηκε, πράγματι δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση μεγάλης ένδειας υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, απορριπτόμενου, μετά ταύτα ως αβάσιμου, του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, λόγου αναίρεσης αυτής, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού της. Τέλος, ο αναιρεσείων Γ. Μ. ζήτησε, δια του συνηγόρου του, να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α', β', δ' και ε' Π.Κ, επικαλέστηκε δε για τη θεμελίωσή τους, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα :
"Ο κατηγορούμενος Γ. Μ. έχει γεννηθεί στις 12 Μαΐου του έτους 1988. Ανήκει σε οικογένεια ΅ε 10 παιδιά ΅ε όσα προβλήματα και δυσκολίες ΅πορεί να ση΅αίνει αυτό για εκείνον. Είναι προφαν?ς ότ,ι όταν διέπραξε τις πράξεις που του αποδόθηκαν ΅ε την απόφαση του Δικαστηρίου μόλις ήταν μόλις 23 ετών. Παρά ταύτα είχε μπει στον αγώνα της επιβίωσης διανέμοντας διάφορα διαφημιστικά φυλλάδια, των οποίων φυλλαδίων φωτοτυπίες και πρωτότυπα υπάρχουν και είχαν αναγνωσθε? και πρωτόδικα, αλλά δυστυχώς αντί γλίσχρου αμοιβής. Δυστυχώς όμως ο?τε αυτή την α΅οιβ? ελάμβανε, πάντα με πρ?σχη΅α την υφιστάμενη κρίση. Γι' αυτ? ακριβώς προσπάθησε να αντιμετωπίσει το οικονο΅ικό του πρόβλημα που ζούσε, ΅ε το να προσφ?ρει τις υπηρεσίες του ακό΅α και στο Μίνι Μάρκετ που διατηρούσε ο αδελφός του στην οδό ... στον Πειραιά, κάτι όμως που δεν ΅πορεί να αποδείξει διότι λόγω της αδελφικ?ς σχέσης δεν ε?χε ασφαλιστε? ούτε και είχε δηλωθεί η πρ?σληψη του. Πέρα από το δικό του οικονομικ? πρόβλημα, είχε το χρ?ος να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα της μητέρας του, δηλαδή να την βοηθήσει εκείνος επειδή δεν είχε άλλες υποχρεώσεις, εν αντιθέσει ΅ε τα άλλα του αδέλφια που είχαν δικές τους οικονομικές υποχρεώσεις με τις πολυμελείς οικογένειές τους. Υπό το καθεστώς αυτό δηλαδή κάτω από μεγάλη ένδεια, σύρθηκε στις πράξεις στις οποίες του αποδόθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου Σας. Για τις πράξεις αυτές έχει ειλικρινά μετανιώσει και αποκηρύσσει κάθε άλλη σκέψη για ανάλογη μελλοντική συμπεριφορά, με απόφαση να προχωρήσει έντιμα περαιτέρω στη ζωή του. ’λλωστε μέχρι την τέλεση των πράξεων που του αποδόθηκαν, είχε επιδείξει μια υποδειγματικά έντιμη ατομική, κοινωνική επαγγελματική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή που σημαίνει ότι είχε ένα πρότερο έντιμο βίο. Αλλά και μετά την τέλεση των πράξεων που του αποδόθηκαν, φρόντισε να ζήσει για οκτώ (8) ολόκληρα χρόνια και να συμπεριφερθεί καλά και σωστά χωρίς την οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά." Από τους ισχυρισμούς αυτούς ο πρώτος για την αναγνώριση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, θωρούμενος υπό το πρίσμα του άρθρου 84 παρ. 2 α' του νέου Π.Κ, ορθά και αιτιολογημένα απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "όπως προκύπτει από το δελτίου του ποινικού του μητρώου έχει καταδικαστεί αμετάκλητα και για άλλες αξιόποινες πράξεις, μεταξύ των οποίων και για κλοπή από κοινού κατ' εξακολούθηση". Ο δεύτερος όμως ισχυρισμός για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης ότι ωθήθηκε στην πράξη από μεγάλη ένδεια, έτσι όπως προβλήθηκε ήταν αόριστος καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι βρέθηκε σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, η οποία άγγιξε την κατάσταση ανάγκης, ώστε κάτω από την επίδρασή της τέλεσε την ανωτέρω πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία, σημειωτέον αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 58.580 ευρώ, για να αποφύγει κίνδυνο που πίστευε ότι απειλούσε σοβαρά αυτόν ή συγγενή του. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, τον οποίο ως εκ περισσού απέρριψε με την αιτιολογία ότι "δεν αποδείχτηκε ότι βρισκόταν σε τόσο μεγάλη οικονομική ένδεια, από την οποία να ωθήθηκε στη διάπραξη των ως άνω πράξεων". Ωσαύτως, μόνο με την επίκληση ότι "έχει ειλικρινά μετανιώσει και αποκηρύσσει κάθε άλλη σκέψη για ανάλογη μελλοντική συμπεριφορά", αόριστος ήταν και ο ισχυρισμός αυτού για αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, ο οποίος παρόλα αυτά απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι "δεν αποδείχτηκαν περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης για την τέλεση των πράξεων αυτών, για τις οποίες άλλωστε δεν αποδέχεται την κατηγορία, όπως του αποδίδεται". Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, κατά τα αντίστοιχα σκέλη του, λόγος αναίρεσης αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά όμως τον ισχυρισμό αυτού για αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, προς απόδειξη του οποίου είχε προσκομίσει και αναγνώσθηκαν α) το από 25-1-2017 απόσπασμα πειθαρχικού κρατουμένου Γ. Μ. του Κ. Κ. Κορυδαλλού, β) το με αριθμό πρωτ. .../17-7-2018 έγγραφο της Κοινωνικής Υπηρεσίας του Κ.Κ. Κορυδαλλού, γ) τη με αριθμό πρωτ. ...6-2018 βεβαίωση φοίτησης του 2ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Κορυδαλλού και δ) το με αριθμό πρωτ. .../2018 απόσπασμα πειθαρχικού του Κ. Κ. Κορυδαλλού, η απορριπτική αυτού αιτιολογία του Δικαστηρίου της ουσίας ότι "για τον α' κατηγορούμενο, που μετά την τέλεση της πράξης είναι έγκλειστος στις φυλακές, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά θετική, προδήλως διακριτή της συνήθους του κρατούμενου, χωρίς να αρκεί μόνη η συμμόρφωσή του στους κανονισμούς της φυλακής και έλλειψη πειθαρχικών ελαττωμάτων", θεωρούμενη υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου εν προκειμένω επιεικέστερου νόμου (αρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ) και δη του νυν ισχύοντος άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ, δεν είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, εν όψει μάλιστα και των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα παραπάνω αναγνωσθέντων εγγράφων, κατά το βάσιμο περί τούτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, σχετικό, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγο αναίρεσης.
Αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, είναι και οι θεμελιούμενοι στις διατάξεις των άρθρων 34 και 36 παρ. 1 Π.Κ, ως ίσχυαν κατά την τέλεση των ένδικων πράξεων, σύμφωνα με την πρώτη των οποίων "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό", ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη "αν εξαιτίας κάποιας από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Τα παραπάνω προβλέπονται και από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 36 του νέου ΠΚ, με μόνη τη διαφορά ότι η φράση "λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών" του άρθρου 34 έχει αντικατασταθεί με τη φράση "λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής". Εξάλλου, η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4139/2013, δηλαδή εκείνου που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, δεν οδηγεί στην έλλειψη της ικανότητας προς καταλογισμό ή σε μειωμένο καταλογισμό από μόνη της αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 34 Π.Κ προϋποθέσεις (ΑΠ 1328/2016, ΑΠ 1646/2016, ΑΠ 703/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Δ. Ζ. ζήτησε να του αναγνωριστεί "η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 36 ΠΚ, δηλαδή του μειωμένου καταλογισμού, λόγω τοξικομανίας", χωρίς να επικαλεστεί κανένα πραγματικό περιστατικό για τη θεμελίωσή του πέραν της αναγνωσθείσας από 22-8- 2006 ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Ι. Ν., η οποία, σημειωτέον, αφού δεν παραγγέλθηκε στα πλαίσια της ένδικης δίκης, δεν αποτελούσε ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και, εκτιμώμενη ως έγγραφο, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης. Έτσι όμως όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός ήταν παντελώς αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του δεν έγινε επίκληση πραγματικών περιστατικών νοσηρής διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών ή ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής αυτού ή διατάραξης της συνείδησης του από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, συνεπεία των οποίων να μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά του για καταλογισμό κατά το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδοντο. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Παρ' όλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα, την ως άνω ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη και αποδεχόμενο την τοξικομανία του αναιρεσείοντα, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του με την αιτιολογία ότι "δεν αποδείχτηκε ότι κατά τους χρόνους των παραπάνω πράξεων λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του ή διατάραξης της συνείδησης από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του για καταλογισμό, δηλαδή η ικανότητά του να αισθανθεί το άδικο των ανωτέρω πράξεών του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του γι' αυτό". Επομένως, ο σχετικός, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης του Δ. Ζ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα και σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, πρέπει : 1) Να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη : Α) Ως προς όλους του αναιρεσείοντες και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος (αρθρ. 469 Κ.Π.Δ) και για τη συγκατηγορουμένη τους Ό. Ζ., η οποία δεν άσκησε αναίρεση, ως προς την καταδικαστική γι' αυτούς διάταξή της για την πράξη της συμμορίας και, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 Κ.Π.Δ, να κηρυχθούν άπαντες αθώοι της πράξεως αυτής και να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη η σχετική διάταξη περί επιβολής για την πράξη αυτή ποινής και περί επαυξήσεως κατά τούτο της συνολικής ποινής, Β) Ως προς την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες Δ. Ζ. και Ε. Ζ. διάταξή της, αναφορικά με την τελεσθείσα στις 22-6-2011 πράξη της κλοπής από κοινού σε βάρος της Σ. Τ. και να παύσει οριστικά η κατ' αυτών ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη λόγω παραγραφής, Γ) Ως προς τη διάταξή της περί απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντα Γ. Μ. περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ, Δ) Ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος (αρθρ. 469 Κ.Π.Δ) και για τους μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορουμένους τους Ό. Ζ. και Ν. Κ. αναφορικά με τις διατάξεις της περί επιβολής σε καθένα εξ αυτών ποινών για τις πλημμεληματικού πλέον χαρακτήρα πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση και της κλοπής από κοινού σε βάρος του Β. Α. (αναφορικά με τους Δ. Ζ. και Ε. Ζ. ) και συνακόλουθα ως προς τη διάταξή της περί επιβολής σε καθένα εξ αυτών συνολικής ποινής, απαλειφομένης, τόσο από το σκεπτικό όσο και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης, της αναφοράς των επιβαρυντικών περιστάσεων της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος άνω των 30.000 τέλεσης της πράξης της απάτης καθώς και της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της κλοπής από δράστες που είχαν ενωθεί προς τούτο και 2) Να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω υπό στοιχεία Γ' και Δ' μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (αρθρ. 519 Κ.Π.Δ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγου αναίρεσης των Δ. και Ε. Ζ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το κεφάλαιο της περί επιμέτρησης της επιβληθείσας σε καθένα εξ αυτών ποινής. Τέλος, πρέπει να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξή της περί επιβολής σε καθένα από τους αναιρεσείοντες της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη, καθόσον η εν λόγω ποινή έχει πλέον καταργηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 του νυν ισχύοντος Π.Κ, απορριπτόμενων κατά τα λοιπά, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2062Α, 2099/2018 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δη α') ως προς την καταδικαστική για όλους τους αναιρεσείοντες διάταξή της για την αξιόποινη πράξη της συμμορίας, β') ως προς την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες Δ. Ζ. και Ε. Ζ. διάταξή της για την τελεσθείσα στις 22-6-2011 αξιόποινη πράξη της κλοπής από κοινού σε βάρος της Σ. Τ., γ') ως προς τον αναιρεσείοντα Γ. Μ. ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης της συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ και δ') ως προς όλους τους αναιρεσείοντες ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής σε καθένα εξ αυτών για την πράξη της απάτης από κοινού, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση και της κλοπής από κοινού σε βάρος του Β. Α. ως προς τους αναιρεσείοντες Δ. και Ε. Ζ. και συνακόλουθα ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σε καθένα εκ των αναιρεσειόντων συνολικής ποινής.
Επεκτείνει το ως άνω υπό στοιχ. α' αναιρετικό αποτέλεσμα και στην Ό. Ζ., συγκατηγορούμενη των αναιρεσειόντων, η οποία ωσαύτως καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση για την πράξη της συμμορίας.
Κηρύσσει αθώους τους αναιρεσείοντες Γ. Μ., Θ. Μ., Χ. Ζ., Μ. Μ., Δ. Ζ., Ε. Ζ. καθώς και την Ό. Ζ. του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις 22-6-2011 μέχρι και τις 23-1-2013 συγκρότησαν συμμορία, που επιδιώκει την διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 3 Π.Κ και διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπής (άρθρ. 374 Π.Κ), καθώς και τη διάπραξη πλημμελημάτων που τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (αρθρ. 386 παρ. 1 εδ. β). Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο οι 1) Γ. Μ. του Α., 2) Μ. Μ. του Α., 3) Θ. Μ. του Ν., 4) Χ. Ζ. του Β., 5) Δ. Ζ. του Ε., 6) Ε. Ζ. του Δ. και 7) Ό. Ζ. του Β. και άλλα άγνωστα πρόσωπα, συγκρότησαν συμμορία, με σκοπό τη διάπραξη απατών ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και απατών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, καθώς και διακεκριμένων κλοπών.
Απαλείφει από την ως άνω απόφαση τη διάταξή της περί επιβολής σ' αυτούς ποινών για την αμέσως ανωτέρω πράξη και περί επαύξησης κατά τούτο της συνολικής ποινής.
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την κατά των αναιρεσειόντων Δ. Ζ. του Ε. και Ε. Ζ. του Δ. ποινική δίωξη για την επιμέρους πράξη της κλοπής από κοινού που τελέστηκε στις 22-6-2011 στο ... σε βάρος της Σ. Τ. του Ν..
Απαλείφει τόσο από το σκεπτικό όσο και από το διατακτικό της ως άνω απόφασης την αναφορά των επιβαρυντικών περιστάσεων της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος άνω των 30.000 τέλεσης της πράξης της απάτης καθώς και της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της κλοπής από δράστες που είχαν ενωθεί προς τούτο.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω υπό στοιχεία γ' και δ' μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αφενός να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του εκ των αναιρεσειόντων Γ. Μ. του Α. της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ και αφετέρου για νέα επιμέτρηση της ποινής σε καθένα εκ των αναιρεσειόντων για τις πλημμεληματικές πλέον πράξεις της απάτης από κοινού, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση (ως προ όλους) καθώς και της κλοπής από κοινού σε βάρος του Β. Α. (ως προς τους Δ. και Ε. Ζ.) και συνακόλουθα για νέα επιμέτρηση της συνολικής για κάθε ένα εξ αυτών ποινής.
Επεκτείνει το ως άνω ως προς την επιμέτρηση των ποινών (επί μέρους και συνολικής) αναιρετικό αποτέλεσμα και στους Ό. Ζ. του Β. και Ν. Κ. του Σ., συγκατηγορούμενους των αναιρεσειόντων Γ. Μ. και Δ. Ζ. η πρώτη και του Θ. Μ. ο δεύτερος, για τις πράξεις της απάτης από κοινού και της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση αντίστοιχα, για τις οποίες αυτοί ωσαύτως καταδικάστηκαν με την ως άνω απόφαση.
Απαλείφει από την ως άνω απόφαση τη διάταξή της περί επιβολής στους αναιρεσείοντες της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων για τρία (3) έτη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά α) την από 1-10-2019, με αριθμό γενικού πρωτ. 10465/2-10-2019 κοινή αίτηση-δήλωση των Χ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., οδός ..., Γ. Μ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ. Κ. Δομοκού και Θ. Μ. του Ν., κατοίκου ... ... αρ. 31 και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Τρικάλων, β) την από 30-9-2019, με αριθμό γενικού πρωτ. 10409/1-10-2019, αίτηση-δήλωση της Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οδός ... και γ) την από 30-9-2019, με αριθμό γενικού πρωτ. 10285/30-9-2019 κοινή αίτηση-δήλωση των Δ. Ζ. του Ε. και Ε. Ζ. του Δ., κατοίκων αμφοτέρων ... ... και ήδη κρατούμενων στο Κ. Κ. Χαλκίδας, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2062Α , 2099/2018 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2020.
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή