Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 89 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:
Ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης – Έλλειψη συνείδηση των πράξεων – ψυχική και διανοητική διαταραχή. Πότε συντρέχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Πραγματογνωμοσύνη. Αν δεν υπάρχει παραδοχή για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως. Λόγος αναίρεσης από 11γ΄. Απορρίπτεται αν βεβαιώνεται ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα. Λόγος αναίρεσης από άρθρο 8. ΄Εννοια πράγματος. Δεδικασμένο. Αν δεν τίθεται στο αναιρετήριο ότι είχε υποβληθεί αίτημα για το δεδικασμένο ο λόγος από αρ. 8 και 1β΄ είναι απαράδεκτος.






Αριθμός 89/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Κ. συζ. Χ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 2)Θ. Α. του Π., κατοίκου ..., και 3)Σ. Α. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μανώλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7220/2007 μη οριστική, 4504/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1913/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε, συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης η ολιγοφρένεια κ.ά. Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθ' όλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαίο η απόδειξή της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (ΑΠ 1110/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 30 Μαρτίου του έτους 2004 απεβίωσε στην …η Μ. Π. του Σωκράτη, σε ηλικία 77 ετών, συνταξιούχος του Δημοσίου, η οποία πριν από τον επισυμβάντα ως άνω θάνατό της, διέμενε στην …και στην οδό … αριθ . . Ο θάνατός της, σύμφωνα με την ληξιαρχική πράξη θανάτου, προήλθε από οξεία καρδιακή ανακοπή - ψυχωσική συνδρομή. Η αποβιώσασα ήταν άγαμος και δεν είχε αποκτήσει κατιόντες, μοναδικοί δε πλησιέστεροι εξ αίματος συγγενείς της, σύμφωνα με το από 14-4-2002 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου … σε συνδυασμό με το …/2004 πιστοποιητικό του Δήμου …, ήταν η αδελφή της, πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων και ήδη λοιποί αναιρεσείοντες, ανεψιοί της, τέκνα της προαποβιώσασας μητέρας τους και αδελφής της, Ε. Π.. Η παραπάνω θανούσα κατέλιπε την από 6-1-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το 6332/10-12-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταχωρήθηκε στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό .. και κηρύχθηκε κυρία με τα με αριθμό 2463/10-12-2004 πρακτικά του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο πρώτο της εξάδελφο. Συγκεκριμένα το περιεχόμενο της διαθήκης έχει επι λέξει ως εξής: "Ο Ι. Λ. είναι το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο, το οποίο στάθηκε κοντά μου τις δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Θα ήθελα να μείνω πάντα μαζί του. Επιθυμία μου είναι να αφήσω σε αυτόν όλη μου την κινητή και ακίνητη περιουσία. Αν έχω πρόβλημα υγείας και δεν είμαι σε θέση να διαχειριστώ την περιουσία μου τότε θα πρέπει να την διαχειρίζεται αυτός. Θα πρέπει αυτός να καθορίσει ποιοι θα με βοηθήσουν αν αυτός πεθάνει ή δεν είναι σε θέση να με βοηθήσει, αυτοί θα πάρουν και όλη μου την περιουσία αν πεθάνω. Επιθυμία μου είναι να μην έχω καμία επαφή με τις αδελφές μου και τα παιδιά των και τους συζύγους των, αυτές με πίεζαν πάντοτε και μου δημιουργούσαν προβλήματα για να καρπωθούν την περιουσία μου και ήθελαν να με κλίσουν στο ψυχιατρείο. Σάββατο 6/1/2001 Π. Μ.". Κατά της εγκυρότητας της διαθήκης αυτής βάλλουν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ως έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι, εφόσον αυτή ακυρωθεί, θα καταστούν αυτοί μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι σε όλη την κληρονομιαία περιουσία της θανούσας αδελφής και θείας τους Μ. Π.. Ειδικότερα, επικαλούνται ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη κυρίως για το λόγο ότι είναι πλαστή, χωρίς να κατονομάζουν πλαστογράφο και δεν αποτελεί δήλωση τελευταίας βουλήσεως της διαθέτιδας διότι δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτή και επικουρικά για το λόγο ότι η διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο που την συνέταξε, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της. Περαιτέρω, αποδεικνύεται από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ότι η θανούσα Μ. Π., μέχρι το έτος 2000 ήταν μόνιμος κάτοικος … όπως και οι αδελφές της πρώτη αναιρεσείουσα Σ. συζ. Χ. Κ. και η προαποβιώσασα μητέρα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων Ε. Π., διέμενε δε αυτή στην οδό Κ. … αριθμ …. Η ίδια έπασχε από παραληρητική διαταραχή και γι' αυτό το λόγο νοσηλεύθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο … από 5-8-1990 έως 24-8-1990 και από 23-10-1990 έως 14-11-1990, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. …/22-11-2000 πιστοποιητικό του εν λόγω Νοσοκομείου, στο οποίο αναφέρεται η διάγνωση "παραληρητική διαταραχή" του θεράποντος ιατρού της Α. Κ.. Μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο η θανούσα διέμενε μόνη στην οικία της και αυτοεξυπηρετείτο, η δε πορεία της υγείας της ήταν σταθερή. Στις 22 Οκτωβρίου του έτους 1993, με πρωτοβουλία των οικείων της και συγκεκριμένα των αδελφών της, εξετάστηκε από τον ιδιώτη ιατρό Τ. Π. Νευρολόγο-Ψυχίατρο, ο οποίος στην με την ίδια ημερομηνία γνωμάτευσή του αναφέρει, ότι διέγνωσε στην ασθενή ψυχωσική νόσο με συμπτώματα, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων σε απλές ερωτήσεις και νευρολογικά συμπτώματα. Στο μεταξύ, οι σχέσεις της με τις αδελφές της είχαν διαταραχθεί για το λόγο, όπως η ίδια ισχυριζόταν, ότι αυτές την είχαν παραμελήσει έγκλειστη στην οικία της και παράλληλα ασκούσαν σ' αυτή ψυχολογική βία, προκειμένου να τους μεταβιβάσει περιουσιακά της στοιχεία. Ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος μόνιμος κάτοικος …, που ήταν εργένης και εργαζόταν ως τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, συχνά, ιδία από τον χρόνο της συνταξιοδότησής του, επισκεπτόταν τους συγγενείς του στη … μεταξύ δε αυτών και την θανούσα, με την οποία είχε ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό. Όταν περί τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2000, ο αναιρεσίβλητος την επισκέφθηκε στη …, η ίδια τον παρακάλεσε να την πάρει μαζί του στην … κάτι που ο ίδιος έπραξε, προσπαθώντας να την βοηθήσει, γνωρίζοντας τα προβλήματα που αυτή αντιμετώπιζε και από εκείνο τον χρόνο η θανούσα, διέμενε στην μονοκατοικία του στη …, επί της οδού … αριθμ . Από τις 3-11-2000 η θανούσα παρακολουθείτο, σε μηνιαία σχεδόν βάση στην …, από την Νευρολόγο-Ψυχίατρο Ν. Μ.-Δ., η οποία διέγνωσε ύφεση της συμπτωματολογίας για την οποία απευθύνθηκε σ' αυτή και συνέστησε έναν πλήρη οργανικό έλεγχο, ο οποίος δεν έδειξε ιδιαίτερα ευρήματα εκτός αυτών, που ήταν συμβατά με την ηλικία της. Στο από 22-12-2000 ιατρικό σημείωμά της επισημαίνει, ότι διαπίστωσε προβλήματα δυσεπικοινωνίας της θανούσας με πρόσωπα του οικογενειακού της περιβάλλοντος, τα οποία επέτειναν το άγχος της ασθενούς και συντελούσαν στην επιδείνωση της ψυχολογικής της κατάστασης, λόγω της οποίας η διαμονή της στην …, ήταν ψυχιατρικά ενδεδειγμένη, για όσο καιρό κρινόταν σκόπιμο, τόσο από την ίδια την ασθενή όσο και από αυτή την θεράποντα ιατρό της. Η θανούσα δήλωσε στην παραπάνω ιατρό, ότι ψυχολογικά αισθανόταν καλύτερα στην … και γι' αυτό πάντα υπό την παρακολούθηση και την φαρμακευτική αγωγή της παραπάνω ιατρού, συνέχισε τη διαμονή της στην οικία του αναιρεσιβλήτου, όπου γι' αυτή οι συνθήκες ήταν ιδανικές, ασχολείτο με κάποιες οικιακές εργασίες, μελετούσε, είχε επαφές με τους εδώ συγγενείς της και προσπαθούσε να επανασυνδεθεί με τον κοινωνικό της περίγυρο. Αυτή ήταν η κατάσταση υγείας της θανούσας, όταν στις 6-1-2001, προέβη στην σύνταξη της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία εγκατέστησε τον αναιρεσίβλητο μοναδικό κληρονόμο της, διότι αυτός, όπως διέλαβε στη διαθήκη, την στήριξε στις δύσκολες στιγμές της ζωής της. Η προσβαλλόμενη διαθήκη απετέλεσε αντικείμενο γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από την διορισθείσα, δυνάμει της 7220/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ειδική Δικαστική Γραφολόγο Ι. Δ., η οποία μετά από εκτενή γραφολογική διερεύνηση της γραφής και υπογραφής της επίδικης διαθήκης της φερόμενης ως συντάκτριας Μ. Π. σε σύγκριση με γνήσια γραφή και υπογραφές της ιδίας στα έγγραφα του συγκριτικού υλικού3 κατέληξε στα συμπεράσματα, τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) Η γραφή του κειμένου της από 6-1-2001 υπό έλεγχο διαθήκης με αναγραφόμενη, ως διαθέτιδα την Μ. Π., είναι πλήρως όμοια με την γραφή και με τις υπογραφές αυτής στην ποιότητα της χάραξης, στα γενικά χαρακτηριστικά της και στην δομή και τα επί μέρους χαρακτηριστικά όλων των γραμμάτων που την αποτελούν, χωρίς διαφορές και χωρίς στοιχεία ύποπτα πλαστογραφίας και συνεπώς, η γραφή του κείμενου της διαθήκης αυτής, έχει χαραχθεί από την Μ. Π. και είναι γνήσια γραφή της. 2) Η υπογραφή της διαθέτιδας ως Μ. Π., στο τέλος του κειμένου της από 6-1-2001 υπό έλεγχο διαθήκης είναι όμοια με τις υπογραφές της Μ. Π., στα έγγραφα του συγκριτικού υλικού, στην εμφάνιση, στη σύνθεση, στο ρυθμό της χάραξης, στα γενικά χαρακτηριστικά και στη δομή και τα χαρακτηριστικά των επί μέρους τμημάτων τους, χωρίς ουσιώδεις διαφορές και χωρίς στοιχεία ύποπτα πλαστογραφίας και συνεπώς, η υπογραφή αυτή είναι γνήσια υπογραφή της Μ. Π.. Συνδυάζοντας τα παραπάνω συμπεράσματα προκύπτει, ότι η από 6-1-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της θανούσας, γράφτηκε και υπογράφτηκε από την ίδια, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο Δικαστικός Γραφολόγος Δ. Κ. στην από 2-3-2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης, την οποία συνέταξε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου. Το ανωτέρω συμπέρασμα για την γνησιότητα της επίδικης διαθήκης, δεν αναιρείται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες από 19-4-2005 και 28-2-2006 εξώδικες εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των Δικαστικών Γραφολόγων Μ. Φ. -Ξ. και Κ. Κ., οι οποίοι αναφέρουν στο τελικό συμπέρασμά τους, ότι η διαθήκη είναι πλαστή, αναφερόμενοι εκτενώς πλην όμως ανεπιτρέπτως, στην ψυχική υγεία και στην χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή της θανούσας, πριν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να διαθέτουν ειδικές γνώσεις ψυχιατρικής και φαρμακολογίας, ενώ οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αποφεύγουν επιμελώς, τόσο στην αγωγή όσο και στις προτάσεις τους, να κάνουν λόγο για πλαστότητα της επίδικης διαθήκης και να κατονομάσουν πλαστογράφο, αλλά αναφέρουν για μη γνησιότητα. Σημειώνεται, ότι στην από 19-4-2005 έκθεσή της η δικαστική γραφολόγος Μ. Φ.-Ξ., πριν το τελικό συμπέρασμά της, δηλώνει ρητά, ότι η γνώμη που διατυπώνει, είναι προϊόν πιθανολόγησης. Με τα δεδομένα αυτά η από 6-1-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδας Μ. Π. είναι κατά το κείμενο, την χρονολογία και την υπογραφή της, γνήσια της διαθέτιδας, άνευ υπάρξεως σημείων δισταγμού ή τρόμου ή επηρεασμού της γραφής και υπογραφής της από οιονδήποτε εξωγενή παράγοντα, ήτοι σε πλήρη νηφαλιότητα και ηρεμία και ενώ είχε απολύτως σώας τας φρένας. Το πόρισμα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης είναι σαφές και δεν καταλείπονται αμφιβολίες για την ορθότητά του και κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, η οποία θα αφορά τα ίδια της αρχικής ζητήματα και το υποβαλλόμενο από τους αναιρεσείοντες με την έφεση σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα απορριπτέοι είναι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η ως άνω διαθέτιδα, δήλωσε στην επίδικη διαθήκη την τελευταία βούλησή της, έχοντας πλήρη συνείδηση των πράξεών της και δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία τη βούλησής της. Η Νευρολόγος Ψυχίατρος Ν. Μ.-Δ., επίκουρη καθηγήτρια της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία παρακολουθούσε την διαθέτιδα, από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2000 μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, ήτοι πριν, κατά και μετά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο από 20-12-2001 προσκομιζόμενο ιατρικό σημείωμά της, διαλαμβάνει ότι η χρονίσασα παραληρητική διαταραχή από την οποία αυτή έπασχε, ήταν σε σημαντική ύφεση, οι δε υπολειμματικές διαταραχές, απότοκες της πάθησης της χρόνιας φαρμακευτικής αγωγής και της ηλικίας της, δεν της στερούσαν με κανένα τρόπο την δυνατότητα να έχει σύντονη με την πραγματικότητα συναισθηματική συμμετοχή και διακίνηση. Επίσης, τόσο η βούλησή της όσο και η νοητική λειτουργικότητά της ήταν επαρκείς, για να μπορεί να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής της, τον τρόπο της ζωής της, καθώς και την διάθεση και διαχείριση των συμφερόντων της. Ρητά διατυπώνει στο σημείωμά της, ότι αυτή ήταν η ψυχική υγεία και η εν γένει κλινική εικόνα της διαθέτιδας και κατά την πρώτη επίσκεψη στο ιατρείο της, στις 3-11-2000 ήτοι δύο περίπου μήνες πριν από την σύνταξη της διαθήκης. Όταν στις 13-3-2002, η ανωτέρω κληρονομουμένη εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Θριάσιου Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας, δεν επιβεβαιώθηκε ανοϊκή διαταραχή σ' αυτή, τύπου Alzheimer και η λειτουργικότητα της ασθενούς ελέγχετο ικανοποιητικά, σύμφωνα με την από 22-3-2002 ιατρική βεβαίωση του Επιμελήτριας Α' ΕΣΥ, της Νευρολογικής κλινικής του παραπάνω Νοσοκομείου Ο. Μ..
Συνεπώς, η διαθέτης Μ. Π. ήταν απολύτως ικανή να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία της κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης (6-1-2001) ακόμα και αμέσως μετά τη νοσηλεία της στο ψυχιατρικό Νοσοκομείο …το έτος 1990, αφού όπως προκύπτει από τα με αριθμούς …/1992 και …/1992 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου, προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς και στη συνέχεια συναλλασσόμενη με την πρώτη των αναιρεσειόντων Σ. Κ. και την προαποβιώσασα αδελφή της Ε. Α., μητέρα των λοιπών αναιρεσειόντων, προέβη σε ανταλλαγή ακινήτων. Επίσης με το …/1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου, η διαθέτιδα δώρησε εν ζωή την ψιλή κυριότητα διαμερίσματος στην πρώτη αναιρεσείουσα, παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία, από την οποία παραιτήθηκε αιτία δωρεάς με το …/1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη υπέρ της πρώτης αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, με το …/1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου η ίδια η διαθέτης μεταβίβασε λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα ετέρου διαμερίσματός της στον δεύτερο των αναιρεσειόντων ανεψιό της Θ. Α. Επομένως, αναληθώς ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι η θανούσα ήταν απολύτως ανίκανη να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της από το έτος 1990 έως τον θάνατο της και να επικαλούνται την ακυρότητα μόνο της επίδικης διαθήκης και όχι των επωφελών γι' αυτούς συμβάσεων, οι οποίες έλαβαν χώρα σε χρόνο που υποστηρίζουν ότι αυτή ήταν παντελώς ανίκανη για την διαχείριση της περιουσίας της. Η βούληση της διαθέτιδας και η νοητική της λειτουργικότητα, ήταν επαρκείς για να μπορεί αυτή να αποφασίζει για τον τόπο της διαμονής της, τον τρόπο ζωής της καθώς και για την διάθεση των περιουσιακών στοιχείων και την διαχείριση των συμφερόντων της, γι' αυτό και με την 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, μετά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αίτηση των αδελφών της διαθέτιδας να τεθεί αυτή υπό καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης με δικαστική συμπαραστάτρια την πρώτη αναιρεσείουσα, οι οποίες επεδίωξαν με αυτό τον τρόπο να αναλάβουν την διαχείριση της περιουσίας της. Με την ίδια απόφαση, η πρώτη αναιρεσείουσα-αδελφή της μετά την υποβληθείσα από την διαθέτιδα αίτηση ανακλήσεως της παραπάνω απόφασης, αντικαταστάθηκε με την 3035/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για το λόγο ότι οι σχέσεις της με την συμπαραστατούμενη, ήταν ιδιαίτερα εχθρικές και υφίστατο αντίθεση συμφερόντων μεταξύ τους και στη θέση της διορίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παρείχε τα εχέγγυα πλήρους και επιτυχούς ενάσκησης του συγκεκριμένου λειτουργήματος. Η θανούσα Μ. Π. όταν πληροφορήθηκε την αίτηση των αδελφών της, με την οποία ζητούσαν να την θέσουν υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, διαισθανόμενη την προσπάθεια τους να την έχουν υπό τον πλήρη έλεγχο τους, συνέταξε, προκειμένου να την θέσει υπόψη του Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 30-3-2002 επιστολή της με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής της στο A.T. …, στην οποία μεταξύ άλλων με έμφαση τονίζει την έντονη πίεση που δεχόταν από τις αδελφές της να τους μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία. Για την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, ο μάρτυρας των αναιρεσειόντων ουδέν κατέθεσε, δεδομένου ότι δεν είχε εικόνα περί της νοητικής της κατάστασης, εφόσον δεν την γνώριζε, ενώ η μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου μετά λόγου γνώσεως καταθέτει, ότι η διαθέτης ήταν λειτουργικό άτομο και κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, γνώριζε τι έκανε και εξέφρασε την πραγματική βούλησή της μέσα από την διαθήκη, με την οποία ήθελε να τιμήσει τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, όπως η ίδια κατά καιρούς ισχυριζόταν, την υπεραγαπούσε και την φρόντιζε, και να εκδικηθεί τις αδελφές της οι οποίες δεν ενδιαφέρονταν γι' αυτήν αλλά για την περιουσία της. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης, η Μ. Π. είχε συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης της, η οποία απεικόνιζε την πραγματική από καιρού βούλησή της, καθόσον η χρόνια ψυχωσική νόσο με νευρολογικά συμπτώματα από την οποία αυτή έπασχε, δεν επηρέασαν την ικανότητά της αυτή, κρίση που εν τέλει ενισχύεται και από το γεγονός ότι, μετά την παρέλευση τριών (3) και πλέον ετών από τη σύνταξη της διαθήκης, δεν προέβη στην ανάκλησή της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της γνησιότητας της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης και της απόδειξης, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της ιδιόγραφης αυτής διαθήκης η Μ. Π. είχε συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης της, η οποία απεικόνιζε την πραγματική από καιρού βούλησή της, καθόσον η χρόνια ψυχωσική νόσο με νευρολογικά συμπτώματα από την οποία αυτή έπασχε δεν επηρέασαν την ικανότητά της αυτή. Αντιφάσεις δε ή ανεπάρκειες δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζητήματα αυτά, ούτε τα επιχειρήματα, που, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς στήριξη του πορίσματος αυτού, ούτε η αναφορά στην 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, μετά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αίτηση των αδελφών της διαθέτιδας, κατά το μέρος που ζητείτο να τεθεί αυτή υπό καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, και τελικά διορίστηκε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτριά της η αδελφή της Σ., καθώς και η αναφορά στην 3035/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί αιτήσεως της διαθέτιδας για ανάκληση της ως άνω απόφασης, ότι εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη προσωρινού συμπαραστάτη, και με την οποία όμως αντικαταστάθηκε η ανωτέρω αδελφή της και διορίστηκε προσωρινός συμπαραστάτης της ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος. Μάλιστα, οι αποφάσεις αυτές συζητήθηκαν και εκδόθηκαν μήνες μετά την σύνταξη της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα), είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2). Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο, ότι απέρριψε την ασκηθείσα έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η αναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη, χωρίς να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν η διαθέτιδα έπασχε από χρόνια και όχι παροδικής ή περιοδικής φύσεως ψυχωσική νόσο (σχιζοφρένεια), παραληρητική διαταραχή, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων ακόμα και σε απλές ερωτήσεις, και, αν η παραπάνω κατάσταση της υγείας της ήταν μη αναστρέψιμη (ανίατη) και διαρκούσε μέχρι τον θάνατό της ή όχι, απορρίπτοντας σιωπηρώς το σχετικό αίτημά τους. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω εκτέθηκε, το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Δεν αποτελεί δε τέτοια παραδοχή, ο σχολιασμός στον οποίο προβαίνει το Εφετείο ως προς τη μνεία που κάνουν οι διορισθέντες από τους αναιρεσείοντες γραφολόγοι - τεχνικοί σύμβουλοι σχετικά με την ψυχική υγεία της διαθέτιδας, αναφέροντας το Εφετείο ότι οι τεχνικοί αυτοί σύμβουλοι εκθέτουν στο τελικό συμπέρασμά τους, "ότι η διαθήκη είναι πλαστή, αναφερόμενοι εκτενώς πλην όμως ανεπιτρέπτως στην ψυχική υγεία και στην χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή της θανούσας, πριν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να διαθέτουν ειδικές γνώσεις ψυχιατρικής και φαρμακολογίας, ενώ οι ίδιοι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες αποφεύγουν επιμελώς, τόσο στην αγωγή όσο και στις προτάσεις τους, να κάνουν λόγο για πλαστότητα της επίδικης διαθήκης και να κατονομάσουν πλαστογράφο, αλλά αναφέρουν για μη γνησιότητα". Και τούτο διότι η αναφορά αυτή αφορά σχόλια και εκτίμηση των εκθέσεων των γραφολόγων-τεχνικών συμβούλων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005). Εξάλλου ως αποδεικτικά μέσα των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως δεν νοούνται τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΑΠ 1180/ 2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ιδιόγραφη διαθήκη γράφτηκε και υπογράφτηκε από την ίδια την διαθέτιδα, η οποία κατά τον χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεών της και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης της, η οποία απεικόνιζε την πραγματική από καιρού βούλησή της, καθόσον η χρόνια ψυχωσική νόσο με νευρολογικά συμπτώματα από την οποία αυτή έπασχε, δεν επηρέασαν την ικανότητά της αυτή και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι η επίμαχη διαθήκη δεν γράφτηκε και δεν υπογράφτηκε από την διαθέτιδα, και ότι η τελευταία και κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, διότι έπασχε από χρόνια και όχι παροδικής ή περιοδικής φύσεως ψυχωσική νόσο (σχιζοφρένεια), παραληρητική διαταραχή, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων ακόμα και σε απλές ερωτήσεις και η παραπάνω κατάσταση της υγείας της ήταν μη αναστρέψιμη (ανίατη) και διαρκούσε μέχρι τον θάνατό της, και συγκεκριμένα: 1) την από 22-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού της διαθέτιδας νευρολόγου-ψυχιάτρου Τ. Π., 2) την 13027/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τμήμα Εκουσίας Δικαιοδοσίας), 3) την 3035/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 4) την με αριθμό …/1-3-2006 ένορκη βεβαίωση του θεράποντα ιατρού της διαθέτιδας νευρολόγου-ψυχιάτρου Τ. Π., 5) την με αριθμό …/2006 ένορκη βεβαίωση της νοσοκόμας Ε. Δ., 6) την κατάθεση του μάρτυρά τους Κ. Κ., δικαστικού γραφολόγου, η οποία εμπεριέχεται στα 7220/2007 πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου, 7) τις εντολές υγειονομικής περίθαλψης - φαρμάκων από 28-5-1993, 30-8-19993, 1-3-1994, 6-4-1995, 20-4-1995, 16-2-1996 2-2-1999 και 27-4 1999 της διαθέτιδας, 8) την κατάθεση της μάρτυρος Χ. Σ., η οποία εμπεριέχεται στα 7220/2007 πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου, 9) την 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 10) την 13027/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 11) την από 19-4-2005 γραφολογική έκθεση της γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ., 12) την από 28-2-2006 γραφολογική έκθεση του γραφολόγου Κ. Κ., 13) την από 19-1-2009 έκθεση-αντίκρουση του δικαστικού γραφολόγου-τεχνικού συμβούλου τους Κ. Κ., 14) την από 29-1-2009 έκθεση-αντίκρουση της δικαστικής γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ., 15) την από 23-2-2007 γραφολογική έκθεση-αξιολόγηση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Κ. Κ. επί της από 2-3-2006 έκθεσης γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του Δ. Κ., 16) την από 12-2-2007 γραφολογική έκθεση-σχολιασμό της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ. επί της από 2-3-2006 έκθεσης γραφολογικής έκθεσης του Δ. Κ. και 17) την με αριθμό 7220/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος ως προς τα με στοιχεία 1-16 έγγραφα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα με αριθμό 3506/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την 77/30-6-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ι. Δ., που διορίστηκε με την 7220/2007 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 19-1-2009 και 29-1-2009 γραφολογικές παρατηρήσεις επί της παραπάνω έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των ειδικών δικαστικών γραφολόγων Κ. Κ. και Μ. Φ.-Ξ. που διορίστηκαν τεχνικοί σύμβουλοι των εναγόντων-αναιρεσειόντων, τις από 19-4-2005, 28-2-2006 και 23-2007 γραφολογικές εκθέσεις των ιδίων δικαστικών γραφολόγων, την από 2-3-2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., που συντάχθηκε με επιμέλεια του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, τις από 2-3-2006 και 22-1-2007 εκθέσεις κριτικής και αξιολόγησης του εν λόγω δικαστικού γραφολόγου, των από 19-4-2005 και 28-2-2006 γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των δικαστικών γραφολόγων Κ. Κ. και Μ. Φ.-Ξ., τις …/1-3-2006 και …/7-3-2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που δόθηκαν νομότυπα με επιμέλεια των εναγόντων-αναιρεσειόντων, οι οποίοι και τις προσκομίζουν, τις ….23-2-2007 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν νομότυπα με επιμέλεια του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, ο οποίος και τις προσκομίζει, τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και από όλα τα λοιπά έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις, τα περισσότερα των οποίων μάλιστα ρητά μνημόνευσε, σχολίασε και αντέκρουσε σε αντιπαραβολή με άλλα αποδεικτικά μέσα. Όσον αφορά δε το με στοιχείο 17 έγγραφο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται για διαδικαστικό έγγραφο της δίκης και δη την μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, 625/2008, ΑΠ 328/2008). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 1573/2006). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α') τον τρίτο λόγο έφεσής τους με τον οποίο παραπονούντο, "διότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε και υιοθέτησε το συμπέρασμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας γραφολόγου, χωρίς να λάβει υπόψη της την πρωτοφανή και αντίθετη προς το νόμο συμπεριφορά της, η οποία σε συνδυασμό με το εσφαλμένο, ατεκμηρίωτο και δογματικό της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της, θα έπρεπε να την οδηγήσει στην μη υιοθέτηση αυτής", και β') τους όγδοο, ένατο και Δ.το λόγους έφεσης, με τους οποίους παραπονούντο, ότι η πρωτόδικη απόφαση κατ' εσφαλμένη κρίση δέχτηκε ότι η διαθέτιδα κατά τον χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων, ενώ κατά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που πλήρως αποδείχθηκαν από τα προσκομιζόμενα από αυτούς αποδεικτικά μέσα, αυτή έπασχε από χρόνια και όχι παροδικής ή περιοδικής φύσεως ψυχωσική νόσο (σχιζοφρένεια), παραληρητική διαταραχή, διαταραχή μνήμης, μείωση των ενδιαφερόντων της και αδυναμία σωστών απαντήσεων ακόμα σε απλές ερωτήσεις και η κατάστασή της αυτή ήταν μη αναστρέψιμη μέχρι τον θάνατό της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το με στοιχείο α' μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά συνιστά επιχείρημα, το οποίο έχει σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ κατά το με στοιχείο β' μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τον επικαλούμενο ισχυρισμό έλαβε υπόψη το Εφετείο και τον απέρριψε ως εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι η διαθέτιδα κατά τον χρόνο σύνταξης της παραπάνω διαθήκης είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) αυτού, προβαλλόμενος προς στήριξη λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του πιο πάνω Κώδικα να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και όχι απλά να γίνει μνεία της απόφασης και όσων προκύπτουν σ' αυτή, αλλιώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο ’ρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006). Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). ’ρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον εκ του άρθρου τούτου λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση περί υπάρξεως δεδικασμένου, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσης και αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1329/1985). Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, ότι είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο (ΑΠ 514/2002). Πρέπει, ακόμη, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο τους ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις από τους αριθμούς 16 και, όπως εκτιμάται, και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο: 1) Παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, διότι προς ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι η προαναφερθείσα ψυχοσωματική κατάσταση και πνευματική ασθένεια της διαθέτιδας απέκλειε την ορθή σύλληψη των παραστάσεων του εξωτερικού κόσμου και την κανονική νοητική επεξεργασία αυτών των παραστάσεων, ώστε να προβαίνει σε έλλογη κρίση και απόφαση, ήταν δε αυτή μη αναστρέψιμη (ανίατη) και διαρκούσε μέχρι το θάνατό της, είχαν προσκομίσει α') την 21026/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κρίνοντας ότι υπάρχει ανάγκη να διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης για τη διενέργεια συντηρητικών πράξεων, όσον αφορά το πρόσωπο και την περιουσία της διαθέτιδας, διόρισε προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, β') την 13027/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αίτηση της διαθέτιδας για την ανάκληση της ως άνω αποφάσεως και γ') την 3035/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης. 2) Δεν έλαβε υπόψη τα γενόμενα δεκτά με την ως άνω εφετειακή απόφαση περιστατικά, τα οποία συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι είχε υποβληθεί αίτημα σχετικό από το πιο πάνω δεδικασμένο, ούτε για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο, ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν τις ως άνω αποφάσεις απλώς προς ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού τους, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2011 αίτηση των Σ.ς συζ. Χ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1913/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή