Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1851 / 2019    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1851/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:1)Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου Κ.Κ….., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου Τσάκου και 2) Y. I. S. του O., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενη Κ.Κ. ..., η οποία δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της υπ'αριθ. 224, 225/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Τ. του Ι., ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α) από 21-03- 2019 (αρ. πρωτ. 3698/26.03.2019) αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-03-2019) του Θ. Σ. του Ι. και β) από 26-03-2019 (αρ. πρωτ. 3727/26.03.2019) αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-03-2019) της Y. (ον.) I. S. (επ.) του O., οι οποίες καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 546/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Y. I. S. του O. και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας και β) να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος Θ. Σ. του Ι., να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξη για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ και ως προς την περί ποινής διάταξη και συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Να απορριφθεί η αίτηση κατά τα λοιπά και την πληρεξούσια δικηγόρο του 1ου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 21-03-2019 (αρ. πρωτ. 3698/26.03.2019) αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-03-2019) του Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και β) η από 26-03-2019 (αρ. πρωτ. 3727/26.03.2019) αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-03-2019) της Y. (ον.) I. S. (επ.) του O. και της M., για αναίρεση της υπ' αριθμό 224-225/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που υποβλήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις περί ανθρωποκτονίας με πρόθεση, κλοπής και συνέργειας (Π.Κ. 299, 372 και 46 παρ. 1β' και ήδη 47) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα και στη συνέχεια, μετά την κατάργησή τους, ορίζονται στο νέο Ποινικό Κώδικα τα ακόλουθα: i) Στις περί ανθρωποκτονίας διατάξεις του άρθρου 299 Π.Π.Κ., που είχε τον τίτλο "Ανθρωποκτονία με πρόθεση", ορίζετο, ότι "1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Σημειωτέον, ότι η θανατική ποινή καταργήθηκε με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993, το οποίο ορίζει τα εξής: "Η ποινή του θανάτου καταργείται. Όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται για ορισμένη αξιόποινη πράξη αποκλειστικώς η ποινή του θανάτου, νοείται ότι απειλείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Αν η ποινή του θανάτου προβλέπεται διαζευκτικώς με άλλη ποινή, νοείται ότι απειλείται μόνο η τελευταία." Στο αντίστοιχο άρθρο 299 του Ν.Π.Κ., που φέρει τον τίτλο "Ανθρωποκτονία με δόλο", ορίζεται, ότι "1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη". ii) Στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και στην περί κλοπής διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ στον Π.Π.Κ. ορίζετο, ότι "1. Οποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 372 του Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". iii) Στις διατάξεις περί άμεσης συνέργειας και ήδη συνέργειας, στις μεν διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 1 β' Π.Π.Κ. ορίζετο, ότι "1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) .... β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", στις δε αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 47 του Ν.Π.Κ., που ακολούθησαν, στην αριθμητική παράθεση των άρθρων στο Ν.Π.Κ., τις αυτοτελείς πλέον περί ηθικής αυτουργίας διατάξεις, ορίζεται, ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Με τον τρόπο που τυποποιείται η τελευταία διάταξη στο Ν.Π.Κ. γίνεται φανερό, ότι επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλη΅α. Έτσι καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ ά΅εσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν μέχρι σή΅ερα στα άρθρα 46 παρ. 1 εδ. β' και 47 ΠΚ, και προβλέπεται κατ' αρχήν ενιαία ΅ειω΅ένη ποινή για όλες τις ΅ορφές της συνέργειας στο έγκλη΅α είτε προσφέρεται κατά είτε πριν από την τέλεση της πράξης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να καταγραφεί ως κανόνας, ότι το άδικο και η ενοχή του συνεργού είναι ΅ικρότερης έντασης έναντι εκείνων του φυσικού αυτουργού. Κατ' εξαίρεση ΅όνο προβλέπεται δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλει στον συνεργό την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει τη συνδρο΅ή του κατά την τέλεση της πράξης και θέτει ΅ε αυτήν το αντικεί΅ενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού (ά΅εσος συνεργός). Από τη σύγκριση των προαναφερθεισών διατάξεων, κατά την τυποποίησή τους στον Π.Π.Κ. και στο Ν.Π.Κ., και του συνόλου των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, προκύπτει, ότι οι διατάξεις του Ν.Π.Κ. είναι επιεικέστερες, οπότε είναι εφαρμοστέες, με βάση την αρχή της αναδρομικότητας της επιεικέστερης διάταξης από της τέλεσης της πράξης μέχρι της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης. Έτσι για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, για την οποία προβλεπόταν ποινή θανάτου ή ισόβιας κάθειρξης, προβλέπεται πλέον ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη δέκα έως δεκαπέντε ετών (άρθρα 52 και 299 παρ. 1 Ν.Π.Κ.). Για την πράξη της κλοπής προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ με το Ν.Π.Κ προβλέπεται φυλάκιση δέκα ημερών μέχρι τριών ετών ή χρηματική ποινή (άρθρα 53 και 372 παρ. 1 α' Ν.Π.Κ.). Ακόμη, για τη συνέργεια προβλέπεται κατ' αρχήν ενιαία ΅ειω΅ένη ποινή για όλες τις ΅ορφές της συνέργειας στο έγκλη΅α είτε προσφέρεται κατά είτε πριν από την τέλεση της πράξης. Κατά το άρθρο 83 στοιχ. α' ΝΠΚ, που αναφέρεται στη μειωμένη ποινή, αντί της ποινής ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται κάθειρξη (5-15 έτη). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του Ν.ΚΠοινΔ, "Αποφάσεις ... που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα". Επίσης, κατά το άρθρο 514 του ίδιου ως άνω κώδικα "Αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και μπορεί να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ. Κατά της απορριπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο. Επίσης δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης. Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο ’ρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) .... και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 12-04-2019 αποδεικτικό επίδοσης της Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών ..., Μ. Κ., η αναιρεσείουσα, Y. I. S. του O., κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 15-05-2019, οπότε είχε προσδιορισθεί να εκδικαστεί η κρινόμενη από 26-03-2019 (αρ. πρωτ. 3727/26.03.2019) αίτησή της μαζί με την επίσης κρινόμενη από 21-03-2019 (αρ. πρωτ. 3698/26.03.2019) αίτηση του αναιρεσείοντος Θ. Σ. του Ι.. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση (15.05.2019) η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου (όπως επιβαλλόταν κατ' άρθρο 513 παρ. 3 εδ. α' Π.ΚΠοινΔ) και, μετά από αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από άγγελο της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε, με την υπ' αριθμό 934/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, γι' αυτόν και για λόγους συνάφειας και για την αναιρεσείουσα, η εκδίκαση της υπόθεσης για την παραπάνω ρητή δικάσιμο της 02-10-2019, πλην η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε και πάλι κατ' αυτήν, μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου (όπως επιβάλλεται κατ' άρθρο 512 παρ. 3 εδ. α' και 590 παρ. 1 Ν.ΚΠοινΔ) κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα ποινικών υποθέσεων στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατόπιν αυτού, η αίτηση της άνω αναιρεσείουσας θα έπρεπε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη (αρ. 514 παρ. 1 α' Ν.ΚΠοινΔ). Ενόψει, όμως, του ότι η αίτησή της είναι παραδεκτή και οι ποινικές διατάξεις, που ίσχυσαν από την 1-7-2019, μετά την κατάργηση του Π.Π.Κ. (Ν. 4619/2019), για τις πράξεις της παροχής άμεσης συνδρομής σε άλλον κατά την τέλεση από αυτόν ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της κλοπής κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες αυτή καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι επιεικέστερες, ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου θα ερευνήσει την αίτηση αναίρεσής της, καίτοι αυτή δεν εμφανίστηκε για να υποστηρίξει την αίτησή της, δηλαδή παρά την ερημοδικία της, στα πλαίσια εφαρμογής των ευμενέστερων γι' αυτήν ποινικών διατάξεων και μόνον. Ακόμη, με δεδομένη την ερημοδικία της, απουσιάζει αναγκαία προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή αυτής για την πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση, λόγω παραγραφής, που επήλθε με την πάροδο οκταετίας από την τέλεσή της (14-12-2010) μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (02-10-2019), και την παύση οριστικά της ποινικής δίωξης στη συνέχεια ως προς αυτή, δοθέντος, ότι ως προς το σκέλος της ενοχής η εν λόγω απόφαση καθίσταται πλέον αμετάκλητη.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 299 του Ν.Π.Κ. "Ανθρωποκτονία με δόλο. 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου. Επίσης, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 Π.Κ. συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 Π.Κ. για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον πέντε ετών. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της απόφασής του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Ακόμη, κατά το άρθρο 1 παρ. 2β' του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται, μεταξύ άλλων, τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα "μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση", κατά δε το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι το έγκλημα της οπλοχρησίας αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου της πράξης που τελέσθηκε με αυτήν και δεν είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από αυτήν, αλλά παρεπόμενό της, για το λόγο ότι προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση για την πράξη και δεν νοείται τέλεσή του χωρίς να τιμωρείται η κύρια πράξη. Ως χρήση όπλου, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το μαχαίρι (άρθρο 1 παρ. 2 β' του άνω Ν. 2168/1993), νοείται η χρησιμοποίηση αυτού προς πραγματοποίηση του επιδιωκομένου εγκληματικού σκοπού. Έτσι, οπλοχρησία συνιστά και η επίθεση με μαχαίρι και η θανάτωση με αυτό του παθόντος (τέλεση ανθρωποκτονίας). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 224-225/2018, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η δεύτερη κατηγορουμένη (I. S.), η οποία κατάγεται από την …., την 27.2.2004 συνήψε νόμιμο γάμο με τον Κ. Ζ., Νευρολόγο - Ψυχίατρο στο επάγγελμα και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν ένα παιδί, το Γ., ηλικίας επτά ετών. Από την έναρξη του οικογενειακού βίου οι σχέσεις των δύο συζύγων δεν ήταν αρμονικές με αποτέλεσμα τη λύση του γάμου τους μετά από ένα έτος περίπου. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, την επιμέλεια του ανήλικου γιου τους ανέλαβε η κατηγορουμένη μητέρα του, στο πλαίσιο δε της μεταξύ τους συμφωνίας ο Κ. Ζ. ανέλαβε εξολοκλήρου τις δαπάνες διαβίωσης, ανατροφής και εκπαίδευσης του ανηλίκου. Ο Κ. Ζ., έχοντας ένα αίσθημα ευθύνης για την τύχη της συζύγου του, λόγω του ότι η τελευταία μετά το γάμο τους εγκατέλειψε την πατρίδα της (...), συνήθιζε να της δίνει χρήματα και για τη δική της διατροφή και γενικά να μεριμνά για τα έξοδα και τις δαπάνες της, ακόμα και του ενοικίου της. Ωστόσο, η κατηγορουμένη δε μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας μονογονεϊκής οικογένειας, γι' αυτό και παρέδωσε την επιμέλεια του ανήλικου στον πατέρα του, ο οποίος την ασκούσε πλέον τα δύο τελευταία χρόνια. Στο διάστημα αυτό η κατηγορουμένη επικοινωνούσε με το τέκνο της, όχι σε συχνή βάση και τούτο σε καμία περίπτωση επειδή δεν της το επέτρεπε ο πρώην σύζυγος της, όπως η ίδια αβάσιμα ισχυρίζεται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο Κ. Ζ. επιθυμούσε την επικοινωνία της μητέρας με το παιδί της και είχε, λόγω και του επαγγέλματος του, την αντίστοιχη μόρφωση και κουλτούρα για να αντιληφθεί την αναγκαιότητα σύσφιξης του δεσμού μάνας και τέκνου. Στο ίδιο χρονικό διάστημα η κατηγορουμένη αποσπούσε κατά καιρούς χρήματα από τον Κ. Ζ. για τις δικές της ανάγκες, πλην όμως η κατάσταση αυτή άρχισε να διαφοροποιείται όταν πλησίασε η λήξη της άδειας διαμονής της κατηγορουμένης στην Ελλάδα (Μάρτιος 2009). Τότε ο Κ. Ζ. εξεδήλωσε την επιθυμία να αναχωρήσει η κατηγορουμένη στην ….. και μάλιστα για το σκοπό αυτό την προμήθευσε με εισιτήρια, όμως η στάση του αυτή εξόργισε την κατηγορουμένη, η οποία στο μεταξύ από τις αρχές του έτους 2008 είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με τον πρώτο κατηγορούμενο και διέμενε με αυτόν σε διαμέρισμα επί της οδού ..., στην περιοχή .... Η δυσμενής ψυχική διάθεση της κατηγορουμένης έναντι του πρώην συζύγου της απέληξε σε μίσος και σε επιθυμία της φυσικής του εξόντωσης, γεγονός που αν συνέβαινε θα εξασφάλιζε τη νόμιμη και μόνιμη διαμονή της στην Ελλάδα με την ταυτόχρονη απόλαυση της περιουσίας του, αφού η ίδια θα διαχειριζόταν την κληρονομιαία περιουσία του ανήλικου τέκνου της, του οποίου την επιμέλεια θα ασκούσε έτσι αποκλειστικά εκείνη. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά του Κ. Ζ. έναντι της κατηγορουμένης, ούτε κακοποίηση της ούτε, έστω, λεκτικές επιθέσεις απέναντι της. Αρκετοί μάρτυρες, γνώστες από ετών του χαρακτήρα του, κατέθεσαν για ένα άνθρωπο πράο και ήρεμο, με τον οποίο δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να μαλώσει. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Θ. Σ.), ο οποίος είναι χειριστής βαρέων μηχανημάτων στο επάγγελμα, από τις αρχές του έτους 2008 συνήψε ερωτική σχέση με την I. S., για την οποία ένοιωθε έντονο ερωτικό πάθος. Το πάθος αυτός του Θ. Σ. σε συνδυασμό με το δημιουργηθέν μίσος της I. S. κατά του Κ. Ζ. αποτέλεσαν το πρόσφορο έδαφος για να δημιουργηθεί, καλλιεργηθεί και αναπτυχθεί στο μυαλό της I. S. η εγκληματική ιδέα της δια δολοφονίας φυσικής εξόντωσης του πρώην συζύγου της και της εντεύθεν απαλλαγής της από την παρουσία του, στην οποία προσέκρουαν τα υλικά της συμφέροντα. Την εγκληματική αυτή ιδέα εύκολα μετέδωσε και στο Θ. Σ., λόγω του έντονου ερωτικού πάθους του γι' αυτήν, που τον κατείχε, όπως προαναφέρθηκε. Έκτοτε και ιδίως από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2010 οι κατηγορούμενοι επιδίδονταν με μεγάλο ζήλο και χωρίς στοιχειώδη ηθικό ενδοιασμό στην εκπόνηση εγκληματικού σχεδίου δολοφονίας του Κ. Ζ., συζητώντας για τον τρόπο, τόπο και χρόνο αυτής και ανταλλάσσοντας αμοιβαίες σκέψεις με σκοπό να εμφανιστεί ο θάνατος αυτού ως εγκληματική ενέργεια τρίτων (αγνώστων) προσώπων, διαφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο των διωκτικών αρχών. Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού η I. S. διέδωσε ότι σκόπευε να φύγει μόνιμα στην …. δημιουργώντας έτσι στον Κ. Ζ. την πεποίθηση ότι πράγματι αυτή έφυγε μόνιμα στην πατρίδα της. Ακολούθως, το πρωί της 14.12.2010, επισκέφθηκε το σπίτι της φίλης της Α. Μ. και αφαίρεσε από μία συρταριέρα της κρεβατοκάμαρας ένα μαχαίρι, μήκους 30 εκατοστών με ξύλινη λαβή, βάσει δε κοινού σχεδίου τους οι κατηγορούμενοι επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του πρώτου με κατεύθυνση το ιατρείο του Κ. Ζ. επί της οδού ... προκειμένου να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης του. Εκεί κοντά στο ιατρείο η I. S. περίμενε τον Κ. Ζ., με τον οποίο στη συνέχεια μπήκαν στο αυτοκίνητο του με πρόσχημα ότι ήθελε δήθεν να συζητήσουν τα θέματα επικοινωνίας της με το τέκνο τους. Καθ' υπόδειξη της κατευθύνθηκαν στο πλέον κατάλληλο και επιλεχθέν μέρος δολοφονίας στη συμβολή των οδών ... και Α. Κ., στην περιοχή ..., όπου στάθμευσαν περί ώρα 20.30'. Κατά το σχέδιο των κατηγορουμένων ο πρώτος από αυτούς, ο οποίος τους είχε παρακολουθήσει με το δικό του αυτοκίνητο, στάθμευσε και αυτός κάπου κοντά στο ίδιο σημείο, στήνοντας ενέδρα και παρακολουθούσε το σταθμευμένο αυτοκίνητο του θύματος. Κάποια στιγμή και ενώ η συζήτηση των Κ. Ζ. και I. S. κατέληξε σε διαπληκτισμό, ο Θ. Σ. εμφανίστηκε κατά τρόπο αιφνίδιο, φορώντας χακί κουκούλα τύπου full face και γάντια μοτοσυκλετιστή και, αφού εισήλθε στο αυτοκίνητο από την πίσω πόρτα του οδηγού, επιτέθηκε ακαριαία εναντίον του Κ. Ζ. με μαχαίρι, το οποίο έφερε μαζί του για το δολοφονικό σκοπό του, καταφέρνοντας του πολλαπλά χτυπήματα στην τραχηλική και αυχενική χώρα τραυματίζοντας τον βαρύτατα. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω χτυπημάτων η I. S., ευρισκόμενη στη θέση του συνοδηγού και κρατώντας και η ίδια μαχαίρι, συνέδραμε το Θ. Σ. στον ανθρωποκτόνο σκοπό του με το να συγκρατεί το θύμα να αντιδράσει ή να επιχειρήσει να διαφύγει. Ας σημειωθεί ότι, καθόσον αφορά στις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης των εγκληματικών ενεργειών των κατηγορουμένων, οι απολογίες τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και κατά τα στάδια της προδικασίας περιέχουν πλήρεις αντιφάσεις, όμως και οι δύο ομολογούν πάντα τη συμμετοχή τους στο έγκλημα. Το παρόν Δικαστήριο, εκτιμώντας, πλην όλων των αποδεικτικών στοιχείων και τα κίνητρα των κατηγορουμένων στη διαφοροποίηση των καταθέσεων τους, κρίνει ότι η δολοφονική επίθεση κατά του Κ. Ζ. έγινε από τους κατηγορουμένους με τον τρόπο που πιο πάνω περιγράφηκε. Στη συνέχεια, ο Κ. Ζ., αν και βαρύτατα τραυματισμένος, επιχείρησε να βγει από το αυτοκίνητο, οπότε ο Θ. Σ. του κατάφερε ακόμη ένα χτύπημα με μαχαίρι, δεκατέσσερα (14) συνολικά και απομακρύνθηκε με κατεύθυνση προς ανατολικά, το δε θύμα έπεσε αιμόφυρτο στο οδόστρωμα μπροστά από το αυτοκίνητο του. Τότε η I. S., εφαρμόζοντας το προμελετημένο σχέδιο για δημιουργία σεναρίου ληστείας του θύματος των, παρέμεινε για λίγο στον τόπο του εγκλήματος και αφαίρεσε τη συσκευή του κινητού τηλεφώνου και το πορτοφόλι του, που περιείχε το ποσό των 400 ευρώ. Όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή εμφανίστηκε ο περαστικός Ν. Κ. και τα σχέδια των κατηγορουμένων ανατράπηκαν. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος κατέθεσε μόνο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κάνει λόγο για την ταραχή της κατηγορουμένης όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του, στη συνέχεια δε άρχισε να απομακρύνεται τρέχοντας επί της οδού .... Αργότερα, οι δύο κατηγορούμενοι συναντήθηκαν στην περιοχή Μαρτίου και με το αυτοκίνητο του Θ. Σ. μετέβησαν στην οικία τους, όπου άλλαξαν ρούχα και περί ώρα 23.00' επισκέφθηκαν το κατάστημα video club με το διακριτικό τίτλο "...", στην περιοχή ..., προκειμένου να δημιουργήσουν άλλοθι, ενώ έκαψαν με βενζίνη όλα τα ματωμένα ρούχα τους σε ημιτελή αποθήκη, ιδιοκτησίας του εργοδότη του Θ. Σ., στην περιοχή του .... Επίσης, στην περιοχή "...", στο εμπορικό κέντρο "……", πέταξαν όλα τα αντικείμενα και πειστήρια του εγκλήματος, δηλαδή τις συσκευές των κινητών τηλεφώνων τους και του δολοφονηθέντος, τα γάντια και την κουκούλα του Θ. Σ., καθώς και το μαχαίρι της δολοφονίας, τα οποία ανευρέθηκαν αργότερα από τις διωκτικές αρχές, κατόπιν υπόδειξης της I. S.. Περαιτέρω, σε έρευνα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...89 ΙΧΕ αυτοκινήτου του Θ. Σ. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα κυνηγετικό μαχαίρι με καφέ λαβή, συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 16 εκατοστών, ένα κυνηγετικό μαχαίρι με μαύρη λαβή, συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 15 εκατοστών και ένας σουγιάς με καφέ ασημί λαβή συνολικού μήκους 23 εκατοστών με δύο λάμες 11,5 εκατοστών η καθεμία. Σχετικώς με το θύμα Κ. Ζ., που αφέθηκε αιμόφυρτος στο τόπο του εγκλήματος, από το μάρτυρα Ν. Κ. κλήθηκε το ΕΚΑΒ, πλήρωμα του οποίου προσήλθε στο χώρο και έγινε προσπάθεια ανάνηψης με απινιδωτή, η οποία όμως απέβη άκαρπη, δεδομένου ότι ο Κ. Ζ. ήταν ήδη νεκρός συνεπεία των πληγμάτων, που του κατάφεραν οι κατηγορούμενοι, με αιτία θανάτου τη μεγάλη αιμορραγία από πολλαπλά τραύματα κεφαλής, αυχένος και τραχήλου με διατομή των αγγείων της περιοχής. Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία, που συγκροτούν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, για το οποίο (έγκλημα), ως εκ τούτου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος και το έγκλημα της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία, όπως μεταβλήθηκε πρωτοδίκως η αρχική σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία, για το οποίο (έγκλημα), ως εκ τούτου, πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη. Περίπτωση τέλεσης του εγκλήματος, για το οποίο κηρύσσεται ένοχη η I. S., σε βρασμό ψυχικής ορμής δε συντρέχει, όπως η ίδια διατείνεται με αυτοτελή ισχυρισμό της, αφενός διότι η ίδια δεν υπήρξε αυτουργός της ανθρωποκτονίας και αφετέρου διότι, όπως προαναφέρθηκε, η δολοφονία του Κ. Ζ. αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε από τους κατηγορουμένους προ πολλού καιρού, δηλαδή προδήλως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με συνέπεια να μη τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 του ΠΚ. Τέλος, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και για τις αξιόποινες πράξεις ο πρώτος της οπλοκατοχής (ανευρεθέντα μαχαίρια και σουγιάς στο αυτοκίνητο του) και της οπλοχρησίας (χρήση μαχαιριού κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας) και η δεύτερη της κλοπής (αφαίρεση μαχαιριού από την κατοχή της Α. Μ.)".
V. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους, τον μεν πρώτο από αυτούς (Θ. Σ. του Ι.), για τις πράξεις: i) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ιι) της παράνομης οπλοκατοχής μαχαιριών και ιιι) της παράνομης οπλοχρησίας, τη δε δεύτερη από αυτούς (Y. (ον.) I. S. (επ.) του O.), για τις πράξεις: i) της άμεσης συνέργειας στην πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ii) της κλοπής κατ' εξακολούθηση και στη συνέχεια, επέβαλε στο μεν πρώτο από αυτούς την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας και συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών για τις λοιπές πράξεις, της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας, κατά τις εκεί διακρίσεις, τη δε δεύτερη από αυτούς, την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία και την ποινή της φυλάκισης των δύο ετών για την πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση, με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο (Θ. Σ.) του ότι: Στη ….. την 14.12.2010 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα:
Α) Ενεργώντας με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σκότωσε άλλον και, συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, και περί ώρα 21:15', ενεργώντας με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον Ζ. Κ. του Ι., κάτοικο ... και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εισήλθε στην πίσω θέση του με στοιχεία κυκλοφορίας ...16 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Ζ. Κ., όπου αυτός την ώρα εκείνη βρισκόταν στη θέση του οδηγού και κατάφερε εναντίον του, με μαχαίρι αλιείας συνολικού μήκους 26 εκατοστών, πολλαπλά τραύματα στην αυχενική και τραχηλική χώρα και συγκεκριμένα δεκατέσσερα (14) συνολικά, από τα οποία, ως μόνη ενεργός αιτία, επήλθε ο θάνατος του, αποτέλεσμα που ευθέως επεδίωκε και επέφερε. Β) Ενεργώντας με πρόθεση, με χρήση όπλου, ήτοι αντικειμένου το οποίο διαλαμβάνεται στο άρθρο 1 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2168/1993, διέπραξε το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, έχοντας πρόθεση, με χρήση ενός μαχαιριού αλιείας συνολικού μήκους 26 εκατοστών, διέπραξε ανθρωποκτονία με πρόθεση σε βάρος του θύματος Ζ. Κ. του Ι., όπως αναλυτικά περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη. Και Γ) κατείχε όπλα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2168/1993, ενώ γνώριζε ότι αυτό απαγορεύεται και χωρίς να δικαιολογείται η κατοχή τους για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση κατείχε εντός του υπό στοιχεία κυκλοφορίας ...89 ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας TOYOTA, τύπου CELICA, ιδιοκτησίας του, ένα (1) μαχαίρι κυνηγετικό με καφέ λαβή, συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 16 εκατοστών, ένα (1) μαχαίρι κυνηγετικό με μαύρη λαβή συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 15 εκατοστών, και ένα (1) σουγιά με καφέ ασημί λαβή συνολικού μήκους 23 εκατοστών, με δύο (2) λάμες μήκους 11,5 εκατοστών η κάθε μία. ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχη την δεύτερη κατηγορούμενη (Y. I. S.) του ότι: Στη ….., την 14.12.2010 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) Με πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια άδικης πράξης και στην εκτέλεση αυτής και, συγκεκριμένα, ενώ ο Θ. Σ. περί ώρα 21:15', έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον Ζ. Κ. του Ι., κάτοικο ... και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εισήλθε στην πίσω θέση του με στοιχεία κυκλοφορίας ...16 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Ζ. Κ., όπου αυτός την ώρα εκείνη βρισκόταν στη θέση του οδηγού και κατάφερε εναντίον του, με μαχαίρι αλιείας συνολικού μήκους 26 εκατοστών, πολλαπλά τραύματα στην αυχενική και τραχηλική χώρα και συγκεκριμένα δεκατέσσερα (14) συνολικά, από τα οποία, ως μόνη ενεργός αιτία, επήλθε ο θάνατος του, αποτέλεσμα που ευθέως επεδίωκε και επέφερε, αυτή (κατηγορουμένη), ευρισκόμενη στη θέση του συνοδηγού του προαναφερόμενου αυτοκινήτου και κρατώντας και η ίδια μαχαίρι, συνέδραμε το Θ. Σ. στον ανθρωποκτόνο σκοπό του με το να συγκρατεί το θύμα να αντιδράσει ή να επιχειρήσει να διαφύγει, χωρίς δε αυτή τη συνδρομή δε θα ήταν δυνατή με πάσα βεβαιότητα η διάπραξη του πιο πάνω εγκλήματος. Και Β) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση αφαίρεσε από την κατοχή άλλων ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, α) κατά τις πρωινές ώρες αφαίρεσε από συρταριέρα που υπάρχει στην κρεβατοκάμαρα της οικίας του Μ. Π. του Η., επί της οδού ..., ένα (1) μαχαίρι με καφέ λαβή και θήκη και β) περί ώρα 21.00', αφαίρεσε μέσα από το με αριθμό κυκλοφορίας ...16 ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας AUDI, ιδιοκτησίας του Ζ. Κ., το πορτοφόλι του με το χρηματικό ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ και ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας SONY ERICSSON, προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ομόφωνα τον ισχυρισμό για συνθήκες τέλεσης ανθρωποκτονίας σε βρασμώ ψυχικής ορμής".
VI. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, όπως η παράβαση των άρθρων 1 παρ. 2β', 7 παρ. 1 και 8α', 10 παρ. 1 και 13 β' και 14 του Ν. 2168/1993, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφιο β', 368 στοιχ. β' και 511 εδ. α' και γ' του νέου Κ.Ποιν.Δ., όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο που συντελέσθηκε η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ.590 παρ.1 νέου ΚΠοινΔ), προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον ’ρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Π.Κ., ως χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. - Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στον αναιρεσείοντα αποδίδονται, εκτός του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, οι πλημμεληματικές πράξεις της παράβασης των άρθρων 1 παρ. 2β', 7 παρ. 1 και 8α', 10 παρ. 1 και 13 β' και 14 του Ν. 2168/1993 [παράνομης οπλοχρησίας και παράνομης οπλοκατοχής μαχαιριών (δύο πλημμεληματικές πράξεις)], φερόμενες ως τελεσθείσες στις 14-12-2010. Με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις υπέπεσαν σε παραγραφή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παρέλευσης οκταετίας από της έναρξης του χρόνου τέλεσής τους μέχρι σήμερα (31-10-2019), οπότε πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις καταδικαστικές διατάξεις της σε βάρος του αναιρεσείοντος για αυτές και να παύσει οριστικά η εναντίον του ποινική δίωξη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
VII. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (Θ. Σ. του Ι.), τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 5 παρ. 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 51, 52, 53, 59, 61, 63, 79, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 Π.Κ. Ειδικότερα, σχετικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις του άνω αναιρεσείοντος λεκτέα τα ακόλουθα : Α) Ενόψει του ότι με την τυπική παραδοχή της έφεσης εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση και μόνον η δευτεροβάθμια κρίση ελέγχεται από άποψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από τον ’ρειο Πάγο, καθώς και του ότι από την καθολική ή μερική αναφορά στο αιτιολογικό της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν προκαλείται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική δευτεροβάθμια κρίση, αν στο αιτιολογικό του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εμπεριέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την οποία αυτό οδηγείται στην κατάφαση της περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, αλλά και του γεγονότος, ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του σκεπτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης, εφόσον περιέχει δικά του, πρόσθετα, στοιχεία, η προβαλλόμενη σχετική αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εξαιτίας συνδρομής ανεπίτρεπτης υποκατάστασης της δικαιοδοτικής εξουσίας και παράβασης της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, 20 παρ. 1 του Σ., 2 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.), είναι αβάσιμη. Β) Η αιτίαση, ότι δεν υπήρξε ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί των συνθηκών τέλεσης της ανθρωποκτονίας εκ μέρους του σε βρασμό ψυχικής ορμής, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της εν λόγω αιτίασης, διαλήφθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, θεμελιωμένη στα εκτιθέμενα εκεί πραγματικά περιστατικά, η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων αποφάσισε και διέπραξε την ένδικη ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που αποκλείει την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής, καθόσον, από κοινού με την τότε κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχαν αποφασίσει και σχεδιάσει τη δολοφονία του Κ. Ζ.. Σημειωτέον, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί απορρίφθηκαν με την κατάφαση της περί της ενοχής κρίσης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας. Γ) Η συνταχθείσα στα πλαίσια αυτεπάγγελτης προανάκρισης και αστυνομικής διερεύνησης και αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα έκθεση αυτοψίας, μη μνημονευόμενη ιδιαιτέρως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού δεν διατάχθηκε από το Δικαστήριο, ώστε να απαιτείται η διακριτή αναφορά της στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγηση του αποτελέσματος, αλλά συνεκτιμήθηκε, ως απλό έγγραφο, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επιπλέον, η αναφέρουσα την αιτία θανάτου του θύματος ιατροδικαστική έκθεση και η έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, οι οποίες αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και αξιολογήθηκαν ως έγγραφα, είναι βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη, έστω και αν δεν μνημονεύονται στο σκεπτικό της απόφασης ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, καθόσον τα συμπεράσματα αυτών, ως προς την κατάσταση του θύματος, αντλήθηκαν και από τις εκθέσεις αυτές, ανεξαρτήτως του ότι οι εν λόγω εκθέσεις δεν ασκούν επιρροή ως προς τα αίτια του θανάτου του θύματος και ως προς την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου περί της ενοχής των αναιρεσειόντων και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αξιολόγηση των τελευταίων.
Συνεπώς, οι σχετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Δ) Η έρευνα της αναιρετικής αιτίασης περί παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής (ΚΠοινΔ 172 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α'), αφού η παραστάσα με την εν λόγω ιδιότητα, Ε. Τ., στερούνταν της ενεργητικής νομιμοποίησης προς τούτο για τις πράξεις της παράνομης οπλοχρησίας και οπλοκατοχής, παρέλκει, ως άνευ αντικειμένου, μετά την οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής για τις τελευταίες αξιόποινες πράξεις και ως εκ τούτου είναι αβάσιμη. Ε) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικος, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή όταν το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, οπότε από τη συνεκτίμησή τους δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του απαραδέκτως τις δοθείσες στην προδικασία καταθέσεις του, γεγονός που προκύπτει από την ακόλουθη, επί λέξει, αναφορά στο σκεπτικό της: "καθόσον αφορά στις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης των εγκληματικών ενεργειών των κατηγορουμένων, οι απολογίες τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στα στάδια της προδικασίας περιέχουν πλήρεις αντιφάσεις, όμως και οι δύο ομολογούν πάντα τη συμμετοχή τους στο έγκλημα". Ανεξαρτήτως του ότι η αναφορά στο σκεπτικό στις δοθείσες στην προδικασία και μη αναγνωσθείσες απολογίες του κατηγορουμένου έγινε διηγηματικά και η διαμορφωθείσα τελική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτές, αφού μνημονεύονται, τόσο η απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία συνεκτιμήθηκε παραδεκτώς και λήφθηκε υπόψη μετά από ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και η απολογία του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπου ομολογήθηκαν οι ένδικες αξιόποινες πράξεις, ενώ προβάλλονται και καταθέσεις μαρτύρων, από την επισκόπηση των δοθεισών στην προδικασία καταθέσεων του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ήτοι της από 21-12-2010 έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Ε. Ρ., της από 22-10-2010 έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Υ/Α Α. Μ., της από 22-12-2010 συμπληρωματικής έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Υ/Α Α. Μ., της από 22-12-2010 β' συμπληρωματικής έκθεσης εξέτασής του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Υ/Α Α. Μ. και της από 24-12-2010 απολογίας του ενώπιον της Ανακρίτριας του 5ου Ειδικού Τμήματος, Ναρκωτικών, Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και τη σύγκριση αυτών με τις επ' ακροατηρίω απολογίες του, ενώπιον αμφοτέρων των Δικαστηρίων της ουσίας, δεν διαπιστώνεται, ότι περιλήφθηκαν σ' εκείνες δυσμενέστερα γι' αυτόν στοιχεία από εκείνα που διαλήφθηκαν στις επ' ακροατηρίω δοθείσες καταθέσεις και, κατά συνέπεια, ουδόλως προσβλήθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Επομένως, είναι αβάσιμη, τόσο η παραπάνω αιτίαση του αναιρεσείοντος, όσο και η ακολουθούσα, κατά την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε, για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, μεταξύ άλλων, δύο ένορκες καταθέσεις, που έδωσε αυτός στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, πριν αποδοθεί σ' αυτόν η ιδιότητα του κατηγορουμένου. Και τούτο, διότι δεν αναφέρονται αυτές στο σκεπτικό ούτε παρατίθενται επιβαρυντικά γι' αυτόν στοιχεία περιεχόμενα σ' αυτές, ώστε από την ύπαρξή τους να παραβιάζεται το δικαίωμά του για μη αυτοενοχοποίηση. Σημειωτέον, ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε οποιαδήποτε αιτίαση για παραβίαση των απορρεόντων από τα άρθρα 102-104 ΚΠοινΔ δικαιωμάτων του στο στάδιο της προανακριτικής του απολογίας. Σημειωτέον, ότι η ύπαρξη στη σχηματισθείσα δικογραφία ένορκων και ανώμοτων καταθέσεων του υπόπτου, πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, και η παράλειψη περιορισμού αυτών στο αρχείο της Εισαγγελίας, δεν επηρεάζει κατά οποιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και δεν επάγεται ακυρότητα θεμελιώνουσα λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ. Οι εμπεριεχόμενες στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ'), λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και πλέον συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες από τον άνω αναιρεσείοντα αντιθέσεις, κατ' αυτόν, των παραδοχών της απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά πλήττουν ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. ’λλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση κάποιου αποδεικτικού μέσου προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις της ένδικης αίτησης, που εντάσσονται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμες.
VIΙΙ. Περαιτέρω, εφόσον, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 47, 299 και 372 Ν.Π.Κ. ποινές του ισχύοντος από 1-7-2019 Ν.Π.Κ. (Ν. 4619/2019) είναι επιεικέστερες των ποινών των αντίστοιχων διατάξεων των ίδιων άρθρων του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Π.Π.Κ., οπότε, ενόψει του ότι οι αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές, εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 511 εδ. δ' του Ν.ΚΠοινΔ, πράγμα που συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (άρθρ. 514 εδ.δ'περ.β'Κ.Ποιν.Δ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινών διατάξεις και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ). Κατόπιν αυτών οι αναφερόμενες στην αναιτιολόγητη, άλλως με ελλιπή αιτιολόγηση, απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος (Θ. Σ.) για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' Π.Κ., αναιρετικές αιτιάσεις, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου αβάσιμες, διότι το Εφετείο, στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπό κρίση υπόθεση, θα αποφασίσει, πριν τον καθορισμό των επιβλητέων ποινών, επί του προαναφερθέντος αιτήματος, που άπτεται της ποινής εφόσον αυτό υποβληθεί εκ νέου. Περαιτέρω, ενόψει του ότι στο Ν.Π.Κ. δεν επαναδιατυπώθηκαν τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 59 και 60 του Π.Π.Κ., όπου προβλεπόταν, σε περίπτωση καταδίκης σε ισόβια κάθειρξη, αυτοδικαίως, διαρκής αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, επιβολή πρόσκαιρης αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων για δύο έως δέκα έτη και με το άρθρο 511 εδ. δ' ΚΠοινΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της, με την οποία καταγιγνώσκει σε καθένα από τους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες διαρκή αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων (σελ. 62η προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της: α) περί καταδίκης του αναιρεσείοντος, Θ. Σ. του Ι., για τις πράξεις της παράνομης οπλοχρησίας και παράνομης οπλοκατοχής μαχαιριών, β) περί διαρκούς αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων για αμφότερους τους αναιρεσείοντες και γ) ως προς τις περί ποινών διατάξεις για αμφότερους τους αναιρεσείοντες και στη συνέχεια: i) να απαλειφθεί από τον ’ρειο Πάγο από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η διάταξη, με την οποία καταγιγνώσκεται στους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες διαρκής αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, κατά τούτο, ii) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος (Θ. Σ. του Ι.) για τις πράξεις της οπλοχρησίας και οπλοκατοχής, όπως αυτές περιγράφονται στο διατακτικό, iii) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιμέτρηση των ποινών για τις υπόλοιπες μη παραγραφείσες πράξεις των αναιρεσειόντων, όπως αυτές αναφέρονται στο διατακτικό, για νέα συζήτηση, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε και iv) να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης. Σημειώνεται, ότι η πολιτικώς ενάγουσα, Ε. Τ., που κλήθηκε νομότυπα να παραστεί στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως προκύπτει από το από 15-04-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Κ. Σ., που υπάρχει στο φάκελο της Δικογραφίας, δεν εμφανίστηκε ούτε παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, πλην όμως η συζήτηση, εφόσον εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, γίνεται σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση, με αριθμό 224-225/2018, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις της: α) περί καταδίκης του αναιρεσείοντος, Θ. Σ. του Ι., για τις πράξεις της παράνομης οπλοχρησίας και παράνομης οπλοκατοχής μαχαιριών, β) περί διαρκούς αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων για αμφότερους τους αναιρεσείοντες και γ) ως προς τις περί ποινών διατάξεις για αμφότερους τους αναιρεσείοντες.
-Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τη διάταξη, με την οποία επιβάλλεται στους τότε κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες διαρκής αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. –
ΠΑΥΕΙ οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος στην πρώτη από τις άνω αιτήσεις (Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ...) για το ότι: 1) Ενεργώντας με πρόθεση, με χρήση όπλου, ήτοι αντικειμένου το οποίο διαλαμβάνεται στο άρθρο 1 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2168/1993, διέπραξε το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο (14-12-2010), έχοντας πρόθεση, με χρήση ενός μαχαιριού αλιείας συνολικού μήκους 26 εκατοστών, διέπραξε ανθρωποκτονία με πρόθεση σε βάρος του θύματος Ζ. Κ. του Ι., όπως αναλυτικά περιγράφεται στην υπό στοιχείο (Α) πράξη. Και 2) κατείχε όπλα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2168/1993, ενώ γνώριζε, ότι αυτό απαγορεύεται και χωρίς να δικαιολογείται η κατοχή τους για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση κατείχε εντός του υπό στοιχεία κυκλοφορίας ...89 ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας TOYOTA, τύπου CELICA, ιδιοκτησίας του, ένα (1) μαχαίρι κυνηγετικό με καφέ λαβή, συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 16 εκατοστών, ένα (1) μαχαίρι κυνηγετικό με μαύρη λαβή συνολικού μήκους 26 εκατοστών και μήκους λάμας 15 εκατοστών, και ένα (1) σουγιά με καφέ ασημί λαβή συνολικού μήκους 23 εκατοστών, με δύο (2) λάμες μήκους 11,5 εκατοστών η κάθε μία.-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιμέτρηση των ποινών για τις υπόλοιπες μη παραγραφείσες αξιόποινες πράξεις των αναιρεσειόντων, που τελέστηκαν, η μεν βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα (Θ. Σ. του Ι.) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, στις 14-12-2010, οι δε βαρύνουσες την αναιρεσείουσα (Y. I. S. του O. και της M.) της άμεσης συνδρομής κατά τη διάρκεια της άνω ανθρωποκτονίας και των κλοπών κατ' εξακολούθηση, ομοίως, στις 14-12-2010, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και –
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, τις: α) από 21-03-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-03-2019) του Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και β) από 26-03-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-03-2019) της Y. (ον.) I. S. (επ.) του O. και της M., για αναίρεση της υπ' αριθμό 224-225/2018 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή