Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1127 / 2020    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1127/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει κατά το καταστατικό της στη ... και πραγματικά στον ..., εκπροσωπείται δε νόμιμα και 2) ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία έχει κατά δήλωσή της ενώπιον του Εφετείου Πειραιά υποκατασταθεί στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ..., κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της τελευταίας, η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουτσοφιό και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαθιόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1527/2011 μη οριστική και 5543/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556 παρ. 2, 562 παρ. 2 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ., δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση στην αναιρετική δίκη η έρευνα καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά απ' αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος. Διάφορος εκδοχή θα μετέβαλλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη (Ολ.ΑΠ 38/1996, ΑΠ 1950/2009, ΑΠ 1059/2011). Επομένως ο προβαλλόμενος από τις αναιρεσίβλητες, με τις προ 20 ημερών κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), ισχυρισμός τους περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας προς υποβολή της παρούσας αίτησης αναίρεσης, γιατί το αγωγικό της δικαίωμα αποσβέστηκε εν επιδικία, λόγω συμπληρώσεως της ισχύουσας στην προκείμενη περίπτωση, κατά κατωτέρω εκτιθέμενα, ενιαύσιας παραγραφής, αφού η προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 364/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε στις 30-6-2017 και από την κατάθεση στις 30-10-2017 της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία διέκοψε την αρξαμένη με την έκδοση της ως άνω απόφασης παραγραφή (άρθρ. 261 ΑΚ), μέχρι την επομένη διαδικαστική πράξη, που συνιστά η συνταχθείσα στις 7-3-2919 πράξη προσδιορισμού της παρούσας δικασίμου για τη συζήτηση της αιτήσεως, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού συνιστά καταλυτικό του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμό (βλ. ΑΠ 710/2001). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία (ενάγουσα), επικαλούμενη ότι δυνάμει ασφαλιστικής σύμβασης, που κατήρτισε με την (μη διάδικο) εταιρεία με την επωνυμία "...", ασφάλισε έναντι θαλάσσιων κινδύνων το αγορασθέν από αυτή φορτίο καυσίμου, το οποίο μεταφέρθηκε από το ... στους .... πλοίο, που ανήκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία ενήργησε ως θαλάσσιος μεταφορέας, και ότι λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, συνεπεία απωλειών και βλαβών του μεταφερθέντος φορτίου, κατέβαλε στην ως άνω ασφαλισμένη εταιρεία, δικαιούχο του φορτίου, την οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση και κατέστη έτσι κάτοχος εξ οπισθογραφήσεως δύο φορτωτικών, άσκησε με βάση αυτές κατά της ως άνω αναιρεσίβλητης μεταφορέως την από 4-7-2008 αγωγή αποζημιώσεως (που επιδόθηκε στην τελευταία στις 7-7-2008), από το δικόγραφο της οποίας όμως παραιτήθηκε στις 16-2-2010. Στη συνέχεια, επικαλούμενη ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ εκκρεμούσε η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, πώλησε το ως άνω πλοίο της στην εταιρεία "..." (συγχωνευθείσα αργότερα με απορρόφησή της από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία), άσκησε κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της ως άνω εταιρείας την υπό κρίση από 26-2-2010 αγωγής της, με την οποία, όπως περιόρισε το αίτημά της, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ως εις ολόκληρον ευθυνομένων, η δεύτερη περιορισμένα μέχρι την αξία του πλοίου, να της καταβάλουν νομιμοτόκως τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά, κατά τις διακρίσεις της κύριας και επικουρικής βάσης της αγωγής. Κατά τη συζήτηση της δεύτερης αυτής αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενες (αναιρεσίβλητες) εταιρίες, ισχυριζόμενες ότι εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση το αγγλικό δίκαιο, το οποίο καταλαμβάνει τα ουσιαστικού δικαίου ζητήματα, προέβαλαν τον ισχυρισμό περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας, καθώς, όπως εξέθεσαν σχετικά, από την παράδοση του φορτίου την 11-7 2007 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1-3-2010 ως προς την πρώτη και 17-5-2010 ως προς την δεύτερη) παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του έτους, που προβλέπεται ως προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αξίωσης με βάση το άρθρο 3 των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ, οι οποίοι διέπουν την θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων. Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε κατ' αντένσταση, ότι η παραγραφή της αξίωσής της είχε διακοπεί με την άσκηση της προγενέστερης, από 4-7-2008 αγωγής της, από την οποία παραιτήθηκε προς το σκοπό διόρθωσής της, ενέργεια που δεν συνιστά συνολική και πανηγυρική εγκατάλειψη της αγωγής, με αποτέλεσμα ο χρόνος άσκησης αυτής, της πρώτης αγωγής, να λαμβάνεται υπόψη για τη διακοπή της παραγραφής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικώς η 1527/2011 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο, αφού έκρινε, ενόψει ρητής συμφωνίας των συμβληθέντων στη θαλάσσια μεταφορά μερών, ως εφαρμοστέο δίκαιο, σχετικά με την αξίωση της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση μεταφοράς και την παραγραφή και την τυχόν διακοπή αυτής, το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο (ενώ ως προς την ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας έκρινε ως εφαρμοστέο το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο), υποχρέωσε τους διαδίκους να αποδείξουν με γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου τα αναφερόμενα στο διατακτικό της θέματα, μεταξύ των οποίων και τις ρυθμίσεις του αλλοδαπού δικαίου, που αφορούν στην παραγραφή της αξίωσης του νόμιμου κομιστή φορτωτικής σε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς για αποζημίωση λόγω βλάβης ή απώλειας μέρους του φορτίου και στη διάρκεια της προθεσμίας της, καθώς και στις συνέπειες της παραίτησης από το δικόγραφο της εμπροθέσμως ασκηθείσας (πρώτης) αγωγής, όταν η νέα αγωγή ασκήθηκε σε χρόνο που ήδη είχε συμπληρωθεί η προβλεπόμενη στο νόμο παραγραφή της αξίωσης. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5543/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο, εφαρμόζοντας το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο ως προς την αξίωση της κομίστριας των φορτωτικών έναντι της θαλάσσιας μεταφορέως πρώτης αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κάνοντας δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση παραγραφής της ένδικης απαίτησης, σύμφωνα με το εφαρμοσθέν αγγλικό δίκαιο, ενώ και ως προς την δεύτερη εναγόμενη απέρριψε αυτήν και κατά την κύρια και κατά την επικουρική βάση ομοίως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενη ότι κατά το χρόνο μεταβίβασης του πλοίου είχε αποσβεστεί λόγω παραγραφής η απαίτηση της αναιρεσείουσας. Κατά της προαναφερόμενης οριστικής απόφασης άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 364/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιά (Ναυτικό Τμήμα). Με το άρθρο πρώτο του ν. 2107/1992 κυρώθηκαν από την Ελλάδα και αποτελούν, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ, η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 "για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές" και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23-2-1968 και της 26-12-1979 (Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ). Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου δεύτερου του πιο πάνω νόμου και των άρθρων 1 περ. β, 2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2 και 3 της προαναφερόμενης Διεθνούς Σύμβασης προκύπτει, ότι η εν λόγω Σύμβαση έχει εφαρμογή στην Ελλάδα, από 23.6.1993, μεταξύ των άλλων, σε κάθε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων, στην οποία τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, εφόσον η μεταφορά αυτή καλύπτεται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο, που αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων (AΠ 376/2008). Με την αναφορά στις μεταφορές αυτές ο νόμος επεκτείνει την εφαρμογή των ως άνω κανόνων στην κατηγορία των διεθνών θαλασσίων μεταφορών, των οποίων η αλλοδαπότητα στηρίζεται στο αντικειμενικό κριτήριο ότι τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί κανόνα ουσιαστικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, κανόνα δηλαδή που καθορίζει απ` ευθείας το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέσεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Επομένως, εφαρμοστέο δίκαιο για τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές υπό φορτωτική αποτελούν οι ως άνω κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, οι οποίοι εφαρμόζονται είτε μέσω της εθνικής νομοθεσίας, στην οποία έχουν ενσωματωθεί (πρβλ. ΑΠ 884/2005), είτε απ' ευθείας, εφόσον υπάρχει ρητή μνεία στη φορτωτική ή στο έγγραφο που αποδεικνύει τη σύμβαση μεταφοράς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης της Ρώμης του 1980 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις διεθνείς συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το ν. 1792/1988 και έχει εφαρμογή εν προκειμένω αφού η ένδικη σύμβαση, έχουσα στοιχεία αλλοδαπότητας με διευρωπαϊκό χαρακτήρα, καταρτίσθηκε πριν την ισχύ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 , για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), [που εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνήφθησαν μετά την 17.12.2009 (άρθρο 28)], οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο επέλεξαν τα μέρη. Το ως άνω εφαρμοστέο δίκαιο διέπει την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από ενοχική σύμβαση ή συμβατική σχέση, όπως τέτοια μεταξύ εκδότη και νόμιμου κομιστή φορτωτικής που αφορά θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων, ή μεταξύ εκναυλωτή και ναυλωτή, ή μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, ή τους λόγους αποκλεισμού ή περιορισμού των ενοχικών υποχρεώσεων. Ρυθμίζει, δηλαδή, το εφαρμοστέο αυτό δίκαιο και την περαιτέρω εξέλιξη των ενοχών, όπως το ζήτημα της παραγραφής, αναστολής και διακοπής αυτής από οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 884/2005, ΑΠ 305/1990). Επομένως, όταν η διαφορά από θαλάσσια μεταφορά φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας με διευρωπαϊκό χαρακτήρα, καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στην προαναφερόμενη διάταξη προς ανεύρεση του εφαρμοστέου δικαίου, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί οι ως άνω κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, δεδομένου μάλιστα ότι οι κανόνες αυτοί δεν καταλαμβάνουν το σύνολο των εννόμων σχέσεων των προσώπων της φορτωτικής, με αποτέλεσμα να χρήζουν, ως προς τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από την εν λόγω Διεθνή Σύμβαση, συμπληρώσεως με διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας (πρβλ. ΑΠ 1092/2014). Έτσι, πχ οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ δεν περιέχουν διατάξεις για τους παραγγελιοδόχους που μεσολαβούν στη ναύλωση ή τη θαλάσσια μεταφορά (ΑΠ 928/2011, ΑΠ 89/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 εδ. β, 4β της ανωτέρω Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών της 25-8-1924 (Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ), συνάγεται ότι ο θαλάσσιος μεταφορέας ευθύνεται για απώλεια ή μερική βλάβη των πραγμάτων κατά το χρόνο της μεταφοράς και ότι σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης αυτών σε θαλάσσια μεταφορά οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ενδιαφέρον επί του φορτίου, δηλαδή αυτός που ζημιώνεται από την απώλεια ή βλάβη του, δικαιούται να στραφεί κατά του θαλάσσιου μεταφορέα και να αξιώσει αποζημίωση, το μέτρο της οποίας θα υπολογίζεται με βάση τη χρηματιστηριακή ή αν δεν υπάρχει τέτοια, την τρέχουσα ή τη συνήθη αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και κατά το χρόνο που εκφορτώνονται από το πλοίο ή που θα έπρεπε να είχαν εκφορτωθεί, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς (ΑΠ 343/2019, ΑΠ 928/2011). Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ. 6 εδ. 4 της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου της 23-2-1998, ορίζεται ότι "Σε κάθε περίπτωση, ο μεταφορέας και το πλοίο απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη για απώλειες ή ζημίες, εφόσον δεν ασκηθεί αγωγή μέσα σ' ένα χρόνο, από την παράδοση των εμπορευμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε γίνει η παράδοση". Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται βραχυχρόνια ετήσια παραγραφή του δικαιώματος του παραλήπτη για αποζημίωση του απολεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από την παραλαβή ή την παράδοση των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί και ισχύει ενιαίως, τόσο στην συμβατική όρο και στην εξωσυμβατική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα, όχι μόνο για την απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων, αλλά και για τις λοιπές αξιώσεις του ενδιαφερομένου ως προς το φορτίο (ΑΠ 1092/2014, ΑΠ 1657/2008, ΑΠ 381/2008). Με την εν λόγω Διεθνή Σύμβαση, όμως, δεν ορίζεται περαιτέρω ό,τιδήποτε για την διακοπή ή την αναστολή της παραγραφής. Επομένως, οι περιπτώσεις αυτές ρυθμίζονται από το εφαρμοστέο δίκαιο και, εφόσον αυτό είναι το ελληνικό, όσον αφορά μεν την διακοπή της παραγραφής από τα άρθρα 261 επ. Α.Κ. όσον αφορά δε την αναστολή της παραγραφής, πλέον του άρθρου 255 Α.Κ. και από τα άρθρο 14 παρ. 5 Ν.2496/1997, κατά το οποίο: "Σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων" (ΑΠ 1092/2014).Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν, ουσιαστικού δικαίου, κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή (και) των διεθνών συμβάσεων. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει και η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980. Με βάση την απορρέουσα από την ως άνω διάταξη αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή ή να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της συμβάσεως. Εξάλλου, η ύπαρξη ή μη συμφωνίας περί του εφαρμοστέου δικαίου είναι πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα, γι` αυτό και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1459/2014, ΑΠ 665/2011, ΑΠ 904/2008). Ελέγχεται, όμως, αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η απόφαση ως προς την κρίση, αν τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικά υπάγονται ή όχι σε νομικές έννοιες, όπως αν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται η απόφαση είναι εφαρμοστέο το αλλοδαπό δίκαιο (ΑΠ 665/2011). Έτσι, όταν η διαφορά από σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας με διευρωπαϊκό χαρακτήρα, που καθιστά αναγκαία την προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, αλλά το δικαστήριο δεν προσφύγει σ' αυτή, προκειμένου να ανεύρει το εφαρμοστέο δίκαιο, που έχει ενσωματώσει του Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ και εφαρμόζει το μη εφαρμοζόμενο ελληνικό δίκαιο, τότε παραβιάζει ευθέως, με τη μη εφαρμογή της, καίτοι ήταν εφαρμοστέα, την ανωτέρω διάταξη και υποπίπτει εντεύθεν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 (πρβλ. ΑΠ 1069/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, ενώ η ένδικη αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), ως νόμιμης κομίστριας των επίμαχων φορτωτικών, προς αποζημίωση για απώλειες και βλάβες του μεταφερθέντος από λιμένες του ... στους ... θαλασσίου φορτίου διέπεται απ' ευθείας από τις διατάξεις της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως, οι οποίες μετά την επικύρωσή της με το ν. 2107/1992 έχουν καταστεί μέρος του ελληνικού δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ και, ως εκ τούτου, η προβλεπομένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ετήσια παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως για απώλειες ή βλάβες φορτίου, η οποία καταλαμβάνει τόσον την συμβατική όσον και την εξωσυμβατική ευθύνη του θαλασσίου μεταφορέως, αποτελεί θεσμό (ρύθμιση) του ελληνικού δικαίου, με αποτέλεσμα για τα θέματα της διακοπής ή αναστολής της παραγραφής, εφόσον δεν ρυθμίζονται από την ως άνω Διεθνή Σύμβαση, να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 255 επ και 260 επ του ΑΚ, παρ' όλα αυτά το Εφετείο προσέφυγε στο άρθρο 25 ΑΚ και, αφού κατ' εφαρμογή αυτού έκρινε ότι η παραγραφή της ως άνω αγωγικής αξίωσης διέπεται από το αγγλικό δίκαιο, δέχθηκε, στη συνέχεια, ότι με βάση τις διατάξεις του δικαίου αυτού η εν λόγω αξίωση της αναιρεσείουσας έχει παραγραφεί και ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 263 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι, αφενός μεν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28 Συντάγματος, του ν. 2107/1992 και της κυρωθείσας με αυτό Διεθνούς Συμβάσεως, καθώς και του άρθρου 263 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καίτοι αυτές ήταν απ' ευθείας εφαρμοστέες, αφετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ καθώς αυτές των άρθρων 17.4, 19.5, 38.2 και 38.7 του αγγλικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήσαν εφαρμοστέες.
Aπό την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "... Όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, (στην) η ένδικη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, στην οποία στηρίζεται η επιδιωκόμενη με την κρινόμενη αγωγή αξίωση της εκκαλούσας ενάγουσας εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας), διέπεται από το αγγλικό δίκαιο ως συμφωνηθέν από τα συμβαλλόμενα μέρη με ρητό όρο που αναγράφεται στα σώματα των εκδοθεισών από τον πλοίαρχο του πλοίου φορτωτικών. Επομένως..., το ζήτημα της παραγραφής της αξίωσης της εκκαλούσας ως ζήτημα ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται το αγωγικό της δικαίωμα, θα κριθεί με βάση τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις του εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου κατά το οποίο θα κριθεί και το ζήτημα της διακοπής ή μη του χρόνου της παραγραφής, το οποίο συναρτάται με την διατήρηση ή μη του εν λόγω δικαιώματός της. Παρέπεται από τα ανωτέρω ότι η διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ. που ορίζει ότι κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση αγωγής θεωρείται ως μη διακοπείσα αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή και αν μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση εγείρει την αγωγή η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί από την προηγούμενη αγωγή, δεν μπορεί, ως ουσιαστικού δικαίου διάταξη, να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου ως προς το ζήτημα της παραγραφής και της μη διακοπής αυτής με την έγερση της κρινόμενης αγωγής μετά την παραίτηση της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) από την προηγούμενη αγωγή της, η οποία έγινε προκειμένου να ενάγει και την δεύτερη εναγόμενη εταιρία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) η οποία ως αποκτώσα κατά το άρθρο 479 Α.Κ. ευθύνεται σε ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη (πρώτη αναιρεσίβλητη) και πωλήτρια στην ίδια του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου, ήτοι του πλοίου...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, [έστω με λανθασμένη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ αφού εφαρμοστέα ήταν η ταυτοσήμου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980] , ότι στην ένδικη διεθνή σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς εφαρμοστέο είναι το αγγλικό δίκαιο, διότι τα συμβαλλόμενα μέρη ρητά επέλεξαν την εφαρμογή του και, ακολούθως, εφαρμόζοντας μέσω αυτού, ως προς την παραγραφή, τους Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, συμπληρωματικά δε, ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής, λόγω παραίτησης της αναιρεσείουσας από προηγούμενη αγωγή της και επανέγερσης της υπό κρίση νέας αγωγής, τις διατάξεις του ως άνω αλλοδαπού δικαίου, και όχι τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού με βάση την ανέλεγκτη (ΑΠ 906/2004) πραγματική διαπίστωση (παραδοχή) της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, δηλαδή, κατά συνομολόγηση των διαδίκων, τα συμβαλλόμενα μέρη με ρητό όρο που αναγράφεται στα σώματα των εκδοθεισών από του πλοίαρχο του πλοίου φορτωτικών επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό, η οποία ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του 1980, η ένδικη σύμβαση, πράγματι, υπάγεται ως προς την παραγραφή της ένδικης αξίωσης και τη διακοπή αυτής στις ρυθμίσεις του αγγλικού δικαίου και όχι σε εκείνες του ελληνικού δικαίου και ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ως άνω πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, και οι δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου εφαρμοστέοι κανόνες του αλλοδαπού δικαίου, γραπτού ή εθιμικού (ΑΠ 1931/2017, ΑΠ 1149/1994). Και αν ακόμα διατάχθηκαν αποδείξεις για το περιεχόμενο του αλλοδαπού δικαίου ελέγχονται αναιρετικά με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ μόνο σφάλματα ως το περιεχόμενό του και όχι ως προς τη διαδικασία διαπιστώσεως αυτού (ΑΠ 665/2011, ΑΠ 825/1989). Περαιτέρω, με βάση τις νομικές πληροφορίες, σχετικά με τις αξιώσεις από θαλάσσια φορτωτική κατά το αγγλικό δίκαιο, [στο οποίο σημειωτέον οι Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ ενσωματώθηκαν με το Νόμο του 1924 "για τη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων (carriage of carriage of goods by Sea Act 1924 goods by Sea Act 1924 - COGSA) και άρα αποτελούν εξ αυτού μέρος του αγγλικού δικαίου], όπως αυτές εμπεριέχονται στην προσκομιζόμενη από τις αναιρεσίβλητες υπ' αριθμ. 209/17-6-2011 γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινσιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Στο αγγλικό δίκαιο οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις περιέχονται στο Νόμο περί Παραγραφής του 1980 (Limitations Act 1980) στον οποίο συγκεντρώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι βασικοί κανόνες δικαίου για την παραγραφή, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά βάσει του common law. Στον εν λόγο Νόμο (παρ. 5 και 8) προβλέπεται εξαετής παραγραφή για τις απαιτήσεις που έχουν γενεσιουργό αιτία τη σύμβαση αν πρόκειται για απλή σύμβαση (simple contract) και δωδεκαετής παραγραφή αν πρόκειται για σύμβαση που έχει περιβληθεί τον τύπο της επιθέσεως σφραγίδας (under seal). Αυτή η ρύθμιση αποτελεί το γενικό κανόνα. Ωστόσο ο ίδιος ως άνω Νόμος δεν αποκλείει την εφαρμογή άλλων ειδικών παραγραφών, βραχύτερων ή και μακρύτερων, που προβλέπονται σε ειδικές διατάξεις, οι οποίες εφόσον υπάρχουν θέτουν εκποδών την εφαρμογή του Νόμου περί Παραγραφών (άρθρο 39). Επίσης ο γενικός κανόνας που ανωτέρω εισάγεται αποτελεί, κατ' αρχήν, ενδοτικό δίκαιο. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν κάτι άλλο, τόσο ως προς τον τρόπο γενέσεως της αξιώσεως κατά του οφειλέτη όσο και ως προς τους λόγους αναστολής της παραγραφής, και το περιέλαβαν στη σύμβασή τους, θα ισχύσει το συμφωνηθέν. Ειδική τέτοια διάταξη, περί παραγραφής, εισάγεται δυνάμει του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ' των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ, το οποίο προβλέπει ετήσια παραγραφή των αξιώσεων του κομιστή της φορτωτικής κατά του μεταφορέως και του πλοίου, που αρχίζει από την ημερομηνία παραδόσεως των εμπορευμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε γίνει η παράδοση, Η εν λόγω διάταξη εκτοπίζει πλήρως την εφαρμογή του Νόμου περί Παραγραφής του 1980 και εισάγει ειδική περίπτωση παραγραφής του ουσιαστικού δικαίου. Κατά τους παραδοσιακούς κανόνες του common law (που ισχύουν εν προκειμένω, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν εφαρμόζεται ο Νόμος του 1980), ο χρόνος της παραγραφής ποτέ δεν διακόπτεται και κατ' εξαίρεση παρατείνεται για λόγους ανωτέρας βίας (force majeur, disability), απάτης (fraud), αναγνωρίσεως τους χρέους (acknowledgement of debt) και, βεβαίως, συμφωνίας των μερών (agreement of parties). Οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις εξαρτούν την εφαρμογή τους από την άσκηση της αγωγής. Το αν και κατά πόσον ασκείται έγκυρα και εμπρόθεσμα η αγωγή ρυθμίζεται από τις διατάξεις του αγγλικού δικονομικού δικαίου. Ειδικότερα, οι διατάξεις των αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας (Civil Procedure Rules - CPR) ρυθμίζουν το πότε και πως ασκείται η αγωγή προκειμένου, εν συνεχεία, να διαγνωσθεί αν αυτή η αγωγή ασκήθηκε εντός της ενιαύσιας περιόδου παραγραφής που θέτουν οι Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ. Ειδικότερα,... ο κανόνας 17.4 CPR δίδει, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα στον ενάγοντα να μεταβάλει την αγωγή του καθώς και τη βάση αυτής (amendment to statement of case and claim) σε μεταγενέστερο χρόνο, ακόμη και αν έχει συμπληρωθεί o χρόνος της παραγραφής, Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει (allow) στον ενάγοντα να αντικαταστήσει την αγωγή του και να μεταβάλει ελεύθερα τη βάση αυτής, εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Η μεταβολή αφορά σφάλμα ως προς την ταυτότητα διαδίκου, αλλά μόνον εφόσον το σφάλμα ήταν γνήσιο και δεν προκαλείται αμφιβολία ως προς την αληθή ταυτότητα του διαδίκου. β) Η μεταβολή αφορά αλλαγή στην ιδιότητα υπό την οποία ο διάδικος εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου, εφόσον αυτή η ιδιότητα υπήρχε κατά το χρόνο εγέρσεως της αρχικής αγωγής, γ) Η μεταβολή έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη ή αντικατάσταση της αγωγικής βάσεως ή ενός αγωγικού ισχυρισμού, αλλά μόνον εφόσον η νέα βάση ή ισχυρισμός προκύπτει από τα ίδια ή ουσιωδώς παρόμοια πραγματικά περιστατικά με αυτά της αρχικής αγωγής. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον κανόνα 19.5 CPR, το δικαστήριο μπορεί ακόμη να επιτρέψει και την αλλαγή των διαδίκων μετά την ολοκλήρωση του χρόνου παραγραφής υπό τις ίδιες ανωτέρω προυποθέσεις. Εφόσον το δικαστήριο ασκήσει αυτή τη διακριτική ευχέρειά του, ως χρόνος ασκήσεως της αγωγής λογίζεται ο χρόνος ασκήσεως της πρώτης αγωγής. Εξ ετέρου, σύμφωνα με τον κανόνα 38.2 CPR ο ενάγων έχει τη δικονομική δυνατότητα να παραιτηθεί από την αγωγή του (discontinuance of proceedings), η οποία γίνεται, υπό προϋποθέσεις, δεκτή από το δικαστήριο. Η κύρια προϋπόθεση είναι να μη φέρει αντιρρήσεις ο εναγόμενος και να καταδικασθεί ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου (κανόνας 38.5 CPR). Αν λάβει χώρα παραίτηση, η αγωγή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα, ο δε ενάγων, εφόσον επιθυμεί να επαναφέρει την αγωγή του, θα πρέπει να ζητήσει και να λάβει άδεια από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του κανόνα 38.7 CPR. Εφόσον, εν τω μεταξύ, έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής, η αξίωση θεωρείται παραγεγραμμένη (tilne-barred action) και η άσκηση νέας αγωγής αποκλείεται. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κανόνα 38.1 CPR, ο ενάγων, ο οποίος παραιτείται μερικώς της αγωγής του ή εγκαταλείπει (abandons) μόνον ορισμένα κεφάλαια της αγωγής του ή παραιτείται από ορισμένα δικαιώματα (remedies) ενώ διατηρεί άλλα ή παραιτείται από προηγούμενη αγωγή του (που ερείδεται επί ενός δικαιώματος του) υπέρ ασκήσεως νέας (στηριζόμενης σε άλλο δικαίωμά του), δεν θεωρείται ότι ασκεί παραίτηση (discontinuance), αλλά η διαδικαστική του ενέργεια λογίζεται ως μεταβολή (amendment) σύμφωνα με τα ανωτέρως. Επομένως η παραγραφή της αξίωσης, στην περίπτωση που ο ενάγων ασκεί εμπροθέσμως αγωγή, μετά παραιτείται από αυτήν και σε συντομότατο χρόνο (αλλά μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής) εγείρει νέα, εξαρτάται από το δικονομικό χαρακτηρισμό αυτής της ενέργειας. Εφόσον η διαδικαστική αυτή ενέργεια λογισθεί ως "παραίτηση" (discontinuance), ήτοι συνολική και πανηγυρική (ασκηθείσα με δικόγραφο και αποδεκτή από το δικαστήριο) εγκατάλειψη της αγωγής, η αξίωση θεωρείται παραγεγραμμένη. Αν αντιθέτως, η ενέργεια αυτή θεωρηθεί ως "μεταβολή" (amendment) της παλαιάς αγωγής, ήτοι μερική ή συνολική διόρθωση της πρώτης αγωγής με άδεια ή επικύρωση του δικαστηρίου, τότε ως χρόνος ασκήσεως της αγωγής λαμβάνεται υπ' όψιν ο χρόνος ασκήσεως της πρώτης αγωγής και η αξίωση δεν θεωρείται παραγεγραμμένη. Ο δικονομικός χαρακτηρισμός αυτός γίνεται επί τη βάσει επισκοπήσεως των δικογράφων και της εν γένει δικονομικής στάσης του ενάγοντος. Το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των ανωτέρω φέρει ο ενάγων διάδικος". Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο των διατάξεων 19.5 και 38,1 των CPR, που μνημονεύονται στις παραπάνω νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου έχει ως ακολούθως: Κανόνας 19.5: "(1) Αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται στην αλλαγή των διαδίκων μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής υπό (a) τον Limitation Act του 1980, (b) τον Foreign Limitation Periods Act too του 1984 ή (c) όποιο άλλο νομοθέτημα το οποίο επιτρέπει τέτοιου είδους αλλαγή. 2) Το δικαστήριο μπορεί να προσθέσει ή να αντικαταστήσει έναν διάδικο μόνον όταν (α) η σχετική προθεσμία παραγραφής δεν είχε παρέλθει όταν ξεκίνησε η διαδικασία και β) η προσθήκη ή η αντικατάσταση είναι αναγκαία. 3) Η προσθήκη ή η αντικατάσταση ενός διαδίκου είναι αναγκαία μόνον όταν το δικαστήριο πεισθεί ότι (a) ο νέος διάδικος θα αντικαταστήσει έναν διάδικο ο οποίος κατονομαζόταν στο αγωγικό δικόγραφο εσφαλμένα αντί του νέου διαδίκου, (b) η δίκη δεν μπορεί να συνεχισθεί από ή κατά του αρχικού διαδίκου παρά μόνον αν ένας νέος διάδικος προστεθεί ή αντικαταστήσει τον αρχικό ως ενάγων ή εναγόμενος ή (c) ο αρχικός διάδικος απεβίωσε ή πτώχευσε και ο νέος διάδικος υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του" [το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: "This rule applies to a change of parties after the end of a period of limitation under (a) the Limitation Act 1980; (b) the Foreign Limitation Periods Act 1984; or (c) any other enactment which allows such a change, or under which such a change is allowed. (2) The court may add or substitute a party only if (a) the relevant limitation period was current when the proceedings were staffed; l and (b) the addition or substitution is necessary. (3) The addition or substitution of a party is necessary only if the court is satisfied that (a) the new party is to be substituted for a party who was named in the claim form in mistake for the new party; (b) the claim cannot properly be carried on by or against the original party unless the new party is added or substituted as claimant or defendant; or (c) the original party has died or had a bankruptcy order made against him and his interest or liability has passed to the new party"]. Κανόνας 38.1: "(1) Οι κανόνες σ' αυτό το Τμήμα καθορίζουν τη διαδικασία υπό την οποία ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το σύνολο ή μέρος της αγωγής του. (2) Ο ενάγων που: (a) ενάγει για περισσότερες από μία αξιώσεις του και (b) εγκαταλείπει την αγωγή του για μία ή περισσότερες από τις αξιώσεις αλλά εμμένει στην αγωγή για τις υπόλοιπες αξιώσεις, δεν θεωρείται ότι παραιτείται από το σύνολο ή μέρος της αγωγής του για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος" [το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: The rules in this Part set out the procedure by which a claimant may discontinue all οτ part of a claim. (2) Α claimant who: (a) claims more than one remedy, and (b) subsequently abandons his claim to one οτ more of the remedies but continues with his claim for the other remedies, is not treated ας discontinuing all or part οf a claim for the purposes of this Ραrt"].
Από τις παραπάνω διατάξεις του αγγλικού δικαίου προκύπτει ότι, αν ο ενάγων παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του (κατά τον οριζόμενο στη lex fori τρόπο), αυτή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα. Μπορεί βεβαίως να επανασκήσει την αγωγή του (κατά τη lex fori), αλλά, εφόσον κατά το χρόνο άσκησης της νέας αυτής αγωγής έχει παρέλθει ήδη ο χρόνος της παραγραφής η αξίωση θεωρείται παραγεγραμμένη (κανόνας 38.2 CPR). Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο ενάγων παραιτείται μερικώς της αγωγής του ή εγκαταλείπει μόνον ορισμένα κεφάλαια της αγωγής του ή παραιτείται από ορισμένα (επί πλειόνων) δικαιώματα ή παραιτείται από προηγούμενη αγωγή του, που θεμελιώνεται επί ενός δικαιώματος του, προκειμένου να ασκήσει άλλη στηριζόμενη σε άλλο δικαίωμά του (κατά του ίδιου διαδίκου), η συγκεκριμένη διαδικαστική ενέργειά του δεν θεωρείται ως παραίτηση (discontinuance), αλλά λογίζεται ως μεταβολή της αρχικής αγωγής (κανόνας 38.1), δηλαδή ως μερική ή συνολική διόρθωση αυτής, οπότε ως χρόνος ασκήσεως της (νέας) αγωγής λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος ασκήσεως της πρώτης αγωγής και η αξίωση δεν θεωρείται παραγεγραμμένη, κατά τα οριζόμενα στον κανόνα 17.4 CPR. Συγκεκριμένα, ο αμέσως ανωτέρω κανόνας παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να μεταβάλει την αγωγή του σε μεταγενέστερο χρόνο, ακόμη και αν έχει συμπληρωθεί o χρόνος της παραγραφής, εφόσον συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στον εν λόγω Κανόνα περιπτώσεις, ήτοι η μεταβολή να αφορά σφάλμα ως προς την ταυτότητα διαδίκου ή αλλαγή στην ιδιότητα υπό την οποία ο διάδικος εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου, ή να έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη ή αντικατάσταση της αγωγικής βάσεως ή ενός αγωγικού ισχυρισμού (κατά του ίδιου διαδίκου), εφόσον η νέα βάση ή ισχυρισμός προκύπτει από τα ίδια ή ουσιωδώς παρόμοια πραγματικά περιστατικά με αυτά της αρχικής αγωγής. Από το περιεχόμενο των ανωτέρω Κανόνων συνάγεται, επίσης, ότι προσθήκη ή αντικατάσταση ενός διαδίκου δύναται να επιτραπεί από το δικαστήριο, και, συνακόλουθα, να θεωρηθεί ως μεταβολή (amendlnent) της αρχικής αγωγής, ώστε να ληφθεί υπ' όψη ο χρόνος ασκήσεως αυτής (της αρχικής αγωγής) για το ζήτημα της παραγραφής, μόνον στις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη του κανόνα 19.5. περιπτώσεις. Επομένως, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και η άμεση επανάσκησή της με την προσθήκη και άλλων εναγομένων ή με την αντικατάσταση των παλαιών με νέους, μπορεί να θεωρηθεί ως επιτρεπτή μεταβολή και όχι ως παραίτηση μόνο σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων του Κανόνα 19.5 CPR. Έτσι, μετά τη συμπλήρωση της ενιαύσιας παραγραφής του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ' των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ, επιτρέπεται η προσθήκη ή η αντικαταστάση διαδίκου μόνον εφόσον αυτή είναι αναγκαία, δηλαδή εφόσον 1) ο νέος διάδικος που πρόκειται να αντικαταστήσει τον αρχικό, έπρεπε εξ αρχής να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά εσφαλμένα κατονομάστηκε εκεί αντ' αυτού ο αρχικός διάδικος, 2) η δίκη δεν μπορεί να συνεχιστεί από ή κατά του αρχικού διαδίκου παρά μόνο αν προστεθεί ο νέος διάδικος ή αντικαταστήσει τον αρχικό ως ενάγων ή εναγόμενος, 3) o αρχικός διάδικος απεβίωσε ή πτώχευσε και ο νέος διάδικος υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του. Συνακόλουθα, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και η άμεση επανάσκησή της με την προσθήκη και άλλου εναγόμενου, ο οποίος απλώς καθίσταται, μετά την άσκηση της πρώτης, εις ολόκληρον συνοφειλέτης με τον αρχικό εναγόμενο έναντι του ενάγοντος, δεν υπάγεται σε κάποια από τις άνω περιοριστικά αναφερόμενες στον αγγλικό νόμο περιπτώσεις, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί η προσθήκη αυτή του νέου εναγομένου ως μεταβολή - "amendment" της αρχικής αγωγής, ώστε να εκληφθεί ως χρόνος άσκησης της νέας αγωγής αυτός κατά τον οποίο ασκήθηκε η προγενέστερη και να κριθεί στη συνέχεια ότι υφίσταται διακοπή της παραγραφής. Επομένως, η περίπτωση αυτή υπάγεται στον κανόνα 38.2 CPR και η σχετική διαδικαστική πράξη λογίζεται ως "παραίτηση" (discontinuance), ήτοι συνολική και πανηγυρική εγκατάλειψη της αγωγής, με ουσιαστική συνέπεια να θεωρείται η αξίωση παραγεγραμμένη. Εξάλλου, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ' των ως άνω Κανόνων (Χάγης - Βίσμπυ), χρησιμοποιείται από τους εφαρμοστές του αγγλικού δικαίου ο όρος "time bar", που αντιστοιχεί στην παραγραφή, και ο ουδέτερος όρος "καθυστέρηση (ασκήσεως) της αγωγής" (delay for suit). Και όταν, όμως, χρησιμοποιείται ο όρος παραγραφή (time bar), αποσαφηνίζεται ότι πρόκειται "για παραγραφή, η οποία επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως και δεν εμποδίζει απλώς την άσκηση του ένδικου βοηθήματος. Τονίζεται δε ότι η κατάσταση που δημιουργείται από το άρθρο 3 παρ. 6 εδ.δ'των Κανόνων διαφέρει κατά τα αποτελέσματα από την παραγραφή του Limitation Act του 1980, η οποία εμποδίζει απλώς τη σχετική απαίτηση αλλά δεν την αποσβένει, γιατί o δικαιούχος μπορεί να επιτύχει την ικανοποίησή της, αν έχει στη διάθεσή του άλλους τρόπους ικανοποίησης. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η Βουλή των Λόρδων (House of Lords) αποφάνθηκε στην απόφαση Aries Tanker Corporation v. Total Transport Ltd (The "Aries") [1977] 1 Lloyd's Rep. 334, ότι το αποτέλεσμα του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ' είναι όχι μόνο ότι θέτει φραγμό στην άσκηση του ένδικου βοηθήματος, αλλά, επίσης, ότι αποσβένει το δικαίωμα (βλ. Αλ. Κιάντου - Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, Τομ.
ΙΙ, Στ' έκδοση, 2007, σελ. 613-614). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την αντένσταση που προέβαλε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά της ένστασης των εναγομένων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), οι περί παραγραφής διατάξεις των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ που διέπουν την ένδικη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς και τα εκ των φορτωτικών δικαιώματα, εξαρτούν την εφαρμογή τους από την άσκηση της αγωγής και η ρύθμιση του ζητήματος αν και κατά πόσο ασκείται έγκυρα και εμπρόθεσμα αυτή, γίνεται από τις διατάξεις του αγγλικού δικονομικού δικαίου, ακριβώς επειδή δεν αφορούν αμιγώς δικονομικά ζητήματα. Επομένως, σύμφωνα με την ρύθμιση των εν λόγω Κανόνων, για να θεωρηθεί από το εφαρμοστέο δίκαιο ότι η παραίτηση της ενάγουσας από την πρώτη αγωγή της συνιστούσε επιτρεπτή μεταβολή και κατά συνέπεια ο χρόνος άσκησής της ισχύει ως χρόνος διακοπής της ενιαύσιας προθεσμίας προς επιδίωξη της ένδικης αξίωσής της, μετά την παραίτηση και την εν συνεχεία άσκηση της ένδικης αγωγής μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας, θα έπρεπε να υπήρχε αναφορά της δεύτερης εναγόμενης (δεύτερης αναιρεσίβλητης) στο αρχικό δικόγραφο και κατονομάστηκε εσφαλμένα σ' αυτό αντ' αυτής η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσεσίβλητη), άλλως η δίκη να μην μπορούσε να συνεχιστεί κατά της πρώτης εναγόμενης ή διαφορετικά να πτώχευσε η τελευταία και η δεύτερη να υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πτωχής. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση, αφού οι συνεναγόμενες εταιρίες είναι σ' ολόκληρον συνοφειλέτριες της ενάγουσας, κατά τους ισχυρισμούς της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της, κατ' αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητες, και απορρίπτοντας την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που προέβαλε προς αντίκρουση αυτής η αναιρεσείουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ και του Αγγλικού νόμου, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, καθόσον, ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, όπως αυτές προκύπτουν από το όλο περιεχόμενό της, δηλαδή αφενός μεν ότι η παράδοση του φορτίου της ένδικης σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς έλαβε χώρα στις 11-7-2007, ενώ η υπό κρίση (δεύτερη) αγωγή ασκήθηκε την 1-3-2010 ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και την 17-5-2010 ως προς τη δεύτερη, αφετέρου δε η παραίτηση στις 16-2-2010 της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και η άσκηση, ακολούθως, της υπό κρίση αγωγής με την προσθήκη ως εναγομένης και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία απλώς κατέστη, μετά την άσκηση της πρώτης, εις ολόκληρον συνοφειλέτρια με την πρώτη, δικαιολογούν, αντίστοιχα, την παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων, λόγω συμπληρώσεως της ενιαύσιας προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 6 των Κανόνων Χάγης - Βίσμπυ, το πραγματικό της οποίας καλύπτουν πλήρως, και την απόρριψη της αντένστασης της αναιρεσείουσας για διακοπή της παραγραφής, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τα προταθέντα για τη θεμελίωση της αντενστάσεως και γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων του αγγλικού δικαίου και ειδικότερα εκείνων του άρθρου 19.5 CPR παρ. 3 εδ. β'και γ' (εσφαλμένη εφαρμογή των οποίων επικαλείται η αναιρεσείουσα), καθόσον ούτε αδυναμία συνέχισης της δίκης κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης υπήρχε, χωρίς την προσθήκη της δεύτερης αναιρεσίβλητης (εδ. β'), ούτε και συνέτρεξε περίπτωση θανάτου ή πτωχεύσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης (εδ. γ'). Επομένως, ο δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, είναι αυτοί που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (ΑΠ 113/2020, ΑΠ 622/2015). Αντίθετα, ως δικονομικοί κανόνες, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται εκείνοι που καθορίζουν τον τρόπο (τη διαδικασία), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων (ΑΠ 616/2013, ΑΠ 785/2007). Κριτήριο υπαγωγής ενός κανόνα στο ένα ή στο άλλο σύστημα δικαίου αποτελεί το περιεχόμενό του, το αντικείμενο της ρυθμίσεως και ο επιδιωκόμενος με αυτή σκοπός και όχι απλά η ένταξή του στον Αστικό Κώδικα ή στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το ίδιο δε κριτήριο ισχύει και για την αντίστοιχη διάκριση των κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Επομένως, κανόνες ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και οι δικονομικοί, εφόσον ρυθμίζουν όχι την διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια (ΑΠ 862/2011, ΑΠ 856/2010). Έτσι, με βάση το ανωτέρω κριτήριο οι διατάξεις περί παραγραφής, διακοπής και αναστολής αυτής, είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 303/2016, ΑΠ 232/2010, ΑΠ 1655/2010), ενώ η δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής ως δικονομικό ζήτημα και σύμφωνα με γενική αρχή ρυθμίζεται από την lex fori, δηλαδή το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή (ΑΠ 1494/2012). Εξάλλου, το ουσιαστικό δίκαιο είναι εκείνο που ορίζει τα αποτελέσματα ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 221 παρ. 1γ ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, ενώ το ζήτημα αν και κατά πόσον ασκείται έγκυρα και εμπρόθεσμα η αγωγή και ειδικότερα ποιος είναι ο χρόνος ασκήσεως αυτής είναι προδήλως δικονομικό, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου γενική αρχή ότι τα δικονομικά ζητήματα διέπονται από την lex fori, δηλαδή το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή και, συνακόλουθα, τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, την οποία κακώς δεν εφάρμοσε, καθόσον έκρινε εσφαλμένως ότι το ζήτημα του εγκύρου και εμπροθέσμου της ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά είναι ζήτημα ουσιαστικού δικαίου όσον αφορά την παραγραφή και τη διακοπή αυτής, το οποίο ρυθμίζεται από τους αγγλικούς Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας, δεχόμενο στη συνέχεια ότι, σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες, η ένδικη αξίωση έχει παραγραφεί, καθόσον δεν επήλθε διακοπή αυτής με την άσκηση της αρχικής αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε για να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε, οι περί παραγραφής διατάξεις είναι ουσιαστικού δικαίου και, ως εκ τούτου, οι εφαρμοσθείσες από το εφετείο διατάξεις του αγγλικού νόμου, σχετικά με το ζήτημα των συνεπειών της παραίτησης της αναιρεσείουσας από την προηγούμενη αγωγή της και της επανάσκησης στη συνέχεια αυτής, ως προς την παραγραφή της ένδικης αξίωσής της, αφορούν και ρυθμίζουν ζήτημα ουσιαστικού δικαίου, που κρίνεται κατά το πιο πάνω αλλοδαπό εφαρμοστέο δίκαιο, μόνον δε το γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις εμπεριέχονται στους αγγλικούς Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας, δεν αναιρεί τον ουσιαστικό χαρακτήρα αυτών, αφού οι τελευταίοι δεν ρυθμίζουν αποκλειστικά ζήτημα δικονομικού δικαίου, αλλά παράλληλα και τις συνέπειες των επίμαχων διαδικαστικών πράξεων (παραίτησης από αρχική αγωγή και άσκηση νέας). Δηλαδή, το Εφετείο, αφού έκρινε τον τρόπο, το χρόνο και το κύρος της παραίτησης από την αγωγή, αλλά και την επανάσκηση αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ημεδαπού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (lex fori), εφάρμοσε ακολούθως τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις του αγγλικού νόμου (περιεχόμενες στους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας) για να κρίνει με βάση αυτές τις ουσιαστικές συνέπειες των ανωτέρω ενεργειών και συγκεκριμένα, αν οι διαδικαστικές αυτές πράξεις πληρούσαν τις προϋποθέσεις για τη διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της πρώτης αγωγής και την παρέλευση της ενιαύσιας προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 3 της Διεθνούς Σύμβασης κατά το χρόνο άσκησης της δεύτερης, υπό κρίση, αγωγής. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, της αιτήσεως αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πάλι την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή ως άνω αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, θεωρώντας ότι αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, σε αντίθεση με το ελληνικό δίκαιο, κατά το οποίο η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και η άσκηση νέας αγωγής για την ίδια απαίτηση πραγματοποιείται με ενέργειες του ενάγοντος, χωρίς ανάμειξη του δικαστηρίου και χωρίς όρους ή προϋποθέσεις, η απαιτούμενη, κατά το αγγλικό δίκαιο, άδεια του δικαστηρίου τόσο για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και την άσκηση νέας αγωγής για την ίδια απαίτηση, που θεωρείται ως τροποποίηση ή μεταβολή της αρχικής αγωγής, όσο και για τη μεταβολή των διαδίκων, αποτελεί αμιγές δικονομικό ζήτημα ως αφορώσα τη δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων και τον τρόπο ασκήσεως αυτής, με αποτέλεσμα το ανεπίτρεπτο εφαρμογής αυτών ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων. Και κατά το μέρος τούτο ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι η πιο πάνω αιτίαση στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, το Εφετείο εφάρμοσε τις περιεχόμενες στους αγγλικούς δικονομικούς κανόνες ουσιαστικού διατάξεις αποκλειστικά και μόνον για να κρίνει με βάση αυτές, αν η παραίτηση από την αρχική αγωγή και η επανάσκηση αυτής για την ίδια απαίτηση, αλλά με προσθήκη σε αυτή και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πληρούν τις προϋποθέσεις για τη διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της πρώτης αγωγής και την παρέλευση της ενιαύσιας προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 3 της Διεθνούς Σύμβασης κατά το χρόνο άσκησης της δεύτερης, και όχι ως προς τον τρόπο, το χρόνο και το κύρος της παραίτησης από την αγωγή, και την επανάσκηση αυτής.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία " ... " για αναίρεση της υπ' αριθμ. 364/2017 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή