Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1938 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας (κακουργηματική). Έννοια όρων (υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας., εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας). Δεν αναγράφεται στο σκεπτικό ότι λήφθηκε η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, υπόψη για το σχηματισμό κρίσεως περί ενοχής του κατηγορουμένου ως λόγος αναιρέσεως. Αίτηση αναιρέσεως ότι η απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1.938/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαίρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοφοράτο, περί αναιρέσεως της 1.724/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1804/07.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το αρ. 375 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α'του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το αρ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε με τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα, και τη θέληση ή την αποδοχή αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφο 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέστηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Επί υπεξαιρέσεως, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1.724/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στην ... στις 27-7-1998 και στις 26-4-1999, ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που τους είχαν εμπιστευθεί και είχαν περιέλθει στην κατοχή τους λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, κατά τους ανωτέρω τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένων πραγμάτων (χρημάτων) και ειδικότερα ο μεν πρώτος ως ασφαλιστής που παρείχε τις υπηρεσίες του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ..., ο δε δεύτερος ως διευθυντής του υποκαταστήματος της ... της ανωτέρω εταιρίας, έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού ιδιοποιήθηκαν παράνομα το συνολικό ποσό των 19.150.000 δραχμών του εγκαλούντος Ψ, το οποίο είχε περιέλθει στη κατοχή τους με εντολή να προβούν στην αγορά ισόποσων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου της εταιρίας ... για λογαριασμό του εγκαλούντος και των μελών της οικογένειάς τους. Το χρηματικό ποσό παρέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος με επιταγές τις οποίες μεταβίβασε στο δεύτερο ως διευθυντή του και υπεύθυνο για τους τίτλους που υποσχέθηκαν στον εγκαλούντα, πλην όμως δεν προέβησαν στην αγορά μεριδίων του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου όπως είχαν υποχρέωση από τη σύμβαση εντολής που συνήψαν με τον εγκαλούντα, αλλά το παρακράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Για να αποκρύψουν μάλιστα το γεγονός όταν ο εγκαλών ζητούσε πληροφορίες χρησιμοποίησαν έντυπα της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, τα οποία δεν ήταν γνήσια, με τα οποία εμφάνιζαν δήθεν αγορά των μεριδίων, ενώ τα χρήματα δεν είχαν εισέλθει στο λογαριασμό της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς για προσωπικές τους ανάγκες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας και να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του δεύτερου κατηγορουμένου για πλάνη και χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε'ΠΚ. Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο και των δύο κατηγορουμένων οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, αφού μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή. Επιπλέον στον πρώτο κατηγορούμενο Χ πρέπει να αναγνωριστούν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 86 παρ. 2 δ' ΠΚ, αφού έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του με την επιστροφή μεγάλου μέρους της ζημίας του εγκαλούντος". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (19.150.000 δραχμών) από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του, αναγνωρίζοντας σε αυτόν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως και, ειδικότερα του ότι: " Στην ... και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, τέλεσαν την ακόλουθη αξιόποινη πράξη: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, Χ και Ζ, στις 27-7-1998 και στις 26-4-1999, ενεργώντας από κοινού και με πρόθεση, ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τους είχαν εμπιστευθεί και είχαν περιέλθει στην κατοχή τους λόγω της ιδιότητάς τους εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας. Συγκεκριμένα, κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνία αμφότεροι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους, ως εντολοδόχων και διαχειριστών πραγμάτων, που ανήκαν κατά κυριότητα στον εγκαλούντα Ψ και ειδικότερα, ο μεν πρώτος (Χ) ως ασφαλιστής της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ο δε δεύτερος (Ζ) ως Διευθυντής του υποκαταστήματος της ... της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας, έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού, επιπλέον δε έχοντας λάβει στην κατοχή τους, από τον εγκαλούντα Ψ, πελάτη της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, το συνολικό χρηματικό ποσό των 19.150.000 δραχμών, με την ταυτόχρονη εντολή να προβούν στην αγορά ισόποσων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου της εταιρείας "...", για λογαριασμό του ανωτέρω εγκαλούντος, οι ίδιοι (κατηγορούμενοι), παρότι, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, παρέλαβαν το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλο συνολικό χρηματικό ποσό, στη συνέχεια, δεν προέβησαν στην αγορά μεριδίων του εν λόγω αμοιβαίου κεφαλαίου για λογαριασμό του εγκαλούντος Ψ, ως όφειλαν, αλλά παρεκράτησαν τα ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητά και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, αρνούμενοι την οφειλόμενη επιστροφή τους, παρά τις συνεχείς προς τούτο οχλήσεις του ανωτέρω εγκαλούντος. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, (άρθρο 84 παρ.2 α'ΠΚ) καθώς και ότι ο κατηγορούμενος Χ έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. (άρθρο 84 παρ. 2 δ'ΠΚ)". Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο, στον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος για την παραπάνω πράξη και αναγνωρίστηκαν σε αυτόν οι πιο πάνω ελαφρυντικές περιστάσεις, επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ. , 83, 84 παρ. 2 περ. α'και δ, 375 παρ. 1 εδ α, 2 εδ. α'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας : 1) ..., 2) ..., την ανωμοτί (ως πολιτικώς ενάγοντος) εξέταση του Ψ και της μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., η οποία, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, εξετάσθηκε ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) στα αποδεικτικά μέσα (τα οποία αναφέρονται στο σκεπτικό ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου), δεν αναφέρεται αν λήφθηκαν υπόψη όλα τα μέσα αυτά και συγκεκριμένα, η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από δε τα πρακτικά προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεκτιμήθηκε η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ και, κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Όμως, ρητά αναφέρεται, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος ως ασφαλιστής της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", ενεργώντας ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένων πραγμάτων, που ανήκαν κατά κυριότητα στον εγκαλούντα, Ψ, .... έχοντας λάβει στην κατοχή του από τον εγκαλούντα, Ψ, το συνολικό ποσό των 19.150.000 δρχ..... παρόλο ότι παρέλαβε το ποσό αυτό, δεν προέβη... Και, ναι μεν δεν αναφέρεται ονομαστικά ως αποδεικτικό μέσο η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου, αφού από το σύνολο των αποδοχών της αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προκύπτει ότι η κατάθεση αυτή έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο προς σχηματισμό της άνω κρίσεώς του, ενώ η χρησιμοποίηση της φράσεως "όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία", σημαίνει ότι για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως του Δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη όλα γενικά τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τα ονομαστικά αναφερόμενα. Και 2) υπάρχει αντίφαση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχεται ότι το χρηματικό ποσό που παρέλαβε από τον Ψ (πολιτικώς ενάγοντα) με επιταγές, το μεταβίβασε στο δεύτερο κατηγορούμενο μεταβιβάζοντας τις επιταγές αυτές στον εν λόγω κατηγορούμενο, ενώ σε καμία επιταγή δεν υπάρχει η δική του υπογραφή και ουδεμία επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή του. Και ότι τέτοιες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση συγχέει ανεπίτρεπτα τη μεταβίβαση επιταγής με την απλή υλική παράδοση αυτής, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε επιβαρυντικό γι' αυτό συμπέρασμα. Αβάσιμα όμως, διότι η μεταβίβαση του σώματος της επιταγής, δεν γίνεται απαραίτητα με την έγγραφη σημείωση επ'αυτής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Οκτωβρίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 8.974/2007) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1.724/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή