Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1271 / 2012    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1271/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε", με έδρα τη ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Εταιρίας με την επωνυμία "K. TRADING Co ltd", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε, 2.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INEXCO N.V. S. A", με έδρα την πόλη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ροζάνα Δακτυλίδη, 3. Aνώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μάρκου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 4. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ξανθή Μπασάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και 5. Ελληνικού, πρώην Υπουργείου Γεωργίας και νυν Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων, νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 14-10-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, β) την από 22-2-2000 αγωγή της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης, γ) την από 30-3-2000 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της τρίτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", δ)την από 5.2.2002 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ε) την από 10-2-2003 πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας εταιρείας "INEXCO N.V. S. A", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4144/2004 μη οριστική, 5921/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5313/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της και των από 5 Ιουλίου 2011 πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ'και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 575 εδ.β' ΚΠολΔ και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, 12/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5313/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι από 5.7.2011 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, προσδιορίστηκαν να συζητηθούν αρχικά κατά τη δικάσιμο της 2.4.2012, κατά την οποία, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επέσπευσε τη συζήτηση των δικογράφων αυτών, κλήθηκε να παραστεί και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία K. TRADING Co LTD, που εδρεύει στη Λευκωσία της Κύπρου. Προς το σκοπό αυτό η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την ίδια από 24.11.2011 και 1.12.2011 ένορκες δηλώσεις του ιδιωτικού επιδότη Γιαννάκη Κτωρίδη, επέδωσε εμπρόθεσμα κατά το άρθρ. 568§4 ΚΠολΔ και νομότυπα κατά τις διατυπώσεις του κυπριακού δικαίου, που είναι κατά τα λοιπά εφαρμοστέο σύμφωνα με τα άρθρ. 1§1, 15 και 20§1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/13.11.2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, που ρυθμίζει τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, ακριβές αντίγραφο τόσο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης όσο και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής τους στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου την παραπάνω δικάσιμο της 2.4.2012. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία δεν παρέστη η πρώτη αναιρεσίβλητη, η υπόθεση με αίτημα του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 21.5.2012, όπως αυτό προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Όφειλε λοιπόν, κατά τα προεκτεθέντα, να παραστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά την εν λόγω δικάσιμο χωρίς άλλη κλήση, όμως δεν παρέστη κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως και πάλι προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρ. 19§1 του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού).
2. Με την υπ' αριθ. 5313/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και ήδη αναιρεσιβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απορρίφθηκαν από ουσιαστικής πλευράς τόσο η από 17.3.2010 έφεση της αναιρεσείουσας, όσο και η από 20.4.2010 αντίθετη έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 5921/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 4144/2004 αναβλητική ως προς την κύρια υπόθεση απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η από 22.2.2000 αγωγή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά της τρίτης αυτών Γενικής Τράπεζας Α.Ε. και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη αυτή να της καταβάλει το ποσό του 1.389.327 ευρώ, ως προς το οποίο κατέπεσε η εγγυητική επιστολή, που κατ' εντολή της αναιρεσείουσας είχε εκδώσει υπέρ αυτής η τρίτη αναιρεσίβλητη. Αντίστοιχα έγινε δεκτή και η από 30.3.2000 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκε έτσι αυτή να της αποδώσει το ως άνω ποσό του 1.389.327 ευρώ, που αποτελεί δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης στο πλαίσιο εκτέλεσης της προς αυτή εντολής της αναιρεσείουσας για την έκδοση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ενώ απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η από 10.2.2003 πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω με την πρωτόδικη οριστική απόφαση απορρίφθηκε η από 14.10.1999 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης, δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων με αιτήματα α) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία K. TRADING Co LTD το ποσό των 38.023.760 βελγικών φράγκων ως τίμημα των γαλακτομικών προϊόντων παραγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού τα αγόρασε απ' αυτή (δεύτερη αναιρεσίβλητη), τα μεταπώλησε στην αναιρεσείουσα, αλλιώς να κηρυχθούν λυμένες κατά τα άρθρ. 281, 288 και 388 ΑΚ οι σχετικές συμβάσεις μεταπώλησης και β) να αναγνωρισθεί ως καταχρηστική η όποια αξίωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής που εξέδωσε υπέρ αυτής η τρίτη αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα δε να αναγνωρισθεί ότι η τρίτη δεν υποχρεούται να καταβάλει στη δεύτερη αυτών το ποσό της εν λόγω εγγυητικής επιστολής. Τέλος με την ίδια πρωτόδικη απόφαση αφενός μεν ανεστάλει η συζήτηση της από 5.2.2002 προσεπίκλησης και της σωρευόμενης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση ειδικότερα με την από 14.10.1999 κύρια αγωγή της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε απορρίφθηκε η ίδια προσεπίκληση και η σωρευόμενη σ' αυτή αγωγή αποζημίωσης σε σχέση με την από 22.2.2000 κύρια αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία με την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 56.044.097 βελγικών φράγκων στην περίπτωση που είτε απορριφθεί η κύρια αγωγή της είτε γίνει δεκτή σε βάρος της η από 14.10.1999 κύρια αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της για τα ίδια κεφάλαια, που προσβάλλονται μ' αυτή, απαράδεκτα στρέφονται κατά του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και πρέπει συνεπώς ως προς αυτό να απορριφθούν για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (άρθρ. 68 ΚΠολΔ), αφού τόσο οι κύριοι όσο και οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης δεν το αφορούν, ενώ απαράδεκτη και απορριπτέα είναι η αίτηση αναίρεσης κατά το σύνολο των λόγων της και έναντι του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων, αφού αυτό, στο οποίο ως εκ περισσού επιδόθηκε αντίγραφο των σχετικών δικογράφων με κλήση να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 2.4.2012 (βλ. τις υπ' αριθ. 921Β'/30.9.2011 και 922Β'/30.9.2011 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ...), δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ώστε να νομιμοποιείται παθητικά στο πλαίσιο αστικής δίκης (άρθρ. 62 ΚΠολΔ), αλλά οργανική μονάδα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο και μόνο νομιμοποιείται για διαφορές από τη δράση των υπουργείων του. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ) κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, που παραδεκτά επίσης άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ).
3. Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις, που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή. Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού (πρβλ. ΑΠ 911/1980). Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΟλΑΠ 927/1982, 9/1997, ΑΠ 63/2000, 756/2003, 398/2008). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί, όμως, παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/1983). Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημιάς, που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990).
Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρ.288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της, να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από τη παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 1570/1983, 398/2008, 1290/2011). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 20/2005). Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφόσον όμως αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 656/1996, 201/2010), νοούνται δε ως διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα (ΑΠ 1342/1996, 2032/2009). Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται επίσης με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007). Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Τέλος κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Συνομολογείται από τους διαδίκους η σύναψη των επίδικων συμβάσεων πώλησης γάλακτος μακράς διάρκειας από την εναγόμενη βελγική εταιρεία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) προς την εναγόμενη κυπριακή εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη) και στη συνέχεια η μεταπώληση των προϊόντων από την εταιρεία αυτή στην ενάγουσα εταιρεία ΦΑΓΕ Α.Ε. (αναιρεσείουσα)... Συνομολογείται επίσης... το τίμημα των πωλήσεων..., που αναφέρονται με στοιχεία Α2, Β2 και Γ2 στην αγωγή της εταιρείας ΦΑΓΕ Α.Ε., το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται από την εταιρεία αυτή στην κυπριακή εταιρεία... Περαιτέρω όμως δεν αποδείχθηκε η αναφερόμενη στην αγωγή αυτή γενική απαγόρευση από την Επιτροπή της ΕΚ και ακολούθως και από το Ελληνικό Δημόσιο εισαγωγής και διάθεσης στην Ελλάδα βελγικού γάλακτος συνεπεία του προβλήματος που προέκυψε το έτος 1999 σχετικά με την ύπαρξη διοξινών στα προϊόντα ζωϊκής προέλευσης Βελγίου, παραγωγής από 15.1.1999 μέχρι 1.6.1999. Ειδικότερα από την υπ' αριθ.1538/4.6.1999 απόφαση της Επιτροπής της ΕΚ προκύπτει απαγόρευση της διάθεσης στην αγορά και εμπορίας βελγικού γάλακτος από βοοειδή, που είχαν εκτραφεί στο Βέλγιο από τις 15.1.1999 και μετέπειτα, εκτός αν τα αποτελέσματα των αναλύσεων έδειχναν, ότι τα προϊόντα δεν είχαν μολυνθεί από διοξίνες. Ακολούθως το Ελληνικό Υπουργείο Γεωργίας με το υπ' αριθ. 36572/ 7.6.1999 έγγραφό του ενημέρωσε του αποδέκτες του εγγράφου ... ως προς την ανωτέρω απόφαση της ευρωπαϊκής επιτροπής και ζήτησε να του δοθούν μέσω των γαλακτοβιομηχανιών μελών του ΣΕΒΓΑΠ κατάλογοι με τα βελγικά προϊόντα που είχαν παραχθεί από τις 15.1.1999 και συνεπώς καλύπτονταν από την απαγόρευση, έτσι ώστε οι αρμόδιες διευθύνσεις κτηνιατρικής των νομαρχιών της χώρας να προέβαιναν σε κατασχέσεις των ύποπτων προϊόντων. Πέραν των ανωτέρω ενεργειών δεν επιβλήθηκε γενική και ανεξαίρετη απαγόρευση του βελγικού γάλακτος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα ΦΑΓΕ Α.Ε. Εξ άλλου από τα προσκομιζόμενα με αριθμούς 147, 148, 149, 150, 152, 153, 155, 156, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 167, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 175, 186 και 187/23.6.1999 υγειονομικά πιστοποιητικά ..., τα οποία δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εταιρεία ΦΑΓΕ Α.Ε., προκύπτει ότι η βελγική εταιρεία μερίμνησε για τη διενέργεια των απαιτούμενων αναλύσεων και ελέγχων, που προέβλεπε η ανωτέρω απόφαση της ευρωπαϊκής επιτροπής για τις πωληθείσες επίδικες ποσότητες γάλακτος... και οι οποίες αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μολυσμένες από διοξίνες. Κατά συνέπεια δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του άρθρ. 3α της απόφασης 1999/363/ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη-μέλη μπορούσαν να επιστρέψουν στο Βέλγιο ύποπτα κατά τα ανωτέρω προϊόντα, εφόσον όμως δεν είχαν διενεργηθεί οι αναγκαίες για την ανίχνευση διοξινών αναλύσεις. Περαιτέρω η προσκομιζόμενη με αριθμό Κ/2337/7.6.1999 κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης, η οποία ήδη την 30.7.1999 ήρθη για τα περισσότερα κατασχεθέντα που αναφέρει ..., δεν προκύπτει ότι αφορά κάποιες παρτίδες από τις πωληθείσες, αφού αυτές, όπως συνομολογεί με την αγωγή της η εταιρεία ΦΑΓΕ Α.Ε., είτε αποσύρθηκαν με δική της πρωτοβουλία είτε δεν εισήχθησαν καθόλου στην Ελλάδα, αφού τις επέστρεψε στο Βέλγιο. Εξ άλλου ούτε κάποια άλλη κατάσχεση επιβλήθηκε σε βάρος της ΦΑΓΕ Α.Ε., όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη βεβαίωση με αριθμό Κ/1280/4.4.2000 της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης και Κτηνιατρικής της Νομαρχίας Αθηνών. Με βάση τα παραπάνω η άποψη της ενάγουσας ΦΑΓΕ Α.Ε. ότι το πωληθέν σ' αυτή γάλα από την κυπριακή εταιρεία ήταν αδύνατο να πωληθεί και να διατεθεί στην κατανάλωση κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι για το γάλα αυτό υπήρξαν στη διάθεση της ενάγουσας ΦΑΓΕ Α.Ε. τα προβλεπόμενα υγειονομικά πιστοποιητικά, με βάση τα οποία το επίδικο γάλα θα μπορούσε να εξαιρεθεί, κατά τα προεκτεθέντα, από την απαγόρευση. Το πρόβλημα με τις διοξίνες στα βελγικά προϊόντα αποτέλεσε το 1999 πράγματι ένα σοβαρό ευρωπαϊκό ζήτημα, που επηρέασε και την αγορά του γάλακτος λόγω των ενδεχόμενων επιπτώσεων στην υγεία των καταναλωτών. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η κατάσταση που διαμορφώθηκε δικαιολογεί τη λύση των επίδικων συμβάσεων και τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας ΦΑΓΕ Α.Ε. για την καταβολή του τιμήματος στην κυπριακή εταιρεία, αφού το πωληθέν γάλα ενέπιπτε στην εξαίρεση που ρητά έθεσε η απόφαση της επιτροπής της ΕΚ. Τέλος από την προσκομιζόμενη από 22.2.2002 απόφαση του βελγικού Υπουργείου Γεωργίας προκύπτει ότι η βελγική εταιρεία δεν έλαβε καμία αποζημίωση από το βελγικό κράτος, επειδή κατόπιν ελέγχων διακριβώθηκε ότι τα προϊόντα της ήταν αρνητικά για διοξίνες ... Συνακόλουθα με τα παραπάνω η ενάγουσα εταιρεία ΦΑΓΕ Α.Ε. όφειλε με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη ψυχραιμία το περιστατικό, ιδίως λόγω της πολυετούς συνεργασίας της με τις εναγόμενες προμηθεύτριες εταιρείες και με δεδομένο ότι επρόκειτο για γάλα μακράς διάρκειας, για το οποίο επιπλέον τέθηκαν στη διάθεσή της τα προαναφερόμενα συνοδευτικά υγειονομικά πιστοποιητικά, ενώ ήδη από τις 6.7.1999, δυνάμει της ταυτόχρονης υπ' αριθ. 370286 απόφασης του Έλληνα Υφυπουργού Γεωργίας αποδεσμεύθηκαν έκτοτε τα βελγικά προϊόντα, για τα οποία κατόπιν αναλύσεων πιστοποιήθηκε ότι δεν είχαν μολυνθεί από διοξίνες και συνεπώς θα μπορούσαν να διοχετευθούν στην ελληνική αγορά ... Σε κάθε περίπτωση ... η ενάγουσα εταιρεία ΦΑΓΕ Α.Ε. ουδόλως αναφέρει στην αγωγή της σχετικά στατιστικά στοιχεία, ενώ και από τις αποδείξεις δεν προέκυψε, ότι κατά την επίδικη περίοδο κλονίσθηκε λόγω του προβλήματος των διοξινών η εμπιστοσύνη του καταναλωτικού κοινού και ότι μειώθηκαν πανελλαδικά οι πωλήσεις της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι τα προϊόντα που προμηθεύτηκε από την εναγόμενη κυπριακή εταιρεία θα έμεναν αδιάθετα". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού περαιτέρω έκρινε ότι "δεν συνέτρεχε λόγος αναστροφής των επίδικων συμβάσεων πώλησης και λύσης τους εξαιτίας απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και συνακόλουθης απαλλαγής της ενάγουσας ΦΑΓΕ Α.Ε. από τη συμβατική της υποχρέωση πληρωμής του τιμήματος, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι η παροχή της (τίμημα), σκοπούμενης και της προς αυτή αντιπαροχή καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής ...", έκρινε τελικά απορριπτέα την αγωγή της ως προς το πρώτο των αιτημάτων της, δηλαδή να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία K. TRADING Co LTD το ποσό των 38.023.760 βελγικών φράγκων ως τίμημα των γαλακτομικών προϊόντων παραγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού τα αγόρασε απ' αυτή (δεύτερη αναιρεσίβλητη), τα μεταπώλησε στην αναιρεσείουσα, αλλιώς να κηρυχθούν λυμένες κατά τα άρθρ. 281, 288 και 388 ΑΚ οι σχετικές συμβάσεις μεταπώλησης. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε στην ουσία απορριπτέο το παραπάνω αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας σε σχέση με την πρώτη μόνο των αναιρεσιβλήτων, ενώ ως προς τη δεύτερη και την τρίτη αυτών το έκρινε εξ αρχής απορριπτέο για έλλειψη αντίστοιχης παθητικής νομιμοποίησής τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και επικύρωσε αντίστοιχα την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει με τον ίδιο τρόπο, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά με βάση αυτά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 281, 288 και 388 ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού προς το σκοπό αυτό δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), ότι δεν υπήρξε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν την σύναψη των επίδικων συμβάσεων πώλησης, εφόσον όχι μόνον οι ποσότητες γάλακτος, που αφορούσαν οι επίδικες πωλήσεις δεν αποδείχθηκαν μολυσμένες με διοξίνες, αλλά και δεν προέκυψε, σε κάθε περίπτωση, ότι κατά την αντίστοιχη περίοδο κλονίσθηκε λόγω του προβλήματος των διοξινών η εμπιστοσύνη του καταναλωτικού κοινού στο βελγικό γάλα και ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα, παρόλο που πιστοποιήθηκε η καταλληλότητα του γάλακτος που αφορούσαν οι παραπάνω πωλήσεις, να μειωθούν πανελλαδικά οι πωλήσεις της αναιρεσείουσας σε τέτοιο βαθμό, "ώστε να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι τα προϊόντα που προμηθεύτηκε από την εναγόμενη κυπριακή εταιρεία θα έμεναν αδιάθετα".
Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται τόσο με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι εκτιμώνται ως ενιαίος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όσο και με το δεύτερο των πρόσθετων λόγων της από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, αφού ειδικότερα διευκρινισθεί ότι δεν είναι καθοριστικής σημασίας για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρεται σ' αυτή ότι γνωστοποιήθηκε στο καταναλωτικό κοινό η διαπιστωθείσα καταλληλότητα του γάλακτος που αφορούσαν οι επίδικες πωλήσεις. Εξ άλλου μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη του ως άνω πρώτου από τα αιτήματα της αγωγής της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτό κατ' ουσίαν ούτε το δεύτερο των αιτημάτων της αγωγής της, δηλαδή να αναγνωρισθεί ως καταχρηστική η όποια αξίωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής που εξέδωσε υπέρ αυτής η τρίτη αναιρεσίβλητη με εντολή της αναιρεσείουσας, αντίστοιχα δε να αναγνωρισθεί ότι η τρίτη δεν υποχρεούται να καταβάλει στη δεύτερη αυτών το ποσό της εν λόγω εγγυητικής επιστολής, αφού η ευδοκίμηση του δεύτερου αυτού αιτήματος προϋποθέτει αναγκαίως την ευδοκίμηση προηγουμένως του πρώτου αγωγικού αιτήματος της αναιρεσείουσας. Επομένως, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην υποβολή του αιτήματος αυτού, ως προς το οποίο ακολούθως απέρριψε την αγωγή της, δεν έχει αυτή έννομο συμφέρον να αιτιάται για τέτοια πλημμέλεια την απόφαση του Εφετείου και πρέπει έτσι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι τόσο ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος εκτιμάται ορθά ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όσο και ο πρώτος των πρόσθετων λόγων της από τους αριθμούς 1 και 8 του αυτού άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι κατά παράβαση του νόμου και χωρίς να ληφθούν υπόψη κρίσιμοι αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ενώ ανεπίτρεπτα λήφθηκαν υπόψη ανύπαρκτοι ισχυρισμοί της, απορρίφθηκε το παραπάνω δεύτερο αίτημα της αγωγής της. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι σ' αυτή λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης, της τρίτης και του τέταρτου των αντιδίκων της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. Η αμοιβή όμως για την παράσταση της πληρεξούσιας δικαστικής αντιπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου θα επιδικασθεί μειωμένη, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.1.2011 αίτηση και τους από 5.7.2011 πρόσθετους λόγους της εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5313/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης, της τρίτης και του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για τη δεύτερη αυτών σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για την τρίτη (που δεν κατέθεσε προτάσεις) σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και για το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή