Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 378 / 2020    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 378/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου -Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Παπαδά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. B. D. C. του F. ή F. M. B., 2. W. G. G. του J. M. W. και 3. W. A. J. του J. M. W., κατοίκων Αγγλίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Νίκα, για αναίρεση της υπ’αριθ. ΖΤ691/2019 αποφάσεως του Ζ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Λ. του Σ., κάτοικο Αθηνών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Ζ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην αριθ. πρωτ. 5955/21.5.2019 αίτηση τους αναιρέσεως και στους από 18.9.2019 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 918/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στην οποία δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.
Η υπ' αρ. πρωτ. 5955/21-5-2019 αίτηση-δήλωση προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. ΖΤ 691/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΑ, κατ' άρθρο 589 παρ.3 νέου ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη λόγω της πρόδηλης συνάφειας με τους παραδεκτούς ασκηθέντες από 18-9-2019 πρόσθετους λόγους (509 ΚΠΔ).
II.
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Π Κ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 1-7-2019, "Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέσθηκαν στο έδαφος της επικράτειας, ακόμη και από αλλοδαπούς».
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 6 παρ. 3 του Π Κ προκύπτει ότι, για να εφαρμοσθούν οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι και κατά αλλοδαπού για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή, απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις : α) ο δράστης να είναι αλλοδαπός, β) η πράξη να χαρακτηρίζεται από τους ελληνικούς νόμους ως κακούργημα ή πλημμέλημα, για το τελευταίο δε απαιτείται ακόμη έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέσθηκε το πλημμέλημα, γ) να στρέφεται εναντίον Έλληνα πολίτη, δηλαδή να προσβάλλει έννομα αγαθά αυτού προσωπικά ή περιουσιακά ή να προσβάλλει έννομα αγαθά ελληνικού νομικού προσώπου και δ) να είναι αξιόποινη, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της και κατά τους νόμους της χώρας όπου τελέστηκε ή να διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, η μη συνδρομή του οποίου εμποδίζει τη θεμελίωση του αξιοποίνου και τον χαρακτηρισμό της πράξης ως εγκλήματος, το δε επιλαμβανόμενο δικαστήριο οφείλει να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο. (ΑΠ 136/2004 (AΠ 136/2004, ΑΠ 318/2019, ΑΠ 1613/200) III.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ’ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απάντησε αιτιολογημένα στον ισχυρισμό των κατηγορουμένων, υπηκόων Αγγλίας, ότι δεν συνέτρεχε ο προαναφερθείς εξωτερικός όρος του αξιοποίνου, καθόσον η συκοφαντική δυσφήμηση δεν είναι πράξη αξιόποινη κατά τους αγγλικούς νόμους, και συνεπούς δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί το άρθρο 7 ΠΚ, είναι αβάσιμος, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε, με τις εκτιθέμενες επαρκείς αιτιολογίες, ότι τόπος τέλεσης της άδικης πράξης ήταν η Ελλάδα, όπου βρίσκονταν οι χρήστες προς τους οποίους απηύθυναν οι κατηγορούμενοι το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα, οπότε εφαρμοστέο ήταν το άρθρο 5
ΙΙΚ για πράξεις που τελέσθηκαν στο έδαφος της επικράτειας από αλλοδαπούς και όχι το άρθρο 7 ΠΚ, που αφορά σε πράξεις αλλοδαπών που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή και αναφορικά με το οποίο θα υπήρχε υποχρέωση έρευνας της συνδρομής του αξιοποίνου της πράξης και κατά τους νόμους της χώρας όπου αυτή τελέστηκε.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης.
IV.
Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, με τις αναφερόμενες σε αυτό ποινές τιμωρείται "όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του" κατά δε το ευμενέστερο, ως προς την ποινή, άρθρο 363 του προηγούμενου Γ1Κ "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, γ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και δ) άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος. Ως "ισχυρισμός" νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως "διάδοση" νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί.
III. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικοί στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην αφορμισθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. | Έτσι, επί συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται η παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμησης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγο) αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. (ΑΠ 196/2017 ΑΠ 794/2017) IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής. "Με την υπ' αριθμόν .../...1998 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Σεχιώτη-Παππά συνεστήθη η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ», με έδρα τον Πειραιά, και διαχειριστή αυτής τον πολιτικώς ενάγοντα Ε. Α. του Σ.. Εταίροι της ως άνω εταιρίας ήταν ο πολιτικώς ενάγων κατά ποσοστό 50% και κατά το έτερο ποσοστό του 50% η Αγγλική εταιρία με την επωνυμία " ... LIMITED», της οποίας εταίροι ήσαν οι B. D. C., W. G. G. και W. A. J., ήτο^ αντιστοίχως,πρ6)τος, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένου. Η εταιρία "... ΕΠΕ" ανέπτυξε εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο τις επισκευές πλοίων στην Ελλάδα, στην διάρκεια της οποίας γεννήθηκαν, μεταξύ άλλων, οφειλές αυτής προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, το ύψος των οποίων κατά το έτος 2011 ανερχόταν στο ποσό των 112.837,26 ευρώ. Ακολούθως, ο πολιτικούς ενάγων και οι κατηγορούμενοι συνέστησαν στην Κύπρο την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... LTD», με έδρα την Λευκωσία και διαχειριστές τους : α) Χ. Ν., β) Α. Ν., γ) Ε. Α. (πολιτικώς ενάγοντα) και δ) D. C. B. (πρώτο κατηγορούμενο). Οι ανωτέρω εταιρίες , ήτοι η Ελληνική "... ΕΠΕ" και η Κυπριακή "... LTD», ήσαν μεν αυτοτελείς εταιρίες όμως κατ'ουσίαν αποτελούσαν εταιρίες του αυτού ομίλου με την Αγγλική εταιρία "... LIMITED" και με κοινά συμφέροντα, ενώ, όπως προέκυψε, η Κυπριακή εταιρεία συνεστήθη προκειμένου να υποστηριχθεί η ευρισκόμενη ήδη από το 2010 σε αδράνεια Ελληνική "... ΕΠΕ" στην εξόφληση των χρεών της.
Περί τα τέλη του έτους 2011 ο πολιτικούς ενάγων Ε. Λ. γνωστοποίησε στους κατηγορουμένους την πρόθεση του να αποχωρήσει από την θέση του διαχειριστή της Ελληνικής εταιρίας "... ΕΠΕ», αλλά και από αυτήν του εταίρου και συνδιαχειριστή της Κυπριακής εταιρίας "... LTD». Ενόψει τούτου, απέστειλε ηλεκτρονικές επιστολές στους κατηγορουμένους ζητώντας από αυτούς ως εταίρους της Αγγλικής εταιρίας "... LIMITED») να διαθέσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια, για την εξόφληση του χρέους της Ελληνικής εταιρίας προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το οποίο μετά την καταβολή ποσού 32.562 ευρώ) είχε περιορισθεί σε 80.275,26 ευρώ. Οι τελευταίοι συνήνεσαν προφορικά στην εξόφληση της ως άνω οφειλής με την υπαγωγή της σε ευνοϊκή ρύθμιση. Μάλιστα ο τρίτος κατηγορούμενος W. A. J., στο από 7-11-2011 ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον πολιτικούς ενάγοντα δηλώνει ότι συναινεί η καταβολή της ως άνω οφειλής να πραγματοποιηθεί με τα κέρδη των μηνών Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2011, που θα προέρχονταν από την δραστηριότητα της Κυπριακής εταιρίας "... LTD». Εν συνεχεία, στις αρχές Δεκεμβρίου 2011, ο πολιτικώς ενάγον γνωστοποίησε στους κατηγορούμενους ότι προτίθεται να μεταφέρει ποσό ύψους 70.000 ευρώ από τραπεζικό λογαριασμό της Κυπριακής εταιρίας "... LTD" σε ατομικό του λογαριασμό σε ελληνική τράπεζα. Ο τρίτος των κατηγορουμένων την 6-12- 2011 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον πολιτικώς ενάγοντα (το οποίο κοινοποίησε και στους λοιπούς κατηγορούμενους), στο οποίο ανέφερε "Να μην μεταφέρεις τα χρήματα για το ελληνικό χρέος στον προσωπικό σου λογαριασμό, κάτι τέτοιο ποτέ δεν είχε συμφωνηθεί, ούτε καν αναφερθεί. Έχουμε συμφωνήσει να χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα αυτά για την διευθέτηση του ελληνικού χρέους και αναμένουμε από σένα να συνάψεις την καλύτερη δυνατή συμφωνία με τις ελληνικές αρχές. Προκειμένου να μην συγκεντρώνονται πολλά χρήματα στον λογαριασμό της International, κατά την πρόταση του Χρήστου, θα ήταν λογικό να αποσταλούν στον λογαριασμό μας ευρώ, όπου θα κρατηθούν για την εξόφληση του ελληνικού χρέους. Το να σταλούν σε προσωπικό λογαριασμό μπορεί να έχει διαφόρων ειδών επιπλοκές». Τελικά την 7-12-2011 ο πολιτικώς ενάγων μετέφερε από τον υπ' αριθμόν 13 J 01 482805-01 τραπεζικό λογαριασμό της Κυπριακής εταιρίας "... LTD" το ποσό των 70.000 ευρώ σε ατομικό του λογαριασμό, τηρούμενο σε ελληνική τράπεζα. Την 17-1-2012, ο πρώτος κατηγορούμενος D. C. B. απέστειλε στον πολιτικούς ενάγοντα ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο ζητούσε την επιστροφή του ποσού των 70.000 ευρώ από τον πολιτικούς ενάγοντα σε τραπεζικό λογαριασμό του Χ. Ν., όπου επρόκειτο να κατατεθεί και πρόσθετο ποσό ύψους 55.000 ευρώ, προκειμένου να διευθετηθεί οριστικά η οφειλή της Ελληνικής εταιρίας "... ΕΠΕ" προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, περαιτέρω με το ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα ο πρώτος κατηγορούμενος δηλώνει ότι εξουσιοδοτεί τον πολιτικούς ενάγοντα να προβεί στη ρύθμιση της ως άνω οφειλής με τους πλέον ευνοϊκότερους όρους. Εν συνεχεία και επειδή ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε επιστρέψει το ποσόν των 70.000 ευρώ, ο πρώτος κατηγορούμενος απέστειλε στον πολιτικούς ενάγοντα το από 9-2-2012 ηλεκτρονικό μήνυμα , αναφέροντας «...σε παρακαλώ κανόνισε για την επιστροφή των 70.000 ευρώ, που παράνομα αφαίρεσες από το λογαριασμό της ... . Αυτά τα χρήματα μπορούν να μεταφερθούν πίσω στο λογαριασμό από τον οποίο προήλθαν ή σε ένα λογαριασμό πελατών της εταιρίας "Ν. & Ν.». Την 21-2-2012 συνεκλήθη το διοικητικό συμβούλιο της Κυπριακής εταιρίας "... LTD», στο οποίο μετείχαν οι Χ. Ν., ο πολιτικώς ενάγων Ε. Λ. και ο πρώτος κατηγορούμενος- D. C. B.. Στο Ψήφισμα που εξεδόθη, κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, αποφασίσθηκε ότι «..το ποσόν των 112.837 ευρώ, το οποίο οφείλεται στο ΙΚΑ Ελλάδος από την συνδεδεμένη εταιρία ... ΕΠΕ, όπως αυτό φαίνεται στο συνημμένο έγγραφο του ΙΚΑ με ημ. Έκδοσης 20-2-2012, θα καταβληθεί και εξοφληθεί πλήρως. Από την οφειλή αυτή έχει ήδη καταβληθεί το ποσό των 32.562 ευρώ και παραμένει υπόλοιπο το ποσό των 80.275 ευρώ, το οποίο και θα εξοφληθεί και θα προσκομισθεί σχετική εξοφλητική απόδειξη...Η πληρωμή θα γίνει με μεταφορά του διαθεσίμου υπολοίπου στον λογαριασμό προς τον τραπεζικό λογαριασμό της ... ΕΠΕ στην Eurobank με αριθμό .....».
Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι, μετά την αρχική διαφωνία μεταξύ του πολιτικούς ενάγοντος και των κατηγορουμένων, ως προς τον τρόπο εξόφλησης της οφειλής της Ελληνικής εταιρίας ... ΕΠΕ προς το ΙΚΑ, εν τέλει επήλθε συμφωνία, με το ανωτέρω ψήφισμα του Δ.Σ. της Κυπριακής εταιρίας ... LTD, στο οποίο μάλιστα μετείχαν τόσο ο πολιτικώς ενάγων όσο και ο πρώτος των κατηγορουμένων. Ενώ όμως αυτή η συμφωνία έλαβε χώρα την 21-2-2012, κατά το χρονικό διάστημα από 19-2-2012 έως 18-3-2012 στον εταιρικό ηλεκτρονικό λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος με στοιχεία "...@....co.uk», τον οποίον διαχειριζόταν η Αγγλική εταιρία "... LIMITED», είχε πραγματοποιηθεί επέμβαση που δεν επέτρεπε στον πολιτικώς ενάγοντα να διαχειρίζεται ο ίδιος το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο και επί πλέον είχε αναρτηθεί ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο αναφέρονταν τα εξής : " Ο κ. Β. Λ. δεν εργάζεται πλέον στις ... Ltd. Aqua blast International Ltd, ... SRL, ... Services Ltd ή οποιαδήποτε άλλη εταιρία συνδεδεμένη με τον όμιλο .... Προσοχή καθώς προσφάτως ο ανωτέρω προέβη σε μη εξουσιοδοτημένη ανάληψη 70.000 ευρώ από το λογαριασμό της εταιρίας "... LTD». Το μήνυμα αυτό στελνόταν αυτομάτως ως απάντηση σε όσους τρίτους επιχειρούσαν να επικοινωνήσουν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του πολιτικούς ενάγοντος, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι Β. Χ. του Μ. και Δ. Γ., οι οποίοι εξετασθέντες ως μάρτυρες στο ακροατήριο, επιβεβαίωσαν ότι αφού απέστειλαν μήνυμα στην ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση του πολιτικώς ενάγοντος, έλαβαν ως απάντηση το ανωτέρω μήνυμα. Περαιτέρω απεδείχθη ότι οι κατηγορούμενοι, υπό την ιδιότητα τους ως εταίροι της Αγγλικής εταιρίας "... LIMITED», η οποία διαχειριζόταν τους εταιρικούς λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προέβησαν - δίδοντας τις κατάλληλες εντολές στους υπαλλήλους που ήσαν αρμόδιοι για την τεχνική υποστήριξη -αφ' ενός στην απενεργοποίηση της δυνατότητας του πολιτικώς ενάγοντος να έχει πρόσβαση στον ανωτέρω λογαριασμό και εν συνεχεία στην ανάρτηση του ανωτέρω μηνύματος, ως αυτόματη απάντηση. Η περιλαμβανόμενη φράση " Προσοχή, καθώς προσφάτως ο ανωτέρω προέβη σε μη εξουσιοδοτημένη ανάληψη 70.000 ευρώ από το λογαριασμό της εταιρίας "... LTD" αποτελεί κατ' ουσίαν αναληθή ισχυρισμό, αφού , ως προελέχθη, ήδη κατά τον χρόνο ανάρτησης του ανωτέρω μηνύματος είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και του πολιτικούς ενάγοντος σχετικά με τον τρόπο εξόφλησης της οφειλής στο ΙΚΑ και συνεπώς η κοινοποίηση προς κάθε τρίτο πρόσωπο, που επιχειρούσε να επικοινωνήσει με τον πολιτικώς ενάγοντα και που αγνοούσε τι είχε πραγματικά συμβεί, δεν εξυπηρετούσε κανένα σκοπό παρά μόνον την βλάβη της τιμής και υπόληψης του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα, αν και το γεγονός της ανάληψης του ποσού των 70.000 ευρώ έλαβε χώρα χωρίς την σύμφωνη γνώμη του δ.σ. της Κυπριακής εταιρίας ... LTD την 7-11-2011, εν τούτοις κατά το χρονικό διάστημα από 19-2-2012 έως 18-3-2012 η πράξη της ανάληψης αυτής δεν είχε πλέον την σημασία της μη εξουσιοδοτημένης ανάληψης, ενώ παράλληλα ο τρόπος παρουσίασης με την πρόθεση της λέξης "Προσοχή" είναι ικανός να δώσει την εντύπωση σε οιονδήποτε τρίτο ότι ο πολιτικώς ενάγων προέβη σε παράνομη απόληψη χρημάτων, γεγονός που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του. Οι κατηγορούμενοι δε γνώριζαν ότι το ανωτέρω γεγονός που ισχυρίσθηκαν ήταν αναληθές, αφού τελούσαν οι ίδιοι εν γνώσει της επελθούσης συμφωνίας και γνώριζαν επίσης ότι αυτό μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος.
Περαιτέρω οι προβαλλόμενοι από τους κατηγορουμένους αυτοτελείς ισχυρισμοί, αναφερόμενοι σε λόγους άρσης του αδίκου και άρσης ικανότητος προς καταλογισμό, αποτελούν στην πραγματικότητα αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, οι οποίοι κρίνονται απορριπτέοι, διότι απεδείχθη ότι αυτοί εν γνώσει τους ισχυρίσθηκαν ψευδή γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται ανωτέρω.
Κατόπιν των ανωτέρω, θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδομένης σε αυτούς κατηγορίας κατά το διατακτικό ως ακολουθεί. " Στη συνέχεια κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους του ότι: "Στην Αθήνα, στις 19/2/2012, 27/2/2012, 29/2/2012, 1/3/2012, 9/3/2012, 18/3/2012, από κοινού ενεργώντας κατόπιν συναποφάσεως, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και οι κατηγορούμενοι το εγνώριζαν. Ειδικότερα, τυγχάνοντας νόμιμοι εκπρόσωποι της εδρεύουσας στην Αγγλία εταιρείας με την επωνυμία "... LIMITED" η οποία συμμετέχει με ποσοστό 50% στην εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΕ" [«... LTD " ], της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος ο νυν εγκαλούν Ε. Λ., διέκοψαν την πρόσβαση αυτού στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ...@....co.uk και αφού ανέλαβαν τη χρήση του, έστελναν σε όποιον επιχειρούσε να επικοινωνήσει με τον εγκαλούντα στην ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση, μεταξύ άλλων και στους Β. Χ., Δ. Ε., Κ. Χ., Γ. Λ., Λ. Τ., Ν. Λ., Μ. Λ. και Π. Ζ., ακόλουθη επιστολή: "Ο κ. Β. Λ. ...Σας εφιστούμε την προσοχή καθώς προσφάτως ο ανωτέρω προέβη σε μη εξουσιοδοτημένη ανάληψη 70.000 ευρώ από το λογαριασμό της εταιρείας ... Ltd». Τα διαλαμβανόμενα στην επιστολή αυτή ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ανωτέρω εγκαλούντος, η δε αλήθεια, την οποία οι κατηγορούμενοι εγνώριζαν, ήταν ότι ο εγκαλών δεν υπεξαίρεσε χρήματα της εταιρείας, αλλά πλήρωσε υποχρεώσεις αυτής προς το ΙΚΑ. γεγονός για το οποίο τους είχε ενημερώσει.».
V. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αλλά αντίθετα διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, συντιθέμενη από το σκεπτικό και το διατακτικό της, ασάφειες και αντιφάσεις αναφορικά με το ψευδές γεγονός που ισχυρίσθηκαν οι κατηγορούμενοι εν γνώσει της αναληθείας του. Συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι το ψευδές γεγονός που ισχυρίσθηκαν οι κατηγορούμενοι, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτού, ήταν η εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντα ανάληψη του ποσού των 70.000 ευρώ χωρίς εξουσιοδότηση του δ.σ. της Κυπριακής εταιρίας ... LTD, το οποίο μάλιστα αρχικά ήταν αληθές αλλά κατέστη αναληθές μετά την επίτευξη της αναφερόμενης συμφωνίας, στο διατακτικό αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο εγκαλούν δεν υπεξαίρεσε χρήματα της εταιρείας, γεγονός που είναι διαφορετικό από την μη εξουσιοδοτημένη ανάληψη χρημάτων, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, όπου δεν γίνεται καμία αναφορά σε ισχυρισμό εκ μέρους των κατηγορουμένων για γεγονός υπεξαίρεσης εν γνώσει της αναλήθειας αυτού.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ λόγος αναίρεσης και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 522 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. ΖΤ691/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή