Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1783 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη βαριά.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για βαριά σωματική βλάβη και απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη αναφοράς στο προοίμιο του σκεπτικού μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, αφού αρκεί να προκύπτει από το κείμενο του σκεπτικού και β) εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ως άνω αξιόποινης πράξης, χωρίς να δεχθεί ότι η σωματική βλάβη που επήλθε στον παθόντα ήταν μόνιμη.




Αριθμός 1783/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) X1 και 2) X2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Γεωργίου, περί αναιρέσεως της 417-418-419/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.10.2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1768/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 310 του ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης και ορίζει στην πρώτη παράγραφο, ότι "αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική η διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", στην δεύτερη παράγραφο, ότι "βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής η βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν την εμπόδισε σημαντικά για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή την διάνοιά του" και στην τρίτη παράγραφο, "αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", σε συνδυασμό με το άρθρο 308 του ιδίου Κώδικα, που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης, το ως άνω έγκλημα, είναι έγκλημα ευθύνης από το αποτέλεσμα και για την θεμελίωσή του απαιτείται α) ο υπαίτιος να προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, β) να είχε αυτή, ως επακόλουθο, βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, κατά την έννοια που προκύπτει από την ενδεικτική αναφορά στην παράγραφο 2 του άρθρου 310 των περιπτώσεων που ορίζονται ότι αυτή υπάρχει σ' αυτές και γ) να υπάρχει, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και της βαριάς, που επακολούθησε. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση της μη σκοπούμενης βαρείας σωματικής βλάβης, που είναι πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, για την υποκειμενική θεμελίωσή της, προσαπαιτείται, εκτός από την πρόθεση, για το βασικό έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης και αμέλεια του δράστη, για την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ιδίου Κώδικα. Εάν δε το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα, επεδίωκε ο δράστης και συνεπώς για την επέλευσή του είχε αυτός άμεσο δόλο, τότε στοιχειοθετείται η σκοπούμενη βαριά σωματική βλάβη, που τιμωρείται, σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, η από την διάταξη του άρθρου 47 του ΠΚ προβλεπόμενη και τιμωρούμενη απλή συνέργεια, ήτοι η με πρόθεση και κατά τρόπον άλλον από εκείνον της άμεσης συνέργειας παροχή οποιασδήποτε συνδρομής πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της κυρίας πράξης, είναι δυνατή και επί του εγκλήματος της βαρείας σκοπουμένης βλάβης. Εξάλλου, η απαιτουμένη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠΔ, πρέπει δε, να δημιουργεί βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο.Για τη βεβαιότητα του αν λήφθηκε υπόψη το παραπάνω αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης από το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται αυτό είτε στο προοίμιο του σκεπτικού είτε στο κείμενο της απόφασης ή του βουλεύματος, όταν από το όλο περιεχόμενό τους, προκύπτει αναμφίβολα ότι οι παραδοχές τους δεν αντιστρατεύονται προς τα συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις της πραγματο-γνωμοσύνης. Τέλος λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχείο Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 417-418-419/2008 απόφασή του δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό ότι, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, από τα στην αρχή του σκεπτικού, κατά το είδος τους, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων και τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί ώραν 00.30' της ... ο μηνυτής Ψ1 οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινούμενο επί της Ε. Οδού ... με κατεύθυνση προς ..., ότε στην περιοχή των διυλιστηρίων της Ελευσίνας, όπου ομορρόπως έβαινε και το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος X2, έλαβε χώρα μεταξύ των οδηγών τούτων επεισόδιο, αναγόμενο στην οδήγηση και την προτεραιότητα επί της οδού. Όταν ο εκεί σηματοδότης έδειξε ερυθμό φως, ο κατηγορούμενος X2 προσπέρασε τον μηνυτή Ψ1 και ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του μπροστά του και διαγωνίως ώστε να παρεμποδίζεται η μετακίνηση του Ψ1. Αμέσως, ο X2 και ο συγκατηγορούμενός του X1, που καθόταν στο πίσω κάθισμα, κατήλθαν του αυτοκινήτου τους και κατευθύνθηκαν με επιθετικές διαθέσεις εναντίον του Ψ1, ο οποιός ευρίσκετο στη θέση του οδηγού του αυτοκινήτου του. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος X2 άρχισε να κτυπά με γροθιές και κλωτσιές το καπώ, τα φτερά, τις πόρτες του αυτοκινήτου του Ψ1, σπάζοντας την κεραία του και σκίζοντας την πλαστική κουκούλα του αυτοκινήτου του Ψ1, ενώ παράλληλα και ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος X1 έσπασε με κλωτσιές το τζάμι του οδηγού του αυτοκινήτου του Ψ1 και άρχισε με μανία να κτυπά τον Ψ1 με κλωτσιές και γροθιές στο κεφάλι και στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα, από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα που δέχθηκε ο Ψ1 από τον X1 στο κεφάλι και στο πρόσωπο να χάσει αιμόφυρτος τις αισθήσεις του. Από τα συνεχή αυτά κτυπήματα του X1, ο Ψ1 υπέστη κάταγμα του ζυγωματικού τόξου αριστερά, για το οποίο υποβλήθηκε στις ... σε χειρουργική επέμβαση προς ανάταξή του στο Νοσοκομείο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Ο Ψ1 υπέστη ακόμη μικρό κάταγμα ρινικών οστών, για το οποίο υποβλήθηκε σε ανάταξη στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας Θριάσειο. Υπέστη επίσης και εκχυμώσεις άνω και κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, ελαφρό περιορισμό της κινητικότητας του βολβού, ρήξη του επιπεφυκότα 1 mm από το σκληροκερατοειδές όριο με υπόσφαλμα ρινικό και οίδημα Berlin οπισθίου πόλου, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά στο μέτωπο και το βρεγματικό, εγκεφαλική θλάση και οίδημα με παρεκτόπιση της μεσαίας γραμμής. Η σφοδρότητα των κτυπημάτων του X1, τα οποία αυτός συνέχισε και όταν ο Ψ1 είχε εγκλωβισθεί στη θέση του αιμόφυρτος και είχε χάσει τις αισθήσεις τους, μαρτυρούν τον σκοπό του X1 να επιφέρει στον Ψ1 βαρειά σωματική βλάβη, την οποία και επέφερε. Οι ανωτέρω σωματικές βλάβες του Ψ1 προξένησαν σε αυτόν βλάβες της λειτουργικής ακεραιότητάς του και βαρύ τραυματισμό αυτού, δυσχεραίνοντας τη λειτουργία του αριστερού του οφθαλμού, και παρουσιάζοντας στο μέλλον σοβαρά προβλήματα στην όραση του αριστερού οφθαλμού. Πλέον τούτων, ο Ψ1 από τα παραπάνω κτυπήματα του X1 υπέστη και διανοητική πάθηση, η οποία του επιδεινώθηκε, αντιμετωπίζοντας ψυχολογικά προβλήματα, με συνέπεια να παρακολουθείται συστηματικά από ψυχίατρο, λαμβάνοντας ψυχοθεραπευτική αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω, η σκοπουμένη σωματική βλάβη του Ψ1 κρίνεται βαρεία, αφού τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρονικό διάστημα να χρησιμοποιεί το σώμα του και την διανόησή του. Περαιτέρω, η παρουσία του X2 και η επίθεση αυτού στο αυτοκίνητο του Ψ1 ήταν ουσιαστικώς στρεφομένη κατά του Ψ1, η εκδήλωση οργής κατά του Ψ1, η διευκόλυνση τούτου προς τον X1 με την έξοδο τούτου εκ του αυτοκινήτου του ως και η άμεση επιδοκιμασία του X1 στα κτυπήματα που αυτός κατέφερε στον Ψ1, ασφαλώς συνιστούν υλική και ψυχική συνέργεια του X2 στο έγκλημα της άνω σκοπούμενης σωματικής βλάβης σε βάρος του Ψ1.
Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία ότι ο κατηγορούμενος X1 πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της άνω σκοπουμένης βαρείας σωματικής βλάβης σε βάρος του Ψ1, ο δε X2 να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην ως άνω πράξη του X1. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μ.Ο.Ε. κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες, τον μεν πρώτο βαρείας σωματικής βλάβης του ανωτέρω παθόντος, τον δε δεύτερο απλής συνέργειας στην αξιόποινη πράξη του πρώτου και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παράγραφος 2δ' επέβαλε στον μεν πρώτο ποινή φυλάκισης τριών ετών, στον δε δεύτερο ποινή φυλάκισης ενός έτους, τις οποίες ανέστειλε επί τριετία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, επιτρεπτώς επισκοπούμενα προς έλεγχο της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, με την 11, 12/2005 απόφαση του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών αναβλήθηκε η κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων εκδίκαση της κατ' αυτών κατηγορίας για βαρειά σκοπούμενη σωματική βλάβη και απλή συνέργεια σ' αυτήν και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματο-γνωμοσύνης α) από οφθαλμίατρο και β) από νευρολόγο - ψυχίατρο, προκειμένου ο μεν πρώτος (οφθαλμίατρος) να αποφανθεί, αν εξαιτίας των σωματικών βλαβών που υπέστη οΨ1 από τα κτυπήματα στην κεφαλή στο επεισόδιο, που συνέβη στις ...επήλθε δυσχέρανση της λειτουργίας του αριστερού οφθαλμού του, με ποία μορφή και για ποιο χρονικό διάστημα. Επίσης, εάν η κατάσταση αυτή εξακολουθεί μέχρι σήμερα και σε καταφατική περίπτωση ποία η μελλοντική πρόβλεψη. Ο δε δεύτερος (νευρολόγος-ψυχίατρος) να αποφανθεί εάν, εξαιτίας του παραπάνω σε βάρος του παθόντος επεισοδίου, επήλθε διανοητική πάθηση και ποιάς μορφής, η οποία να καθιστά έκτοτε αναγκαία την ψυχιατρική του παρακολούθηση και σε καταφατική περίπτωση, ποία η μελλοντική πρόβλεψη. Διόρισε δε προς τούτο πραγματογνώμονες α) τον οφθαλμίατρο χειρουργό Ρ1 και β) τον ..., νευρολόγο - ψυχίατρο. Από αυτούς, ο μεν πρώτος, με την από ...Έκθεσή του Πραγματογνωμοσύνης, σε ό,τι αφορά την λειτουργία του αριστερού οφθαλμού του Ψ1, αποφάνθηκε ότι: "Ο δεξιός οφθαλμός έχει όραση 10/10 με διόρθωση. Το πρόσθιο τμήμα και οπίσθια τμήματα είναι φυσιολογικά. Ο αριστερός οφθαλμός έχει όραση. 10/10 με διόρθωση. Το πρόσθιο τμήμα, κατά τον επιπεφυκότα, εμφανίζει μικρή παλαιά, ουλή. Ο χοριοαμφιβληστροειδής εμφανίζει κατά την 7ην ώραν ουλές οφειλόμενες σε εφαρμογή argon laser. 1) Ο τύπος του τραυματισμού του βολβού με την ρήξη που περιγράφεται, χρειάζεται τοπική θεραπεία με κολλύρια, και αλοιφές, συνήθως επί ένα μήνα. 2) Το οίδημα του αμφιβληστροειδούς τύπου Berlin προκαλεί μεγάλη πτώση της οράσεως, η οποία αποκαθίσταται σταδιακά περίπου μετά έξι εβδομάδες. 3) Η ρωγμή του αμφιβληστροειδούς που εμφανίστηκε είναι επιπλοκή του τραυματισμού, αντιμετωπίστηκε όμως εγκαίρως με εφαρμογή argon laser. 4) Ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του, θα πρέπει να είχε ενοχλήματα και δυσκολίες στην καθημερινή του ζωή, τουλάχιστον επί έξι εβδομάδες. 5) Ο τραυματισμός του ενάγοντα ουδεμία επίπτωση έχει σήμερα στην οπτική λειτουργία του αριστερού οφθαλμού, συνιστάται όμως περιοδικός έλεγχος", ο δε δεύτερος, με την από ... Έκθεσή του Πραγματογνωμοσύνης, σε ό,τι αφορά την διανοητική λειτουργία του Ψ1, αποφάνθηκε ότι: "Ο Ψ1, όπως με πληροφόρησε, παρακολουθείται από τις 26/4/1999 από τον έγκριτο συνάδελφο κ. Ν1, νευρολόγο - ψυχίατρο, μέχρι σήμερα, με συμπτωματολογία έντονου άγχους, φοβίας και αδυναμίας να εκφράσει τον εαυτόν τον σε επίπεδο χειρισμού των συναισθημάτων του από χαμηλή αυτοεκτίμηση, εξαρτητική τάση από τους γονείς και αμφιθυμική συμπεριφορά. Ο Ψ1, πριν προσέλθει στον κ. Ν1 είχε δεκάχρονη εμπειρία ψυχιατρικής παρακολούθησης, ως αναφέρει, με φαρμακευτική αγωγή στα πλαίσια ανώριμης δομής και δυσλειτουργίας της προσωπικότητάς του, με φοβικούς δείκτες στα όρια κοινωνικής φοβίας και ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής. Το γεγονός της κακοποίησης από τον έντονο ξυλοδαρμό, που υπέστη στις ..., του προκάλεσε σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αλλά και ψυχολογικές επιπτώσεις, γιατί ήδη, ως φοβικό άτομο, φοβήθηκε έτι περαιτέρω εκδίκηση από το κάψιμο του αυτοκινήτου του μέχρι και για τη ζωή του, στα πλαίσια πάντα της φοβικής του και ψυχαναγκαστικής νεύρωσής του". Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ίδιοι ως άνω πραγματογνώμονες, εξεταζόμενοι ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατέθεσαν ο μεν Ρ1 "το πλήγμα ήταν αρκετά ισχυρό. Είχε βλάβη της ωχράς κηλίδας και αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, η οποία θεραπεύθηκε με λέιζερ. Δεν μπορώ να αξιολογήσω αλλοιώσεις του ματιού, ακόμη και σήμερα αποκαθίσταται μόνη της. Υπήρξαν προβλήματα, αλλά τώρα πια δεν έχουν καμμία σημασία", ο δε δεύτερος: "Ό,τι γράφω στην έκθεση, το περιέγραψε και ο κ. Ν1.... Υπήρχε κλειστή κάκωση με λειτουργικά προβλήματα. Η κατάστασή του είναι βελτιωμένη σίγουρα. Θα έχει μετατραυματική εμπειρία". Οι παραπάνω διαπιστώσεις των ανωτέρω πραγματογνωμόνων στις ως άνω εκθέσεις τους, τις οποίες και επαναλαμβάνουν και διευκρινίζουν επακριβέστερα στις ένορκες καταθέσεις τους στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες και αρκούν, κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, για την θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της βαρείας σκοπουμένης σωματικής βλάβης. Και τούτο, καθόσον: α) όσον αφορά την βλάβη που υπέστη ο παθών στον αριστερό του οφθαλμό δεν ήταν απαραίτητο να είναι μόνιμη, το δε χρονικό διάστημα που παρήλθε από τον τραυματισμό του μέχρι την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι ο ως άνω τραυματισμός δεν έχει πλέον επίπτωση στην οπτική του λειτουργία, ήτοι σχεδόν επταετία, εμπίπτει στην έννοια του απαιτουμένου στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος να διήρκεσε η μη χρησιμοποίηση αυτού για πολύ χρόνο, β) όσον αφορά την διανοητική βλάβη που υπέστη ο παθών, είναι αδιάφορο αν αυτός είχε διαπιστωθεί πριν από τον τραυματισμό του ότι ήταν φοβικό άτομο, αλλά αρκούσε το γεγονός ότι αυτός (τραυματισμός) συνετέλεσε στο να επιδεινωθεί η κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Έτσι, επομένως, κρίνοντας το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, αφού, κατά το περιεχόμενο του σκεπτικού, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη του και τις παραπάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, τοσούτον μάλλον που αυτές ταυτίζονται με τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των πραγματογνωμόνων που συνέταξαν αυτές, τις οποίες και έλαβε τούτο αναμφίβολα υπόψη του με την στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορά της κατηγορίας "των ενόρκων καταθέσεων" στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του.
Συνακόλουθα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη κατ' εκτίμηση αιτίαση, ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Μ.Ο.Ε. έλαβε υπόψη του τις ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, από τις οποίες προέκυπτε ότι οι σωματικές βλάβες του παθόντος έφεραν τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, και εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 310 του ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους των αποδιδομένων σ' αυτούς ως άνω αξιοποίνων πράξεων, χωρίς να δεχθεί ότι η σωματική βλάβη που επήλθε στον παθόντα ήταν μόνιμη. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.10.2008 αίτηση των 1) X1 και 2) X2, κατοίκων..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 417-418-419/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή