Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 781 / 2020    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 781/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, που εδρεύει στο Άγιο Όρος Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Λάμπρο Κιτσαρά που ανακάλεσαν τις από 2/11/2017 δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκαν στο ακροατήριο καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους Διονύσιο Χειμώνα, Νομικό Σύμβουλο και Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσαν την από 3/11/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαινόντων: 1) Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, που εδρεύει στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κτιστάκι και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ιεράς Κοινότητας Αγίου Όρους Άθω, που εδρεύει στις Καρυές Αγίου Όρους, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Παπαδημητρίου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Αρχιεπισκοπής Σινά και Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Θεοβάδιστου Όρους Σινά, που εδρεύει στην Αίγυπτο, 4) Ιεράς Βασιλικής, Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού Πάτμου, που εδρεύει στην Χώρα Πάτμου, 5) Οικουμενικού Πατριαρχείου, που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κτιστάκι και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 87/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 660/2009 μη οριστική και 197/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-6-2016 αίτησή του και τους από 10-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-6-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 197/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο, συνεκδικάζοντας, μεταξύ άλλων, τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 87/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που είχε δεχτεί, κατά πλειοψηφία, εν μέρει την εναντίον του αναιρεσιβλήτου από 21-1-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας για αναγνώριση κυριότητάς της στα περιγραφόμενα τμήματα ενιαίας έκτασης, συνολικού εμβαδού 27.044,50 στρεμμάτων, που περικλείει στο σύνολό της τη λίμνη Βιστονίδα και περιλαμβάνει και τις νησίδες, όπου ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου και η Παναγία Παντάνασσα, αφού απέρριψε την από 5-3-2014 αίτηση της αναιρεσείουσας περί ανάκλησης της 660/2009 μη οριστικής απόφασής του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχτηκε την από 27-3-2013 αίτηση του αναιρεσιβλήτου περί ανάκλησης της ίδιας 660/2009 μη οριστικής απόφασης, ως κατ’ ουσία βάσιμη, ανακάλεσε την 660/2009 μη οριστική απόφασή του, ως προς το σκέλος της περί επανάληψης της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, απέρριψε την από 5-1-2009 έφεση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχτηκε την από 18-12-2008 έφεση με τους από 3-8-2009 πρόσθετους αυτής λόγους του αναιρεσιβλήτου, ως προς το κεφάλαιο της εκκαλούμενης περί αναγνώρισης της αναιρεσείουσας κυρίας των εδαφικών τμημάτων: α) τμήμα Γ'(νησίδα Αντά Μπουρού) εμβαδού 1.720 στρεμμάτων, β) τμήμα Δ' (νησίδα, εμβαδού 2,10 στρεμμάτων), όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, οι εγκαταστάσεις και οι βοηθητικοί του χώροι, γ) τμήμα Ε' (νησίδα εμβαδού 0,4 στρεμμάτων), όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός της Παναγίας Παντάνασσας, όπως τα τμήματα αυτά απεικονίζονται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β. και εξαφάνισε αντίστοιχα την εκκαλούμενη απόφαση, εν μέρει, μόνο ως προς το αμέσως προαναφερόμενο κεφάλαιο, δικάζοντας στη συνέχεια επί της από 21-1-2003 αγωγής ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας κυρίας των αμέσως ανωτέρω εδαφικών τμημάτων, απέρριψε αυτή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο την προβληθείσα από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο ένσταση ιδίας κυριότητας στα επίδικα εδαφικά τμήματα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρ. 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, «αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν», προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, από την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 68 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει περαιτέρω ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι να υπάρχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά του ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, ο παρεμβαίνων, τόσο ως προς το δικαίωμά του, όσο και ως προς τη δημιουργία σε βάρος του υποχρέωσης, να απειλείται από τη δεσμευτικότητα, την εκτελεστότητα ή ανάλογα από τις τυχόν αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί. Έτσι, δεν αρκεί για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης το γεγονός ότι σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα σε συναφή διαφορά του με κάποιον από τους διαδίκους ή τρίτο, που είναι ή πρόκειται να καταστεί επίδικη, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του κρινόμενου νομικού ή πραγματικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του (ΑΠ Ολομ., 17/2015, 12/2013, 11/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, άσκησαν με δικόγραφο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: 1) Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, που εδρεύει στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 2 η Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους Άθω, που εδρεύει στις Καρυές Αγίου Όρους, 3) η Αρχιεπισκοπή Σινά και Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Θεοβάδιστου Όρους Σινά, που εδρεύει στην Αίγυπτο, 4) η Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού Πάτμου, που εδρεύει στη Χώρα Πάτμου, 5) το Οικουμενικό Πατριαρχείο που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, επικαλέστηκαν δε ως έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρέμβασής τους αυτής τα εξής: Α) Το πρώτο, τρίτη και τέταρτη τούτων «ότι τυχόν ερμηνεία από ένα ανώτατο Ελληνικό δικαστήριο, ότι οι Χρυσόβουλλοι Λόγοι, τα Πατριαρχικά Σιγίλλια και Τακρίρια, τα Σουλτανικά Βεράτια και τα Σουλτανικά Φιρμάνια, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, δεν αποτελούν νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας ή έστω δεν αποτελούν αξιόπιστο κριτήριο κυριότητας, είναι πολύ πιθανόν να αποτελέσει νομολογιακό προηγούμενο ανατρέποντας» τις επικαλούμενες «προηγούμενες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Β) Η δεύτερη προσθέτως παρεμβαίνουσα ότι «στην παρούσα δίκη κρίνεται ένα εκ των πλέον σημαντικών νομικών ζητημάτων ενός μέλους της (Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου), το οποίο όμως επιπλέον αφορά και τα λοιπά μέλη αυτής», ότι «ενδεχόμενη ερμηνεία από ένα ελληνικό δικαστήριο και μάλιστα από τον Άρειο Πάγο ότι οι Χρυσόβουλλοι Λόγοι, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, είτε δεν αποτελούν νόμιμο τίτλο παράγωγης κτήσεως κυριότητας, ή έστω δήθεν δεν αποτελούν αξιόπιστο κριτήριο κυριότητας, είναι πολύ πιθανόν να αποτελέσει νομολογιακό προηγούμενο με ανυπολόγιστες δυσμενείς συνέπειες, το αυτό ισχύει και για πιθανή ερμηνεία από την δικαστική απόφαση ότι τα Πατριαρχικά Σιγίλλια είτε δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τους Χρυσόβουλλους Λόγους, είτε δεν θεωρούνται συμπληρωματικά προς αυτούς στοιχεία ή εν πάση περιπτώσει κρίσιμα στοιχεία για την απόκτηση της κυριότητας, είτε, τέλος, μπορούν να αμφισβητηθούν με διάφορους αστήρικτους συλλογισμούς που δεν μπορούν μάλιστα πλέον να αποδειχθούν, το νομολογιακό αυτό προηγούμενο είναι απολύτως πιθανό, αν όχι βέβαιο, ότι θα καθοδηγεί και τις μελλοντικές αποφάσεις επί οποιουδήποτε σχετικού ζητήματος, είναι δε η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους από τους θεσμούς εκείνους που θα εθίγοντο αμέσως από ένα τέτοιο ενδεχόμενο.», ότι «ασκεί γενική εποπτεία και συντονισμό επί των έργων και της δραστηριότητος των καθ' έκαστα Ι. Μονών του Α.Ο. και επιτήρηση των θεσμών άσκησης της αυτοδιοίκησης εν Α.Ο., στην έννοια δε αυτής εμπίπτει και το ειδικό ενδιαφέρον να εποπτεύει και παρεμβαίνει και επί των αστικής φύσεως υποθέσεων εκάστης I. Μονής, επί μειζόνων ιδίως ζητημάτων, τα οποία, καίτοι δεν εγγίζουν άμεσα αστικά δικαιώματα είτε της αναιρεσείουσας μονής και κυρίας διαδίκου εναγούσης, είτε της παρεμβαίνουσας I. Κοινότητος, η τελευταία όμως ως συλλογικό όργανο διοικήσεως και συντονισμού όλων των I. Μονών του Α.Ο. έχει σαφώς αυτοτελές έννομο συμφέρον να έχει άμεσο γνώση και εποπτεία επί της τύχης των επιδίκων δικαιωμάτων της ενάγουσας και αναιρεσείουσας I. Μονής, ως προς τα δικαιοπαραγωγικά και εν γένει έννομα αποτελέσματα των Χρυσοβούλων Λόγων και Σιγιλλίων, και να υποστηρίξει νομίμως αυτά, ως δικαιώματα μέλους της συλλογικής υποστάσεως αυτής, συνδεομένου καταστατικώς με το νομικό σύνολο που απαρτίζει το όργανο της παρεμβαίνουσας ….. Λόγω δηλαδή του ειδικού καθεστώτος του Α.Ο. και του θεσμικού δεσμού εκάστης αγιορείτικης μονής προς την Ι. Κοινότητα, η τελευταία έχει αφ’εαυτής ειδικό έννομο συμφέρον να επικουρεί και να παρεμβαίνει σε κάθε μείζονα υπόθεση εκάστης μονής, το ειδικό δε και μείζον αυτό, ως εκ της καταστατικής λειτουργίας της, ενδιαφέρον της Ι. αγιορειτικής Κοινότητας συνιστά αυτόχρημα και το έννομο συμφέρον αυτής να υποστηρίξει δικανικώς τα κατά την κρίση της διακυβευόμενα έννομα αγαθά».
Γ) Το πέμπτο προσθέτως παρεμβαίνον, ότι, κατά το Ελληνικό Σύνταγμα (άρθρο 105 παρ. 1, 4), έχει «άμεση πνευματική δικαιοδοσία» επί όλων ανεξαιρέτως των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και «εποπτεύει την ακριβή τήρηση των Αγιορειτικών καθεστώτων», ενώ από τον εν ισχύ Καταστατικό Χάρτη (του Αγίου Όρους) του 1924, αναγνωρίζεται η εν ευρεία εννοία διοικητική εξουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη επί του Αγίου Όρους, ο οποίος Τον ορίζει επίσκοπο (άρθρο 5) και απαριθμεί τις αρμοδιότητες της εν ευρεία εννοία διοικητικής εξουσίας Του, όπως ενδεικτικώς
α) Οι Ιερές Μονές υπάγονται στην πνευματική δικαιοδοσία Του και δεν μνημονεύουν άλλον Αρχιερέα (άρθρο 5 του Χάρτη).
β) Για τις πνευματικές υποθέσεις, ανώτατο δικαστήριο είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης με την περί Αυτόν Ιερά Σύνοδο (άρθρο 43).
γ) Κατ’ εξαίρεση, για την εκδίκαση εκκλησιαστικών παραπτωμάτων, η τέλεση των οποίων συνεπάγεται καθαίρεση, αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο (άρθρο 52).
δ)Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκδίδει το Σιγίλλιο για την μετατροπή ιδιόρρυθμης μονής σε κοινόβια, την οποία αποφασίζει η Ιερά Κοινότητα (άρθρο 85),
ε) Μεταξύ των νομοθετικών πηγών, από τις οποίες απορρέει ο Χάρτης, απαντούν και τα Πατριαρχικά Σιγίλλια (άρθρο 188 παρ.2), ότι τις νομοθετικές, δικαστικές και διοικητικές αρμοδιότητες του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί του Αγίου Όρους κατοχυρώνει και το νομοθετικό διάταγμα της 10/16.9.1926 «περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους» (Α’309), όπως ενδεικτικώς α) Ο ίδιος ο Καταστατικός Χάρτης και, κατ'επέκταση, οι τροποποιήσεις του εγκρίνονται και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (άρθρο 1),
β) Μεταξύ των δικαστηρίων που δικάζουν εκκλησιαστικές παραβάσεις συγκαταλέγεται και η Εξαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (άρθρα 7 και 9),
γ) Κάθε παύση, παραίτηση ή έκπτωση ηγουμένου, επιτρόπου και μελών των μοναστηριακών συνάξεων, καθώς και η εκλογή νέων αναγγέλλεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (άρθρο 36), ότι το Ελληνικό Σύνταγμα έχει αναθέσει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο άμεσες εποπτικές εξουσίες επί του Αγίου Όρους για τα «πνευματικά» ζητήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα εν ευρεία εννοία διοικητικά, ότι επομένως, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει υποχρέωση να παρακολουθεί τις δικαστικές υποθέσεις των είκοσι Ιερών Μονών και των Μετοχίων αυτών και, ενίοτε, να παρεμβαίνει σε αυτές για την «ακριβή τήρηση των Αγιορειτικών καθεστώτων», τυχόν δε δυσμενείς αρνητικές εξελίξεις στις υποθέσεις αυτές έχουν άμεσες αντανακλαστικές συνέπειες στο αναγνωριζόμενο από το Σύνταγμα κύρος του εκκλησιαστικού και νομικού προσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προκαλώντας του μείωση και βλάβη, ότι είναι ο εκδότης των Πατριαρχικών Τακριρίων που τίθενται εν αμφιβόλω από την απόφαση 197/2015 του Εφετείου Θράκης και επομένως, ως εκδότης του εγγράφου, έχει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον να παρέμβει στην δίκη που κρίνεται η ισχύς των εγγράφων του, ενώ μαζί με όλες τις ομόδοξες Εκκλησίες, έχει εκ του άρθρου 3 του Ελληνικού Συντάγματος αρμοδιότητα (και υποχρέωση) να καθορίζει το δογματικό και μη δογματικό μέρος της Ανατολικής Ορθόδοξης Θρησκείας, ότι τα Πατριαρχικά Σιγίλλια αποτελούν-πρωταρχική-νομοθετική πηγή του κανονικού δικαίου της Εκκλησίας, μνημονευόμενα ως τέτοια («πηγή») στο άρθρο 188 παρ. 2 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους και συνεπώς κάθε αμφισβήτηση της νομικής ισχύος των Πατριαρχικών Σιγιλλίων ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους, έχει αντανακλαστικές επιβλαβείς συνέπειες στην ίδια την «ύπαρξη και το σκοπό» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ότι οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως είχαν, κατά το δίκαιο του Οθωμανικού Κράτους, δικαιοδοσία να επιλύουν διαφορές περί την κυριότητα της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας του Ελληνικού Γένους («Πατριαρχικά Δικαστήρια»), ότι τα έγγραφα που εξέδιδαν είχαν επίσημη ονομασία (Σιγίλλια ή Σιγγίλλια - εκ του λατινικού sigillum - και Τακρίρια - εκ του τουρκικού/αραβικού tugrir = αναφορά) και μορφή και καταγράφονταν με τάξη, καθώς και ότι η απόφαση 197/2015 του Εφετείου Θράκης, το οποίο με τις περιεχόμενες σε αυτή παραδοχές του, απέκρουσε το αποδεικτικό έγγραφο που προσκόμισε η Ιερά Μονή, δηλαδή το Τακρίριο του Πατριάρχη Νεόφυτου του Ζ' του 1791, έχει άμεσες αντανακλαστικές συνέπειες στο αναγνωριζόμενο από το Σύνταγμα κύρος του εκκλησιαστικού και νομικού προσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προκαλώντας του μείωση και βλάβη. Τα ανωτέρω όμως διαλαμβανόμενα στα δικόγραφα των πρόσθετων παρεμβάσεων δεν συγκροτούν, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη νομική σκέψη, το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον των παρεμβαινόντων για την παραδεκτή άσκησή τους στην παρούσα δίκη, αφού η έκβαση αυτής δεν μπορεί να θίξει ευθέως με τη δεσμευτικότητα, την εκτελεστότητα ή με αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί δικαιώματα των τελευταίων (παρεμβαινόντων) και γενικότερα να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τη νομική τους θέση. Επίσης, η τυχόν έκδοση μη ευνοϊκής για την αναιρεσείουσα απόφασης δεν πρόκειται να θίξει ευθέως ίδια δικαιώματα και να επηρεάσει νομικά, κατά οποιοδήποτε δυσμενή ή επιβλαβή τρόπο, τη θέση των παρεμβαινόντων, ούτε να δημιουργήσει οποιαδήποτε απειλή των έννομων συμφερόντων (δικαιωμάτων αυτών), ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή τους για την αποφυγή του κινδύνου τούτου, ενώ από την άσκηση της γενικής εποπτείας και συντονισμού επί των έργων και της δραστηριότητας των Ι. Μονών του Αγίου Όρους, καθώς και από την άμεση πνευματική δικαιοδοσία και εποπτεία επί του Αγίου Όρους, που επικαλούνται αντίστοιχα, η δεύτερη και το πέμπτο των προσθέτως παρεμβαινόντων, δεν απορρέει και το ειδικότερο δικαίωμά τους να ασκούν πρόσθετη παρέμβαση σε δίκη, που αφορά διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας Ι. Μονής κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα κείμενα εκτός της περιφέρειας του Αγίου Όρους, ούτε στα γενικά αυτά δικαιώματα που επικαλούνται μπορεί να θεμελιωθεί άμεσο έννομο συμφέρον τους, κατά την παραπάνω έννοια, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, υπέρ της αναιρεσείουσας ενάγουσας Μονής. Επομένως, οι ως άνω υπέρ της αναιρεσείουσας πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, για έλλειψη άμεσου έννομου συμφέροντος των παρεμβαινόντων προς άσκησή τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ «το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, πλην άλλων, και η θεμελιακή δικονομική αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με την οποία η ένδικη προστασία παρέχεται μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και μόνο κατά την έκταση που αυτή ζητείται, δηλαδή, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιάς διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε, παρά ταύτα, προβεί σε εκδίκαση και έκδοση απόφασης, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1α ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, ενώ αίρονται αναδρομικά οι συνέπειες της άσκησής της (ΑΠ 453/2007, ΑΠ 1348/2006).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, «η παραίτηση κατά τα άρθρα 294 και 296 ΚΠολΔ γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου». Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο, που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό του πληρεξούσιο, για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης παραίτησης, δηλαδή και η εξώδικη δήλωση, η οποία, κατ’ αρθ. 118 του ΚΠολΔ, επιδίδεται από τον δηλούντα διάδικο στον αντίδικό του (ΑΠ 834/2005). Με την ανωτέρω διάταξη, ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (Ολ. ΑΠ 1187/1981).
Η προαναφερόμενη δε παραίτηση συνιστά ανάκληση της συγκεκριμένης αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας, που ενυπάρχει στην εν λόγω αγωγή και έχει την έννοια παραίτησης μόνο από τη δημοσίου χαρακτήρα αξίωση του ενάγοντα έναντι της πολιτείας για έκδοση απόφασης στη συγκεκριμένη δίκη, που άρχισε με την άσκηση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας δηλώνεται η παραίτηση (ΑΠ 138/2014). Έτσι, μετά το πέρας της τελευταίας επ’ ακροατηρίου συνεδριάσεως και πρό της εκδόσεως της οριστικής απόφασης δεν είναι ισχυρή η τυχόν γενόμενη τέτοια ανάκληση της αίτησης, ούτε παρέχεται στο διάδικο, με οποιαδήποτε διάταξη του ΚΠολΔ ή των λοιπών νόμων, το δικαίωμα, όπως παραιτηθεί της επ’ ακροατηρίου γενόμενης και κηρυχθείσας περαιωμένης συζητήσεως, προκειμένου αυτή να θεωρηθεί ως μηδέποτε λαβούσα χώρα και ματαιωθεί η υπό του δικαστηρίου έκδοση της απόφασης. Αντίθετα, η υποχρέωση του δικαστηρίου να δημοσιεύσει απόφαση συζητηθείσας υπόθεσης, και μάλιστα εντός ευλόγου χρόνου, επιβάλλεται από την αρχή της έντιμης και δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται από τα άρθρα 8, 20 παρ. 1, 87 § § 1, 2, 93 § § 2, 3 του Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 300 επ. του ΚΠολΔ. Επομένως, αυτονόητο είναι ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να απαλλάξουν το δικαστήριο από την υποχρέωσή του αυτή, αφού ένα τέτοιο «δικαίωμά» τους, θα αντέβαινε στην αρχή που προαναφέρθηκε. Άλλωστε, η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης (ΑΚ 3), η ανάκληση όμως της αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας υπό την προαναφερόμενη έννοια, είναι ένα οψιγενές γεγονός που μπορεί κατ’ άρθρο 527 του ΚΠολΔ, να στηρίξει έφεση του τυχόν ηττηθέντος εναγομένου. Συνακόλουθα τούτων, παραίτηση που γίνεται με κατάθεση απλώς του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου, που εκκρεμεί η υπόθεση, χωρίς επίδοση αυτού στον αντίδικο του παραιτουμένου, καθώς και με έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ή με κοινή δήλωση των τελευταίων περί μη εκδόσεως αποφάσεως, μετά την περαίωση της συζήτησης της υπόθεσης στο δικαστήριο, αλλά και μετά την, κατ’ άρθρο 300 ΚΠολΔ, διάσκεψη, ψηφοφορία και λήψη απόφασης επί αυτής (υπόθεσης), είναι ανίσχυρη και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα για τη δημοσίευση της απόφασης του δικαστηρίου επί της ήδη συζητηθείσας ενώπιόν του υπόθεσης (π.ρ.β.λ. ΑΠ 680/1971).
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 300, 304 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2, 305 αρ. 1 και 5 Κ.Πολ.Δ., ορίζονται τα εξής: "Η απόφαση εκδίδεται μόνο από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ύστερα από την οποία εκδίδεται, και στα πολυμελή δικαστήρια ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση" (άρθρο 300). "Αφού ολοκληρωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο της απόφασης που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο εισηγητής" (άρθρο 304 παρ. 1 εδ. α'). "Από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση" (άρθρο 304 παρ. 2). "Το πρωτότυπο της απόφασης αναφέρει 1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή.... 5) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε" (άρθρο 305 αρ. 1 και 5). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι επί της εκάστοτε εκδικασθείσας υποθέσεως στα πολυμελή δικαστήρια, μετά τη διάσκεψη όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, σχηματίζεται δια ψηφοφορίας η δικαστική κρίση. Τούτο αποτελεί την έκδοση της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 300 ΚΠολΔ. Η νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου που την εξέδωσε προκύπτει από το πρωτότυπο της απόφασης αυτού. Το τελευταίο συντάσσεται μετά την περάτωση της ψηφοφορίας επί της υπό διάσκεψη υπόθεσης, (οπότε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την έννοια του άρθρου 300 θεωρείται εκδοθείσα η απόφαση), τη σύνταξη του σχεδίου της από τον Εισηγητή, τη χρονολόγησή του από τον Πρόεδρο και την υπογραφή του από αυτόν και τον Εισηγητή.
Στην αρχή της αποφάσεως πρέπει να αναφέρονται τα ονόματα των δικαστών, από τους οποίους συγκροτήθηκε το δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, με πρώτο το όνομα του προέδρου και ακολούθως τα ονόματα των άλλων δικαστών, που μετείχαν στη συζήτηση, κατά σειρά αρχαιότητας διορισμού, να γίνεται δε ειδική αναφορά του ονόματος του εισηγητή της υποθέσεως. Στο τέλος της απόφασης πρέπει επίσης να αναγράφεται ότι προηγήθηκε διάσκεψη και ο χρόνος που έγινε αυτή και ακολούθως ότι δημοσιεύθηκε η τελευταία και ο χρόνος δημοσίευσής της. Δεν απαιτείται να αναφέρονται τα ονόματα των δικαστών κατά τη διάσκεψη, αφού αυτά δεν μπορεί να είναι διαφορετικά από εκείνα της συζήτησης, κατ’ άρθρο 300 ΚΠολΔ, ενώ η δημοσίευση της απόφασης, που επιφέρει την τελείωσή της, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της έναντι των διαδίκων, συνιστά απλώς τυπική πράξη, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο και υπό άλλη σύνθεση, αφού, στην τελευταία περίπτωση, δεν παραβλάπτεται το κύρος της δημοσίευσης, ενόψει του ότι το υπό δημοσίευση σχέδιο δεν είναι δεκτικό μεταβολών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κίνδυνος δημοσίευσης άλλης απόφασης από εκείνη που εκδόθηκε.
Η σύνταξη σχεδίου της ήδη εκδοθείσας απόφασης από τον εισηγητή δικαστή, σύμφωνα με το άρθρο 304 ΚΠολΔ, που ακολουθεί κατά κανόνα την περάτωση της ψηφοφορίας, αποτελεί προπαρασκευή της δημοσίευσης, καθώς και προϋπόθεσή της. Έτσι, πριν από αυτή, (δημοσίευση), δεν αποτελεί απόφαση και, συνακόλουθα, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε δέσμευση του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να επανέλθει με νέα διάσκεψη και να καταλήξει σε νέα, διαφορετική από την προηγούμενη απόφαση, αφού η τελευταία λαμβάνει υπόσταση μόνο με τη δημοσίευσή της και από αυτή το σχέδιο αποτελεί δημόσιο έγγραφο, που παράγει πλήρη απόδειξη, ανεπίδεκτη ανταποδείξεως, πλην όμως επιτρέπεται η προσβολή της απόφασης ως πλαστής, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των σχετικών για την ένσταση πλαστότητας διατάξεων (ΚΠολΔ 312, 438). Για την ουσιαστική, επομένως, τήρηση της διάταξης του άρθρου 304 ΚΠολΔ, που απαιτεί την απλή σύνταξη του σχεδίου της απόφασης, αρκεί η σύνταξη του εν λόγω σχεδίου, που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης, έστω και ελλιπές, δυνάμενο να διορθωθεί είτε με τα ένδικα μέσα είτε με τις διατάξεις των άρθρων 315 επ ΚΠολΔ, από το δικαστήριο, που έχει εκδώσει την απόφαση και κατά περιεχόμενο αντιστοιχεί προς την υπόθεση που δικάστηκε (ΑΠ 897/2004, ΑΠ 448/2006, ΑΠ 1626/2010, ΑΠ 447/2011).
Εξάλλου, η, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 ΚΠολΔ., οριζόμενη υποχρέωση έκδοσης της απόφασης από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση και στα πολυμελή δικαστήρια από όλους τους δικαστές, που έλαβαν μέρος σε αυτή και μάλιστα, ύστερα από διάσκεψη τούτων, η οποία, ενόψει της παράθεσης του στερητικού «μόνο», αποκλείει, σε κάθε περίπτωση και για οποιοδήποτε ανεξαιρέτως λόγο, την έκδοση από άλλο ή άλλους δικαστές, έχει την έννοια ότι αποκλειστικώς από τους δικαστές αυτούς πρέπει να γίνει η εκτίμηση της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων παροχής έννομης προστασίας, της κατά το νόμο και την ουσία βασιμότητας της αίτησης και του αποδεικτικού υλικού, χωρίς οποιοδήποτε επηρεασμό από τρίτα πρόσωπα, παρόντα ή απόντα, δικαστές ή όχι, προϊσταμένους ή επιθεωρητές, γιατί ο νομοθέτης αξιώνει, για τη διασφάλιση του κύρους της δικαιοσύνης και της απονομής του δικαίου, το πόρισμα της απόφασης να είναι, έστω και εσφαλμένο, αποτέλεσμα της ελεύθερης, αδέσμευτης και ανεξάρτητης κρίσης των άνω δικαστών. Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 300 ΚΠολΔ, η ρύθμιση της οποίας αποτελεί ειδική εκδήλωση της συνταγματικής αρχής του «νόμιμου» ή «φυσικού δικαστή» (άρθρα 8 παρ. 1 Σ, 109 παρ. 1 ΚΠολΔ), που αποκλείει την αυθαίρετη αντικατάσταση του νόμιμου δικαστή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καθιερώνεται ο δημόσιας τάξης κανόνας έκδοσης της απόφασης από τους ίδιους δικαστές, ενώπιον των οποίων έγινε η προς τούτο συζήτηση στο ακροατήριο, αφού στην τελευταία στηρίζεται η απόφαση, ενώ ενδεχόμενη παράβασή της θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ, για μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου.
Εξαίρεση, όμως, του κανόνα της ως άνω διάταξης του άρθρου 300 ΚΠολΔ, που αποκλείει την αυθαίρετη αντικατάσταση του δικαστή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπονται διέξοδοι, σε περίπτωση αδυναμίας ή υπερβολικής καθυστέρησης έκδοσης της απόφασης, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικαστηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά, αν είναι δικαιολογημένη ή μη η καθυστέρηση και όταν αυτή κριθεί δικαιολογημένη, παρέχεται στο δικαστή προθεσμία δύο μηνών για τη δημοσίευση των αποφάσεων που καθυστερούν.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, η διαδικαστική πορεία της προκείμενης υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής:
Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης από 21-1-2003 αγωγή της, η αναιρεσείουσα Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους Ν.Π.Δ.Δ. (εφ’ εξής Ι.Μ.Β.), που εδρεύει στο Άγιο Όρος, επικαλούμενη έννομο συμφέρον προς άρση της αμφισβητούμενης από υπηρεσίες του εναγομένου, (ήδη αναιρεσιβλήτου), Ελληνικού Δημοσίου κυριότητάς της, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία εδαφικών εκτάσεων συνολικού εμβαδού 27.044,50 στρεμμάτων, όπως απεικονίζονται και οριοθετούνται στο από 25-10-2002 επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., υπό τα στοιχ. Α,Β,Γ,Δ,Ε συνεχόμενα τμήματα τούτων, στηρίζοντας, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, την κυριότητα αυτής στις επίδικες εκτάσεις, σε δωρεές που συντελέστηκαν με τους αναφερόμενους Χρυσόβουλλους λόγους βυζαντινών αυτοκρατόρων και ηγεμόνα, καθώς επίσης στην αδιάλειπτη επί αιώνες νομή και κατοχή της επίδικης έκτασης, από την εποχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων, με την άσκηση των αναφερόμενων στην αγωγή κατ’ ιδίαν διακατοχικών πράξεων, στη διατήρηση των υφιστάμενων, δυνάμει των ως άνω βυζαντινών Χρυσοβούλλων, απαράγραπτων δικαιωμάτων κυριότητάς της επί της λίμνης Μπουρού μετά των επίδικων εκτάσεων, κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, διότι η Μοναστηριακή περιουσία κηρύχθηκε Ιερά και σεβαστή δυνάμει του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, αλλά και των εκδοθέντων σχετικών σουλτανικών Φιρμανίων/Βερατίων, στην επισφράγιση (επικύρωση/ επιβεβαίωςη), των ίδιων δικαιωμάτων κυριότητάς της, δυνάμει των ανωτέρω Χρυσοβούλλων, με τα αναφερόμενα Πατριαρχικά Σιγγίλια, και στην αναγνώριση αυτών, (δικαιωμάτων κυριότητάς της δυνάμει των ανωτέρω Χρυσοβούλλων), από την Ελληνική Πολιτεία, με επίσημες πράξεις της, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, χωρίς να είναι αναγκαία η μεταβίβαση άλλων μετοχίων της Μονής προς το Δημόσιο, ενώ, όσον αφορά τις προσχώσεις της λίμνης, οι οποίες εφάπτονται των παραλίμνιων κτημάτων και οχθών της, που έγιναν μέχρι την άσκηση της αγωγής και εξακολουθούν να γίνονται από τους μικρούς και μη πλεύσιμους ποταμούς, που εκβάλλουν σε αυτή (Λίμνη), υποστηρίζει ότι ανήκουν στην κυριότητα της ίδιας, (Μονής), σύμφωνα και κατ’ αναλογία με το άρθρο 1069 του ΑΚ.
Επί της αγωγής αυτής και της προβληθείσας, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την 5-11-2003, ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στις επίδικες εκτάσεις, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ’ αριθμ. 87/2008 οριστική απόφαση του ανωτέρω Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, το οποίο δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, την αγωγή εν μέρει, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, αναγνωρίζοντας την ενάγουσα Ι.Μ.Β. κυρία των εξής εδαφικών τμημάτων: α) τμήμα Γ': (νησίδα Αντά Μπουρού), εμβαδού 1.720 στρεμμάτων, (εκτός της εκτάσεως που περιελήφθη κατά τον καθορισμό της χερσαίας ζώνης λιμένος Λάγους, εμβαδού 150.000 τ.μ.), β) τμήμα Δ': (νησίδα Αγίου Νικολάου), εμβαδού 2,10 στρεμμάτων, όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, οι εγκαταστάσεις και οι βοηθητικοί αυτού χώροι και γ) τμήμα Ε': (νησίδα), εμβαδού 0,4 στρεμμάτων, όπου είναι κτισμένη η εκκλησία της Παναγίας της Παντάνασσας, όπως αυτά (εδαφικά τμήματα) απεικονίζονται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Σύμφωνα δε με τη διαλαμβανόμενη στην ως άνω απόφαση βεβαίωςη, αυτή: «Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Κομοτηνή την 21η Απριλίου 2004 …….. Δημοσιεύθηκε στην Κομοτηνή, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2008», με την αναφερόμενη σύνθεση.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν: Α') η από 18-12-2008 (αριθμ. εκθ. κατ. 104/23-12-2008) έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με τους από 3-8-2009 (αριθμ. εκθ. κατ. 16/7-8-2009) πρόσθετους λόγους αυτής και Β') η από 5-1-2009 (αριθ. εκθ. κατ. 5/5-1-2009) έφεση της ενάγουσας Ι.Μ.Β., με τις οποίες οι διάδικοι ζήτησαν, για τους αναφερόμενους στα ανωτέρω δικόγραφα λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς τις επιβλαβείς για τον καθένα διατάξεις της, με σκοπό αντίστοιχα είτε να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή (το εναγόμενο), είτε να γίνει δεκτή στο σύνολό της (η ενάγουσα). Επί των αντίθετων αυτών εφέσεων και των πρόσθετων λόγων της πρώτης, που συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 660/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία: 1) Έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης έφεσης. 2) Απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν ο πρώτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας περί ακυρότητας της πρωτόδικης απόφασης, ως εκδοθείσας και δημοσιευθείσας κατά παράβαση της διαθετικής αρχής, δεδομένου ότι τόσο η ίδια, όσο και το αντίδικό της εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 25-6-2004 κοινή δήλωσή τους, που απεύθυναν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζήτησαν να μην εκδοθεί απόφαση επί της εκκρεμούσης ενώπιόν του ένδικης αγωγής της, επειδή, κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτής του Εφετείου: «… η εν λόγω δήλωση υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά τη διάσκεψη της κρινόμενης υπόθεσης, η οποία έλαβε χώρα, όπως βεβαιώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη, στις 21-4-2004, οπότε και είχε ουσιαστικά διαμορφωθεί η βούληση του δικαστηρίου για την επίδικη υπόθεση, με συνέπεια την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης …. Ούτε άλλωστε η επικαλούμενη από την εκκαλούσα, στον ίδιο λόγο, παραίτησή της από το δικόγραφο της επίδικης αγωγής, με το από 6-8-2004 σχετικό δικόγραφο, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αρ. 1484/ΤΠ86/6-9-2004, εμπόδιζε τη δημοσίευση αποφάσεως επί της ουσίας για το λόγο αυτό, αφού η εν λόγω παραίτηση, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δ., για να επιφέρει τα αποτελέσματά της, (κατάργηση δίκης), απαιτεί την επίδοση του δικογράφου αυτού στον αντίδικο του παραιτούμενου, …. επίδοση την οποία δεν επικαλείται αλλά ούτε αποδεικνύεται ότι προέβη η εκκαλούσα». 3) Διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προς το σκοπό να προσκομιστούν με επιμέλεια των διαδίκων, σε επικυρωμένα αντίγραφα, οι προτάσεις αυτών, που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά της ως άνω απόφασης η ενάγουσα Ι.Μ.Β. άσκησε την από 12-5-2010 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1β' και 553 παρ. 1β' του ΚΠολΔ., με την 608/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που έκρινε ότι η προσβαλλόμενη με αυτή 660/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης δεν είναι οριστική, υπό την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, «καθόσον δεν περατώνει όλη τη δίκη, αλλά είναι εν μέρει οριστική και, συνεπώς, ούτε κατά της περιλαμβανόμενης σε αυτή οριστικής διάταξης (ως προς την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσής της) επιτρέπεται αναίρεση». Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Θράκης, 1) με την από 27-3-2013 (αριθμ. εκθ. κατ. 177/12-4-2013) κλήση προς περαιτέρω συζήτηση εφέσεων και πρόσθετων λόγων έφεσης-αίτηση ανάκλησης της υπ’ αριθμ. 660/2009 μη οριστικής απόφασής του, που υπέβαλε το καλούν-αιτούν-εκκαλούν-εφεσίβλητο-εναγόμενο, (ήδη αναιρεσίβλητο), Ελληνικό Δημόσιο και 2) με την από 5-3-2014 (αριθμ.εκθ. κατ. 156/6-3-2014) κλήση προς περαιτέρω συζήτηση Εφέσεων-αίτηση ανάκλησης της ίδιας ως άνω μη οριστικής απόφασης (660/2009) της καλούσας-αιτούσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, (ήδη αναιρεσείουσας), Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους Ν.Π.Δ.Δ., εκδόθηκε δε επί τούτων η προσβαλλόμενη 197/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Ειδικότερα, το τελευταίο, ερευνώντας τη δεύτερη από 5-3-2014 αίτηση της εκκαλούσας-εφεσίβλητης-ενάγουσας για ανάκληση της υπ’ αριθμ. 660/2009, μη οριστικής απόφασής του, κατά το σκέλος της, με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσής της, δέχεται ότι «πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-ενάγουσα Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, με τον πρώτο λόγο της από 5-1-2009 (αριθ. εκθ. κατ. 5/2009) έφεσής της προβάλλει ακυρότητα της εκκαλουμένης απόφασης, για το λόγο ότι εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε, κατά παράβαση της διαθετικής αρχής, αφού τόσο η ίδια όσο και το αντίδικό της εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 25-6-2004 κοινή δήλωσή τους, που απηύθυναν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζήτησαν να μην εκδοθεί απόφαση επί της, εκκρεμούσης σ' αυτό και συζητηθείσης, στις 5-11-2003, αγωγής της (εκκαλούσας) κατά του ήδη εφεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι μεν νόμιμος ….. κρίνεται, όμως, απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν. Τούτο δε, διότι, όπως από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, η εν λόγω δήλωση υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά τη διάσκεψη της κρινόμενης υπόθεσης, η οποία έλαβε χώρα, όπως βεβαιώνεται στην εκκαλουμένη απόφαση, στις 21-4-2004, οπότε και είχε ουσιαστικά διαμορφωθεί, τελικά, η βούληση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και είχε ληφθεί η απόφαση για την επίδικη υπόθεση, με συνέπεια την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης ……… Ούτε άλλωστε η επικαλούμενη από την ενάγουσα-εκκαλούσα στον ίδιο λόγο παραίτησή της από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, με το από 6-8-2004 σχετικό δικόγραφο, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με αριθμ. 1484/ΤΠ86/6-9-2004, εμπόδιζε τη δημοσίευση απόφασης επί της ουσίας για το λόγο αυτό, αφού, η εν λόγω παραίτηση, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ, για να επιφέρει τα αποτελέσματά της (κατάργηση δίκης), απαιτεί την επίδοση του δικογράφου αυτού στον αντίδικο του παραιτουμένου …… επίδοση την οποία δεν επικαλείται η ενάγουσα-εκκαλούσα, αλλά ούτε και αποδεικνύεται, από πουθενά ότι έγινε τέτοια επίδοση. Επομένως, ορθά ακολούθησε η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το σχέδιο, που συνέταξε η Εισηγήτρια και υπέγραψε αυτή και η (μειοψηφίσασα) Πρόεδρος, και, συνακόλουθα, όσα για το αντίθετο προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της από 5-1-2009 (αριθ. εκθ. κατ. 5/2009), έφεσης είναι αβάσιμα και, εντεύθεν, ο λόγος αυτός απορριπτέος, καθώς, επίσης (απορριπτέα) η υπό κρίση από 5-3-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 156/6-3-2014) αίτηση ανάκλησης της υπ` αριθμ. 660/2009 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά το σκέλος της, με το οποίο απορρίφθηκε, ως αβάσιμος, με τις ίδιες παραδοχές και αιτιολογίες, ο παραπάνω λόγος της έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β……».
Ήδη η αναιρεσείουσα με τον ένατο λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 15, 17, 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας αντίστοιχα, κατ’εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, 1) με την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσής της, παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της εκκαλούμενης 87/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, αφού το τελευταίο, μετά την υποβολή, στις 25-6-2004, της κοινής δήλωσης των διαδίκων περί ανακλήσεως της παράστασής τους και μή εκδόσεως αποφάσεως επί της συζητηθείσας, στις 5-11-2003, από 21-1-2003 αγωγής της, δεν είχε πλέον την εξουσία να αποφανθεί επί αυτής (αγωγής), κατ’ εφαρμογή των δικονομικών αρχών διαθέσεως και συζητήσεως (106 ΚΠολΔ), άλλως των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ, 2) απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της 'Εφεσής της, επικύρωσε και ενσωμάτωσε την εκκαλούμενη 87/2008 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανακαλώντας κατ’ ουσία τις υπ’ αριθμ. 86, 87, 88/2004 οριστικές αποφάσεις του ίδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που είχαν απορρίψει ως απαράδεκτες τις ασκηθείσες στην κύρια δίκη πρόσθετες υπέρ του εναγόμενου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου παρεμβάσεις, οι οποίες είχαν προσδιοριστεί και εκδικαστεί σε δικάσιμο μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 15 ΚΠολΔ, 3) με δεδομένο ότι οι απορριπτικές των πρόσθετων παρεμβάσεων υπ’ αριθμ. 86,87, 88/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και η εκκαλούμενη 87/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, συναπαρτίζουν μία ενιαία δικαστική κρίση, αφού απαντούν στο ένα και μοναδικό αντικείμενο της δίκης, δηλαδή στο αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας της ενάγουσας επί των επίδικων εκτάσεων, πλην όμως, ενόψει του ότι οι παρεμβάσεις συζητήθηκαν σε άλλη δικάσιμο από την κύρια δίκη, έτυχε να εκδοθούν επί του ενιαίου και ενός αντικειμένου τέσσερις αποφάσεις, οι οποίες, μολονότι αποτελούν ένα αναπόσπαστο και ενιαίο σύνολο, περιέχουν οριστικές διατάξεις αντιφατικές μεταξύ τους, κατά τρόπο ώστε η ύπαρξη των αντιφατικών αυτών διατάξεων να ιδρύει, για την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ, 4) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ισχυρισμούς, ότι: α) η οριστική διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επί της αγωγής της δεν εχώρησε στις 21-4-2004, αλλά διαμορφώθηκε στις 25-6-2004, που έγινε νέα διάσκεψη επί της υπόθεσης, κατά την οποία το Δικαστήριο, αφού έλαβε γνώση της από 25-6-2004 κοινής δήλωσης των διαδίκων, για την οποία αποφάνθηκε ότι θεωρεί παραδεκτή και έγκυρη, έκρινε οριστικώς, ότι δεν θα εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής και για τον ίδιο λόγο απέρριψε τις ως άνω παρεμβάσεις, β) η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, όχι μόνο κατά παράβαση της αρχής της διαθέσεως, που προαναφέρθηκε, ενώ τα μέρη είχαν υποβάλλει την ως άνω κοινή δήλωση, αλλά και κατά προφανώς απαγορευμένη επέμβαση και ανατροπή της αυθεντικής μεταγενέστερης διαφορετικής κρίσης του Δικαστηρίου με άνωθεν επέμβαση, ήτοι «με αντιμετώπιση του ζητήματος κατά τη γνώμη του Επιθεωρητή», η οποία επιβλήθηκε στους Δικαστές της συνθέσεως, μετά από ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής κρίσης του φυσικού Δικαστή της υπόθεσης από άλλον, έτσι ώστε η απόφαση αυτή να είναι μία κρίση που διαμορφώθηκε όχι από την ελεύθερη δικαστική βούληση των φυσικών δικαστών της υπόθεσης, αλλά με έξωθεν και άνωθεν παρέμβαση κατά αφόρητη παραβίαση του ΚΠολΔ, του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, 5) δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε (άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ), και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τις υπ’ αριθμ. 86, 87, 88/2004 οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της ενώπιόν του, προς απόδειξη των ισχυρισμών που στηρίζουν τον πρώτο λόγο της 'Εφεσής της, σχετικά με την αντικανονική και αντιδικονομική διαδικασία έκδοσης και δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, μετά την υποβολή της ως άνω κοινής δήλωσης των διαδίκων, με την υποκατάσταση της δικαστικής κρίσης του φυσικού δικαστή από την κρίση του προϊσταμένου της επιθεώρησης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι: Α) κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, σκέλος του αβάσιμος, καθόσον, όπως δέχτηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η διάσκεψη όλων των Δικαστών, που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της ένδικης αγωγής, έγινε στις 21-4-2004, οπότε, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΚΠολΔ, θεωρείται εκδοθείσα η σχετική επί αυτής απόφασή τους, η δε επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα κοινή δήλωση των διαδίκων, που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την 25-6-2004, ήτοι μετά την ολοκλήρωση της διάσκεψης των δικαστών του και την οριστική λήψη της απόφασής τους για την επίδικη υπόθεση, ήταν ανίσχυρη και δεν είχε οποιαδήποτε έννομη σημασία ή συνέπεια.
Κατόπιν τούτων, ορθώς αγνοήθηκε η επίμαχη δήλωση από τα μέλη της σύνθεσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, μη δεσμευόμενο από την υποβολή της, όφειλε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, να δημοσιεύσει τη ληφθείσα, κατά την ως άνω διάσκεψη, απόφασή του, για την συζητηθείσα επίδικη υπόθεση, επιβαλλομένης της υποχρέωσής του αυτής από την αρχή της έντιμης και δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται από τα άρθρα 8, 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 2, 93 παρ. 2,3 του Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 300 επ. ΚΠολΔ.
Επίσης, ούτε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραίτησή της από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, με το από 6-8-2004 σχετικό δικόγραφο, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με αριθμό 1484/ΤΠ86/6-9-2004, εμπόδιζε τη δημοσίευση απόφασης επί της ουσίας, αφού η παραίτηση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ, για να επιφέρει τα αποτελέσματά της (κατάργηση δίκης), απαιτεί την επίδοση του δικογράφου της στον αντίδικο του παραιτουμένου και τέτοια επίδοση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, ούτε αποδείχτηκε ότι έγινε.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, αποφαινόμενο ότι οι διάδικοι δεν μπορούσαν, μετά την περαίωση της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μάλιστα μετά τη γενόμενη, όπως δέχεται, διάσκεψη επί της ένδικης υπόθεσης, να ματαιώσουν την περαιωθείσα συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί αυτής, παραιτούμενοι από την συντελεσθείσα συζήτησή της με την από 25-6-2004 κοινή δήλωσή τους, συμμορφώθηκε προς τις αναφερόμενες στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη διατάξεις και δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο ή την ακυρότητα της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Β) Κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 15 και 17 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ο ανωτέρω ένατος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η προβλεπόμενη στη πρώτη περίπτωση πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ. 15 ΚΠολΔ) προϋποθέτει, α) ότι η ανακαλούμενη απόφαση είναι οριστική και β) ότι και οι δύο αποφάσεις (ανακαλούσα και ανακαλούμενη), είναι του ίδιου δικαστηρίου (ΑΠ 140/2006), ενώ στην προκείμενη περίπτωση, οι φερόμενες ως ανακαλούσα και ανακαλούμενη αποφάσεις δεν είναι του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου), η δε προβλεπόμενη από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ιδρύεται, όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ολικά ή μερικά, στο διατακτικό της και η αντίφαση εντοπίζεται στο διαδικαστικό έγγραφο αυτής, όχι όμως αν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ της απόφασης του δευτεροβάθμιου και της επικυρωθείσας ή άλλης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή της (ΑΠ 1775/2007, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 309/2014).
Περαιτέρω, όσον αφορά τις αιτιάσεις που περιέχονται στο τέταρτο και πέμπτο σκέλος του ίδιου ένατου λόγου αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 11γ' αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005). Έτσι, πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1434/2010). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα τέτοιο ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνον που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11, περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 12/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ'ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005).
Συνακόλουθα τούτων, το Εφετείο, υπό τις ως άνω παραδοχές του, έλαβε ασφαλώς υπόψη του τους περιεχόμενους στο ως άνω τέταρτο σκέλος του ένατου λόγου αναίρεσης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που προαναφέρθηκαν, αλλά τους απέρριψε ρητώς και «εκ των πραγμάτων» ως αβάσιμους, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή τους και συγκεκριμένα, ότι η από 25-6-2004 κοινή δήλωση των διαδίκων, περί ματαιώσεως και μή εκδόσεως αποφάσεως για την επίδικη υπόθεση, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά τη διάσκεψη όλων των δικαστών του, ενώπιον των οποίων συζητήθηκε στις 5-11-2003 η αγωγή της αναιρεσείουσας, οπότε σχηματίστηκε οριστικά η δικαστική κρίση τους και θεωρείται εκδοθείσα κατ’ ουσία η επί αυτής απόφασή τους, που έλαβε χώρα, όπως δέχτηκε το Εφετείο, στις 21-4-2004 και όχι στις 25-6-2004, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη προς τούτο τις υπ’ αριθμ. 86, 87, 88/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αυτές απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι ασκηθείσες υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου πρόσθετες παρεμβάσεις, που είχαν εκδικαστεί αυτοτελώς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης στη δικάσιμο της 19-5-2004, κατά την οποία, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο εκείνο, «δεν υπάρχει για το παραδεκτό της ασκήσεώς τους εκκρεμής δίκη, υπό την έννοια όμως όχι της εκκρεμότητας δικαστικής διαγνώσεως, αλλά της εκκρεμούς διαδικασίας, αφού η κύρια αγωγή συζητήθηκε σε προγενέστερη δικάσιμο (5-11-2003) και πλέον δεν εκκρεμεί ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου», ώστε να είναι δυνατή η συνεκδίκασή τους, δεδομένου ότι, κατά την μείζονα σκέψη του ίδιου Δικαστηρίου, «η δίκη που δημιουργείται με την πρόσθετη παρέμβαση, δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη, που ανοίχτηκε με την αίτηση ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί …, καθόσον ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι μόνο υποκείμενο της διαδικασίας και μόνο διαδικαστικές πράξεις ενεργεί και δεν υποβάλλει ίδιο δικαίωμα προς διάγνωση», ενώ, ανεξαρτήτως της ορθότητας των αποφάσεων αυτών, δεν διαλαμβάνεται στις τελευταίες κρίση του Δικαστηρίου ότι θεωρεί παραδεκτή και έγκυρη την από 25-6-2004 κοινή δήλωση των διαδίκων ή ότι δεν θα εκδοθεί απόφαση επί της κύριας αγωγής, μετά την υποβολή της, η οποία μόνο διηγηματικώς αναφέρεται στις ως άνω αποφάσεις και δεν συνδέεται με τις έννομες συνέπειες που αποδίδει σε αυτή (κοινή δήλωση) η αναιρεσείουσα.
Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη των διαλαμβανόμενων στον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και τις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η τελευταία, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους. Ενόψει των εκτεθέντων, ο ως άνω ένατος λόγος αναίρεσης, κατά τα προαναφερόμενα τέταρτο και πέμπτο σκέλη του, από τους αριθμούς 8β' και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Παράλληλα, υπό τα ανωτέρω νομικά και πραγματικά δεδομένα, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους διαλαμβανόμενους στον πρώτο λόγο Έφεσης της αναιρεσείουσας ισχυρισμούς σχετικά με την έκδοση και δημοσίευση της εκκαλούμενης 87/2008 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά την υποβολή της από 25-6-2004 κοινής δήλωσης των διαδίκων περί ματαιώσεως και μή εκδόσεως αποφάσεως επί της ένδικης διαφοράς, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, 8, 20, 87 Σ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αλλά διέλαβε σε αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Τούτο δε διότι, όπως προαναφέρθηκε, η επίμαχη κοινή δήλωση των διαδίκων ήταν ανίσχυρη και δεν είχε οποιαδήποτε έννομη σημασία ή συνέπεια, όταν υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την 25-6-2004, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της διάσκεψης όλων των Δικαστών του, ενώπιον των οποίων συζητήθηκε την 5-11-2003 η αγωγή της αναιρεσείουσας, που έλαβε χώρα στις 21-4-2004, οπότε, κατά την έννοια του άρθρου 300 ΚΠολΔ, θεωρείται εκδοθείσα η επ’ αυτής απόφασή του, το δε Δικαστήριο είχε υποχρέωση να δημοσιεύσει τη συγκεκριμένη απόφαση, όπως επιβάλλεται από την αρχή της έντιμης και δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 8, 20 παρ. 1, 87 παρ. 1, 2, 93 παρ. 2, 3 του Σ., 6 της ΕΣΔΑ και 300 επ. ΚΠολΔ, ενώ οι διάδικοι δεν μπορούσαν να απαλλάξουν το Δικαστήριο από την υποχρέωσή του αυτή, αφού ένα τέτοιο δικαίωμά τους, δεσμευτικά ασκούμενο, θα αντέβαινε στην ίδια αρχή που προαναφέρθηκε. Έτσι, η από 25-6-2004 κοινή δήλωση των διαδίκων ορθώς αγνοήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως, κατ’άρθρο 304 ΚΠολΔ, επακολούθησε στις 6-11-2008 η δημοσίευση της ληφθείσας στη διάσκεψη της 21-4-2004 απόφασής του, από σχέδιο που συνέταξε η Εισηγήτρια Δικαστής, χρονολογημένο και υπογεγραμμένο από την ίδια και την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, το οποίο, μη δεσμευόμενο από την ως άνω κοινή δήλωση των διαδίκων περί ματαιώσεως και μή εκδόσεως αποφάσεως επί της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, με τη μεταγενέστερη δημοσίευση της ως άνω απόφασής του, που επέφερε την τελείωσή της, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ούτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί με αυτή. Επομένως, ο δέκατος λόγος της υπό κρίση αίτησης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο ενδέκατος λόγος αυτής από τους αριθμούς 8 και 9 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση των οποίων η αναιρεσείουσα προβάλλει περιστατικά αντίθετα από εκείνα που δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
To γεγονός, δε, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Αλλά και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1620/2005). Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Δικαστή, όμως τούτο δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης ή ότι οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της τελευταίας (δημόσιας τάξης), περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 562 ΚΠολΔ, με τις διατάξεις των άρθρων 556 § 2, 570 §§ 1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με την επ’ αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (Α.Π. 621/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους έβδομο και όγδοο κύριους λόγους της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του αριθμού 8 άλλως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή σε κάθε περίπτωση, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα, δέχτηκε αντίστοιχα α) ότι το Ελληνικό Δημόσιο, που αρνήθηκε αιτιολογημένα την κυριότητά της στις επίδικες εκτάσεις, είχε προτείνει επί τούτων και ένσταση ιδίας κυριότητας, την οποία όμως πρώτη φορά διατύπωσε στους πρόσθετους λόγους της έφεσής του κατά της 87/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, αλλά το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής και β) ότι στην ένδικη αγωγή της, την οποία στήριξε αποκλειστικά σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των επίδικων εκτάσεων δυνάμει των επικαλούμενων χρυσόβουλλων λόγων, περιέχεται και ιστορική βάση πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας τούτων με χρησικτησία. Από τους λόγους όμως αυτούς ο μεν έβδομος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκαν, είχε προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα νόμιμα, ενόψει και των σχετικών παραδοχών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, προέβαλε δικαίωμα ιδίας κυριότητας επί των επίδικων εκτάσεων, ο δε όγδοος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, στο δικόγραφό της διαλαμβάνεται, πλην άλλων και ιστορική βάση πρωτότυπου τρόπου κτήσεως κυριότητας των επίδικων εδαφικών εκτάσεων με χρησικτησία.
Περαιτέρω, το Εφετείο ερευνώντας στη συνέχεια κατ’ ουσία τους λοιπούς λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, καθώς και τη συνεκδικασθείσα έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου με τους πρόσθετους αυτής λόγους δέχτηκε, πλην άλλων, τα ακόλουθα:
«Η επίδικη εδαφική έκταση, κείμενη κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο Ν. Ροδόπης και κατά το μικρότερο στο Ν. Ξάνθης, συνολικού εμβαδού 27.044,50 στρεμμάτων, απεικονίζεται στο από 25-10-2002 τοπογραφικό διάγραμμα, του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., το οποίο είναι συνημμένο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, και συντάχθηκε, μετά από υπόδειξη των ορίων από τους εκπροσώπους της ενάγουσας Ι.Μ.Β., όπως σημειώνεται στο σώμα αυτού. Αποτελείται από πέντε επί μέρους εδαφικά τμήματα και ειδικότερα:1) Το τμήμα Α': είναι εδαφική έκταση, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται περιμετρικά της λίμνης Βιστωνίδας και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, υπό τα περιμετρικά στοιχεία 1 έως 154, τα οποία βρίσκονται στην εξωτερική πλευρά της και οριοθετούν το δυτικό, βόρειο και ανατολικό όριο αυτής, που συνορεύει με ιδιοκτησίες τρίτων, καθώς και υπό τα περιμετρικά στοιχεία 155 έως 227, τα οποία βρίσκονται στην εσωτερική πλευρά της έκτασης και οριοθετούν τις όχθες της λίμνης Βιστωνίδας, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Όπως από την απλή επισκόπηση του τοπογραφικού διαγράμματος προκύπτει η έκταση αυτή στην εσωτερική πλευρά της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, εν μέρει, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λίμνης Βιστωνίδας, η οποία στο νότιο μέρος της επικοινωνεί με τη θάλασσα, και, εν μέρει, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους. Ένα τμήμα της, εμβαδού 1.385 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στο Ν. Ξάνθης και απεικονίζεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα, υπό τα περιμετρικά στοιχεία 227-226-225-224-223-222-221-220-219-218-217-216-215-3-13-14-15-18-19-21, καλύπτεται σήμερα από δασική βλάστηση (τάμαριξ, λεύκη λευκή και υδροχαρή δασική βλάστηση), σε ποσοστό 100%, και έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος, της κατηγορίας του άρθρου 3 παρ.2 του Ν.998/1979, με την υπ' αριθμ. 2469/5-8-2003 ήδη αμετάκλητη πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Ξάνθης. Ένα άλλο τμήμα της, εμβαδού 2.850,14 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στο Ν.Ροδόπης, στη θέση «Βάλτα», καλύπτεται σήμερα από δασική και χορτολιβαδική βλάστηση, της κατηγορίας του άρθρου 3 παρ.1, 2 και 6β' του Ν. 998/1979. Μάλιστα, στα πλαίσια διασφάλισης και προστασίας των δικαιωμάτων του το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, για το τμήμα αυτό, ως δημόσιο κτήμα, εξέδωσε το υπ' αριθμ. 3/4-6-2003 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Διευθυντή Δασών Ροδόπης (άρθρο 2 Α.Ν. 263/1968), σε βάρος του Δήμου Ιάσμου και της κοινοπραξίας «ΑΓΡΟΔΙΟΠΑΡΚ-Δ.Ε.Α.Ι.», αμφισβητώντας το κύρος της συναφθείσης μεταξύ των τελευταίων σύμβασης μίσθωσης. Επίσης, τμήματα της εν λόγω έκτασης, που βρίσκονται στο Ν.Ροδόπης, καλύπτονται σήμερα, κατά θέσεις, από δασική και χορτολιβαδική βλάστηση, της κατηγορίας του άρθρου 3 παρ.1, 2 και 6β' του Ν. 998/1979. Επιπλέον, τμήματα της εν λόγω έκτασης, εμπίπτουν σε κυρωθείσες διανομές του Υπουργείου Γεωργίας, με τις οποίες έγιναν αποκαταστάσεις προσφύγων από το έτος 1930 και μετέπειτα, καθώς και αναδασμών. Ειδικότερα, εδαφική έκταση, εμβαδού τουλάχιστον 7.881,109 στρεμμάτων, που βρίσκεται στο Ν.Ροδόπης και απεικονίζεται υπό τα περιμετρικά στοιχεία 32-33-34-35-36-37-38-39-40…210-211-212-213-214-215-31-32, στο από 12-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β. (ταυτιζόμενο ως προς τις απεικονίσεις του με το συνημμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου τοπογράφου μηχανικού), εμπίπτει στα αγροκτήματα Φαναρίου, Γλυκονερίου, Ν.Καλλίστης, Σάλπης, Διαλαμπής, Κοπτερού και Αμαξάδων, από αυτήν δε, έκταση, α) εμβαδού 3.619,842 στρεμμάτων έχει χαρακτηρισθεί, ως καλλιεργούμενη, β) εμβαδού 2.383,905 στρεμμάτων, ως κοινόχρηστη, και γ) εμβαδού 1.877,905 στρεμμάτων, ως κοινοτική. Επιμέρους τμήμα αυτής, εμβαδού 117,576 στρεμμάτων, που εμπίπτει στο αγρόκτημα Αμαξάδων, έχει χαρακτηρισθεί, ως αρχαιολογικός χώρος (πόλη Αναστασιούπολης του 5ου μ.Χ. αιώνα), με την υπ' αριθμ. 4499/12-6-1964 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 239Β'/30-6-1964). Ομοίως, εδαφική έκταση, εμβαδού τουλάχιστον 2.769,251 στρεμμάτων, που βρίσκεται στο Ν.Ξάνθης, εμπίπτει στα αγροκτήματα Σελίνου, Ν.Κεσσάνης και Πολυσίτου και έχει χαρακτηρισθεί, ως κοινόχρηστη, χέρσα κ.λ.π. Επίσης, σε τμήμα αυτής, εμβαδού 97,10 στρεμμάτων, υφίσταται από το έτος 1954 εγκατεστημένη λευκοφυτεία (βλ. από 27-5-2002 τεχνική έκθεση Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ροδόπης, από 16-4-2002 τεχνική έκθεση Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ξάνθης, υπ' αριθμ. 1959/20-6-2003 και 1812/15-5-2009 έγγραφα Δ/νσης Δασών Ροδόπης, υπ' αριθμ. 2387/8-7-2003 και 3550/6-10-2003 έγγραφα Δ/νσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας Ν. Ροδόπης με συνημμένο πίνακα, υπ' αριθμ. 9698/29-8-2003 έγγραφο Διαχείρισης Αγροτικής Γης Ν. Ροδόπης, υπ' αριθμ.2119/25-6-2003 έγγραφο Δ/νσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας Ν. Ξάνθης, υπ'αριθμ. 2469/5-8-2003, 2519/6-8-2003 και 1579/31-5-2005 έγγραφα Δ/νσης Δασών Ν. Ξάνθη και υπ'αριθμ. 1670/7-7-2003 έγγραφο της 12ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων). 2) Το τμήμα Β': είναι εδαφική έκταση, εμβαδού 172 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται έναντι του οικισμού Λάγος και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β., υπό τα περιμετρικά στοιχεία 228 έως 232. Αποτελεί εδαφικό τμήμα της ευρισκόμενης στο νότιο μέρος της λίμνης Βιστωνίδας νησίδας Αντά Μπουρού, η οποία διαχωρίστηκε το έτος 1938 σε δύο τμήματα, μετά από τεχνητή διάνοιξη του υπάρχοντος μικρού φυσικού διαύλου και συνορεύει βόρεια με λιμένα Λάγος, νότια με τη θάλασσα (Αιγαίο πέλαγος), ανατολικά με δίαυλο του λιμένα Λάγος και δυτικά με αγρούς. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, η έκταση αυτή στο βόρειο και ανατολικό μέρος της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λίμνης, η οποία στο νότιο μέρος της επικοινωνεί με τη θάλασσα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, στο νότιο δε μέρος της, έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους. Ολόκληρη η εδαφική αυτή έκταση σήμερα περιλαμβάνεται στα όρια της χερσαίας ζώνης του λιμένα Λάγος. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 401/5-2-1992 απόφαση του Νομάρχη Ξάνθης, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 170 Δ'/ 25-2-1992), εγκρίθηκε η υπ' αριθμ. 3/6-3-1991 πράξη της Λιμενικής Επιτροπής του Λιμενικού Ταμείου Λάγος, με την οποία καθορίστηκαν τα όρια της χερσαίας ζώνης του λιμένος Λάγους, όπως αυτά ορίζονται με πράσινη συνεχή πολυγωνική γραμμή στα επτά τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία συνοδεύουν την ανωτέρω πράξη της Λιμενικής Επιτροπής και θεωρήθηκαν από τη Δ.Τ.Υ. Ν.Ξάνθης, στη συνέχεια δε, η χερσαία αυτή ζώνη, επεκτάθηκε με την υπ' αριθμ. 5/1/1-7-1998 πράξη της Λιμενικής Επιτροπής του Λιμενικού Ταμείου Λάγος, που εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. 5382/4613/12-8-1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Α.Μ.Θ.. Η καθορισθείσα διοικητικώς χερσαία ζώνη αρχίζει μετά την οριογραμμή του αιγιαλού του λιμένα Λάγος. Η οριογραμμή του αιγιαλού καθορίστηκε με την από 3-12-1987 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού Οριογραμμής Αιγιαλού και Παραλίας στο λιμένα Λάγος Ν. Ξάνθης και τα τοπογραφικά διαγράμματα του τοπογράφου μηχανικού Ξάνθης Κ. Β., που θεωρήθηκαν από τη Δ.Τ.Υ. Ν. Ξάνθης και συνοδεύουν την ως άνω έκθεση, η οποία επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 1830/1-3-1988 απόφαση του Νομάρχη Ξάνθης, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 251 Δ'/24-3-1988) και ορίζεται με συνεχή πολυγωνική γραμμή χρώματος ερυθρού, που σημαδεύεται από τις κορυφές Α'1 έως Α' 55 (βλ. και υπ' αριθμ. 2215/6-8-2003 έγγραφο Λιμενικού Ταμείου Λάγος). Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι, με την υπ'αριθμ. 8/7/12-8-2002 πράξη της Λιμενικής Επιτροπής Λάγος, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας Ι.Μ.Β., τμήμα της χερσαίας ζώνης αποχαρακτηρίστηκε, πλην όμως, εκκρεμεί η έκδοση εγκριτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας και της δημοσιεύσεώς της στο ΦΕΚ, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ισχύει η προηγουμένως νομοτύπως καθορισθείσα χερσαία ζώνη, δεδομένου ότι η υποκείμενη σε έγκριση πράξη στερείται εκτελεστότητας προ της εγκρίσεως και ενσωματώνεται στην εγκριτική, που αναδύει τις έννομες συνέπειές της από τη δημοσίευσή της στο ΦΕΚ. Ολόκληρη η εδαφική έκταση, καλύπτεται σήμερα από τραχεία πεύκη, σε ποσοστό 100%, ηλικίας των δένδρων 60 ετών περίπου σήμερα, έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος (άρθρο 3 παρ.1 και 4 παρ. 1 εδ. α' και παρ.2 εδ. β' του ν.998/1979), εντός δε αυτού υπάρχει περιφραγμένος χώρος και παρατηρητήριο για προστασία αποικίας ερωδιών και τουριστικό περίπτερο (βλ. την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2469/5-8-2003 αμετάκλητη πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Ξάνθης και υπ'αριθμ. 2469/5-8-2003, 2519/6-8-2003 και 1579/31-5-2005 έγγραφα Δ/νσης Δασών Ν. Ξάνθης). 3) Το τμήμα Γ': είναι εδαφική έκταση, εμβαδού 1.870 στρεμμάτων περίπου, η οποία βρίσκεται ανατολικά του οικισμού Λάγος και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β., υπό τα περιμετρικά στοιχεία 233 έως 236, 166, 237 έως 244, 157, 245 έως 249, 233. Αποτελεί εδαφικό τμήμα της ευρισκόμενης στο νότιο μέρος της λίμνης Βιστωνίδας νησίδας Αντά Μπουρού, η οποία διαχωρίστηκε το έτος 1938 σε δύο τμήματα, όπως προαναφέρθηκε (μετά από τεχνητή διάνοιξη του υπάρχοντος μικρού φυσικού διαύλου), μεταξύ της λίμνης και του θαλάσσιου κόλπου του Πόρτο Λάγος και συνορεύει βόρεια με κανάλι της λίμνης Βιστωνίδας, ανατολικά με λιμνοθάλασσα, νότια με τη θάλασσα (Αιγαίο πέλαγος) και δυτικά με δίαυλο του λιμένα Λάγος. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, η έκταση αυτή στο βόρειο και δυτικό μέρος της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λίμνης, η οποία στο νότιο μέρος της επικοινωνεί με τη θάλασσα, στο ανατολικό μέρος της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λιμνοθάλασσας (όπως αναφέρεται στο τοπογραφικό διάγραμμα) και στο νότιο μέρος της, έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους. Ένα τμήμα της, εμβαδού 150 στρεμμάτων, περιλαμβάνεται σήμερα στα όρια της χερσαίας ζώνης Λιμένος Λάγος, που καθορίστηκε, με την προαναφερθείσα διοικητική διαδικασία. Επί της νησίδας αυτής υπάρχουν ιχθυοτροφικές και ιχθυογεννητικές εγκαταστάσεις και φυλάκιο, που εξυπηρετούν τη λειτουργία και εκμετάλλευση του παρακειμένου φυσικού ιχθυοτροφείου Βιστωνίδας (βλ. το υπ' αριθμ. 305/19-12-1995 έγγραφο της Εποπτείας Αλιείας της Νομαρχίας Ξάνθης). Σύμφωνα με την υπ'αριθμ. εκθ. κατ. 30/24-3-1998 αγωγή διανομής της ενάγουσας Ι.Μ.Β. κατά του αλιευτικού συνεταιρισμού «Ά. Ν.» ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης οι ιχθυοτροφικές και κτιριακές εγκαταστάσεις καταλαμβάνουν έκταση, εμβαδού 75 στρεμμάτων περίπου, και ο ιχθυογεννητικός σταθμός και το φυλάκιο, εμβαδού 1.350 στρεμμάτων περίπου. 4) Το τμήμα Δ': είναι μικρή νησίδα, εμβαδού 2,10 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται εντός της λίμνης Βιστωνίδας, στο νότιο τμήμα αυτής, και σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, ολόκληρη η περίμετρός της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λίμνης. Σε τμήμα της νησίδας αυτής έχει κτισθεί η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, οι εγκαταστάσεις και βοηθητικοί χώροι αυτής και 5) Το τμήμα Ε': είναι μικρή νησίδα, εμβαδού 0,40 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται εντός της λίμνης Βιστωνίδας, στο νότιο τμήμα αυτής, και σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, ολόκληρη η περίμετρός της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λίμνης. Σε τμήμα της νησίδας αυτής έχει κτισθεί η εκκλησία της Παναγίας της Παντάνασσας. Αυτή είναι η σημερινή πραγματική κατάσταση των πέντε (5) επί μέρους εδαφικών τμημάτων της επίδικης έκτασης. Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό, από τώρα, ότι, τμήματα της επίδικης έκτασης, όπως οριοθετούνται από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. και απεικονίζονται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β., όπως από την απλή επισκόπιση αυτού προκύπτει, ταυτίζονται με τις όχθες της λίμνης Βιστωνίδας, τον αιγιαλό αυτής στο νότιο μέρος της, όπου επικοινωνεί με τη θάλασσα και τον αιγιαλό της θάλασσας (Αιγαίο Πέλαγος). Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ισχυρίζεται, με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ότι τα δικαιώματα κυριότητάς της επί των επιδίκων μικρών εντός της λίμνης Βιστωνίδας νησίδων (τμήματα Δ' και Ε'), στις οποίες έχουν κτισθεί οι προαναφερόμενες εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας Παντάνασσας, αντιστοίχως, «έλκονται και από τα δικαιώματα κυριότητάς της επί της λίμνης». Δεδομένου ότι, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησίδων αυτών σχετίζεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης, θα διερευνηθεί και αυτό, από το παρόν Δικαστήριο. Η λίμνη Βιστωνίδα - Νταλιάνη ή λίμνη Μπουρού (παλαιότερη ονομασία), η οποία βρίσκεται στη Θράκη, στα όρια των Νομών Ξάνθης και Ροδόπης, έχει συνολική επιφάνεια 48.000 στρεμμάτων περίπου, περίμετρο 30.000 μέτρων περίπου, μέγιστο μήκος 12.450 χιλιομέτρων και μέγιστο πλάτος 7.000 χιλιομέτρων. Το μέσο βάθος της προσδιορίζεται σε 2,50 μέτρα, ενώ το βαθύτερο σημείο της προσδιορίζεται σε βάθος 3,50 μέτρων. Η λίμνη επικοινωνεί με την ανοικτή θάλασσα, στο νότιο μέρος της, μέσω διωρύγων (καναλιών), κατά τρόπο άμεσο και μόνιμο. Στη βόρεια πλευρά της εισρέουν τρεις ποταμοί, ο Κόσυνθος, ο Κομψάτος και ο Τραύος, οι οποίοι την τροφοδοτούν με ύδατα, γι' αυτό και τα ύδατα της λίμνης στο βόρειο τμήμα της είναι γλυκά, ενώ στο νότιο, λόγω της εισόδου υδάτων της θάλασσας, είναι αλμυρά, όπως σε όλες τις λιμνοθάλασσες, τα δε αναπτυσσόμενα εκεί ψάρια είναι ίδια με αυτά της ανοικτής θάλασσας. Τα αβαθή ύδατά της προσφέρονται για ιχθυοτροφικές δραστηριότητες, με την εκμετάλλευση των μετακινήσεων των ψαριών, από και προς το εσωτερικό της, κυρίως για αναπαραγωγή. Σε νομοθετήματα, τα οποία αφορούν τη διαχείριση της λίμνης [Α.Ν. 16/19-11-1935 (ΦΕΚ Α'568/19-11-1935), Β.Δ. 7-8-1940, Α.Ν. 1924/1951 κ.λ.π.], χαρακτηρίζεται ως λιμνοθάλασσα, ενώ σε άλλα δημόσια έγγραφα, χαρακτηρίζεται, άλλοτε ως λίμνη και άλλοτε ως λιμνοθάλασσα. Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν-εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1936 εκμισθώνει αυτήν μετά του ιχθυοτροφείου της στον αλιευτικό συνεταιρισμό «Ο Ά. Ν.», για ιχθυοτροφική εκμετάλλευση, στις προσκομιζόμενες δε συμβάσεις μισθώσεως αναφέρεται σε άλλες, ως λιμνοθάλασσα, και, σε άλλες, ως λίμνη. Στην υπ' αριθμ. 41/1929 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και στην υπ'αριθμ. 111/2000 γνωμοδότηση της Ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους χαρακτηρίζεται ως λιμνοθάλασσα. Ως μεγάλη λίμνη χαρακτηρίζεται στην προαναφερόμενη μελέτη του Μ. Σ. (ΝοΒ 57 σελ. 36). Στην από 1-5-1922 διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας Ι.Μ.Β. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε χαρακτηρισθεί ως «γνωστή λιμνοθάλασσα», ενώ στην ένδικη από 15-1-2003 αγωγή, χαρακτηρίζεται ως «λίμνη». Με τις προτάσεις της προς το Δικαστήριο τούτο η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ισχυρίζεται ότι η λίμνη συνιστούσε ανέκαθεν ένα «υπερμεγέθες ιχθυοτροφείο» και ότι υπήρξε, διαχρονικώς, «ιδιωτική λίμνη-ιχθυοτροφείο» και, ουδέποτε, κοινόχρηστη. Στην από 20-7-2011 τεχνική έκθεση του Ν. Ζ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα Ι.Μ.Β., αναφέρεται ότι το νότιο τμήμα της λίμνης Βιστωνίδας επικοινωνεί με τη θάλασσα, μέσω διαύλων-πόρων (όρμος του Πόρτο Λάγος), σχηματίζοντας ένα λιμνοθαλάσσιο τμήμα (το οποίο δημιουργήθηκε το έτος 1938, μετά από τεχνητή διάνοιξη του υπάρχοντος μικρού φυσικού διαύλου), με υφάλμυρα ύδατα, ενώ στο βόρειο τμήμα της λίμνης τα ύδατα είναι γλυκά. Οι μάρτυρες Α. Β., μοναχός, (κατά κόσμον Α. Φ.) και Κ. Χ., Διευθυντής Τμήματος Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, που εξετάστηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας Ι.Μ.Β., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τη χαρακτηρίζουν ως λίμνη, ενώ ο μάρτυρας, Κ. Π., τοπογράφος μηχανικός, υπάλληλος της Διεύθυνσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Ν.Ροδόπης, που εξετάσθηκε με επιμέλεια του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανέφερε ότι η Βιστωνίδα είναι μία από τις τρεις μεγαλύτερες σε έκταση λίμνες της Ελλάδας και λιμνοθάλασσα, διότι επικοινωνεί με τη θάλασσα, δηλαδή έχει φυσική πρόσβαση σ'αυτή και μάλιστα τρεις (προσβάσεις). Ο Ν. Π., υπάλληλος του συνεταιρισμού «Ά. Ν.» στην προσκομιζόμενη από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. υπ'αριθμ. 13411/13-5-2008 ένορκη βεβαίωσή του, η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνεται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανέφερε ότι υπάρχουν τρεις φυσικές έξοδοι της λίμνης προς τη θάλασσα. Επίσης, ο Δ. Τ., Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν.Ροδόπης, στην προσκομιζόμενη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, υπ'αριθμ. 119/2013 ένορκη βεβαίωσή του, η οποία, ομοίως, δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και επίσης λαμβάνεται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανέφερε ότι η Βιστωνίδα είναι μεγάλη λίμνη, ως η τέταρτη σε έκταση στην Ελλάδα, και λιμνοθάλασσα, ως έχουσα άμεση και διαρκή επικοινωνία με τη θάλασσα, ότι θεωρείται κοινόχρηστη και ότι οι ποταμοί, που ρέουν σ' αυτή, έχουν αέναη ροή και μάλιστα ο Κομψάτος και ο Τραύος έχουν ύδατα ακόμη και το θέρος. Στην από Φεβρουάριο 2010 υδρολογική μελέτη-τεχνική έκθεση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Δ/νη Τεχνικών Μελετών), την οποία επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αναφέρεται ότι ο ποταμός Κομψάτος χαρακτηρίζεται από σημαντικές πλημμυρικές απορροές, χειμαρρώδους χαρακτήρα, τόσο κατά το χειμώνα όσο και κατά το θέρος, και ότι, η βασική απορροή της λεκάνης του είναι συνεχής καθ' όλη την διάρκεια του έτους. Η Γ. Π., ιχθυολόγος, η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σε άλλη υπόθεση μεταξύ των διαδίκων, στην ένορκη κατάθεσή της, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 4711/2012 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, ομοίως, λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανέφερε ότι πρόκειται για λιμνοθάλασσα, η οποία έχει επικοινωνία με την θάλασσα σε τρία σημεία, ένα φυσικό στόμιο, που υπήρχε ανέκαθεν και είναι κάτω από τη γέφυρα της Εθνικής οδού και ανατολικά, ένα τεχνητό στόμιο στη δυτική της πλευρά και ένα (στόμιο) μεταξύ των δυο προαναφερομένων. Η Ελλάδα, μετά την επικύρωση της συνθήκης Ραμσάρ (Ν.Δ. 191/19/20-1-1974, ΦΕΚ Α'350/20-1-1974), περιέλαβε τον υδροβιότοπο της Βιστωνίδας στον κατάλογο δίκτυο Natura 2000 των προστατευομένων οικοτόπων και υγροβιοτόπων της χώρας μαζί με τα είδη χλωρίδας και πανίδας αυτών, καθόσον αυτή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υγροτόπους της, με ιδιαίτερα πλούσια βιοποικιλότητα. Με την υπ' αριθμ. 5796/29-3-1996 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων – Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β'854/16-9-1996) η λίμνη Βιστωνίδα χαρακτηρίσθηκε, ως υγροβιότοπος, που υπάγεται στο «Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης», ενώ με την υπ' αριθμ. 44549/17-10-2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης - Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων-Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής - Μακεδονίας Θράκης, η οποία επίσης δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ'497/17-10-2008), χαρακτηρίσθηκε, ως υγροβιότοπος με λιμνοθαλάσσια και λιμναία χαρακτηριστικά, που υπάγεται σε περιοχή, που χαρακτηρίζεται ως Εθνικό Πάρκο με περιφερειακή ζώνη, με την ονομασία «ΕΘΝΙΚΟ-ΠΑΡΚΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ». Η Βιστωνίδα-Νταλιάνη, επομένως, είναι ένας υδροβιότοπος με μεγάλο σε έκταση υδάτινο οικοσύστημα με ορνιθολογικό και ενάλιο πλούτο, στο νότιο τμήμα της είναι υφάλμυρη λιμνοθάλασσα, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα της είναι λίμνη, και εμπίπτει στην κατηγορία των μεγάλων λιμνών, καθόσον αυτή έχει δημιουργηθεί και τροφοδοτείται από αέναη εισροή υδάτων, που προέρχονται από τους ως άνω τρεις (3) ποταμούς, έχει μεγάλη επιφάνεια, περίμετρο, μήκος και πλάτος και είναι μία από τις μεγαλύτερες σε έκταση λίμνες της Ελλάδος, τέταρτη σε έκταση μετά την Τριχωνίδα, τη Βόλβη και τη Βεγορίτιδα, απορριπτομένου του ισχυρισμού της ενάγουσας, ότι υπήρξε, διαχρονικώς, ιδιωτική λίμνη. Οι επίδικες προπεριγραφείσες τρεις νησίδες, όπου είναι κτισμένες οι εκκλησίες Αγίου Νικολάου και Παντάνασσας και Αντά Μπουρού (τμήμα Γ' μετά το διαχωρισμό της) ευρίσκονται στο νότιο τμήμα της λίμνης, όπου είναι υφάλμυρη λιμνοθάλασσα, όπως προαναφέρθηκε. Δηλαδή, περιβρέχονται οι δυο μικρότερες από τα ύδατα της λιμνοθάλασσας και η τρίτη Αντά Μπουρού στο ανατολικό, βόρειο και δυτικό μέρος της από τα ύδατα της λιμνοθάλασσας και στο νότιο μέρος της, της θάλασσας του Αιγαίου Πελάγους, όπως προαναφέρθηκε. Επίσης, τμήματα της ξηράς της επίδικης παραλίμνιας εδαφικής έκτασης εφάπτονται εν μέρει με τα ύδατα της λιμνοθάλασσας και εν μέρει με τα ύδατα της θάλασσας του Αιγαίου Πελάγους, όπως προαναφέρθηκε. Με την πάροδο των αιώνων, βέβαια, η γεωφυσική μορφή της λίμνης και των παραλιμνίων εκτάσεών της μεταβλήθηκε. Ειδικότερα, η επιφάνειά της, που σε απώτατους και απώτερους χρόνους ήταν μεγαλύτερη, αλλά ακόμη και σε πρόσφατο χρόνο, ως παρακάτω αναφέρεται, σμικρύνθηκε, εξαιτίας προσχώσεων και εναπόθεσης φερτών γήϊνων υλών, οι οποίες μεταφέρονταν από τα ύδατα των εκβαλλόντων στη λίμνη ποταμών, Κόσυνθου, Κομψάτου και Τραύου και χειμάρρων της περιοχής και οι όχθες της μετατοπίστηκαν, εξαιτίας της υποχώρησης της μέσης στάθμης της επιφανείας της. Στην προαναφερόμενη από 20-7-2011 τεχνική έκθεση του Ν. Ζ., αναφέρεται ότι, κατά την περίοδο των ετών 1904-2008, η επιφάνεια της λίμνης σμικρύνθηκε, λόγω φυσικών φαινομένων, και ειδικότερα, ότι η επιφάνειά της το έτος 1904 ήταν 57.319 στρέμματα, το έτος 1938 ήταν 52.007 στρέμματα, το έτος 1976 ήταν 48.897 στρέμματα και το έτος 2008 ήταν 46.796 στρέμματα. Επίσης, στην ίδια τεχνική έκθεση αναφέρεται ότι, κατά την ίδια περίοδο (1904-2008), η επιφάνεια της περιβάλλουσας τη λίμνη παραλίμνιας έκτασης αυξήθηκε και ειδικότερα ότι το έτος 1904 ήταν 30.901 στρέμματα, το έτος 1938 ήταν 45.413 στρέμματα, το έτος 1976 49.987 στρέμματα και το έτος 2008 ήταν 54.332 στρέμματα. Στοιχεία, όμως, για τη μεταβολή της γεωφυσικής μορφής της λίμνης και της παραλίμνιας έκτασής της, για την προγενέστερη του έτους 1904 χρονική περίοδο, δεν προσκομίζονται από τους διαδίκους. Εξαιτίας των γεωφυσικών μεταβολών (προσχώσεις, μετατόπιση οχθών της λίμνης) η κατά το παρελθόν επιφάνεια της λίμνης και οι παραλίμνιες εκτάσεις της έχουν διαφοροποιηθεί. Μάλιστα, η ενάγουσα Ι.Μ.Β., με τις προτάσεις της προς το Δικαστήριο τούτο, ισχυρίζεται ότι οι επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων (επίδικο τμήμα Α'), κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, δεν ταυτίζονται με τις παραλίμνιες εκτάσεις, την κυριότητα των οποίων μαζί με τη λίμνη απέκτησε, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, με βάση τους επικαλούμενους μεταβιβαστικούς τίτλους, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή της, για τους οποίους θα γίνει κατωτέρω αναφορά, αλλά αποτελούν σταδιακά αποκαλυφθείσες εδαφικές εκτάσεις του τότε βυθού της λίμνης, εξαιτίας της υποχώρησης των υδάτων αυτής, χωρίς ωστόσο, να προσδιορίζει τη χρονική περίοδο των μεταβολών αυτών, ούτε ποιες εδαφικές εκτάσεις αποτελούσαν χερσαίες και ποιες λιμναίες εκτάσεις, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ούτε την ακριβή θέση, την έκταση και τα όρια των εκτάσεων που αποκαλύφθηκαν, ούτε ποιές εκ των επιδίκων παραλιμνίων εκτάσεων ταυτίζονται, κατά θέση, έκταση και όρια, με τμήματα του τότε βυθού της λίμνης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, όπου βρίσκεται η στενότερη πεδινή διάβαση, μεταξύ της οροσειράς της Ροδόπης και της λίμνης, υπήρχε κατά τα ρωμαϊκά χρόνια πόλη, η οποία έφερε την ονομασία «Στάβλοι του Διομήδη ή Κόσσινθος». Κατά τους χρόνους του βυζαντινού αυτοκράτορος Αναστασίου A' (491-518μ.Χ.) η πόλη ενισχύθηκε με ισχυρά τείχη και προς τιμή του ονομάστηκε Αναστασιούπολη. Το έτος 549 μ.Χ. Σκλαβηνοί επιδρομείς πολιόρκησαν και κατέστρεψαν τα τείχη της πόλεως, όμως, ο Ιουστινιανός (527-565μ.Χ.) αμέσως τα ενίσχυσε και παράλληλα έκτισε ένα ισχυρό τείχος, μήκους πέντε (5) χιλιομέτρων, για να αναχαιτίσει τις επιδρομές των βαρβάρων. Ο ίδιος (Ιουστινιανός) ταυτόχρονα έκτισε ένα άλλο φρούριο, στην κεντρική είσοδο της λιμνοθάλασσας, με σκοπό την προστασία της πόλεως από τις επιδρομές από θαλάσσης, το οποίο ονομάστηκε Τόπαρον (κατ’ άλλη γραφή, το Πόρων). Υποστηρίχθηκε, η άποψη, ότι κατά τον 9° αιώνα, η Αναστασιούπολη μετονομάστηκε σε Περιθεώριο, ενώ το φρούριο των Πόρων αναδείχθηκε σε επισκοπή, με την ονομασία επισκοπή Πόρων, αργότερα δε η ονομασία αυτού του φρουρίου μεταπλάσθηκε σε «Πόροι» ή «Πορούν» και διατηρήθηκε η ονομασία αυτή και μετά την κατάληψη της Θράκης από τους Τούρκους, υπό την ονομασία «Μπορού ή Μπουρού ή Πορού», ονομασία που είναι γνωστή μέχρι και σήμερα (βλ. Πέτρο Γεωργαντζή, «Βιστωνίδα και Βατοπέδι», Ιστορική Διερεύνηση του Θέματος, εκδ. 2008, σελ. 17-19). Κατά άλλη άποψη, όμως, η Αναστασιούπολη μετονομάστηκε σε Περιθεώριο όχι κατά τον 9° αιώνα, αλλά στα έτη του Ανδρόνικου Γ' του Παλαιολόγου (1328-1341), που την οικοδόμησε εκ νέου και της έδωσε την ονομασία αυτή, ενώ προγενέστερα, τον 11° αιώνα, «Περιθεώριο» ονομαζόταν η περιοχή, που βρισκόταν στο ανατολικό άκρο του οικισμού Πόρτο Λάγος και σήμερα υπάρχουν ερείπια βυζαντινού ναού. Ωστόσο, η τοποθεσία του Περιθεωρίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι τον 11° μ.Χ. αιώνα, έχει ήδη ταυτισθεί από τα, μη αμφισβητούμενα, πλέον, πορίσματα της αρχαιολογικής έρευνας και εντοπίζεται στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, νοτιανατολικά του χωριού Αμαξάδες του Ν.Ροδόπης, όπου σήμερα σώζονται ερείπια των τειχών της πόλεως, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ιδρύθηκε το έτος 985 μ.Χ. Είναι μία από τις πλέον σημαντικές Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, με διεθνή ακτινοβολία, λόγω της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του Αγίου Όρους και κατέχει την δεύτερη θέση από άποψη ιεραρχίας των Μονών του Αγίου Όρους (βλ. Ιωάννη Κονιδάρη «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας» ΕλλΔνη 50 σελ.1643). Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, οι μοναχοί του Αγίου Όρους επέτυχαν την κατοχύρωση των προνομίων τους με επικυρωτικά φιρμάνια του σουλτάνου Μουράτ Β’ (1430) και Μωάμεθ Β' του Πορθητή, πληρώνοντας ετήσιο φόρο (χαράτσι). Όμως, μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς, η Ι.Μ.Β. εμφάνισε σημάδια παρακμής, με αποτέλεσμα ο κοινός βίος να χαλαρώσει, λόγω της αδυναμίας συντηρήσεως μεγάλου αριθμού μοναχών και, εν τέλει, να μετατραπεί σε ιδιόρρυθμη. Στα μέσα του 18ου αιώνα άρχισε και πάλι να ακμάζει, έχοντας μάλιστα τη δυνατότητα να συντηρεί και την Αθωνιάδα Σχολή, η οποία ιδρύθηκε το έτος 1743. Μετά την επανάσταση του έτους 1821, στην οποία συμμετείχαν και οι μοναχοί του Αγίου Όρους, οι Ιερές Μονές αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν και να δεχθούν τις προτάσεις των Τούρκων για αμνηστία και προστασία. Εν τέλει, το Άγιο Όρος απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό το έτος 1912 μαζί με την υπόλοιπη Μακεδονία και η συνθήκη της Λωζάννης του έτους 1923 αναγνώρισε σ'αυτό την ελληνική κυριαρχία. Από το έτος 1990 με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους η ενάγουσα Ι.Μ.Β. μετατράπηκε από ιδιόρρυθμη σε κοινοβιακή. Στη συνέχεια, καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια από τα μέλη της Αδελφότητας για την αποκατάσταση των κτηριακών εγκαταστάσεων και την εξασφάλιση των απαιτούμενων προς τούτο οικονομικών μέσων, θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της Μονής ……. Στο πλαίσιο των παροχών των βυζαντινών αυτοκρατόρων και άλλων ηγεμόνων προς τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. έγιναν και οι κατωτέρω αναφερόμενες παροχές, με χρυσόβουλλους λόγους βυζαντινών αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, στους οποίους αυτή, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή της, στηρίζει εμπράγματα δικαιώματα κυριότητας στις επίδικες εντός της λίμνης Βιστωνίδας μικρές νησίδες και στις παραλίμνιες εκτάσεις αυτής, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων, όπως αυτές απεικονίζονται στο από 25-10-2002 συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β., καθώς και στην ίδια τη λίμνη. Σημειωτέον ότι τα παρακάτω αναφερόμενα χρυσόβουλλα και σιγίλλια, που επικαλείται η ενάγουσα, προσκομίζονται, απ’ αυτήν, στο Δικαστήριο τούτο, σε φωτοαντίγραφα και φέρουν επικύρωση της δικηγόρου, Δήμητρας Σακελλαροπούλου, του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών) ως εξής: «ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας μου κεκυρωμένου αντιγράφου…», ή «ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας μου πρωτοτύπου…». Τα ακριβή φωτοαντίγραφα των χρυσόβουλλων λόγων είναι μη ευκρινή και δυσανάγνωστα, συνοδεύονται δε από δακτυλογραφημένο κείμενο με το περιεχόμενό τους, (πλην εκείνου του έτους 1369), όμως, η αντιστοίχηση του κειμένου των πρωτοτύπων προς το δακτυλογραφημένο κείμενο, που συνοδεύει τα αντίγραφα αυτών, δεν επιβεβαιώνεται, ενώ δεν προκύπτει και ο συντάκτης του δακτυλογραφημένου κειμένου. Επί των φωτοαντιγράφων των χρυσόβουλλων λόγων, υπάρχει σφραγίδα με το εξής περιεχόμενο: «10η ΕΦΟΡΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ-ΕΘΕΩΡΗΘΗ-συνοδεύει το 4320/09-09-2009 έγγραφο-Ο Προϊστάμενος της Εφορείας- Ιωάννης Ταβλάκης- Έφορος Αρχαιοτήτων», χειρόγραφη υπογραφή και στρόγγυλη σφραγίδα. Το φωτοαντίγραφο του σιγιλλίου έτους 1839, όπως σ'αυτό αναφέρεται, είναι «φωτοτυπία από το μεταγραφέν και δακτυλογραφηθέν κείμενο από προγενέστερους Βατοπαιδινούς πατέρες βρίσκεται στο αρχείο της Μονής συνημμένο στο πρωτότυπο, που είναι τεχνικά πολύ δύσκολο και επικίνδυνο να φωτοτυπηθεί» καθώς και ότι «το πρωτότυπο Σιγίλλιο είναι χειρόγραφο επί μεμβράνης και συνοδεύεται από χαρακτηριστική μολύβδινη σφραγίδα». Μετά την παραπάνω επισήμανση, το παρόν Δικαστήριο δέχεται, «a priori» ως δεδομένη: α) την ύπαρξη, στα αρχεία της ενάγουσας, των πρωτοτύπων των εν λόγω επικαλουμένων και προσκομιζομένων σε αντίγραφα, της παραπάνω μορφής, εγγράφων (χρυσοβούλλων και σιγιλλίων), β) τη γνησιότητά τους και δη ότι αυτά, πράγματι, έχουν υπογραφεί και εκδοθεί από τους αναφερομένους σ’ αυτά αυτοκράτορες, ηγεμόνα και πατριάρχες και, τέλος, γ) την ακρίβεια και πλήρη αντιστοίχηση του κειμένου των πρωτοτύπων προς το δακτυλογραφημένο κείμενο, που συνοδεύει τα αντίγραφα αυτών, τοσούτο μάλλον, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητεί, ειδικώς, τα παραπάνω και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα: α) Το έτος 1080, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Νικηφόρος Βοτανειάτης, με χρυσόβουλλο λόγο, παραχωρεί στους μοναχούς της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου («της κατά το Άγιον Όρος της Μονής του Βατοπαιδίου») φορολογική απαλλαγή για πέντε (δημόσια) κτήματα («καντεύθεν εδόκητα τούτοις ακουσίας ολοτελούς επί τοις προσούσι πέντε κτήμασι τη ειρημένη κατ' αυτούς Μονή ήγουν το μετόχιον το Περιθεώριον ο τόπος Σαλαμά καλείται συν τω εντός αυτού Κάστρου Μετοχίω αυτής, έτι και της εγγύς όντι της Χρυσοπόλεως προαστείω ή Αβαρνίκεια κέκληται και τω εν τη περιοχή της Κασανδρείας προαστείω Άγιος Δημήτριος ωνόμασται συν τω Αγίω Παύλω και ετέροις δυσί προαστείοις τω τε του κυρτού του Οσμάρου ήτοι του Τριανταφύλλου και τω του Κριμωτά ο Θεσσαλονίκη εγγίζεις και μην και το ένδον του Κάστρου Χρυσοπόλεως όντι Μετοχίω αυτών…». Σύμφωνα με το ως άνω χρυσόβουλλο παρέχεται στους μοναχούς της ενάγουσας Ι.Μ.Β. φορολογική απαλλαγή, για πέντε κτήματα, μεταξύ των οποίων και για ένα κτήμα, κοντά στο Περιθεώριο ή στην περιοχή του Περιθεωρίου, με την ονομασία (το κτήμα) του Σαλαμά, και για ένα κτήμα μέσα στο κάστρο του Περιθεωρίου. Στο χρυσόβουλλο αυτό, σαφώς προκύπτει ότι, ουδεμία γίνεται αναφορά σε λίμνη και δη στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αλλά αναφέρονται διαφορετικά ακίνητα. Όσον αφορά ειδικότερα την τοποθεσία του Περιθεωρίου, κατά τον χρόνο έκδοσης του ως άνω χρυσόβουλλου λόγου (έτος 1080), ο Ν.-Ι. Π.-Δ., Αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Δ.Π.Θ., στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. υπ'αριθμ. 3725/2013 ένορκη βεβαίωσή του, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, και, λαμβάνεται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανέφερε ότι, σύμφωνα με την έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου Έρευνας (Actes de Vadopedi), το Περιθεώριο, που αναφέρεται στο ως άνω χρυσόβουλλο, εντοπίζεται στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας. Η Σ. Δ., αρχαιολόγος, στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, υπ'αριθμ. 141/2013 ένορκη βεβαίωσή της, που δόθηκε, επίσης, στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, και, ομοίως, λαμβάνεται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανέφερε ότι το Περιθεώριο είναι πόλη γνωστή από τις βυζαντινές πηγές από τον 9ο αιώνα, ότι είχε διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ο-14ο αιώνα), ότι έχει ταυτιστεί με τα ερείπια του αρχαιολογικού χώρου, που σώζονται στο μυχό της λίμνης Βιστωνίδας, στη θέση «Μπουρού Καλέ» της περιοχής Αμαξάδων του Ν.Ροδόπης, ότι πρόκειται για μια πόλη-κάστρο της βυζαντινής εποχής, με περιτειχισμένη έκταση 78 στρεμμάτων, της οποίας τα όρια είναι γνωστά, διότι τα τείχη της σώζονται σε ικανοποιητική κατάσταση έως και σήμερα και ότι έχει χαρακτηριστεί ως αρχαιολογικός χώρος. Όπως προελέχθη, με την υπ' αριθμ. 4499/12-6-1964 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 239Β'/30-6-1964), έχουν χαρακτηρισθεί στο Ν. Ροδόπης, πλην άλλων, ως αρχαιολογικός χώρος «τα ερείπια της αρχαίας πόλεως Περιθεωρίου και μεταγενεστέρως Αναστασιουπόλεως παρά την Βιστονίδαν λίμνην μετά των εντός αυτών περιλαμβανομένων χώρων και κτισμάτων». Επίσης, και στην προαναφερόμενη τεχνική έκθεση του Ν. Ζ., αναφέρεται ότι στο χάρτη της Οθωμανικής περιόδου (1904) «απεικονίζεται το κάστρο της Αναστασιούπολης ή Περιθεωρίου (Buru Kala)», δηλαδή και στον ως άνω χάρτη ταυτίζεται η τοποθεσία του Περιθεωρίου με τη θέση των ερειπίων του αρχαιολογικού χώρου «Μπουρού Καλέ». Επομένως, η αναφερόμενη στο ως άνω χρυσόβουλλο τοποθεσία του Περιθεωρίου, κατά το χρόνο έκδοσής του (το έτος 1080), εντοπίζεται στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, νοτιανατολικά του χωριού Αμαξάδες του Ν.Ροδόπης, όπου σήμερα σώζονται ερείπια των τειχών της πόλεως, που διαδοχικά έφερε την ονομασία Αναστασιούπολη και Περιθεώριο, σήμερα δε, έχει χαρακτηρισθεί, ως αρχαιολογικός χώρος, εδαφική έκταση 117,576 στρεμμάτων, εμπίπτουσα στο αγρόκτημα Αμαξάδων, όπως προελέχθη. Τα αναφερόμενα στο ως άνω χρυσόβουλλο δύο κτήματα, ένα κοντά στο Περιθεώριο ή στην περιοχή του Περιθεωρίου (με την ονομασία κτήμα του Σαλαμά) και ένα μέσα στο κάστρο του Περιθεωρίου, που, εν προκειμένω, ενδιαφέρουν, ευρίσκοντο στο βόρειο άκρο της λίμνης Βιστωνίδας, νοτιανατολικά του χωριού Αμαξάδες του Ν.Ροδόπης. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας Ι.Μ.Β. ότι με το ως άνω χρυσόβουλλο παραχωρήθηκε σ’ αυτήν κατά κυριότητα «το μετόχιο του Περιθεωρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη λίμνη, τα ιχθυοτροφεία και τις παραλίμνιες εκτάσεις», είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, εκ του περιεχομένου του ως άνω χρυσόβουλλου λόγου, σαφώς, προκύπτει ότι στους μοναχούς αυτής παρέχεται φορολογική απαλλαγή για δύο κτήματα στην περιοχή του Περιθεωρίου και όχι για την προαναφερόμενη εδαφική έκταση, όπως αυτή υπολαμβάνει. Ανεξαρτήτως, βέβαια τούτου, από το σύνολο του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε (καθόλου) ότι τα δύο αναφερόμενα στο άνω χρυσόβουλλο ακίνητα, των οποίων ούτε η ακριβής θέση, ούτε το εμβαδόν, ούτε τα όρια, ούτε οι όμορες ιδιοκτησίες αναφέρονται στο εν λόγω χρυσόβουλλο, ταυτίζονται εδαφικά με τις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις, οι οποίες απεικονίζονται στο ως άνω (από 25-10-2002) τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β.. Περί της θέσεως, έκτασης και των ορίων αυτών, κατά το χρόνο έκδοσης του ως άνω χρυσόβουλλου, αλλά και μετέπειτα, ουδέν κατατέθηκε από τους μάρτυρες της ενάγουσας Ι.Μ.Β. και ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, προς απόδειξη τούτων. Μάλιστα, ο μάρτυρας Α. Β., μοναχός (κατά κόσμον Α. Φ.), αναφερόμενος στο ως άνω χρυσόβουλλο του έτους 1080 κατέθεσε ότι «…τα πράγματα εκεί γίνονται ακόμη πιο ασαφή, λέει το μετόχιο το Περιθεώριο ο τόπος Σαλαμά καλείται συν το εντός αυτού κάστρου μετοχίου αυτής. Το κάστρο το 1080 βρίσκεται εκεί που είναι και ο Ναός του Αγίου Θεοδώρου ανατολικά, καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ο τόπος Σαλαμά δεν μπορεί να μας καλύψει ότι αυτή είναι η λίμνη, πιθανώς όμως και να είναι…». Ο ίδιος μάρτυρας, σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ανέθεσε σε τοπογράφους τον προσδιορισμό των ορίων της διεκδικούμενης έκτασης και ότι χρησιμοποιήθηκε ως χαρτογραφικό υπόβαθρο ένας χάρτης του έτους 1970, όμως, διευκρίνισε, ότι η αποτύπωση (της διεκδικούμενης έκτασης) δεν έγινε, με βάση στοιχεία χερσαίων εκτάσεων του χρυσόβουλλου «…και βεβαίως δεν θα προσδιορίζαμε σε καμιά περίπτωση τις εκτάσεις εκείνες που λένε τα βυζαντινά χρυσόβουλλα…», ενώ, περαιτέρω, ανέφερε ότι, οι οριοθετημένες με κίτρινο χρώμα (στο τοπογραφικό διάγραμμα) εδαφικές εκτάσεις (επίδικο τμήμα Α') «…παλαιά ήταν λίμνη, σαφώς ήταν λίμνη, το σκεπτικό είναι η λίμνη ανήκει στη Μονή…», που, σαφώς, σημαίνει ότι οι επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις (εμβαδού 25.000 στρεμμάτων), που απεικονίζονται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β., αποτελούν εκτάσεις, τα όρια των οποίων δεν έχουν αποτυπωθεί με βάση το άνω χρυσόβουλλο. Όπως όμως ήδη έχει αναφερθεί το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β. συντάχθηκε, μετά από υπόδειξη των ορίων των διεκδικουμένων εκτάσεων από τους εκπροσώπους της ενάγουσας Ι.Μ.Β., όπως και στο σώμα αυτού σημειώνεται. Ο εξετασθείς, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, Κ. Τ., καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας – Αρχαιολογίας με ειδικότητα αρχαιολόγου στο ΔΠΘ στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας και Έφορος της 12ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Καβάλας, ο οποίος έχει ιδίαν αντίληψη της περιοχής της λίμνης Βιστωνίδας, λόγω των αρχαιολογικών εργασιών που πραγματοποίησε και της αρμοδιότητάς του, ως υπάλληλος της 12ης Εφορείας, ανέφερε ότι οι Βυζαντινοί, κατά κανόνα, στις πράξεις παραχώρησης οριοθετούσαν με λεπτομέρεια και ακρίβεια τη θέση, τα φυσικά όρια και τους ομόρους ιδιοκτήτες των κτημάτων, ενώ στο ως άνω χρυσόβουλλο και τα δύο κτήματα (πλησίον και εντός του κάστρου του Περιθεωρίου), δεν περιγράφονται κατά θέση, όρια και ομόρους ιδιοκτήτες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι είναι αδύνατη η αναγνώριση και εξακρίβωση της θέσεως και των ορίων τους. Επίσης, η μάρτυρας Σ. Δ. ανέφερε ότι, τα ανωτέρω δύο κτήματα δεν είναι δυνατόν να ταυτισθούν στην περιοχή, ούτε να εξακριβωθεί η θέση, η έκταση και τα όριά τους, διότι δεν υπάρχει κανένας προσδιορισμός στο χρυσόβουλλο. β) Το έτος 1329, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ανδρόνικος Γ' ο Παλαιολόγος, με χρυσόβουλλο λόγο, επαναβεβαιώνει την παραχώρηση προς τους μοναχούς της ενάγουσας Ι.Μ.Β. μετοχίου και κτημάτων στις περιοχές, «εις το Περιθεώριον μετόχιον εις όνομα του Αγίου Γεωργίου μετά της νομής και περιοχής αυτού και της περί αυτό γης της επιλεγομένης του Σελαρίου. Κατέχουσι δε οι αυτοί μοναχοί και πλανηνήν εις τα βουνά της Ξανθείας επιλεγομένην του βού το πηγάδι. Έτερον μετόχιον εις την Ξανθείαν εις όνομα του Αγίου Παντελεήμονος μετά του εκείσε αμπελώνος και περιβολιού και μερικής γης, όπερ εκτήσατο η ειρημένη σεβασμία Μονή από προσενέξεως της Ακροπολιτίσσης...». Ως προς τα αναγραφόμενα στο ως άνω χρυσόβουλλο σημειώνονται τα εξής: στα τέλη του 13ου με αρχές του 14ου αιώνα υπήρχε στην ευρύτερη περιοχή της Ξάνθης και του Περιθεωρίου κάποιο μικρό μοναστήρι, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο «τον επονομαζόμενον Καλαμιτζιώτη», το οποίο περιήλθε αργότερα στις αδελφές Θεοδώρα Κομνηνή και Γλαβένη Κομνηνή. Η Θεοδώρα Κομνηνή η Συναχερήνα διέθετε και άλλη κτηματική περιουσία, τόσο μέσα στην «Ξανθείαν» και στα βουνά αυτής, όσο και στην περιοχή, που έφερε την ονομασία Σελάριο, η οποία βρισκόταν μεταξύ Ξανθείας και Περιθεωρίου. Το έτος 1308, με ένα «αφιερωτήριο γράμμα» (δωρεά), η Θεοδώρα Κομνηνή προσέφερε στους μοναχούς της ενάγουσας Ι.Μ.Β. «…το εις το Καλαμίτζιον ευρισκόμενον μονύδριον το εις όνομα τιμώμενον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου μετά πάσης της περιοχής και κατοχής αυτού και παντοίας άλλης ύλης κινητής τε και ακινήτου», δηλαδή το ανωτέρω μονύδριο του Αγίου Γεωργίου, που βρισκόταν μέσα στα κτήματά της, αλλά και άλλες κτήσεις της στην ίδια περιοχή, χωρίς να είναι επακριβώς γνωστή η θέση ούτε του μονυδρίου, ούτε και των κτημάτων του. Η ίδια προσέφερε και εξ ονόματος της αδελφής της Γλαβένης στους μοναχούς της ενάγουσας Ι.Μ.Β. («ωσαύτως εκδίδωμι και την εκ μακρών των χρόνων υπάρχουσαν εν τω Σελλαρίω γην γονικήν εμοί τε και τη αδελφή μου τη Γλαβένη, ήτοι το ήμισυ άνω μέντοι τριακοσίων μοδίων, ην απεχαρισάμην προς τον εντιμότατον οικονόμονα Ξανθείας…και την ευρισκομένην μοι και ταυτήν γονικήν Πλανινήν του Βοός το Πηγάδην την εις τα βουνά της Ξανθείας μεθ' οίας προνομιακής κατοχής…»), δηλαδή και το μισό από το κτήμα τους στην περιοχή του Σελαρίου, καθώς, επίσης, και ένα κτήμα, το οποίο είχαν επάνω στα βουνά της Ξανθείας και ονομαζόταν «του Βοός το Πηγάδι». Σύμφωνα με το ως άνω χρυσόβουλλο επαναβεβαιώνεται η παραχώρηση προς τους μοναχούς της ενάγουσας Ι.Μ.Β. του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στην περιοχή του Καλαμιτζίου, καθώς και άλλων κτημάτων στην ίδια περιοχή, ενός κτήματος στην περιοχή του Σελαρίου και ενός κτήματος στα βουνά της Ξανθείας, με την ονομασία «του Βοός το Πηγάδι». Στο χρυσόβουλλο αυτό, επίσης, ουδεμία γίνεται αναφορά σε λίμνη και δη στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αλλά αναφέρονται διαφορετικά (χερσαία) ακίνητα. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας Ι.Μ.Β. ότι με το ως άνω χρυσόβουλλο παραχωρήθηκε σ’ αυτήν κατά κυριότητα «το μετόχιο του Περιθεωρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη λίμνη, τα ιχθυοτροφεία και τις παραλίμνιες εκτάσεις», είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, εκ του περιεχομένου του ως άνω χρυσόβουλλου, ουδόλως προκύπτει ότι επαναβεβαιώνεται η παραχώρηση προς τους μοναχούς αυτής η προαναφερόμενη εδαφική έκταση, όπως αυτή υπολαμβάνει. Σύμφωνα δε, με τη γνωμοδότηση του καθηγητή του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιωάννη Κονιδάρη (ΕλλΔνη 50 σελ.1643), η περιοχή του Σελαρίου πιθανολογείται ότι βρισκόταν κοντά στο σημερινό Σέλερο, ενώ η γη του Καλαμιτζίου στην περιοχή, όπου σήμερα βρίσκονται τα χωριά Σούνιο και Μοναχοί, δηλαδή και σήμερα χερσαίες εκτάσεις. Εν τέλει, δεν αποδείχθηκε ότι τα ακίνητα αυτά, των οποίων ούτε η ακριβής θέση, ούτε το εμβαδόν, ούτε τα όρια, ούτε οι όμορες ιδιοκτησίες αναφέρονται στο ως άνω χρυσόβουλλο, ταυτίζονται εδαφικά με τις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις, οι οποίες απεικονίζονται στο ως άνω (από 25-10-2002) τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται, ακόμη και από την από 16-4-2002 τεχνική έκθεση της υπαλλήλου της Τεχνικής Υπηρεσίας Ν. Ξάνθης, Μ. Τ., τοπογράφου μηχανικού, η οποία συντάχθηκε κατόπιν της υπ'αριθμ. 1001789/95/Α0010/29-1-2002 εντολής του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας –Τμήμα Α'), στην οποία αναφέρεται ότι «αυτή η περιοχή βρίσκεται δυτικότερα της επίδικης παραλίμνιας έκτασης, οπότε το συγκεκριμένο χρυσόβουλλο δεν εφαρμόζεται στην επίδικη περιοχή». Έτι, περαιτέρω, ενισχυτικό στοιχείο υπέρ της απόψεως αυτής αποτελεί και, η κατάθεση του μάρτυρα, Α. Β., μοναχού, που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας Ι.Μ.Β. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, ο οποίος, αναφερόμενος στις εκτάσεις του εν λόγω χρυσόβουλλου, κατέθεσε «…τη στιγμή που δεν αφορά τις επίδικες εκτάσεις δεν ασχολούμεθα...» (σελ. 9 πρακτικών πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και «…όπως είπαμε και πριν όλοι μας λέμε ότι είναι εκτός των επιδίκων εκτάσεων…» (σελ. 16 πρακτικών πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). γ) Το έτος 1357, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Ε' ο Παλαιολόγος, υπέγραψε χρυσόβουλλο λόγο, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας Ι.Μ.Β., που επαναβεβαιώνει την παραχώρηση προς τους μοναχούς αυτής: «Το εις το Περιθεώριον μετόχιον το εις όνομα τιμώμενον του Αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος και τροπαιοφόρου Γεωργίου και επικεκλημένον το Καλαμίτζιν μετά των προσόντων αυτού εντός και εκτός του αυτού κάστρου», δηλαδή, μετόχιο που βρίσκεται στο Περιθεώριον και λέγεται το μετόχιο του Αγίου Γεωργίου και έχει επίσης το όνομα «το Καλαμίτζιν», μαζί με ότι του ανήκει μέσα και έξω από αυτό το κάστρο (δηλαδή του Περιθεωρίου). Σύμφωνα με το εν λόγω χρυσόβουλλο, αναγνωριζόταν στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. η κατοχή και νομή σε μετόχιο με την ονομασία του Αγίου Γεωργίου του Καλαμιτζιώτη, το οποίο αφορούσε χερσαίες εδαφικές εκτάσεις, ευρισκόμενες στην ευρύτερη περιοχή του Περιθεωρίου, πλησίον της κοίτης των ποταμών Κόσυνθου και Τσελέπη, δίπλα στην τότε Εγνατία οδό. Στο χρυσόβουλλο αυτό, επίσης, ουδεμία γίνεται αναφορά στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αλλά αναφέρονται διαφορετικά (χερσαία, πάντοτε) ακίνητα, κείμενα στην περιοχή του Περιθεωρίου, πλησίον της κοίτης των ποταμών Κοσύνθου και Τσελέπη, δίπλα στην τότε Εγνατία οδό. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας Ι.Μ.Β. ότι με το ως άνω χρυσόβουλλο παραχωρήθηκε σ’ αυτήν κατά κυριότητα «το μετόχιο του Περιθεωρίου, ως ευρύτερη γύρω από το Πόρτο Λάγος του Ν.Ξάνθης περιοχή και οι παρόχθιες και παραλίμνιες εκτάσεις», είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, εκ του περιεχομένου του ως άνω χρυσόβουλλου λόγου, σαφώς, προκύπτει ότι στους μοναχούς αυτής αναγνωριζόταν η κατοχή και νομή σε χερσαίες εδαφικές εκτάσεις, ευρισκόμενες στην ευρύτερη περιοχή του Περιθεωρίου, πλησίον της κοίτης των ποταμών Κόσυνθου και Τσελέπη, δίπλα στην τότε Εγνατία οδό και όχι για την προαναφερόμενη εδαφική έκταση, όπως αυτή υπολαμβάνει. Δεν αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι τα ακίνητα αυτά, των οποίων, σημειωτέον, ούτε η ακριβής θέση, ούτε το εμβαδόν, ούτε τα όρια, ούτε οι όμορες ιδιοκτησίες αναφέρονται στο ως άνω χρυσόβουλλο, ταυτίζονται εδαφικά με τις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις, οι οποίες απεικονίζονται στο ως άνω (από 25-10-2002) τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β.. Περί της, ακριβούς, θέσεως, της έκτασης και των ορίων αυτών κατά το χρόνο έκδοσης του ως άνω χρυσόβουλλου, αλλά και μετέπειτα, ουδέν κατατέθηκε από τους μάρτυρες της ενάγουσας Ι.Μ.Β. και ουδέν αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, αναφορικά με την απόδειξη τούτου. Η μάρτυρας Σ. Δ. ανέφερε (και ως προς το σημείο αυτό δεν αναιρείται η κατάθεσή της από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο) ότι τα κτήματα δεν είναι δυνατόν να ταυτισθούν στην περιοχή, ούτε να εξακριβωθούν η θέση, η έκταση και τα όριά τους. Από το περιεχόμενο, λοιπόν, των ανωτέρω τριών (3) χρυσόβουλλων λόγων, αναμφίβολα, προκύπτει ότι, τα ακίνητα (κτήματα, μετόχι), που αναφέρονται σε αυτά, ουδεμία σχέση έχουν με τη λίμνη Βιστωνίδα, ούτε ταυτίζονται εδαφικά, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, με τις επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, αφού, σ'αυτούς (χρυσόβουλλους λόγους), αναφέρονται, αποκλειστικά, χερσαίες εκτάσεις και δεν γίνεται ουδεμία αναφορά για κατοχή και δικαιώματα της ενάγουσας Ι.Μ.Β. στη λίμνη, με την παλαιά ονομασία της ως «λίμνη Πορού» ή «Πουρού» ή «Μπουρού» και στις παραλίμνιες εκτάσεις της (βλ. και Απόστολο Γεωργιάδη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων εκτάσεων» ΧΡΙΔ 2012/481-489), στην οποία αναφέρεται ότι στα προαναφερθέντα χρυσόβουλλα και στο δωρητήριο έγγραφο δεν γίνεται καμία αναφορά για τη λίμνη Βιστωνίδα). δ) Το έτος 1369, ο Σέρβος ηγεμόνας της περιοχής Δεσπότης Ιωάννης Ούγγλεσης, με χρυσόβουλλο λόγο, κατόπιν αιτήσεως των μοναχών της ενάγουσας Ι.Μ.Β. («ίνα χαρίσηται αυτή από της Λίμνης της Πόρους προς την αυτήν Σεβασμίαν Μονήν του Βατοπαιδίου ποσότητα τινά υπερπύρων ώστε λαμβάνειν αυτήν κατ' έτος από της δηλωθείσης Λίμνης»), παρείχε προς την τελευταία φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων ετησίως «αποχαρίζεται προς την τοιαύτην Σεβασμίαν Μονήν του Βατοπαιδίου την εν Αγίω Όρει του Άθω διακειμένην από του αυτουργίου ποσότητα υπερπύρων εκατόν είκοσι». Ειδικότερα, κατά το έτος 1358 οι Σέρβοι κατακτητές κατέλαβαν την ευρύτερη περιοχή της Ξάνθης, περί το έτος δε 1360 «δεσπότης» και ηγεμόνας στο βασίλειο των Σέρβων, στην περιοχή των Σερρών, ανακηρύχθηκε ο ανωτέρω Ιωάννης Ούγγλεσης, ο οποίος είχε ως φιλοδοξία την ένωση όλων των χριστιανών της περιοχής υπό την ηγεμονία του για την αντιμετώπιση των Τούρκων, οι οποίοι είχαν ήδη καταλάβει τμήματα της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο ανωτέρω το Σεπτέμβριο του έτους 1371 σκοτώθηκε σε μάχη με τους Οθωμανούς στο Ορμένιο του Έβρου (μάχη της Μαρίτσας) και η περιοχή της ηγεμονίας του ανακαταλήφθηκε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα από το βυζαντινό πρίγκιπα της Θεσσαλονίκης, Μανουήλ Παλαιολόγο, που παλινόρθωσε τη βυζαντινή κυριαρχία, για να περιέλθει, όμως, αυτή αμέσως μετά στους Οθωμανούς, οι οποίοι ήδη τότε ήλεγχαν σημαντικό μέρος της ευρύτερης περιοχής της Θράκης και κατέλαβαν, το έτος 1383 τις Σέρρες και το έτος 1387 την Θεσσαλονίκη. Με το ανωτέρω χρυσόβουλλο, στο οποίο για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στη λίμνη της «Πορούς», παρέχεται προς την ενάγουσα Ι.Μ.Β., όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενό του, φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων (χρυσών νομισμάτων της εποχής) ετησίως από τη συνολική υποχρέωση που υπείχε, λόγω της αλιευματικής εκμετάλλευσης της λίμνης της Πορούς (Βιστωνίδας) και ορίζεται να το λαμβάνουν ετησίως οι μοναχοί, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει από αυτό (χρυσόβουλλο) ότι είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας σε ολόκληρη τη λίμνη. Ενώ, και σ’ αυτό, όπως σαφώς, προκύπτει από την ανάγνωση του κειμένου του, κανένας λόγος δεν γίνεται για παραχώρηση δικαιώματος κυριότητας επί της λίμνης ή κάποιας παραλίμνιας έκτασης αυτής στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. (βλ. και Απόστολο Γεωργιάδη ο.π. σελ. 484). ε) Το έτος 1371, ο ίδιος Σέρβος Δεσπότης, Ιωάννης Ούγγλεσης, με χρυσόβουλλο λόγο προς την ενάγουσα Ι.Μ.Β. αναφέρει: «…Την του Βατοπαιδίου τοίνυν Ιεράν και Σεβάσμιαν Μονήν της βασιλείας μου ευρούσα μεγάλην και λαμπράν και επίδοξον και μηδαμώς παραχωρούσαν ετέρα τα πρωτεία, και παρ' αυτής μεγάλαις τοις ευχαίς εφοδιασθείσα, ευεργετεί η βασιλεία μου τους εν αυτή ασκούμενους μοναχούς τον παρόντα χρυσοβούλλιον Λόγον δι'ού προστάσσηται και ορίζει ως αν κατέχουσιν από γε του νυν και εις το εξής το κατά την λίμνην της Πορούς ευρισκόμενον βιβάριον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, τέλειον και ολόκληρον μετά πάσης της αρχαίας προνομής και περιοχής αυτού, και της εκ παντός γένους θαλαττίας αλιείας. Οφείλουσι τοίνυν οι τοιούτοι μοναχοί αναλάβεσθαι το προειρημένον βιβάριον ανενόχλητον πάντη και αδιάσειστον μη ευρίσκοντες εν αυτώ παρά τινός των απάντων την τυχούσαν επήρρειαν και διενόχλησιν ή μικρά τινά είσοδον και έρευνα εν αυτώ τη εμφανεία του παρόντος χρυσοβουλλίου λόγου της βασιλείας μου, ει μη βούλοιτο ο τούτοις διενοχλήσαι πειραθείς έχειν αυτήν την Παναγίαν μου Θεοτόκον αντίδικον και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι, και παρά της βασιλείας μου βάρος και αγανάκτησιν...». Αναφορικά με το περιεχόμενο και την φύση του παραχωρηθέντος δικαιώματος, στην ενάγουσα Ι.Μ.Β., με το ως άνω χρυσόβουλλο, διατυπώθηκαν οι ακόλουθες απόψεις: α) ο Απόστολος Γεωργιάδης, στην προαναφερόμενη μελέτη του (ΧΡΙΔ 2012 σελ.485), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με το χρυσόβουλλο του έτους 1371 παραχωρείται στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. η αποκλειστική νομή και κατοχή του ευρισκομένου στη λίμνη Βιστωνίδα (λίμνη Πορού) ιχθυοτροφείου (βιβαρίου) με όλες τις γύρω επιβοηθητικές των αλιευτικών εργασιών περιοχές και δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας υπέρ της τελευταίας στη λίμνη ή στο ιχθυοτροφείο, ούτε μεταβιβάζεται η κυριότητα σ'αυτήν, β) ο Πέτρος Γεωργαντζής, στην προαναφερόμενη μελέτη του («Βιστωνίδα και Βατοπέδι», Ιστορική Διερεύνηση του Θέματος, έκδοση 2008), αναφέρει ότι με το χρυσόβουλλο αυτό ο Σέρβος κατακτητής προσέφερε στην Ι.Μ.Β. το δικαίωμα κατοχής και νομής μόνον ενός βιβαρίου (ιχθυοτροφείου) κοντά στην εν λόγω λιμνοθάλασσα και το δικαίωμα της αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή (δικαίωμα θαλάσσιας αλιείας), και ουδέν επί πλέον (σελ. 60), γ) ο Ιωάννης Κονιδάρης, στην προαναφερόμενη γνωμοδότησή του (ΕλλΔνη 50 σελ.1643), αναφέρει ότι το χρυσόβουλλο αυτό συνιστά χωρίς αμφιβολία καθαρή δωρεά της λίμνης «Πορούς» υπέρ της Ιεράς Μονής, δ) ο μάρτυρας της ενάγουσας Ι.Μ.Β., Ν.-Ι. Π.-Δ., στην προαναφερόμενη υπ'αριθμ. 3725/2013 ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρει ότι, με το ως άνω χρυσόβουλλο μεταβιβάζεται το ιχθυοτροφείο με την «προνομή» του (τη λίμνη) και την περιοχή του (τις παραλίμνιες εκτάσεις του) και ότι η λίμνη και οι παραλίμνιες περιοχές μεταβιβαζόταν αναγκαίως μαζί με το ιχθυοτροφείο. Ο μάρτυρας ανταπόδειξης, Κ. Τ., και η Σ. Δ., στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 141/2013 ένορκη βεβαίωσή της, αναφέρουν ότι, με το ως άνω χρυσόβουλλο, παραχωρήθηκε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης Βιστωνίδας και όχι κυριότητας επ' αυτής ή κάποιας παρακείμενης παραλίμνιας εκτάσεως. Το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη του τα ανωτέρω, καταλήγει στην κρίση ότι δεν είναι πειστικές τόσο η παραπάνω γνωμοδότηση του Ιωάννη Κονιδάρη, όσο η ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση του Ν.-Ι. Π.-Δ., ενώ, αντίθετα, πλήρως πειστικά κρίνονται τα πορίσματα των προαναφερθεισών μελετών των Αποστόλου Γεωργιάδη και Πέτρου Γεωργαντζή, όπως και οι προαναφερθείσες μαρτυρικές καταθέσεις των Κ. Τ. και Σ. Δ.. Τούτο δε, διότι στο ίδιο ως άνω χρυσόβουλλο αναφέρεται ότι οι μοναχοί οφείλουν να αναλάβουν το ιχθυοτροφείο ανεμπόδιστο και απρόσκοπτο σε κάθε περίπτωση και χωρίς ενόχληση από επισκέπτες και δεν γίνεται, καν, μνεία σ'αυτό (χρυσόβουλλο) ότι οι μοναχοί οφείλουν να αναλάβουν ολόκληρη τη λίμνη με χρήση ανεμπόδιστη από τρίτους, ούτε γίνεται καμία αναφορά για την κυριότητά της. Αν η βούληση του Σέρβου Δεσπότη, Ιωάννη Ούγγλεση, ήταν να μεταβιβάσει κατά κυριότητα τη λίμνη, το ιχθυοτροφείο και τις παραλίμνιες εκτάσεις αυτής, δεν θα όριζε, με το άνω χρυσόβουλλο, ότι «προστάσσηται και ορίζει ως αν κατέχουσιν από γε του νυν και εις το εξής το κατά την λίμνην της Πορούς ευρισκόμενον βιβάριον του Αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, τέλειον και ολόκληρον μετά πάσης της αρχαίας προνομής και περιοχής αυτού, και της εκ παντός γένους θαλαττίας αλιείας», αλλά, θα όριζε, σ'αυτό, ότι παραχωρεί «τη λίμνη της Πορούς, το σε αυτή βιβάριο και τα πέριξ της λίμνης κτήματα-μετόχια», όπως προκύπτει, σύμφωνα με τις υφιστάμενες και γνωστές τοις πάσι ιστορικές πηγές, ότι όρισε ο ίδιος Σέρβος ηγεμόνας, όταν, το ίδιο, ακριβώς, έτος (1371), δώρισε άλλο ιχθυοτροφείο της ως άνω λίμνης στη Μονή Αγίας Λαύρας, γεγονός το οποίο ενισχύει την προαναφερθείσα κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι, δηλαδή, αυτός δεν παραχώρησε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β., κατά πλήρη κυριότητα, τη λίμνη Βιστωνίδα, είτε συγκεκριμένες παραλίμνιες εκτάσεις, προσδιορισμένες κατά θέση, έκταση και όρια (βλ. και κατάθεση του μάρτυρα Κ. Τ. και υπ'αριθμ. 141/2013 ένορκη βεβαίωςη της Σ. Δ.), που, άλλωστε, ως και παρακάτω εκτίθεται, ήταν κοινής χρήσεως πραγμα και, ως τέτοιο, δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτη, ως εν προκειμένω. Λαμβανομένων, λοιπόν, υπόψη όλων των προαναφερθέντων, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει, με δικανική πληρότητα, στην παραδοχή ότι με το προαναφερόμενο χρυσόβουλλο, ο προαναφερθείς Σέρβος ηγεμόνας ήθελε να παραχωρήσει και παραχώρησε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. το δικαίωμα της κατοχής και νομής («τέλειον και ολόκληρον») μόνον ενός ιχθυοτροφείου (βιβαρίου), με την ονομασία του Αγίου Θεοδώρου, πλησίον της λίμνης «Πορούς», με όλες τις γύρω από αυτό επιβοηθητικές των αλιευτικών εργασιών περιοχές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την πάροδο του χρόνου, λόγω των γεωφυσικών μεταβολών της περιοχής γύρω από το ιχθυοτροφείο («μετά πάσης της αρχαίας προνομής και περιοχής αυτού») και δικαίωμα αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή και, ότι δεν παραχωρήθηκε σ’ αυτήν, κατά κυριότητα η λίμνη της «Πορούς», οι εντός αυτής επίδικες νησίδες και το ευρισκόμενο ιχθυοτροφείο («βιβάριο») με όλη την περιοχή του, που συμπεριελάμβανε (το βιβάριο) «ανατολικά και δυτικά τις παραλίμνιες εκτάσεις και τη νησίδα Αντά Μπουρού και βόρεια μέχρι το φρούριο της Αναστασιούπολης». Συμπερασματικά, δηλαδή, το Δικαστήριο τούτο δέχεται, με πλήρη δικανική βεβαιότητα, ότι με βάση τους ανωτέρω δύο (2) χρυσόβουλλους λόγους του Σέρβου ηγεμόνα παρέχεται στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. αφενός φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων ετησίως από τη συνολική υποχρέωση που υπείχε, λόγω της αλιευματικής εκμετάλλευσης της λίμνης Βιστωνίδας, και αφετέρου παραχωρήθηκε σ'αυτήν το δικαίωμα της κατοχής και νομής μόνον επί ενός ιχθυοτροφείου (με την ονομασία Αγίου Θεοδώρου) πλησίον της λίμνης και των γύρω από αυτό (ιχθυοτροφείο) επιβοηθητικών των αλιευτικών εργασιών περιοχών και το δικαίωμα αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή και ότι δεν παραχωρήθηκε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β., κατά πλήρη κυριότητα η λίμνη μετά των επιδίκων μικρών νησίδων της και συγκεκριμένων παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, σαφώς προσδιορισμένων κατά θέση, έκταση και όρια και κανένα δικαίωμα κυριότητας. Η παραδοχή αυτή ενισχύεται, έτι περαιτέρω και από το ότι, κατά το ισχύον τότε Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, όπως σε προηγούμενη θέση της παρούσας αποφάσεως αναφέρθηκε, η λίμνη της «Πορούς» (Βιστωνίδα) ήταν δημόσια λίμνη, αφού σχηματιζόταν από δημόσιους ποταμούς και, συνεπώς, ήταν κοινής χρήσεως πράγμα, λόγω δε του κοινοχρήστου χαρακτήρα της (ως δημόσια λίμνη), ανήκε, στη δημόσια κτήση μαζί με τις όχθες και, κατ'αναλογία, τον αιγιαλό της, και, επομένως, δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί (εγκύρως) κατά κυριότητα σε ιδιώτη με πώληση ή δωρεά, παρά μόνον η εκμετάλλευσή της θα μπορούσε να παραχωρηθεί, για να μην αναιρείται η δημόσια κτήση και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της. Πρέπει να αναφερθεί εδώ, αναφορικά με το επίδικο εδαφικό τμήμα Γ', που αποτελεί ένα εκ των δυο τμημάτων της νησίδας Αντά Μπουρού (που διαχωρίστηκε το έτος 1938, όπως προαναφέρθηκε), ότι η ενάγουσα Ι.Μ.Β., εν αντιθέσει με όσα στην ένδικη αγωγή επικαλείται, προς απόδειξη της κυριότητάς της και επί της νησίδας αυτής (παράγωγη κτήση κυριότητας με δωρεές χρυσόβουλλων λόγων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και Σέρβου Δεσπότη Ιωάννη Ούγγλεση), στην υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 30/24-3-1998 αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, κατά του αλιευτικού συνεταιρισμού «Ο Ά. Ν. Α.Ε.», με αίτημα την αυτούσια διανομή της νησίδας Αντά Μπουρού «εκτάσεως 1.787 στρεμμάτων, όπως ορίζεται γύρωθεν από τη θάλασσα και τη λίμνη Μπουρού», όπως από το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, επικαλέστηκε, ότι κατέστη συγκυρία, κατά ποσοστό 19/32 εξ αδιαιρέτου (της νησίδας), από κληρονομία του αποβιώσαντος, στις 7-5-1957, Ι. (Ε. Λ.), μοναχού, την οποία αποδέχθηκε νομίμως, και ότι ο δικαιοπάροχός της είχε καταστεί συγκύριος, κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, από αγορά, με τα υπ'αριθμ. 3243/18-2-1930 και 41630/22-5-1933 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ξάνθης Γεωργίου Βαρούτσου και Κομοτηνής Παναγιώτη Κυριακόπουλου, αντιστοίχως, που νομίμως είχαν μεταγραφεί, ο δε εναγόμενος (αλιευτικός συνεταιρισμός) συγκύριος, κατά ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου, από αγορά, με το υπ' αριθμ. 461/3-6-1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Φωτίου Αποστολίδη, που νομίμως είχε μεταγραφεί. Από τα συμβολαιογραφικά αυτά έγγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι η ενάγουσα Ι.Μ.Β. με την υπ' αριθμ. 4165/30-8-1957 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελευθερίου Καραλέτσου, που νομίμως έχει μεταγραφεί, αποδέχθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος, στις 7-5-1957, Ι. (Ε. Λ.), μοναχού, η οποία αφορούσε ποσοστό 19/32 εξ αδιαιρέτου της αναφερόμενης, στους τίτλους κτήσεως του δικαιοπαρόχου της, βοσκησίμου εκτάσεως. Ειδικότερα, ο ως άνω δικαιοπάροχός της φέρεται ότι αγόρασε: α) με το υπ' αριθμ. 3243/18-2-1930 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Γεωργίου Βαρούτσου, που έχει νομίμως μεταγραφεί, από την Α. Σ. Ο. Χ. Σ., ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου «μιας βοσκησίμου εκτάσεως κειμένης εν τη νησίδι Αντά Μπουρού της περιφέρειας Πόρτο Λάγος συνορευομένης γύρωθεν με λίμνη Πόρτο Λάγος, με θάλασσα και ιχθυοτροφείο Μπουρού» και β) με το υπ' αριθμ. 41630/22-5-1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κομοτηνής Παναγιώτη Κυριακόπουλου, που έχει νομίμως μεταγραφεί, από τους Κ. Ζ., Ε. Λ. και Α. Ζ., ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου «μιας βοσκησίμου εκτάσεως κειμένης εν τη νησίδι Αντά Μπουρού της περιφέρειας Πόρτο Λάγος συνορευομένης γύρωθεν με λίμνη Πόρτο Λάγος, με θάλασσα και ιχθυοτροφείο Μπουρού». Εξάλλου, με το υπ' αριθμ. 461/3-6-1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Φωτίου Αποστολίδη, που έχει νομίμως μεταγραφεί, ο Κ. Δ. και ο Π. Ν., ο πρώτος ως πρόεδρος και ο δεύτερος ως συμπράττων σύμβουλος του αλιευτικού συνεταιρισμού αλιέων και αλιεργατών Βιστωνίδος και Βιστωνικού Κόλπου Πόρτο Λάγος «Ο Ά. Ν.», φέρονται ότι αγόρασαν, από την Α. συζ. Α. Σ.-Σ., ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου «μιας βοσκής εκτάσεως 400 περίπου στρεμμάτων καταλαμβανόμενης τη νησίδα Αντά Μπουρού της περιοχής Πόρτο Λάγος». Δηλαδή, παρατηρείται από το περιεχόμενο των ως άνω συμβολαιογραφικών εγγράφων, ανεξαρτήτως της ελλείψεως κυριότητας των πωλητών επί της ως άνω νησίδας, η οποία (κυριότητα) κατά το χρόνο κατάρτισης αυτών, ανήκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όπως κατωτέρω, ειδικότερα, θα εκτεθεί, ότι η ενάγουσα Ι.Μ.Β. στις 30-8-1957 αποδέχθηκε την κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος και στις 24-3-1998 προέβη στην άσκηση αγωγής διανομής, κατά του ως άνω αλιευτικού συνεταιρισμού, η οποία (αγωγή), κατά λογική ακολουθία, ενείχε ομολογία της για την ιδιότητα του τελευταίου ως συγκυρίου, «βοσκής» της νησίδας Άντα Μπουρού, με βάση το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 461/3-6-1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Φωτίου Αποστολίδη, ενώ η ίδια επικαλείτο συγκυριότητα, αποκλειστικά, με βάση την υπ'αριθμ. 4165/30-8-1957 πράξη αποδοχής κληρονομίας και τίτλους κτήσεως του δικαιοπαρόχου της τα προαναφερόμενα υπ'αριθμ. 3243/18-2-1930 και 41630/22-5-1933 συμβόλαια και όχι δωρεές δια χρυσοβούλλων λόγων, που ουδόλως επικαλέσθηκε, τότε, όπως εν προκειμένω, γεγονός το οποίο ενισχύει, ακόμη περισσότερο, την άποψη ότι η νησίδα Αντά Μπουρού, δεν περιλαμβανόταν στους προαναφερθέντες και επικαλούμενους από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. χρυσόβουλλους λόγους, γι'αυτό και επικαλέστηκε στην άνω αγωγή της παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, αφού, προηγουμένως, για τη δημιουργία «τίτλων» ιδιοκτησίας ο Ι. (Ε. Λ.), μοναχός, προέβη στις προαναφερόμενες συμβάσεις αγοραπωλησίας. Επομένως, τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει, για τα παραπάνω η ενάγουσα Ι.Μ.Β. είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με βάση, λοιπόν, όλα όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, αφού η λίμνη Βιστωνίδα και οι επίδικες εντός του νοτίου τμήματος αυτής μικρές νησίδες και οι περιβάλλουσες τη λίμνη εδαφικές εκτάσεις της δεν περιλαμβάνονται στους επικαλούμενους από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. ως άνω χρυσόβουλλους λόγους των ειρημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων και σέρβου ηγεμόνα, οι οποίοι αποτελούσαν μεταβιβαστικούς (καθ’ α αυτή αβασίμως ισχυρίζεται) τίτλους κυριότητας, με μεταβιβάζοντα δωρητή τον Αυτοκράτορα, που εκπροσωπούσε το Βυζαντινό Κράτος (βλ. Απόστολο Γεωργιάδη ο.π. σελ. 483-484, Ιωάννη Κονιδάρη ο.π. σελ. 1652), αυτή δεν κατέστη κυρία της λίμνης και των επιδίκων, με τον προαναφερθέντα παράγωγο τρόπο, όπως αβάσιμα αυτή διατείνεται. Περαιτέρω, πλήρως, αποδείχθηκε ότι με τους παραπάνω χρυσόβουλλους λόγους του Σέρβου ηγεμόνα Ιωάννη Ούγγλεση (του έτους 1371), παραχωρήθηκε σ'αυτήν (ενάγουσα) φορολογική απαλλαγή και, μόνο, περιορισμένο δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, το οποίο διατήρησε η τελευταία, κατά την ως άνω βυζαντινή περίοδο, αλλά και μετέπειτα, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, ωστόσο, το είδος και η έκταση του εν λόγω δικαιώματός της και, σαφώς, όχι αυτού της κυριότητας, που, ουδέποτε αυτή αποδείχθηκε ότι είχε, διαμορφωνόταν αναλόγως της διακυβέρνησης της περιοχής από τους εκάστοτε κατακτητές της και τις αποφάσεις τους, αναφορικά με τον τρόπο εκμετάλλευσης του ιχθυοτροφικού πλούτου της λίμνης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις, γνωστές τοις πάσι, ιστορικές πηγές, η κατάληψη της Θράκης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ολοκληρώθηκε την περίοδο 1374-1375, ενώ της περιοχής του Αγίου Όρους την περίοδο 1423-1424. Μετά την κατάληψη της περιοχής του Αγίου Όρους η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε το αυτοδιοίκητο των Ιερών Μονών και τα κυριαρχικά δικαιώματα και προνόμια αυτών στα μετόχιά τους. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους πέτυχαν από νωρίς την έκδοση επικυρωτικών των δικαιωμάτων και προνομίων τους «φιρμανίων», διαταγών, δηλαδή, που εκδίδονταν στο όνομα του Σουλτάνου και έφεραν την «τουγρά», το ειδικό σήμα με το όνομά του και το όνομα του πατέρα του. Έτσι, με φιρμάνι του Σουλτάνου Μουράτ Β'(1412-1451) ανανεώθηκαν προγενέστερα φιρμάνια των Σουλτάνων Μεχμέτ Α' (1413-1421) και Βαγιαζίτ Α'(1389-1402). Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (το έτος 1453) ο Μωάμεθ ο Β' παραχώρησε στον τότε Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο τα λεγόμενα «προνόμια», στα οποία περιλαμβάνονταν η αναγνώριση και προστασία της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας, η οποία επικυρώθηκε και με σουλτανικά βεράτια, που εξέδιδαν οι Σουλτάνοι, επ' ευκαιρία της ενθρόνισης των Πατριαρχών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το έτος 1375 (χρόνος κατάληψης της Θράκης από τους Οθωμανούς), αποτελεί το χρόνο έναρξης ισχύος του Οθωμανικού Δικαίου στην περιοχή, εντός της οποίας (περιοχής) εμπίπτει η λίμνη Βιστωνίδα και η περιβάλλουσα αυτήν περιοχή. Από το χρόνο δε, της κατακτήσεως της περιοχής από τους Τούρκους και μετέπειτα, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει κάποιο, συγκεκριμένο, επίσημο έγγραφο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο οποίο να αναφέρεται η κτήση της κυριότητας, νομής ή κατοχής επί της λίμνης και των επιδίκων εντός της λίμνης Βιστωνίδας νησίδων και παραλιμνίων εκτάσεων αυτής. Από τις, επίσης κοινές τοις πάσι, ιστορικές πηγές προκύπτει, επίσης, ότι ο Τούρκος περιηγητής, Εβλιγιά Τσελεμπή, ο οποίος περιήλθε την περιοχή το έτος 1667, αναφερόμενος στη λίμνη Βιστωνίδα, περιγράφει αυτήν ως εξής: «Έμπροσθεν του φρουρίου τούτου υπάρχει κόλπος θαλάσσης βλέπων προς νότον. Μέχρι του στομίου των στενών της θαλάσσης σχηματίζεται ευρεία λίμνη ως ωκεανός μεγάλη, εντός της οποίας αλιεύονται αναρίθμητα είδη ιχθύων. Αυτή (η λίμνη) αποτελεί ιδιαιτέραν κρατικήν υπηρεσίαν, της οποίας ο διευθυντής μετ' άλλων εκατόν είκοσι στρατιωτών κατέχει και διαχειρίζεται τα προϊόντα της λίμνης ταύτης. Τα δε προϊόντα ταύτα ο μουτεβελλής του Βακουφίου του Γαζή Μουράτ Χάν και τα εκ της πωλήσεως αυτών εισοδήματα καταβάλλει εις το ταμείον του βακουφίου» (βλ. Πέτρο Γεωργατζή, ο.π. σελ. 72). Σε άλλη δε ιστορική πηγή αναφέρεται ότι «Δεν υφίστανται μαρτυρίες ή ενδείξεις παρουσίας της Μονής του Βατοπαιδίου στην περιοχή της Πορούς ή γενικότερα περί τη λίμνη της Βιστωνίδας από τα τέλη του 14ου αιώνος μέχρι το 1791» (βλ. σχετική παραπομπή Πέτρου Γεωργαντζή, σε μελέτη Ευαγ. Παπαθανασίου «Ιερά Μονή Αγ. Νικολάου»). Η μάρτυρας Σ. Δ., στην προαναφερόμενη υπ'αριθμ. 141/2013 ένορκη βεβαίωσή της, αναφέρει ότι, από ιστορικές πηγές προκύπτει, (χωρίς ν’ αναιρούνται τα όσα αναφέρει αυτή η μάρτυρας από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο) ότι ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β' (1421-1451) λίγο μετά το έτος 1421 δώρισε το Περιθεώριον στον Giovanni Adurno, Γενοβέζο ηγεμόνα της Φώκαιας, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του, ότι ο ίδιος Σουλτάνος, μεταξύ των άλλων κτημάτων, που αφιέρωσε στο Τζαμί του Ιμαρέτ, το οποίο ίδρυσε στην Αδριανούπολη, το έτος 1435 ή το 1439, αφιέρωσε και τον κασαμπά της Μπουρούς, που σημαίνει την πόλη της Μπουρούς, δηλαδή το Περιθεώριο, και τα μέρη της λίμνης, όπου πραγματοποιείται αλιεία και ότι στο βακουφναμέ του έτους 1569 της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, έγγραφο που καταγράφει περιουσιακά στοιχεία αυτής, απουσιάζει το μετόχιο του Πόρτο Λάγος. Επίσης, ανέφερε ότι, οθωμανικές πηγές καταδεικνύουν ότι η λίμνη Βιστωνίδα με τα έσοδά της και οι περιβάλλουσες αυτήν εκτάσεις, ανήκαν κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, στο Σουλτάνο, δηλαδή στο Οθωμανικό Κράτος, και, ότι αυτός διαχειριζόταν τα έσοδα, ως περιουσία του Οθωμανικού Κράτους. Μάλιστα, για την διαχείριση των εσόδων της λίμνης, κατά την περίοδο αυτή, υπάρχει πρόβλεψη στον κανουνναμέ της Μπουρούς, του 1557-1558, δηλαδή τον κανονισμό των βακουφίων του Σουλτάνου Μουράτ του Β', όπου, μεταξύ άλλων, ορίζεται: 1. να λαμβάνεται από χριστιανούς και μουσουλμάνους τελωνειακός δασμός για εμπορεύματα που εισέρχονται με πλοία στη λίμνη, η οποία είναι συνέχεια του Αιγαίου στην κωμόπολη Μπουρού, δηλαδή το Περιθεώριο, καθώς το οθωμανικό όνομα της πόλεως είναι Μπουρού Καλέ, 2. για κάθε άνθρωπο ή υποζύγιο που περνά την είσοδο της κωμόπολης να λαμβάνεται δασμός, 3. να λαμβάνεται δασμός για κάθε σφαγμένο πρόβατο, για κάθε φόρτωμα κρασιού, 4. να λαμβάνεται ποσό από τους αστακούς, τα στρείδια, τα μύδια κ.α., που ψαρεύουν, 5. να λαμβάνεται φόρος αμπελιών από χριστιανούς και μουσουλμάνους, 6. στο έδαφος του βακουφίου ορίζεται δασμός πώλησης για τα πωλούμενα πρόβατα, βόδια, άλογα άνδρες και γυναίκες δούλους, χοίρους, 7. να λαμβάνεται ποσόν από το χόρτο που κόβεται από τις καλλιεργούμενες γαίες εντός του βακουφίου, 8. να λαμβάνεται δεκάτη, 9. να λαμβάνεται δεκάτη από τα μελίσσια (βλ. και δημοσίευση, στο βιβλίο του Φ. Κοτζαγεώργη, «Μικρές πόλεις της Ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώϊμη νεότερη εποχή: Η περίπτωση της Ξάνθης (15ος -17ος αι.) Ξάνθη 2008, σελ. 261-262, προσκομιζόμενη). Ομοίως, η Ε. Κ., αναπληρώτρια καθηγήτρια της Οθωμανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μπίλκεντ της Άγκυρας, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά την εκδίκαση άλλης υπόθεσης μεταξύ των διαδίκων, που λαμβάνεται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. κατάθεση στα υπ'αριθμ. 36630/2012 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από την έρευνα που διενήργησε σε οθωμανικά αρχεία, ευρισκόμενα στην Άγκυρα και στην Κωνσταντινούπολη, σε αρχεία βακουφίων και σε αρχεία φορολογικών κατάστιχων (τα πορίσματα της οποίας, σημειωτέον, δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα, εν προκειμένω), διαπίστωσε ότι από το έτος 1430 οι πρόσοδοι της περιοχής Μπουρού, δηλαδή της λίμνης και των παραλιμνίων περιοχών, είχαν δοθεί από το Σουλτάνο σε ένα ευαγές ίδρυμα στην Αδριανούπολη, το οποίο είχε ιδρύσει ο Μουράτ ο Β', ότι στον κανουνναμέ της Μπουρού, 1557-1758, αναφέρονται εισοδήματα για τις προσόδους της περιοχής Μπουρού, που ήταν σημαντικά, ότι το βακούφι έπαιρνε εισοδήματα από τα πλοία, που εισέρχονταν στη λίμνη, ότι για την εκμετάλλευση των νταλανιών (ιχθυοτροφείων) γινόταν μια φορά ετησίως πλειστηριασμός και, στη συνέχεια, κάθε τρία έτη, ότι τα έτη 1568-1668 έγινε δήμευση όλης της μοναστηριακής περιουσίας από το Σουλτάνο Σελήμ, βάσει κανόνων του ισλαμικού δικαίου, ότι οι μονές που επαναγόρασαν ακίνητα γράφονταν σε βακουφναμέδες και σε οικονομικά τεφτέρια και ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη φορολογικής πληρωμής της ενάγουσας Ι.Μ.Β. για τη συγκεκριμένη λίμνη. Αυτά δε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, ως ανεφέρθη ήδη, δεν αποδυναμώνονται. Η ενάγουσα Ι.Μ.Β. επικαλείται και προσκομίζει, προς απόδειξη των ισχυρισμών της περί κτήσεως κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας μετά των νησίδων της και παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεών της και διάφορα εκκλησιαστικά έγγραφα, τα οποία χρονολογούνται από τα τέλη του 18ου αιώνα. Ειδικότερα δε, επικαλείται ότι το έτος 1791 επισκέφθηκε την περιοχή της Βιστωνίδας (Μπουρούς) ο Τούρκος ναύαρχος Χουσεϊν Πασάς Τζεζαερλής, ο οποίος απηύθυνε ερώτημα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να πληροφορηθεί ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής αυτής. Το τελευταίο αναζήτησε στοιχεία από την ήδη ενάγουσα Ι.Μ.Β., η οποία παρέδωσε στον απεσταλμένο του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ', ως τίτλους ιδιοκτησίας, τα προαναφερθέντα χρυσόβουλλα, μεταξύ των οποίων και αυτά, του Σέρβου ηγεμόνα Ιωάννη Ούγγλεση, των ετών 1369 και 1371. Όμως, με τα δυο αυτά χρυσόβουλλα, των ετών 1369 και 1371, (στα προηγούμενα δεν υπήρχε αναφορά στη λίμνη, όπως προαναφέρθηκε), δεν αποδείχθηκε ότι παραχωρήθηκε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας ή επί των επιδίκων νησίδων και παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, όπως ήδη έχει αναφερθεί σε προηγούμενη θέση της παρούσας απόφασης, αλλά, με το πρώτο παρασχέθηκε φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων, ετησίως, από την υποχρέωση, που υπείχε η τελευταία από την εκμετάλλευση (και μόνο) της λίμνης της Βιστωνίδας, ενώ με το δεύτερο παραχωρήθηκε σ'αυτήν αποκλειστικά και μόνον το δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, με βάση βιβάριο (ιχθυοτροφείο), απροσδιόριστο κατά θέση, όρια και έκταση, καθώς και το δικαίωμα αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή. Ωστόσο, η Πατριαρχική Σύνοδος, υπό τον προαναφερόμενο Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ', παρερμηνεύοντας, για άγνωστους, στο παρόν Δικαστήριο, λόγους, το περιεχόμενο των ως άνω δύο χρυσόβουλλων, απήντησε στον ρηθέντα Τούρκο ναύαρχο ότι ολόκληρη η λίμνη Βιστωνίδα ανήκει στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, αναφέροντας ότι «καλώς έγνωμεν ότι η ειρημένη λίμνη εδόθη και εχαρίσθη τότε ως παντοτεινή ιδιοκτησία του μοναστηρίου Βατοπαίδι υπό της τότε Βασιλείας του Ιωάννου Δεσπότου του Ούγγλεση λεγόμενον κατά το αρχαίον έτος ρωμαϊκόν καλούμενον ινδικτιών τη ογδόη εν μηνί Νοεμβρίου (έτος 1369) εν ω ρητώς γραφεί το ρηθέν εφημένον του Σενέτι επίσημον Χρυσόβουλλον λεγόμενον Ρωμαϊστί, ότι ο δούς και χαρίσας τη ρηθείσαν λίμνην Πορού λεγομένην Ιωάννης Δεσπότης ο Ούγγλεσης δέδωκεν αυτήν εις το Μοναστήρι του Βατοπαιδίου, ως κτήμα του αιώνιον... όπως νέμεται το ρηθέν μοναστήρι ετησίως ποσότητα μεγάλην, υπερέχουσαν, ώστε λαμβάνειν αυτήν ετησίως αναντιρρήτως από της ειρημένης λίμνης, εν διαταγή γραπτή και παραγγελία εν αραίς φρικταίς κατά των βουληθέντων ποτέ αναρπάσαι και ανατρέψαι το βασιλικόν αυτό δώρημα από του μοναστηρίου Βατοπαίδι λεγόμενον, δια τούτο η ειρημένη λίμνη Πορού λεγομένη είναι αιώνιον κτήμα αναφαίρετον και αναπόσπαστον εις αιώνα τον άπαντα». Πρέπει, βέβαια, εδώ, να σημειωθεί, αναφορικά με την αναξιοπιστία, για το Δικαστήριο τούτο, των αμέσως πιο πάνω αναφερθέντων, επικαλουμένων και προσκομιζομένων από την ενάγουσα Ι.Μ.Β., στοιχείων, ότι, η Ε. Κ., στην προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή της (ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) ανέφερε ότι, από την έρευνα των σχετικών οθωμανικών αρχείων, διαπίστωσε (χωρίς ν’ αναιρείται η διαπίστωσή της αυτή από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο του φακέλου της υπόψη δικογραφίας) ότι δεν υπήρχε Τούρκος ναύαρχος με τα ως άνω στοιχεία, (δηλαδή, αυτός ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο), αλλά ότι, τα έτη 1789-1791, υπήρχε Τούρκος ναύαρχος με στοιχεία Γκιλιντρί Χουσεϊν Πασάς και αργότερα με στοιχεία Κιουτσούκ Χουσεϊν Πασάς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, περί το έτος 1800 όταν Μητροπολίτης Ξάνθης ήταν ο Ναθαναήλ (1781-1806), κατασκευάστηκε από τους χριστιανούς κατοίκους της περιοχής, σε μια μικρή νησίδα, ευρισκόμενη στο νότιο τμήμα της λίμνης Βιστωνίδας, (επίδικο Δ') ένας μικρός «καλαμόπλοκος» ναός, στη μνήμη του Αγίου Νικολάου. Το έτος 1806 ο νέος τότε Μητροπολίτης Ξάνθης Σεραφείμ θέλησε να υπαγάγει το μικρό αυτό ναό, υπό τη μέριμνα και τη δική του πνευματική δικαιοδοσία και διαχείριση. Οι μοναχοί της ενάγουσας Ι.Μ.Β. διαμαρτυρήθηκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ο τότε δε Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε', αφού έλαβε πληροφορίες από την Ι.Μ.Β. και μελέτησε τα ως άνω χρυσόβουλλα και την απάντηση του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ' προς τον Τούρκο «ναύαρχο Χουσεϊν Πασά Τζεζαερλή» (του οποίου η ύπαρξη, ως φυσικού προσώπου, ως ήδη ανεφέρθη, δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο), στην από 16-8-1808 επιστολή του προς το Μητροπολίτη Ξάνθης Σεραφείμ ανέφερε ότι «προ χρόνων αμνημονεύτων εστίν αφιερωμένη η τοποθεσία της λίμνης Πουρού και του Περιθεωρίου εις αυτό το ιερόν του Βατοπαιδίου μοναστήριον μετά της τότε εκκλησίας του εν αγίοις Πατρός Νικολάου, καθώς η αφιέρωσις αύτη αποδεικνύεται παρά τίνος χρυσοβούλλου λόγου του αειμνήστου Ιωάννου Δεσπότου Ούγγλεση...και από καιρού εις καιρόν οι Βατοπαιδινοί Πατέρες διωρίζοντο εξ αυτών εν συμμοναστηριακόν και απέστελλον εκεί ίνα επιτελή τα ιερατικά υπουργήματα προς τους εκεί κατοίκους ή διατρέφοντας, τα νύν δε οι αγοράζοντες την λίμνην εκείνην χριστιανοί Αινήται θείω ζήλω κινούμενοι ίνα μη μένωσιν ανεκκλησίαστοι όσον καιρόν εν τη αλιεία διατρίβωσιν κατεσκεύασαν μίαν εκκλησίαν πλησίον της λίμνης από καλάμου και αυτής εγκαινιασθείσης λειτουργούσιν οι από μέρους αυτών αποστελλόμενοι Βατοπαιδινοί Πατέρες ως αρχαίας ούσης του Βατοπαιδίου και της τοποθεσίας αφιερωμένης διο και αιτούνται το ανενόχλητον αυτόν και ανεπηρέαστον δια της εκκλησιαστικής αντιλήψεως» και, για το λόγο αυτό, «επειδή ο τόπος εκείνος της λίμνης Πουρού και του Περιθεωρίου εστίν αφιερωμένος, ως διείληπται, εις το του Βατοπαιδίου ιερόν Μοναστήριον και η παλαιά εκείνη εκκλησία κατηδαφίσθη και εκ νέου κατεσκευάσθη υπό καλάμου άλλη εν τω αυτώ Βατοπαιδινώ τόπω», συνιστούσε, στο Μητροπολίτη Ξάνθης Σεραφείμ, να παύσει να ενοχλεί και να παρεμποδίζει την «επιτέλεσιν των ιερατικών υπουργημάτων» από τους αποστελλόμενους εκεί μοναχούς του Βατοπαιδίου. Από την περιεχόμενη, στην ανωτέρω, από 16-8-1808 επιστολή του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' προς το Μητροπολίτη Ξάνθης, φράση «οι αγοράζοντες την λίμνην εκείνην χριστιανοί», που σημαίνει ότι κάποιοι κάτοικοι χριστιανοί μίσθωναν τη λίμνη προς εκμετάλλευση του ιχθυοτροφικού πλούτου της, συνάγεται εμμέσως, πλην σαφώς, ότι οι εκμισθωτές δεν ήταν οι μοναχοί της ενάγουσας Ι.Μ.Β., αφού, σε διαφορετική περίπτωση, θα το ανέγραφε ο Πατριάρχης, για να ενισχύσει τα επιχειρήματά του έναντι των αντιρρήσεων του Μητροπολίτη Ξάνθης, ως προς τη διαχείριση του μικρού ναού του Αγίου Νικολάου. Όμως, ο Μητροπολίτης Ξάνθης ζήτησε εκ νέου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη την απομάκρυνση των μοναχών της Ι.Μ.Β. από το ως άνω εκκλησάκι. Εν τέλει, ο επόμενος Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Δ' (ο διάδοχος του Γρηγορίου Ε'), επείσθη στα επιχειρήματα του Μητροπολίτη Ξάνθης και απέστειλε επιστολή στους μοναχούς της Ι.Μ.Β. να ανακαλέσουν το μοναχό, που είχαν στείλει στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου «ως δίχα της κανονικής αδείας και του γνησίου και νομίμου και κανονικού κυριάρχου του τόπου εκείνου επιτελούντα τα ιερατικά υπουργήματα». Παρά ταύτα, οι μοναχοί αδιαφόρησαν, εξακολούθησαν δε να αποστέλλουν έναν ιερομόναχο, προς άσκηση των ιερατικών και λοιπών καθηκόντων του. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Δ' απέστειλε σ'αυτούς, στις 15-7-1812, νέα, πιο επιτιμητική, επιστολή, με την οποία τους ζητούσε να συμμορφωθούν προς τις εντολές του Πατριαρχείου, διότι διαφορετικά οι μεν μοναχοί θα υφίσταντο σοβαρά επιτίμια ο δε καταπατητής μέχρι και εξορία. Όμως, και πάλι οι μοναχοί αδιαφόρησαν και η διένεξη μεταξύ αυτών και του Μητροπολίτη Ξάνθης Σεραφείμ συνεχίστηκε και κατά τα επόμενα έτη. Το έτος 1830 περίπου στη θέση του ως άνω μικρού ναού ανηγέρθη νέος «τοιχόκτιστος» ναός. Κατόπιν, καθήκοντα νέου Μητροπολίτη Ξάνθης ανέλαβε ο Ευγένιος, πλην, όμως, οι προστριβές μεταξύ αυτού και των μοναχών της Ι.Μ.Β. συνεχίστηκαν. Εν τέλει, οι μοναχοί επέτυχαν την ανάκληση της απόφασης του έτους 1812 από τον τότε Πατριάρχη Κωνστάντιο Α', ο οποίος, χαρακτηρίζοντας τον ανωτέρω μικρό ναό, ως «Πατριαρχική, Σταυροπηγιακή, ελευθέρα και αδούλωτον» εκκλησία-μετόχι, γνωστοποίησε την ανακλητική απόφασή του, με την από 22-9-1835 επιστολή του, προς το Μητροπολίτη Ξάνθης Ευγένιο. Ωστόσο, ο τελευταίος δεν πείσθηκε, γι'αυτό, ο νέος Πατριάρχης Γρηγόριος ο ΣΤ', απηύθυνε κατά τους επόμενους μήνες προς αυτόν και νέα επιστολή, για να μη δημιουργεί προβλήματα στους ιερομονάχους της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Ο Μητροπολίτης Ξάνθης Ευγένιος απήντησε με την από 5-9-1836 επιστολή του επιμένοντας στις δικές του απόψεις, όσον αφορά το ζήτημα της διαχείρισης του ναϊσκου του Αγίου Νικολάου. Εν τέλει, και αφού αλιείς της περιοχής της λίμνης απέστειλαν την από 8-4-1838 επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στην οποία ανέφεραν «...εις το βιβάριον τούτο και εις την εν αυτώ εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου είχεν εκ παλαιών χρόνων την κυριαρχίαν το Ιερόν Μοναστήριον Βατοπαίδι και ουχί ο Αρχιερεύς Ξάνθης...το βιβάριον τούτο και η εν αυτώ εκκλησία του Αγίου Νικολάου και προ της οικοδομής αυτής και μετά την ανακομιδήν (ανοικοδομήν) και εκ παλαιών χρόνων υπήρχε δεσποζόμενον παρά του Ιερού Μοναστηρίου Βατοπαίδι και πάντοτε καλόγερος Βατοπαιδινός απεστέλλετο καθώς και έως την σήμερον ευρισκόμενος Βατοπαιδινός υπάρχει…», με Πατριαρχική και Συνοδική Απόφαση, το ζήτημα της διένεξης, ως προς την διαχείριση του ναϊσκου του Αγίου Νικολάου, λύθηκε, τελικά, υπέρ της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, η οποία (απόφαση) γνωστοποιήθηκε στο Μητροπολίτη Ξάνθης, με την από 18-1-1839 επιστολή του Πατριάρχη, στην οποία ανέφερε ότι «η λίμνη και το βιβάριον πολιτικήν υποστάντα μεταβολήν περιήλθον υπό την εξουσίαν της κραταιάς βασιλείας», εννοώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καταλήγοντας «οριζόμεθα και αποφαινόμεθα ίνα η ρηθείσα κατά το βιβάριον της Πουρούς κείμενη ιερά Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ώσπερ εξ αρχής, ούτω και εις τον εξής άπαντα χρόνον υπάρχει και λέγεται και παρά πάντων γινώσκηται μετά πάντων των κτημάτων και πραγμάτων και αφιερωμάτων αυτής κινητών και ακινήτων, των ήδη όντων και των εισέπειτα προσγενησομένων, ιδιοκτησία τελεία αναφαίρετος και αναπόσπαστος και κτήμα και πράγμα ίδιον του κατά το Αγιώνυμον Όρος του Άθωνος Ιερού και Σεβασμίου ημετέρου Πατριαρχικού και Σταυροπηγιακού Μοναστηρίου του Βατοπαιδίου και υπ'αυτού μόνο δεσπόζεται και εξουσιάζεται ολοσχερώς, διοικούμενην ελευθέρως υπό των κατά καιρούς αποστελλομένων Μοναστηριακών Βατοπεδινών πατέρων...». Περαιτέρω, κατά την ορθότερη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, επιστημονική άποψη, την οποία αυτό και δέχεται, τα εκδιδόμενα Πατριαρχικά έγγραφα (σιγίλια, συνοδευτικά γράμματα κλπ), δεν αποτελούν τίτλους κυριότητας (αφού με αυτά, συνηθέστερα, αναγνωρίζονταν ή ιδρύονταν μοναστήρια, επισκοπές, εκκλησιαστικές σχολές, τοπικές δικαιοδοσίες, ή υπαγωγές αυτών, όπως και μεταξύ επισκοπών καθώς επίσης και περιπτώσεις αφορισμών), διότι τα προνόμια του Πατριάρχη για επίλυση διαφορών, μεταξύ των υποδούλων μελών του ποιμνίου του, ασφαλώς, δεν επεκτείνονταν σε γαίες, που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο …… Εξάλλου, στο άρθρο 188 του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου 'Ορους (ΚΧΑΟ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 10/16-9-1926, ορίζεται ότι «απορρέει δε εκ των Αυτοκρατορικών Χρυσοβούλλων, Πατριαρχικών-Σιγγιλίων, Σουλτανικών Φιρμανίων, ισχυόντων Κανονισμών και αρχαιοτάτων Μοναχικών Θεσμών και καθεστώτων», πλην όμως, η προαναφερόμενη διάταξη ρυθμίζει θέματα διοικήσεως και λειτουργίας του Αγίου Όρους, της Ιεράς Κοινότητας, της Ιεράς Επιστασίας, των Ιερών Μονών, των σκητών, απονομής δικαιοσύνης στην περιοχή του Αγίου Όρους και των σχέσεων μεταξύ των Ιερών Μονών και των μοναχών και, επομένως, μόνο για τα θέματα αυτά, αποκλειστικά, εφαρμόζονται, ως κανόνες δικαίου, τα Πατριαρχικά σιγγίλια. Αντίθετα, αυτά δεν εφαρμόζονται (ως κανόνες δικαίου) για μη ρυθμιζόμενα από τον Καταστατικό Χάρτη θέματα και μάλιστα εκείνα, που αφορούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτός του Αγίου Όρους ακινήτων των Ιερών Μονών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων. Επομένως, από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει, σαφώς, ότι τα Πατριαρχικά σιγγίλια, σε καμία περίπτωση, δεν αποτελούν τίτλους κτήσεως κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων. Επίσης, η ενάγουσα Ι.Μ.Β., προς ενίσχυση των ισχυρισμών της, προσκομίζει: α) την από 18-4-1816 επιστολή προς τους Επιτρόπους της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, στην οποία αναφέρεται ότι η δαπάνη για επισκευές και αγορές εικόνων είναι 1.500 γρόσια, β) την από 1-4-1831 διαθήκη του παπά Σάββα Β., οικονόμου, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι αφήνει στην κάσα του ιερού Μοναστηρίου του Βατοπαιδίου 8.900 γρόσια και ότι έχει ποσότητες ψαριών και καπνού για να αποσταλούν στο μοναστήρι, γ) την από 13-7-1837 επιστολή του αρχιμανδρίτη Διονυσίου Βατοπαιδινού, η οποία αναφέρεται στη διένεξη της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου με το Μητροπολίτη Ξάνθης, δ) την από 23-2-1851 επιστολή του Κώνστα Δάνου και συντροφίας (εκμισθωτών της λίμνης) προς τους Επιτρόπους της Ιεράς Μονής, στην οποία αναγράφεται ότι αποστέλλονται 200 οκάδες ψάρια για την πανήγυρη της Μονής και ότι αν επιθυμούν ψάρια (χίλιες οκάδες ή δύο χιλιάδες οκάδες) για το μοναστήρι ή για άλλα μοναστήρια να γράψουν για τους στείλουν, ε) την από 11-1-1870 επιστολή του ιερομονάχου Γρηγορίου Β., στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η απασχόλησή του σε οικοδομικές εργασίες επισκευής της εκκλησίας και, ότι ψιθυρίζεται, ότι σε δημοπρασία, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη για τα «δαλιάνια», πλειοδότησε κάποιος, ονόματι «Δουάρδος», για υπέρογκον τιμήν 800.000 χιλιάδες (σ.σ. εννοεί γρόσια), στ) το από 9-3-1911 συμφωνητικό της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου με τον εργολάβο Χαράλαμπο Κουρβαρά, που αφορά στην ανέγερση οικίας στον περίβολο του ναού του Αγίου Νικολάου. Όμως, όλα τα ανωτέρω έγγραφα, σε καμία περίπτωση, δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ή σε συνδυασμό, μεταξύ τους, καθώς και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα της προκειμένης δικογραφίας, κτήση δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας Ι.Μ.Β. επί οποιασδήποτε εδαφικής εκτάσεως της λίμνης και επί των επιδίκων εντός αυτής μικρών νησίδων και παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεών της, αλλά, απλώς, αποδεικνύουν την κατά τη διάρκεια των αιώνων παρουσία μοναχών της στην περιοχή αυτή, όπου η εν λόγω μονή διατηρούσε περιορισμένο δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, που της είχε παραχωρηθεί από το έτος 1371, η έκταση και το είδος του οποίου διαμορφωνόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, ανάλογα με την διακυβέρνηση της περιοχής από τους εκάστοτε κατακτητές της (Βυζαντινούς, Σέρβους, Οθωμανούς, Βούλγαρους), οι οποίοι έχοντας δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας, λόγω του χαρακτήρα της, ως δημόσιας και κοινόχρηστης λίμνης, καθόριζαν και τον τρόπο εκμετάλλευσής της, καθόσον αυτή απέφερε σημαντικές οικονομικές προσόδους. Μάλιστα, η ίδια η ενάγουσα Ι.Μ.Β. στην από 1-5-1922 διεκδικητική αγωγή της εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ισχυριστεί μεταξύ άλλων ότι «Κατά την Επανάσταση του 1821 καθ' ήν και οι Αγιορείται μοναχοί ενεργόν εις αυτήν έλαβαν μέρος οχυρώσαντες την διώρυγα του Ξέρξου (πρόβλακα το νυν ονομαζόμενην) ο Σουλτάνος μένεα πνέων κατά των Αγιορειτών, ασεβών δε προς το απ' αιώνων τηρούμενον καθεστώς αφήρπασε συν άλλοις και την ιδιοκτησίαν ταύτην της Μονής, ήτοι την εν λόγω λίμνην Μπουρού μετά του βιβαρίου, κατόπιν όμως επανειλημμένων διαμαρτυριών του Πατριάρχου και της Ιεράς ημών Μονής δεν απέπεμψε τους εν τω Μονυδρίω και τη Εκκλησία πατέρας αλλά αφήκεν αυτούς εν Μπορού αλιεύοντας εν μεγάλαις ποσότηταις ιχθύας ους απέστελλον εις την ημετέραν Μονήν επέβαλε δε και εις τους εκάστοτε ενοικιαστές της Λίμνης να χορηγώσιν εις τους πατέρας τον αναγκαιούντα άρτον μη παύσας ούτω να αναγνωρίζει και αυτός τα επί της Λίμνης δικαιώματα της Μονής Υμών. Καθόλον δε το χρονικό διάστημα της αυθαιρέτου και βιαίας ταύτης καταλήψεως, ήτοι από της ελληνικής επαναστάσεως μέχρι του 1913 η Ιερά ημών Μονή ουδέποτε έπαυσεν ενεργούσα πράξεις διακατοχής και νομής επ'αυτής το μεν δια της συνεχούς τελέσεως των θρησκευτικών καθηκόντων εν τω Μονυδρίω, το δε δια της συνεχούς δια των αντιπροσώπων αυτών αλιείας εν τη λίμνη μεγάλων ποσοτήτων ιχθύων χρησιμοποιουμένων εις τε τας ανάγκας της Μονής και προς πώλησιν...Το καθεστώς αυτό διετηρήθη μέχρι του έτους 1913 οπότε οι Βούλγαροι υπερβάλλοντες τους Τούρκους εις τας βιαιοπραγίας και αυθαιρεσίας απέπεμψαν άμα τη επιδρομή αυτών εις την Δυτικήν Θράκην τους Πατέρας και αντιπροσώπους της Μονής εκ της Εκκλησίας και Λίμνης λεηλατήσαντες και το Μονύδριον και τη Λίμνην...Κατά το Μάρτιον του 1920 αι Γαλλικαί αρχαί είχαν προκηρύξει δημοπρασίαν εκμισθώσεως της Λίμνης και του ιχθυοτροφείου δια δέκα ολόκληρα χρόνια, μόλις όμως διαμαρτυρήθημεν ημείς και προυβάλομεν τα δικαιώματα της Μονής, ηλάττωσαν μεν την διάρκειαν της εκμισθώσεως εις τρία μόνο έτη, αλλά και κατακύρωσαν την μίσθωσιν, κατά προτίμησιν εις τη Μονήν, με πλήρη αναγνώρισιν των επιφυλάξεων ως προς την κυριότητά της». Δηλαδή, η ίδια η ενάγουσα Ι.Μ.Β. είχε ισχυριστεί, με την ως άνω αγωγή της, ότι τουλάχιστον κατά την χρονική περίοδο των ετών 1821-1913 η λίμνη Βιστωνίδα τελούσε υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου, ο οποίος την εκμίσθωνε για την εκμετάλλευση της ιχθυοπαραγωγής σε τρίτους, παράλληλα δε, επέτρεπε και στους μοναχούς αυτής την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων στο Μονύδριο και την αλίευση στη λίμνη για τις ανάγκες της διατροφής τους, αλλά και προς διάθεση των αλιευμάτων, καθώς επίσης, ότι, μετά την κατάληψη της Θράκης, το έτος 1913, οι Βούλγαροι απέπεμψαν τους μοναχούς αυτής. Επιπροσθέτως, η ίδια η ενάγουσα Ι.Μ.Β. στην από 12-2-1920 αίτησή της προς τον Αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Στρατευμάτων Ανατολής είχε ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι «και μόνον κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν ένεκα του δυσμενούς τότε πνεύματος της Τουρκικής Δυναστείας κατά του Ελληνισμού και της Εκκλησίας αυτού, κατέλαβεν αύτη αυθαιρέτως την λίμνην, αναγνωρίσασα δε εις τους πατέρας της Ιεράς ημών Μονής δικαίωμα αλιείας, επέτρεψε να αλιεύωσι μεγάλας ποσότητας ιχθύων δια την κατανάλωσιν της Μονής, επιβαλούσα και εις τους ενοικιαστάς της λίμνης την διατροφήν των πατέρων αυτής. Το καθεστώς τούτο διετηρήθη μέχρι του 1913, οπότε καταλαβόντες τη Δυτική Θράκη οι Βούλγαροι εξεδίωξαν πασάπασιν θείον και ανθρώπινον δίκαιον τους ημετέρους πατέρες και κατέλαβαν αυθαιρέτως την τε λίμνην και το Μονύδριον…». Δηλαδή, και με την προαναφερόμενη αίτησή της είχε ισχυριστεί, πάλι, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ότι τουλάχιστον κατά την ίδια, ως άνω, χρονική περίοδο (των ετών 1821-1913), η λίμνη Βιστωνίδα τελούσε υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου, ο οποίος την εκμίσθωνε για την εκμετάλλευση της ιχθυοπαραγωγής σε τρίτους και επέτρεπε στους μοναχούς της την αλίευση στη λίμνη για τις ανάγκες της διατροφής τους και ότι μετά την κατάληψη της Θράκης το έτος 1913 οι Βούλγαροι απέπεμψαν τους μοναχούς αυτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι μοναχοί της ενάγουσας Ι.Μ.Β. στα πλαίσια άσκησης του περιορισμένου δικαιώματος ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης και του δικαιώματος αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή, που είχε παραχωρηθεί στην τελευταία από το έτος 1371, χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες των αλιευτικών τους εργασιών, τις ευρισκόμενες στο νότιο τμήμα της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας, τρεις νησίδες (η νησίδα Αντά Μπουρού τότε ήταν ενιαία, διαχωρίστηκε στα επίδικα Β'και Γ'το 1938, όπως προαναφέρθηκε), τις οποίες ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν και οι κάτοικοι της περιοχής, που αλίευαν εκεί, και συνέχισαν να χρησιμοποιούν για να αλιεύουν ιχθείς και να εναποθέτουν τα αλιευτικά εργαλεία τους, ενώ, παράλληλα, τις εν λόγω νησίδες χρησιμοποιούσαν και οι εκάστοτε μισθωτές της εκμετάλλευσης της ιχθυοπαραγωγής της λίμνης, για τις ανάγκες των αλιευτικών τους εργασιών. Οι νησίδες αυτές, εξαιτίας της θέσεως τους (εντός της λίμνης) αλλά και των υδάτων που τις κατέκλυζαν, μόνιμα ή περιοδικά, δεν ήταν δεκτικές καλλιέργειας και ουδέποτε καλλιεργήθηκαν. Μάλιστα, η ευρισκόμενη εντός του φυσικού ιχθυοτροφείου αυτής νησίδα Αντά Μπουρού (ήδη επίδικο τμήμα Γ') τουλάχιστον μέχρι το έτος 1995 κατακλυζόταν από ύδατα, όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 305/19-12-1995 έγγραφο της Εποπτείας Αλιείας της Νομαρχίας Ξάνθης «στο δημόσιο ιχθυοτροφείο της Βιστωνίδας Μπουρούς Ν.Ξάνθης υπάρχει νησίδα, η οποία σήμερα έχει διαμορφωθεί σε έκταση περίπου 1632 στρεμμάτων και η οποία περιοδικά μειώνεται γιατί κατακλύζεται από νερά …υπάρχει τάση καταπάτησης δημοσίων εκτάσεων και μάλιστα εκτάσεων που ακόμα κατά καιρούς πλημμυρίζουν…». Με την πάροδο του χρόνου, στην ήδη επίδικη νησίδα Αντά Μπουρού (τμήμα Γ'), λόγω και της θέσεως αυτής παραπλεύρως του φυσικού ιχθυοτροφείου, κατασκευάστηκαν κτιριακές και ιχθυοτροφικές εγκαταστάσεις, ιχθυογεννητικός σταθμός και φυλάκιο, οι οποίες σήμερα καταλαμβάνουν εδαφικές εκτάσεις, εμβαδού 75 και 1.350 στρεμμάτων περίπου αντιστοίχως, όπως προαναφέρθηκε, ενώ έχουν εκτελεστεί, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, (προς εξυπηρέτηση, προφανώς, του δημοσίου συμφέροντος και όχι, ασφαλώς, αυτού των μοναχών της ενάγουσας) σημαντικά και πολυδάπανα έργα, από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, στα πλαίσια της διαχείρισης και εκμετάλλευσης του φυσικού ιχθυοτροφείου της Βιστωνίδας και των ιχθυοτρόφων υδάτων της λιμνοθάλασσας (Ν. 420/1970 «Αλιευτικός Κώδικας» σε συνδυασμό με Ν. 1740/1987 «περί αξιοποιήσεως και προστασίας κοραλλιογενών σχηματισμών, ιχθυοτρόφων υδάτων, υδατοκαλλιεργειών και άλλες διατάξεις») εκμισθώνει το παρακείμενο της νησίδας αυτής φυσικό ιχθυοτροφείο και τις ιχθυοτροφικές εγκαταστάσεις με τις βοηθητικές των αλιευτικών εργασιών εδαφικές εκτάσεις, στον αλιευτικό συνεταιρισμό «Ο Ά. Ν.», για την εκμετάλλευση της ιχθυοκαλλιέργειας και ιχθυοπαραγωγής, από το έτος 1936 έως σήμερα. Οι εδαφικές εκτάσεις της εν λόγω νησίδας, πλην ενός τμήματος, εμβαδού 400 στρεμμάτων περίπου, το οποίο πριν, κατά και μετά την έναρξη ισχύος του Β.Δ. της 3/15-12-1833, αποτελούσε βοσκότοπο, είτε ήταν καλυμμένες από ύδατα, είτε είχαν μορφή ελώδη, όπως και του αποκοπέντος ήδη επιδίκου τμήματος Β'. Η κρίση του Δικαστηρίου, περί της μορφολογίας του προαναφερθέντος, επιμέρους, τμήματος του ήδη επιδίκου εδαφικού τμήματος Γ', ως βοσκοτόπου, στηρίζεται στα προαναφερόμενα υπ' αριθμ. 3243/18-2-1930 και 41630/22-5-1933 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ξάνθης Γεωργίου Βαρούτσου και Κομοτηνής Παναγιώτη Κυριακόπουλου, αντίστοιχα, με τα οποία ο Ι. (Ε. Λ.), μοναχός, του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκε η ενάγουσα Ι.Μ.Β., δια των εκπροσώπων της με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 4165/30-8-1957 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελευθερίου Καραλέτσου, φέρεται ότι «αγόρασε» ποσοστό 19/32 εξ αδιαιρέτου «μιας βοσκησίμου εκτάσεως κειμένης εν τη νησίδι Αντά Μπουρού της περιφέρειας Πόρτο Λάγος», καθώς και το υπ' αριθμ. 461/3-6-1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Φωτίου Αποστολίδη, με το οποίο ο Κ. Δ. και ο Π. Ν., ο πρώτος ως πρόεδρος και ο δεύτερος ως συμπράττων σύμβουλος του αλιευτικού συνεταιρισμού «Ο Ά. Ν.», φέρονται ότι «αγόρασαν» ποσοστό 13/32 εξ αδιαιρέτου «μιας βοσκής 400 περίπου στρεμμάτων καταλαμβανόμενης τη νησίδα Αντά Μπουρού της περιοχής Πόρτο Λάγος». Άλλωστε, και η ίδια η ενάγουσα Ι.Μ.Β. με την προαναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομίας φέρεται ότι αποδέχθηκε την κληρονομία «μιας βοσκησίμου εκτάσεως», την οποία επικαλέστηκε και ως τίτλο κτήσεως κυριότητας με την ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης αγωγή διανομής, όπως προαναφέρθηκε, γεγονός το οποίο ενέχει ομολογία της, ως προς το χαρακτήρα του αναφερομένου στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτου, ως βοσκοτόπου. Περαιτέρω, ενισχυτικό στοιχείο της πιο πάνω κρίσεως αποτελεί και το περιεχόμενο της από 15-3-1966 επιστολής της εταιρίας «Ξυλεμπορική & Γεν. Εμπορίου Α.Ε.» προς την ενάγουσα Ι.Μ.Β., με την οποία ζητεί να πληροφορηθεί εάν εγκρίνει τη μίσθωση για μια πενταετία της νησίδας που χρησιμεύει «ως βοσκότοπος» (βλ. επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 15-3-1966 επιστολή της άνω εταιρίας). Αναφορικά δε με την προαναφερθείσα μορφή των υπολοίπων εδαφικών εκτάσεων της ίδιας νησίδας το Δικαστήριο τούτο άγεται στο, ασφαλές, αυτό συμπέρασμα και από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου (συνδυαζόμενο προς όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα), στο οποίο αναφέρεται ότι εξακολουθεί να κατακλύζεται από ύδατα και μάλιστα υπάρχουν εκτάσεις, οι οποίες περιοδικά πλημμυρίζουν. Εξάλλου, λόγω της θέσεως της, στο νότιο τμήμα της λίμνης, και της ελεύθερης ροής των υδάτων αυτής προς την θάλασσα, με την οποία στο σημείο εκείνο επικοινωνεί (η λίμνη), αλλά και αντιστρόφως, της ελεύθερης ροής των υδάτων της θάλασσας προς τη λίμνη, καθώς επίσης της ύπαρξης ανέκαθεν φυσικού ιχθυοτροφείου στην παρακείμενη περιοχή, αλλά και των υδάτων που την περιβρέχουν πανταχόθεν, αβίαστα και ασφαλώς εξάγεται το συμπέρασμα αυτό. Στις άλλες δυο επίδικες μικρές νησίδες (τμήματα Δ'και Ε'), οι οποίες, επίσης, ουδέποτε αποδείχθηκε ότι, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, καλλιεργήθηκαν, απ’ οποιονδήποτε, έχουν κτισθεί οι εκκλησίες του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας της Παντάνασσας, αντιστοίχως, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη αρχικά το έτος 1800 ως «καλαμόπλοκος» ναϊσκος και μετέπειτα «τοιχόκτιστος», ενώ, όσον αφορά την δεύτερη, από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, δεν αποδείχθηκε ο χρόνος κατασκευής της. Για τις επίδικες νησίδες, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας (1375-1913), δεν είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. από το Τουρκικό Δημόσιο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με την έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου), ούτε άλλωστε και η ίδια επικαλείται την έκδοση ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ αυτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η περιβάλλουσα τη λίμνη παρόχθια και παραλίμνια εδαφική έκταση, πριν, κατά και μετά την ισχύ του Β.Δ. 18 της 30-11-1833 «περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών» και τουλάχιστον μέχρι το έτος 1938, κατά θέσεις, καλυπτόταν μόνιμα ή περιοδικά από ύδατα, ή είχε βαλτώδη, ή ελώδη μορφή. Εξαιτίας, της μορφής της αυτής δεν ήταν δεκτική καλλιέργειας και ουδέποτε καλλιεργήθηκε, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1938. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, στηρίζεται στην (μη αναιρουμένη κατά την αλήθεια του περιεχομένου της από άλλα αποδεικτικά μέσα) προαναφερόμενη τεχνική έκθεση του Ν. Ζ., στην οποία αναφέρεται ότι στον χάρτη του έτους 1904, αλλά και στις αεροφωτογραφίες του έτους 1938, οι παρόχθιες και παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης, απεικονίζονται καλυμμένες μόνιμα ή περιοδικά από ύδατα, ή ελώδεις, ή βαλτώδεις. Περαιτέρω, ενισχυτικό στοιχείο, όσον αφορά την άνω μορφολογία αυτής, αποτελεί και το γεγονός ότι κατέστη αναγκαία η κατασκευή παραλίμνιων αναχωμάτων προκειμένου να περιορισθούν τα ύδατα, που κατέκλυζαν την περιβάλλουσα τη λίμνη εδαφική έκταση και, στη συνέχεια, η εκτέλεση έργων αποξήρανσης, ώστε εδαφικές της εκτάσεις να καταστούν καλλιεργήσιμες. Από το σύνολο, λοιπόν, του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε (ποτέ) διακατοχικές πράξεις σε οποιοδήποτε τμήμα της παραλίμνιας εδαφικής έκτασης της λίμνης, ούτε η ίδια άλλωστε επικαλείται την άσκηση τέτοιων συγκεκριμένων πράξεων. Μάλιστα, στην προαναφερόμενη τεχνική έκθεση του Ν. Ζ., τα πορίσματα της οποίας από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αποδυναμώνονται, αναφέρεται ότι οι επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις, (όπως απεικονίζεται στο από 12-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β., ταυτιζόμενο, ως προς τις απεικονίσεις του, με το συνημμένο στην ένδικη αγωγή από 25-10-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου τοπογράφου μηχανικού, όπως προελέχθη), τόσο το έτος 1904, όσο και το έτος 1938 εμφανίζονται να καλύπτονται μόνιμα ή περιοδικά από ύδατα. Σημειωτέον ότι και ο μάρτυρας απόδειξης Α. Β. αναφερόμενος στις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις κατέθεσε «…παλαιά ήταν λίμνη, σαφώς ήταν λίμνη…» (βλ. πρακτικά εκκαλουμένης). Σε κάθε περίπτωση, η αλίευση ιχθύων στη λίμνη, στα πλαίσια άσκησης περιορισμένου δικαιώματος ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης, εκ μέρους των μοναχών της ενάγουσας, δεν αποτελεί πράξη νομής, αλλά πράξη που, αυτονόητα, απορρέει από τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της λίμνης. Για τις επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας (1375-1913), δεν είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. από το Τουρκικό Δημόσιο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με την έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου) ούτε άλλωστε και η ίδια επικαλείται την έκδοση ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ αυτής. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1858) «περί γαιών», στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παρ. 1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις Ιερές Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας γαίες, αρκεί η «προσάρτησή» τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γι' αυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου «Περί γαιών», κατά δε την παρ. 2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές «προσαρτήματα» των Ιερών Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) όχι απ` ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του μοναχού, εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημοσίων γαιών του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», εφαρμόζονταν δε σ` αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών». Οι ανωτέρω «περί γαιών» διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την Ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, με το άρθρο 2 του Ν.147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν.262/1914 ….. του οποίου οι διατάξεις επεκτάθηκαν και στην Δυτική Θράκη με το Ν.Δ. 26.10/10-11-1923 …….. Η λίμνη Βιστωνίδα και οι επίδικες εντός αυτής νησίδες και παραλίμνιες εκτάσεις της, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε είχαν καταχωρηθεί με, αντίστοιχη, εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο, που αποτελούσε συστατικό τύπο της κυριότητας για γαίες για τις οποίες δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», ούτε εξουσιάζονταν, ως κοινές δημόσιες γαίες, που αποτελούσαν και αυτές «προσάρτημα», των Ιερών Μονών, με τίτλο (ταπί) όχι απ' ευθείας στο όνομα της Ιεράς Μονής, αλλά με το όνομα μοναχού, κατά τα προαναφερθέντα. Εξάλλου, ούτε η ενάγουσα Ι.Μ.Β. αποδείχθηκε ότι ζήτησε να αναγνωρισθεί σ'αυτήν δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης και επί των επιδίκων νησίδων και παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, με την οριζόμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδ. β' και 6, 11 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ.1 και 2. και 20 παρ. 1 του Ν. 2508/1920, διαδικασία, …... με απόφαση των αρμοδίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω νόμου, επιτροπών, που είχαν συσταθεί προς τούτο και με προσκόμιση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων σε αυτές ….. Περαιτέρω, κατά τον Οθωμανικό Αστικό Κώδικα (άρθρο 1237), οι θάλασσες και οι μεγάλες λίμνες εθεωρούντο πράγματα κοινά τοις πάσι μη δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιωτικής κτήσεως, ο καθένας, δε, μπορούσε να απολαμβάνει των ωφελειών των κοινών πραγμάτων, υπό τον όρο να μην προξενεί σε άλλους ζημία. Επίσης, και κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, οι θάλασσες και οι μεγάλες λίμνες, όπως και η επίδικη, ως πράγματα κοινά τοις πάσι, προορισμένα για κοινή χρήση, ήταν πράγματα εκτός συναλλαγής. Επίσης, κατά τον Οθωμανικό Αστικό Κώδικα (άρθρα 47 και 132), ο αιγιαλός, εθεωρείτο πράγμα κοινής χρήσεως, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και ήταν εκτός συναλλαγής, μόνο δε από το Σουλτάνο ως εκπρόσωπό του μπορούσε να παραχωρηθεί με τίτλο (ταπί) το τμήμα της θάλασσας που προσχώθηκε στον προσχώσαντα (άρθρο 132 του νόμου «Περί Γαιών» της 7 Ραμαζάν). Επομένως, και κατά το Οθωμανικό Δίκαιο, η λίμνη και λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα, οι όχθες και ο αιγιαλός της, ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας (που προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα ….. εθεωρούντο πράγματα κοινά τοις πάσι, που ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο και ήταν εκτός συναλλαγής, μόνο δε από το Σουλτάνο, ως εκπρόσωπό του, μπορούσαν να παραχωρηθούν και εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα παραχωρήθηκαν, απ’ αυτόν, στην ενάγουσα ….. Συνεπώς, η λίμνη Βιστωνίδα, οι όχθες της και, κατ'αναλογία, ο αιγιαλός της, ως λιμνοθάλασσας ….. ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας (Αιγαίου Πελάγους), ως κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, ανήκαν στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου, καθόλη τη διάρκεια της κατοχής της Θράκης από τους Οθωμανούς (1375-1913). Εξάλλου, οι επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, ήταν εκτάσεις καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά, ή ελώδεις, ή άγονες, καθώς και εκείνες της νησίδας Αντά Μπουρού, οι οποίες ήταν εκτάσεις, επίσης, καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά ή βοσκότοποι, ή άγονες, δηλαδή ακίνητα τα οποία ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών») και, ως εκ τούτου, ανήκαν, στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου, κατά την περίοδο της κατοχής της Θράκης από τους Οθωμανούς. Στη συνέχεια, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου της 28-7/10-8-1913, η Δυτική Θράκη περιήλθε στη Βουλγαρία και έτσι το Βουλγαρικό Δημόσιο, το οποίο υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέκτησε, ως καθολικός διάδοχος αυτής, δικαιώματι πολέμου, τη λίμνη Βιστωνίδα μετά των εντός αυτής νησίδων και την παρόχθια και παραλίμνια εδαφική έκταση αυτής. Η Βουλγαρία άσκησε κυριαρχικά δικαιώματα στη Δυτική Θράκη έως την 4-10-1919, οπότε εισήλθε στην περιοχή ο ελληνικός στρατός, μαζί με άλλα συμμαχικά στρατεύματα και, εν τέλει, με τη συνθήκη ειρήνης της 14/27-11-1919, που υπεγράφη στο Νεϊγύ και κυρώθηκε με το Ν. 2433/1920 και την ειδική για τη Θράκη συνθήκη των Σεβρών της 28-7/10-8-1920, μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και των Συνασπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδας, η Δυτική Θράκη περιήλθε στην Ελλάδα, η οποία απέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή δικαιώματι πολέμου. Επομένως, η λίμνη και λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα, οι όχθες της και ο αιγιαλός της, ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας (Αιγαίου Πελάγους), ως κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, και οι εδαφικές εκτάσεις, της περιβάλλουσας τη λίμνη περιοχής και της νησίδας Αντά Μπουρού, οι οποίες κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αποτελούσαν δημόσιες γαίες, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών», του οποίου οι διατάξεις διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες με το άρθρο 2 παρ. 14 Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν.262/1914, του οποίου οι διατάξεις επεκτάθηκαν και στη Δυτική Θράκη με το Ν.Δ. 26-10/11-11-1923, περιήλθαν, ως είχαν, στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, ως διαδόχου του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 25-8-1923. Όπως προαναφέρθηκε οι μοναχοί της ενάγουσας Ι.Μ.Β. επιτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και είχαν περιορισμένο δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης στη λίμνη. Όμως, κατά την διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, η οποία διήρκεσε πέντε αιώνες, η εκμετάλλευση της επίδικης λίμνης γινόταν, κυρίως, από τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες προέβαιναν στην διενέργεια δημοπρασιών για την εκμίσθωσή της. Κατά την προαναφερόμενη, ίδια, χρονική περίοδο η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ουδέποτε προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας, των μικρών νησίδων της ή των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεών της, αφού ουδέποτε τις διεκδίκησε, είτε από το Σουλτάνο (1375-1913), είτε, μεταγενέστερα, από τους Βουλγάρους (1913-1919). Μάλιστα, όπως η ίδια (ενάγουσα) ομολογεί, οι Βούλγαροι, στους οποίους είχε περιέλθει η Δυτική Θράκη, βάσει της ανωτέρω συνθήκης του Βουκουρεστίου, απέπεμψαν τους μοναχούς αυτής από την περιοχή. Μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τις διασυμμαχικές δυνάμεις, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ζήτησε από τον Υπουργό των Οικονομικών και με την από 12-2-1920 αίτησή της προς τον Αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Στρατευμάτων Ανατολής την απόδοση της λίμνης και του Μονυδρίου, αναφέροντας, μεταξύ άλλων «Η Ιερά ημών Μονή, Ενδοξότατε, από του 1375 εκέκτητο την λιμνών Μπουρούς εν τη περιφερεία Πόρτο-Λάγο, μετά του εν αυτή βιβαρίου (ιχθυοτροφείου), εξ αφιερώσεως του Σέρβου Ηγεμόνος Ιωάννου Ούγγλεση, ένθα ανήγειρε και Μονύδριον μετ' Εκκλησίας και διετήρη την τε λίμνην και Μονύδριον αδιαταράκτως και επί μακρούς αιώνες και μόνον κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν ένεκα του δυσμενούς τότε πνεύματος της Τουρκικής Δυναστείας κατά του Ελληνισμού και της Εκκλησίας αυτού, κατέλαβεν αύτη αυθαιρέτως την λίμνην, αναγνωρίσασα δε εις τους πατέρας της Ιεράς ημών Μονής δικαίωμα αλιείας, επέτρεψε να αλιεύωσι μεγάλας ποσότητας ιχθύων δια την κατανάλωσιν της Μονής, επιβαλούσα και εις τους ενοικιαστάς της λίμνης την διατροφήν των πατέρων αυτής. Το καθεστώς τούτο διετηρήθη μέχρι του 1913, οπότε καταλαβόντες τη Δυτική Θράκη οι Βούλγαροι εξεδίωξαν πασάπασιν θείον και ανθρώπινον δίκαιον τους ημετέρους πατέρες και κατέλαβαν αυθαιρέτως την τε λίμνην και το Μονύδριον…», το αίτημά της όμως απερρίφθη (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 12-2-1920 αίτηση προς τον Αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Στρατευμάτων Ανατολής). Ωστόσο, η ενάγουσα, επέτυχε, να μισθώσει από τις διασυμμαχικές δυνάμεις τη λίμνη και τα ιχθυοτροφεία αυτής, κατόπιν δημοπρασίας, για διάστημα τριών ετών (από 16-4-1920). Όταν η Δυτική Θράκη περιήλθε στην Ελλάδα και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε τη λίμνη και όλα τα παράκτια και παραλίμνια ιχθυοτροφεία της, τότε και μόνον, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. άρχισε, το πρώτον, να προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας. Ειδικότερα, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-5-1922 διεκδικητική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία, επικαλούμενη κτήση κυριότητας με βάση τους προαναφερόμενους χρυσόβουλλους λόγους των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και του Σέρβου Ηγεμόνα Ιωάννη Ούγγλεση και διάφορα έγγραφα (επιστολές, σιγίλλια και συνοδικά έγγραφα) του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και άσκηση διακατοχικών πράξεων επί της λίμνης και του βιβαρίου (αλίευση, ίδρυση της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου), με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως προ πολλών αιώνων, μέχρις ότου, κατά τα εκτιθέμενα αυτολεξεί «το Ελληνικό Δημόσιο αξιούν ανύπαρκτα επί της εν λόγω ιδιοκτησίας της Μονής δικαιώματα» κατέλαβε αυθαιρέτως ταύτην το 1920 μετά την εκδίωξη των Βουλγάρων και «εξακολουθεί κατέχον αυτήν παρανόμως μη αναγνωρίζον τα επ' αυτής δικαιώματα της Μονής», ζήτησε: α) να αναγνωριστεί κυρία επί της λιμνοθάλασσας Μπουρού ή Πουρού «μετά του εν αυτή ιχθυοτροφείου (Διβαρίου ή Βιβαρίου) και του Μονυδρίου του Αγίου Νικολάου», β) να διαταχθεί η εξ αυτών αποβολή του Δημοσίου ή παντός τρίτου εξ αυτού έλκοντος δικαιώματα και η εγκατάσταση σ' αυτά της ιδίας και γ) να υποχρεωθεί το Δημόσιο να πληρώσει σ' αυτήν λόγω εισοδημάτων δραχμάς 150.000 κατ' έτος από της παρανόμου καταλήψεως μέχρις της εγκαταστάσεώς της. Πρέπει, εδώ, να επισημανθεί ότι, στην ως άνω αγωγή η ενάγουσα Ι.Μ.Β. δεν επικαλέστηκε κυριότητα επί παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων της λίμνης, ούτε και επί της νησίδας Αντά Μπουρού, η οποία τότε αποτελούσε ενιαία έκταση (διαχωρίστηκε το έτος 1938), αλλά ούτε και επί της νησίδας, στην οποία έχει κτισθεί η εκκλησία της Παναγίας της Παντάνασσας, η δε διεκδίκηση αυτής περιορίστηκε αποκλειστικώς στη λίμνη, στο ιχθυοτροφείο και στο Μονύδριο του Αγίου Νικολάου. Στη συνέχεια, στις 23-5-1923, η τελευταία (ενάγουσα), απευθύνθηκε δια του αντιπροσώπου της Ι. (Ε. Λ.) Β. προς το Υπουργείο Γεωργίας και Δημοσίων Κτημάτων και πρότεινε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, συνισταμένη στην παραχώρηση προς το Ελληνικό Δημόσιο δύο αγροκτημάτων της, κειμένων στην περιφέρεια Καλαμαριάς Χαλκιδικής, του Σοφουλάρ και του Αγίου Μάμαντος, εμβαδού 18.000 και 20.000 στρεμμάτων αντιστοίχως, για τη γεωργική αποκατάσταση των προσφύγων, έναντι της παραχώρησης της λίμνης Βιστωνίδας. Το Υπουργείο Εξωτερικών, με το υπ'αριθμ. 2672/29-3-1924 έγγραφό του, το οποίο φέρει τις υπογραφές του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Γεωργίας, προς τον αντιπρόσωπο του Αγίου Όρους, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αποφασίσθηκε «προς επίλυση της μεταξύ του Κράτους και της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου υπάρχουσας δικαστικής διαφοράς, που αφορά τη λίμνη Μπουρού και του εν αυτή ιχθυοτροφείου, να αποδοθεί αυτή στην Ιερά Μονή, υπό τον όρο όπως τα ανήκοντα σ'αυτή μετόχια Σουφλάρ και Αγίου Μάμαντος περιέλθουν εις την απόλυτη κυριότητα του Κράτους και επιπλέον όπως αυτή αναλάβει την υποχρέωση της συντηρήσεως της Αθωνιάδας Σχολής της οποίας η εκπαιδευτική μορφή θα κανονισθεί υπό της Κυβερνήσεως». Στο πλαίσιο της προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ματαιώθηκε η συζήτηση της προαναφερόμενης αγωγής και εκδόθηκε το Ν.Δ. της 8-4-1924 (ΦΕΚ Α'82/8-4-1924), με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Γεωργίας να υπογράψει τις εξής δυο συμβάσεις: α)…και β) μετά της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου «σύμβασιν οριστικής παραχωρήσεως και μεταβιβάσεως εις την κυριότητα του Δημοσίου των εν Χαλκιδική κειμένων δύο αγροκτημάτων (Μετοχίων) αυτής Αγίου Μάμαντος καί Σουφουλάρ, επί ανταλλάγματι παραιτήσεως εκ μέρους του Δημοσίου πάσης αξιώσεως επί της εν Πορτολάγω της Ξάνθης λίμνης Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (Δαλλιάνι, Καραψέ, Ταουσαντζίκ κ.λ.π.) με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια αποδιδομένων τη αποκλειστική κατοχή της ειρημένης Ιεράς Μονής και μεταβιβαζομένων εις αυτήν όλων των υπό του Δημοσίου ασκουμένων δικαιωμάτων, υπό τον πρόσθετον δε όρον, όπως η Μονή αύτη δια της αυτής σύμβασης αναλάβει την υποχρέωση της συντηρήσεως, ιδία δαπάνη της εν Αγίω Όρει Αθωνιάδος Ιερατικής Σχολής, κατά τα υπό του Υπουργείου των εκκλησιαστικών κανονισθησόμενα». Δηλαδή, σαφώς και αναμφίβολα, στο ως άνω Ν.Δ. γίνεται λόγος περί μεταβιβάσεως στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. μόνον της κατοχής της λίμνης Βιστωνίδας και των ιχθυοτροφείων της και όχι της κυριότητας αυτής. Τούτο δε καθίσταται, πλέον ή σαφές και αναμφίβολο, αφού, σε αντίθεση με τα παραχωρούμενα από την Ι.Μ.Β. δύο μετόχια, για τα οποία ορίζεται ότι αυτά θα μεταβιβαστούν «εις την κυριότητα του Δημοσίου», ως προς την παροχή του Ελληνικού Δημοσίου, προς την Ι.Μ.Β. γίνεται λόγος «για απόδοση της αποκλειστικής κατοχής της λίμνης μετά των ιχθυοτροφείων αυτής …». Στη συνέχεια, λόγω της αρνήσεως του Υπουργού Γεωργίας να υπογράψει την ως άνω προβλεπομένη στο Ν.Δ. σύμβαση με την ενάγουσα Ι.Μ.Β. η τελευταία προσέφυγε στις 15-4-1929 στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αιτούμενη να υποχρεωθεί ο Υπουργός Γεωργίας να προβεί στην οφειλομένη νόμιμη ενέργεια, συνισταμένη στην υπογραφή της προβλεπομένης στο ως άνω Ν.Δ. σύμβασης. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 41/2-7-1929 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, μεταξύ άλλων, δέχθηκε: α) ότι η πιο πάνω σύμβαση του Ν.Δ. της 8-4-1924 «φέρει μορφήν δικαιοπραξίας παραχωρήσεως διοικητικού περιεχομένου, αφού το προέχον είναι ουχί η μεταβίβασις της κυριότητας της παρά του Δημοσίου (Διοικήσεως), ως διαδόχου του Βουλγαρικού, κατεχομένης λιμνοθαλάσσης Μπουρού εις την Μονήν Βατοπαιδίου, υποχρεουμένην αντιθέτως να μεταβιβάση εις το Δημόσιον λόγω ανταλλάγματος την κυριότητα των παρ' αυτής κατεχομένων δύο αγροκτημάτων, αλλά η παραχώρησις της κατοχής της λιμνοθαλάσσης, ως άλλωστε εν τω Ν.Δ. σαφώς καθορίζεται, δια της παρά του Δημοσίου παραιτήσεως των επί ταύτης ασκουμένων δικαιωμάτων, ουχί βεβαίως ως επί περιουσίας του Δημοσίου, αλλά ως επί περιουσίας δημοσίας, αφού αι λιμνοθάλασσαι ως τοιαύτη περιουσία θεωρούνται και δεν είναι δεκτικαί αστικής κυριότητας και συνεπώς η παραχώρησις αύτη, ήτις ουδόλως επηρεάζεται υπό του παρεχομένου υπό της Μονής ανταλλάγματος, εμφανίζουσα την διοίκησιν ως δημοσίαν εξουσίαν δεν μεταγγίζει κυριότητα αστικού δικαίου, αλλά διοικητικού δικαίου, ούσα εκ της φύσεώς της ανακλητή, εφ' όσον το γενικόν συμφέρον ή το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, προσηκόντως εκτιμώμενον, θα επέβαλε την ανάκλησιν ταύτης ή θα παρεβιάζοντο οι όροι της παραχωρήσεως, δι' ούς εχορηγήθη εις τον Υπουργόν της Γεωργίας εκ του Ν.Δ. αδέσμευτος διακριτική εξουσία να καθορίσει μονομερώς το περιεχόμενον αυτών ποικιλοτάτης μορφής, ως λ.χ. τον διακανονισμόν της κοινής χρήσεως και της αστυνομίας της λιμνοθαλάσσης, την επιστημονικήν εκμετάλλευσιν και ανάπτυξιν της ιχθυοτροφίας, την διαμόρφωσιν της λιμνοθαλάσσης, τον καθορισμόν των παρόχθιων δικαιωμάτων και δυναμένων να μεταβάλλουν την παραχώρησιν ταύτην και εις παραχώρησιν δημοσίας υπηρεσίας», β) ότι η άρνηση της Διοικήσεως προς υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης συνιστά παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας και «παράβασιν των υποχρεουσών την Διοίκησιν διατάξεων» και γ) ότι «η άρνησις της διοικήσεως προς υπογραφήν της σύμβασης έχουσα ως αιτίαν και σκοπόν την διατήρησιν της λίμνης, λόγω της οικονομικής αυτής αξίας, ου μόνον δεν αφορά εις το γενικό συμφέρον και εξέρχεται του σκοπού του Ν.Δ. αλλά και αντιτίθεται εις την έννοιαν της καλής διοικήσεως, εφ' όσον το Δημόσιον απέκτησε κατ' ουσίαν τα παρά του Αγίου Όρους και της Μονής Βατοπαιδίου υποσχεθέντα ανταλλάγματα, τα οποία δεν προσφέρεται καν να επιστρέψη ή κατ' άλλον τρόπον να διακανονίση». Κατόπιν αυτού, το Συμβούλιο της Επικρατείας παρέπεμψε την υπόθεση στον Υπουργό Γεωργίας, προκειμένου να προβεί στην εκτέλεση «της οφειλομένης παρ'αυτού νομίμου ενεργείας, συνισταμένης εν προκειμένω στον καθορισμό των όρων και υπογραφήν της υπό του Ν.Δ. της 8-4-1924 προβλεπομένης δευτέρας σύμβασης». Στη συνέχεια, ο Υπουργός Γεωργίας: α) με το υπ'αριθμ. 20364/12-2-1930 έγγραφό του, το οποίο κοινοποίησε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β., ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η σύμβαση θα φέρει μορφή «δικαιοπραξίας παραχωρήσεως διοικητικού περιεχομένου» συνισταμένου «εις την παράδοσιν στη Μονή της κατοχής της λιμνοθαλάσσης Μπουρού, ην έχει η Διοίκησις, κατ'άσκησιν του διοικητικού δικαίου κυριότητος και περιεχούσης την χρήσιν και κάρπωσιν, τας οποίας ως εθνικόν νόμημα έχει το κράτος επί της Δημοσίας περιουσίας», ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε την επί ανταλλάγματι αποδόσεως από το Δημόσιο στη Μονή Βατοπαιδίου της κατοχής της λίμνης καθοριζομένης ως εχούσης περιεχόμενο μόνο την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση και, β) με το υπ'αριθμ. 60950/3-5-1930 έγγραφό του, το οποίο επίσης κοινοποίησε στην Ιερά Μονή, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί τις εξουσίες και τα δικαιώματα του Ελληνικού Κράτους και του Δημοσίου επί της λιμνοθάλασσας Μπουρού, των ιχθυοτροφείων και πάσης εκμεταλλεύσεώς της, ως ασκούν την διοικητικού δικαίου κυριότητα επί των λιμνών εν γένει και της λιμνοθάλασσας Μπουρού και ότι η παραχώρηση αναφέρεται μόνο στην ιχθυοτροφική εκμετάλλευση και την πώληση της παραγωγής αποκλειομένης πάσης ετέρας χρήσεως και εκμεταλλεύσεως της λίμνης. Στο αμέσως προηγούμενο έγγραφο γίνεται αναφορά στην αποκατάσταση «εν τη εκμεταλλεύσει της λίμνης Μπουρού της εκ των μονών της Ιεράς Κοινότητος Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου ην έσχεν κατά υπάρξασαν παραχώρησιν υπό της τότε ασκούσης την διοικητικού δικαίου κυριότητα πολιτεία, ανακληθείσαν δε άμα τη εκρήξει της Ελληνικής Επαναστάσεως», ήτοι αναφέρεται στην αποκατάσταση της εκμετάλλευσης, που είχε η Ι.Μ.Β., πριν από την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως (έτος 1821), η οποία της είχε παραχωρηθεί από την ασκούσα τότε την, διοικητικού δικαίου, κυριότητα πολιτεία, γίνεται, δηλαδή, αναφορά ότι είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. το δικαίωμα εκμετάλλευσης και όχι αυτό της κυριότητας στη λίμνη και ότι αυτό (δικαίωμα εκμετάλλευσης) είχε αφαιρεθεί με την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως. Κατόπιν, με το υπ'αριθμ. 116/7-3-1930 πληρεξούσιο της ενάγουσας Ι.Μ.Β. εδόθη πληρεξουσιότητα στον Προϊστάμενό της Γέροντα Ι. (Ε. Λ.) Β. να υπογράψει με τον Υπουργό Γεωργίας την προβλεπομένη από το Ν.Δ. της 8-4-1924 σύμβαση, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 20364/12-2-1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Έτσι, σε συμμόρφωση της ως άνω ΟλΣτΕ 41/2-7-1929 και του Ν.Δ. της 8-4-1924 υπεγράφη μεταξύ της Ι.Μ.Β. και του Ελληνικού Δημοσίου, η υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβαση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδη, με την οποία η ενάγουσα Ι.Μ.Β. παραχώρησε και μεταβίβασε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα ευρισκόμενα στη Χαλκιδική δύο αγροκτήματά της, το μετόχιο Σοφουλάρ και το μετόχιο Άγιος Μάμας, παραιτήθηκε κάθε αξιώσεως αποζημιώσεως για την παραχώρηση των δυο αυτών ακινήτων της στο τελευταίο, καθώς και από την από 1-5-1922 αγωγή της. Το Ελληνικό Δημόσιο δε, σε αντάλλαγμα των ανωτέρω παροχών της Ι.Μ.Β., απέδωσε στην αποκλειστική κατοχή της ενάγουσας Ι.Μ.Β. «την εν Πορτολάγω Ξάνθης λίμνην Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (Δαλιάνη, Καρατζέ, Ταουσαντζίκ και λοιπά) μετά των παραρτημάτων και εγκαταστάσεων αυτών», ως είχαν μέχρι τότε με τα ανέκαθεν γνωστά όρια τούτων με το δικαίωμα της εκμετάλλευσης της ιχθυοτροφίας και ιχθυοπαραγωγής, κατά τα ειδικότερα καθοριζόμενα στη σύμβαση. Στην εν λόγω σύμβαση, πλην άλλων, ορίστηκαν και τα εξής: 1) η παραχώρηση της κατοχής της λίμνης στην Ι.Μ.Β. «αναφέρεται εις μόνην την ιχθυοτροφικήν καλλιέργειαν και την εκμετάλλευσιν και πώλησιν της παραγωγής, του Δημοσίου διατηρούντος αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δίκαια τα επί της λιμνοθαλάσσης και των ιχθυοτροφείων αυτής εν σχέσει προς τα δικαιώματα και τις εξουσίες εν γένει του Κράτους και της Διοικήσεως επί των λιμνών, ιχθυοτροφείων και λοιπών, της παραχωρουμένης ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης ενεργηθησομένης δια τούτο κατά τους εκάστοτε ισχύοντας κανόνας νόμων, διαταγμάτων ή εγκυκλίων οδηγιών», 2) στην περίπτωση κατά την οποία η Ιερά Μονή δεν προέβαινε η ίδια στην εκμετάλλευση της λίμνης αλλά με εκμίσθωση προς τρίτους, τότε «η δι' εκμισθώσεως εκμετάλλευσις αύτη θα γίνηται υπό της Μονής πάντοτε δια δημοπρασίας τελούσης υπό την έγκρισιν του Υπουργού της Γεωργίας, ενεργουμένης δε κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί ενοικιάσεως λιμνών και ιχθυοτροφείων», 3) στην περίπτωση μισθώσεως η Ιερά Μονή, αφού θα αφαιρούσε από το μίσθωμα την οφειλόμενη εισφορά της για την Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους και τις αποσβέσεις των έργων, που θα εκτελούντο από αυτή στη λίμνη, στη συνέχεια, από το απομένον καθαρό υπόλοιπο, θα κατέβαλλε στο Δημόσιο ποσοστό 60% εκ των καθαρών εσόδων της λίμνης, υπό τον όρο ότι το απομένον στην Ιερά Μονή ποσοστό καθαρών κερδών δεν θα να είναι κατώτερο του 1.000.000 δραχμών ετησίως και εφόσον τα καθαρά κέρδη του έτους υπερβαίνουν το ποσό αυτό, 4) χωρίς προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του Υπουργού Γεωργίας απαγορεύθηκε «πάσα οιαδήποτε εκχώρησις της εκμετάλλευσης εκμισθώσεως των ιχθυοτροφείων και πάσα οιαδήποτε σχετική πράξις μονομερούς δηλώσεως ή σύμβασης προς οιουσδήποτε, της πράξεως της παρά τα ως άνω γενομένης υπό της Μονής λογιζομένης αυτοδικαίως ως εξ υπαρχής ακύρου και ως ουδέποτε συνομολογηθείσης» και 5) η Διοίκηση θα παρακολουθούσε τη διαχείριση της εκμετάλλευσης της λίμνης από τη Μονή με αντιπρόσωπο που θα όριζε ο Υπουργός Γεωργίας. Με την ίδια σύμβαση η ενάγουσα Ι.Μ.Β. παραιτήθηκε από την ως άνω από 1-5-1922 διεκδικητική αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου και, επομένως, της αξίωσής της να διεκδικεί απ’ αυτό δικαιώματα κυριότητας στα επίδικα, συμφωνήθηκε δε ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης ή διένεξης, εξ αφορμής των όρων και στοιχείων της εν λόγω σύμβασης, που, ασφαλώς, δεν αφορούσε την κυριότητα των σ’ αυτή αναφερομένων ακινήτων, θα αποφαίνεται, ανεκκλήτως, ως διαιτητικό Δικαστήριο, τριμελής Επιτροπή εξ Αρεοπαγιτών, οριζομένων υπό του Νομικού Συμβουλίου, επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου των συμβαλλομένων, κατά τις διατάξεις του Ν. 3332/1925. Πρέπει, εδώ, να σημειωθεί ότι, αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας, μετά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, όπως προκύπτει από τις παρακάτω γνωμοδοτήσεις και επιστημονικές μελέτες, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, υποστηρίχθηκαν οι εξής απόψεις: 1) ο Ιωάννης Κονιδάρης, καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου, στη γνωμοδότησή του («Ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης της Βιστωνίδας» ….. αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το Δημόσιο με την ως άνω σύμβαση παραιτήθηκε από τα δικαιώματα που τυχόν ασκούσε στην επίδικη περιοχή και πάντως όχι από δικαίωμα κυριότητας, το οποίο άλλωστε δεν είχε, ώστε η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου να ασκεί ανενόχλητη την κατοχή στην περιοχή, της οποίας είχε ήδη την κυριότητα. Τα ίδια αναφέρει στην από 28-6-2010 συμπληρωματική γνωμοδότησή του, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα Ι.Μ.Β., 2) ο Ιωάννης Σπυριδάκης, καθηγητής της Νομικής Σχολής, στην από 18-9-2009 γνωμοδότησή του, που επίσης επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα Ι.Μ.Β., αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το Δημόσιο δεν είχε αποκτήσει κυριότητα αλλά μόνο φυσική εξουσία στην επίδικη έκταση και ότι δεν μεταβίβασε στην Ιερά Μονή κυριότητα, διότι δεν είχε, αλλά απλώς κατοχή, ενώ κυριότητα είχε η Ιερά Μονή και σ'αυτή, ως δικαιούχο, αποδίδεται η κατοχή, 3) ο Μιχαήλ Σταθόπουλος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη μελέτη του («Το ιδιοκτησιακό Καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας-Οι συμβάσεις ανταλλαγής» ….. αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι από την ερμηνεία του Ν.Δ. της 8-4-1924 δεν προκύπτει μεταβίβαση κυριότητας της λίμνης Βιστωνίδας προς την ΙΜΒ ή αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επ’ αυτής της Ιεράς Μονής, διότι, σε αντιδιαστολή με την πρόβλεψη για τη μεταβίβαση κυριότητας από την Ιερά Μονή στο Δημόσιο των αγροκτημάτων Σοφουλάρ και Αγίου Μάμαντος, στην περίπτωση της μεταβίβασης του Δημοσίου προς την Ιερά Μονή, γίνεται λόγος, για μεταβίβαση κατοχής και ότι αν το Δημόσιο θεωρούσε ότι δεν είχε την κυριότητα θα έπρεπε τουλάχιστον να δηλώσει ότι αναγνωρίζει την κυριότητα της Μονής, ότι η παράλειψη αυτή δείχνει ότι το Δημόσιο θεωρούσε ότι το ίδιο, ως κυρίαρχο κράτος, έχει την κυριότητα της λίμνης, ως δημοσίου πράγματος, ότι η παραίτηση αφορά την αποδοτέα στη Μονή αποκλειστική κατοχή, δηλαδή την παραχώρηση της χρήσεως και όχι τη μεταβίβαση του ίδιου του δικαιώματος, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ'αριθμ. 41/1929 απόφαση της Ολομελείας του, έκρινε ότι το Δημόσιο όφειλε να παραχωρήσει την κατοχή της λιμνοθάλασσας και όχι την κυριότητα, αφού οι λιμνοθάλασσες είναι δημόσια περιουσία, μη δεκτικές κυριότητας αστικού δικαίου και ανήκουν στο Δημόσιο κατά «κυριότητα διοικητικού δικαίου», ως δημόσια περιουσία του Κράτους σε αντιδιαστολή με την ιδιωτική του περιουσία και, συνεπώς, η μνεία στη σύμβαση του έτους 1930 στην παραχώρηση στην Ιερά Μονή της κατοχής αναφέρεται μόνο στην ιχθυοτροφική καλλιέργεια και με αυτή δηλώνεται σαφώς ότι δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα και ότι, σε κάθε περίπτωση, και αν υπήρχαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Ιεράς Μονής προ του έτους 1930 αυτά απωλέσθηκαν με τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού της 4-5-1930, 4) ο Απόστολος Γεωργιάδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη μελέτη του («Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεων» αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι με την υπ'αριθμ. 41/1929 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την ερμηνεία του Ν.Δ. της 8-4-1924, κρίθηκε ότι, το Δημόσιο είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραχωρήσει στην Ιερά Μονή μόνο δικαίωμα κατοχής της λίμνης, η οποία (λίμνη) ως δημόσια περιουσία, δεν είναι δυνατόν να παραχωρηθεί κατά κυριότητα σε οποιονδήποτε και παραλλήλως χορηγείτο στον Υπουργό Γεωργίας «αδέσμευτος διακριτική εξουσία» να καθορίσει μονομερώς τους όρους της σύμβασης, ότι από την περιεχόμενη στη σύμβαση ρήτρα «Ρητώς δηλούται ότι ερμηνευτικά στοιχεία της παρούσης σύμβασης, αποτελούσι: α) το από της 8ης Απριλίου 1924 Νομοθετικόν Διάταγμα, β) η υπ'αριθμ. 41 του έτους 1929 απόφασις του Συμβουλίου της Επικρατείας, γ) η υπ'αριθμ. 20364 της 12ης Φεβρουαρίου 1930 απόφασις του Υπουργού της Γεωργίας και, δ) η υπ'αριθμ. 60950 της 3ης Μαρτίου 1930 απόφασις του Υπουργού της Γεωργίας, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται τω παρόντι», προκύπτει ότι το Δημόσιο παραχώρησε στην ενάγουσα μόνο την αποκλειστική κατοχή επί της λίμνης Βιστωνίδας και των εκεί ιχθυοτροφείων και μάλιστα περιοριζόμενη σε πράξεις ιχθυοτροφικής καλλιέργειας και πώλησης της παραγωγής και ότι η κυριότητα παρέμεινε στο Δημόσιο, όπως συνάγεται από το γράμμα της δεσμευτικής για τα μέρη συμβατικής ρυθμίσεως και ενισχύεται από την τελική ρήτρα, που ορίζει, ως ερμηνευτικά στοιχεία της σύμβασης, το Ν.Δ. της 8-4-1924, την υπ'αριθμ. ΟλΣτΕ 41/1929 απόφαση και τις υπ'αριθμ. 20364/12-2-1930 και 60950/3-5-1930 Υπουργικές Αποφάσεις. Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο τούτο, δέχεται ότι με την προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 και σε εκτέλεση του Ν.Δ. της 8-4-1924, σύμβαση, όπως σαφώς, προκύπτει από την διατύπωσή της, μη απαιτουμένης, ως εκ τούτου, της προσφυγής του στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, παραχωρήθηκε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. μόνον η κατοχή και όχι η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της λίμνης και των ιχθυοτροφείων, με μόνο περιεχόμενο, όπως ρητά σ'αυτή (σύμβαση) αποσαφηνίζεται, την ιχθυοτροφική καλλιέργεια, εκμετάλλευση και πώληση της παραγωγής, με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. της κυριότητας των ως άνω δύο αγροτεμαχίων (Σοφουλάρ και Αγίου Μάμαντος), ενώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διατήρησε αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δικαιώματά του, επομένως και την κυριότητά του επ'αυτών. (Σε τούτο, άλλωστε, ότι, δηλαδή, με την προαναφερθείσα σύμβαση, παραδόθηκε, από το Δημόσιο, στην ενάγουσα ΙΜΒ η κατοχή και όχι η κυριότητα, συμφωνούν όλες οι προαναφερθείσες επιστημονικές μελέτες και γνωμοδοτήσεις, των μεν Ι. Κονιδάρη και Ι. Σπυριδάκη, όμως, υποστηριζόντων ότι το Δημόσιο δεν είχε, προηγουμένως, κυριότητα, επί των ως άνω εκτάσεων, για να την παραχωρήσει, αλλά μόνο κατοχή, διότι η κυριότητα ανήκε, κατ’ αυτούς, στην ενάγουσα των δε Μ. Σταθόπουλου και Α. Γεωργιάδη ότι το Δημόσιο είχε κυριότητα επ’ αυτής, αφού ως λιμνοθάλασσα ανήκε στην δημόσια περιουσία). Με την εν λόγω σύμβαση που συντάχθηκε, κατ' επιταγή ρητής διάταξης νόμου και σε εκτέλεση της υπ'αριθμ. ΟλΣτΕ 41/1929, ρυθμίστηκαν, κατά τρόπο οριστικό και αμετάκλητο, αποκλειστικά, τα δικαιώματα και οι όροι εκμετάλλευσης της ενάγουσας Ι.Μ.Β. επί της λίμνης. Για το σκοπό δε αυτό προβλέπει την επ' ανταλλάγματι παραχώρηση της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου έναντι της μεταβιβάσεως της κυριότητας δύο αγροτεμαχίων εκ μέρους της ενάγουσας Ι.Μ.Β. και την απόδοση προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μέρους από τα έσοδα της λίμνης, ενώ, παράλληλα, τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονται, ουσιαστικά, ότι οι ανταλλασσόμενες παροχές είναι ίσης αξίας. Έτσι, η εν λόγω σύμβαση αποτελεί στην ουσία αμετάκλητη συμβιβαστική επίλυση των διενέξεων των διαδίκων, αναφορικά με το δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης Βιστωνίδας, με την ενάγουσα Ι.Μ.Β. να αναγνωρίζει, δεσμευτικά, ότι δεν έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας επί της λίμνης και επί των εκεί ιχθυοτροφείων μετά των παραρτημάτων τους και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί όλα τα δημοσίου δικαίου δικαιώματά του επί της λίμνης Βιστωνίδας και επί των εκεί ιχθυοτροφείων μετά των παραρτημάτων τους (της πλήρους, δηλαδή, κυριότητάς του επ’ αυτών), τα οποία, άλλωστε, η ενάγουσα ουδέποτε είχε και το εναγόμενο Δημόσιο είχε και κατά την υπογραφή της σύμβασης. Επίσης, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. αναγνωρίζει ότι, με τη σύμβαση αποκτά μόνο την κατοχή της λίμνης, στο βαθμό και μόνον, που ήταν αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων απολήψεως εσόδων από την εκμετάλλευσή της. Επομένως, πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, περί έλλειψης της κυριότητας της ενάγουσας επί των επιδίκων εκτάσεων, ως μηδέποτε, ως απεδείχθη, αποκτήσασα αυτή τέτοια, ο πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι η ίδια η ενάγουσα αναγνώρισε δεσμευτικά με την τελευταία ως άνω σύμβαση τα δικαιώματα κυριότητας αυτού επί της λίμνης και επί των εκεί ιχθυοτροφείων μετά των παραρτημάτων τους και ότι στην ενάγουσα παραχωρήθηκε μόνο δικαίωμα ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, ο οποίος παραδεκτώς προβάλλεται, στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, ως εξ εγγράφων και δη των προαναφερθέντων αποδεικνυόμενος (άρθρα 269 παρ.2 εδ.γ'και 527 αριθμ. 3 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος κατ'ουσίαν. Σημειωτέον ότι, η παραχώρηση στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. της αποκλειστικής κατοχής της λίμνης και της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης αυτής δεν αφορά, επ’ ουδενί, στη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, η σύμβαση αυτή δεν υπόκειται σε μεταγραφή. Ούτε ήταν αναγκαία η μεταγραφή της σύμβασης και ως προς την αναγνώριση εκ μέρους της ενάγουσας Ι.Μ.Β. των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, διότι μεταγραφή σύμβασης, που αναγνωρίζει εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, δεν απαιτείτο υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, όπως δεν απαιτείται και υπό τον ΑΚ …… ομοίως και για το συμβιβασμό, με τον οποίο επιλύεται αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων ….. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας Ι.Μ.Β., περί μη μεταγραφής της εν λόγω σύμβασης, είναι, εν προκειμένω, αλυσιτελής και απορριπτέος. Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της ενάγουσας Ι.Μ.Β., περί καταρτίσεως, μεταξύ αυτής και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξωδίκου συμβιβασμού, το έτος 1924, με τον οποίο αναγνωρίσθηκε, απ’ αυτό, το δικαίωμα κυριότητάς της επί της λίμνης Βιστωνίδας και ειδικότερα ότι, με την από 23-5-1923 επιστολή της, η οποία αποτελούσε πρόταση προς εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς, που αποδέχθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το υπ'αριθμ.2672/29-3-1924 έγγραφο της Ελληνικής Κυβερνήσεως προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, παραιτήθηκε το τελευταίο ρητά από κάθε αξίωσή του επί της λίμνης Βιστωνίδας, καθώς επίσης, ότι με το από 8-4-1924 Ν.Δ. δεν παρασχέθηκε μόνον η αναγκαία προς τον Υπουργό Γεωργίας εξουσιοδότηση προς υπογραφή της σύμβασης, που με το συμβιβασμό καταρτίστηκε, αλλά και για να κυρωθεί νομοθετικά το περιεχόμενο του καταρτισθέντος εξωδίκου συμβιβασμού, από το περιεχόμενο του ως άνω υπ'αριθμ. 2672/29-3-1924 εγγράφου, προκύπτει, σαφώς, ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν ανέλαβε οποιαδήποτε δέσμευση προς απόδοση στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. της κυριότητας της λίμνης και του ιχθυοτροφείου της, που αποτελούσε αντικείμενο της προαναφερόμενης από 1-5-1922 διεκδικητικής αγωγής της, ή της νομής ή της κατοχής αυτών (λίμνης και ιχθυοτροφείου). Επομένως, δεν δύναται να γίνει λόγος, εν προκειμένω, περί σύναψης εξωδίκου συμβιβασμού, καθόσον η από 23-5-1923 αίτηση της ενάγουσας Ι.Μ.Β. και το υπ'αριθμ. 1672/29-3-1924 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών δεν καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους και, επομένως, δεν προσφέρονται για την ερμηνεία του ακολουθήσαντος Ν.Δ. της 8-4-1924 …… Εξάλλου, ούτε στα προαναφερόμενα έγγραφα, ούτε στο Ν.Δ. της 8-4-1924 γίνεται αναφορά σε συμβιβασμό ή αποδοχή εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου σχετικής προηγούμενης προτάσεως της ενάγουσας Ι.Μ.Β. ή αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας της τελευταίας επί της λίμνης Βιστωνίδας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται, έτι περαιτέρω και, από το γεγονός της μη τήρησης των διατάξεων του ισχύοντος τότε νόμου ΑΚΑ/1882 «Περί Νομικών Συμβούλων» βάσει των οποίων η κατάργηση δικαστικών ή εξωδίκων διαφορών του Ελληνικού Δημοσίου δεν ήταν επιτρεπτή χωρίς προηγούμενη ομόφωνη γνωμοδότηση του οικείου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Πράγματι, μετά την άσκηση της ανωτέρω από 1-5-1922 διεκδικητικής αγωγής, επιχειρήθηκε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ωστόσο, επίλυση δεν επιτεύχθηκε πριν από τη σύναψη της ανωτέρω υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβασης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδη. Η μη επίτευξη δε εξωδίκου συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, πριν την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, συνάγεται, άλλωστε, με πλήρη βεβαιότητα, από το γεγονός της άσκησης από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας της ως άνω προσφυγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να υποχρεωθεί ο Υπουργός Γεωργίας να υπογράψει την προβλεπόμενη στο Ν.Δ. της 8-4-1924 σύμβαση. Πρέπει να αναφερθεί ότι στην ΟλΣτΕ 41/1929, η οποία εξεδόθη επί της προσφυγής, δεν γίνεται αναφορά περί σύναψης εξωδίκου συμβιβασμού, μεταξύ των διαδίκων, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης. Επίσης, ούτε με το Ν.Δ. της 8-4-1924 προκύπτει μεταβίβαση δικαιώματος κυριότητας επί της λίμνης και των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων αυτής προς την ενάγουσα Ι.Μ.Β., όπως αβασίμως η τελευταία διατείνεται, αφού σ'αυτήν γίνεται αναφορά προς απόδοση αποκλειστικής κατοχής και μεταβίβασης της άσκησης των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης, όπως αποφάνθηκε η ΟλΣτΕ 41/1929, με την οποία εκρίθη ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε αναλάβει την υποχρέωση να παραχωρήσει στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. μόνο δικαίωμα κατοχής επί της λιμνοθάλασσας, η οποία, ως δημόσια περιουσία, δεν ήταν δυνατό να παραχωρηθεί κατά κυριότητα. Σε κάθε δε περίπτωση, οι διάδικοι καθόρισαν, ως ερμηνευτικά στοιχεία, της υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβασης, το Ν.Δ. της 8-4-1924, όπως ερμηνεύθηκε από την ΟλΣτΕ 41/1929 και τις υπ'αριθμ. 20364/1930 και 60950/1930 αποφάσεις του Υπουργού της Γεωργίας, σε κανένα εκ των οποίων δεν ορίζεται ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. την κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας και των εκεί ιχθυοτροφείων, αλλά, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 60950/30-5-1930 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, οι όροι της οποίας συνομολογήθηκαν με την υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβαση, ως επικρατέστεροι, σε περίπτωση συγκρούσεως των ερμηνευτικών στοιχείων, μόνο την κατοχή προς ιχθυοτροφική καλλιέργεια, εκμετάλλευση και εμπορία της παραγωγής, διατηρουμένων των εξουσιών και δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί της λιμνοθάλασσας και των ιχθυοτροφείων, ως ασκούντος τη διοικητικού δικαίου κυριότητα επ'αυτής. Μετά τη σύναψη της ως άνω υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβασης, εκδόθηκαν σχετικά με την εκμετάλλευση της λίμνης διάφοροι νόμοι και διατάγματα, τα οποία τροποποίησαν ορισμένους όρους αυτής, ως προς τον τρόπο εκμετάλλευσης της λίμνης. Ειδικότερα εκδόθηκαν, ο Ν. 6448/1935, ο οποίος όρισε ότι «η διοίκησις και διαχείρισις του ιχθυοτροφείου της λίμνης Μπουρού - Θράκης ως και η εν γένει εφαρμογή της σχετικής μετά της Ι.Μ.Β. σύμβασης μεταβιβάζεται δυνάμει του παρόντος εις το Υπουργείο Εθν. Οικονομίας» (άρθρο 72), ο Α.Ν. 16/19-11-1935 «περί της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λιμνοθαλάσσης Μπουρούς» (ΦΕΚ 568Α'/19-11-1935), ο οποίος όρισε νέο τρόπο ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λιμνοθάλασσας με εκμίσθωση κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας (άρθρο 1) και με την πρόβλεψη ότι ποσό μέχρι 1.100.000 δραχμών ετησίως θα αποδίδεται στην Ιερά Μονή για τη συντήρηση της Αθωνιάδος Σχολής και της Ιεράς Μονής, εφόσον ισχύει η σύμβαση με αυτήν (άρθρο 2), το Β.Δ. της 7-8-1940 «Περί διαθέσεως εκ των μισθωμάτων της λιμνοθαλάσσης Μπουρούς ποσών υπέρ της Μονής Βατοπαιδίου και της Αθωνιάδος Σχολής», ο Ν. 1924/1951 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 16/19-11-1935 Α.Ν.» (ΦΕΚ 243Α'/31-8-1951), που κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952 (ΦΕΚ 126Α'/7-5-1952), με τον οποίο προβλέφθηκε πάλι η απόδοση ορισμένου ποσοστού μισθώματος (άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. α' και β'), που εισέπραττε το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 1 παρ. 4) στην Ιερά Μονή και ορίσθηκε ότι τα σχετικά ποσά που θα λαμβάνει η Μονή θα απαλλάσσονται «παντός αμέσου ή εμμέσου φόρου» (άρθρο 1 παρ. 5), το Ν.Δ. 420/1970 «Αλιευτικός Κώδικας» (ΦΕΚ 27 Α'/31-1-1970), με το οποίο προβλέφθηκε πάλι η απόδοση στην Ιερά Μονή ορισμένων ποσοστών του μισθώματος, που εισέπραττε το Ελληνικό Δημόσιο από την ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λίμνης Βιστωνίδας (άρθρο 66), ο Ν. 1740/1987 «περί αξιοποιήσεως και προστασίας κοραλλιογενών σχηματισμών, ιχθυοτρόφων υδάτων, υδατοκαλλιεργειών και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 221 Α' /14-12-1987), με τον οποίο προβλέφθηκε εκ νέου η ιχθυοτροφική εκμετάλλευση της λίμνης Βιστωνίδας από το Ελληνικό Δημόσιο και η παραχώρηση στην Ιερά Μονή μέρους των εσόδων από τα μισθώματα (άρθρο 3, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 51 του Ν.Δ. 420/1970 και τις διατάξεις των παρ.4 και 5 του ιδίου άρθρου), ο Ν. 2040/1992 και ο Ν.2469/1997, που ρύθμισαν διάφορα επιμέρους συναφή με την εκμετάλλευση της λίμνης θέματα. Από τα ανωτέρω, αναντίρρητα, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος στην ως άνω σύμβαση (2343/4-5-1930) τρόπος διαχείρισης της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, μεταβλήθηκε, μετά την κατάρτισή της, για να εναρμονιστεί το καθεστώς διαχείρισης αυτής, με τις εκάστοτε ισχύουσες για τις μισθώσεις των λιμνών και ιχθυοτροφείων νομοθετικές διατάξεις, η σύμβαση, όμως, συνέχισε να εφαρμόζεται, απρόσκοπτα και χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση ή αμφισβήτηση, αφού ουδείς εκ των διαδίκων προσέφυγε σε διαιτησία, ως προς τους όρους εφαρμογής της, όπως αυτή προέβλεπε. Άλλωστε, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Οικονομικό Έφορο Ξάνθης, εκμίσθωνε επί δεκαετίες και, συνεχίζει, να εκμισθώνει το ιχθυοτροφείο της λίμνης Βιστωνίδας με τα παραρτήματά του στον αλιευτικό συνεταιρισμό Βιστωνίδας «Ο Ά. Ν.», σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας, από το έτος 1936 έως σήμερα, όπως προκύπτει από την ειδική έκθεση της Οικονομικής Περιφέρειας Θράκης του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία αφορά την περίοδο από 1-4-1936 έως 31-3-1941 και τις συμβάσεις μισθώσεως, με τις αντίστοιχες αναφερόμενες περιόδους, από 8-1-1946 (περίοδος 1946 έως 1950), από 24-3-1950 (περίοδος 1950 έως 1955), από 1-3-1955 (περίοδος 1955 έως 1960), από 4-4-1960 (περίοδος 1960 έως 1970), από 7-2-1975 (περίοδος 1975 έως 1980), από 29-5-1980 (περίοδος 1980-1990), από 11-4-1990 (περίοδος 1990 έως 2010) και από 1-3-2010 (περίοδος 2010 έως 2020), από τα έσοδα δε που εισέπραττε (το εναγόμενο) κατέβαλε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. για κάθε ιχθυοτροφικό έτος ετήσια, για την οικονομική της ενίσχυση, επιχορήγηση, χωρίς τούτο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο να σημαίνει ότι το εναγόμενο αναγνώριζε οποιαδήποτε δικαιώματα κυριότητας της ενάγουσας επί της εν λόγω επίδικης έκτασης (βλ. επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, ειδική έκθεση της Οικονομικής Περιφέρειας Θράκης του Υπουργείου Οικονομικών, συμφωνητικά μισθώσεως και υπ'αριθμ. 115/17-3-1999 απόφαση Νομάρχη Ξάνθης περί τροποποίησης της σύμβασης μίσθωσης του ιχθυοτροφείου). Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι με το, κατοχικό, Ν.Δ. 271/14-7-1941 (ΦΕΚ Α'234/14-7-1941) ερμηνεύθηκε αυθεντικά το Ν.Δ. της 8-4-1924 και αναγνωρίστηκαν τα «υφιστάμενα δυνάμει χρυσοβούλλων απαράγραπτα δικαιώματα κυριότητας» αυτής επί της λίμνης Μπουρού και όλων των ιχθυοτροφείων αυτής με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια και καταργήθηκαν οι αντίθετες διατάξεις της υπ' αριθμ. 2343/1930 σύμβασης του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδη, λεκτέα τα εξής: Είναι αληθές ότι, κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, κατόπιν ενεργειών, προς τις κατοχικές αρχές, της Ι.Μ.Β., εκδόθηκε το Ν.Δ. 271/14-7-1941 «περί αυθεντικής ερμηνείας του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ. περί εξουσιοδοτήσεως του Υπουργού Γεωργίας να υπογράψει δύο συμβάσεις μετά της Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους και Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου περί παραχωρήσεως κ.λ.π.» (ΦΕΚ Α'234/14-7-1941), με το οποίο ορίστηκαν τα εξής: «Άρθρον 1. Η αληθής έννοια της παραγράφου β' του άρθρου 1 του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ. είναι ότι δια των διατάξεων τούτης ανεγνωρίσθησαν τα επί της εν Πορτολάγω της Ξάνθης Λίμνης Μπουρού μεθ' απάντων των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της Λίμνης κειμένων (Δαλλιάνι, Καρεψέ, Ταουσαντζίκ κ.λ.π.) με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια, υφιστάμενα δυνάμει χρυσοβούλλων απαράγραπτα δικαιώματα κυριότητας και αποκλειστικής εκμετάλλευσης της εν Αγίω Όρει Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, η δε μεταξύ ταύτης και του Δημοσίου εκκρεμής δίκη επί της από 1 Μαϊου 1922 αγωγής της πρώτης κατ' αυτού, κατηργήθη, του Δημοσίου παραιτηθέντος πάσης αξιώσεως επί της λίμνης και των ιχθυοτροφείων, αποδιδόμενων εις την ρηθείσαν Ιεράν Μονήν, άνευ ετέρου τινός ανταλλάγματος, πλην των δια των αυτών ως άνω διατάξεων επιβληθέντων εις βάρος αυτής, ήτοι της άνευ αποζημιώσεως μεταβιβάσεως εις το Δημόσιον των εν Χαλκιδική δύο αγροκτημάτων της (Αγίου Μάμαντος και Σοφουλάρ) και της συντηρήσεως της εν Αγίω Όρει Αθωνειάδος Σχολής. Άρθρον 2. - Μεταβιβασθέντων δια του υπ' αριθμ. 2343 της 4 Μαϊου 1930 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ευθ. Ιατρίδου των εν τω προηγουμένω άρθρω αγροκτημάτων της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου κατά κυριότητα εις το Δημόσιον άνευ αποζημιώσεως τινός, ο δια του Ν.Δ. της 8/10 Απριλίου 1924 άρθρ. 1 παρ.β' θεσπισθείς συμβιβασμός κατέστη οριστικός, της λίμνης Μπουρού περιελθούσης από της ρηθείσης μεταβιβάσεως εις την κυριότητα και αποκλειστικήν κατοχήν της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, πάσα δε επί πλέον των εν άρθρω 1 εδ.β' του προμνησθέντος Ν.Δ. από 8/10 Απριλίου 1924 ανταλλαγμάτων, παροχή της Ιεράς Μονής καταργείται, ως κατά παράβασιν τούτου συνομολογηθείσα.... Άρθρον 3. Καταργούνται ως αντιβαίνουσαι προς την έννοιαν των διατάξεων του εδαφ. β' του άρθρου 1 του από 8/10-4-1924 ΝΔ, ως ερμηνεύονται αύται αυθεντικώς δια του παρόντος, πάσαι αι διατάξεις της υπ' αριθμ. 2343 της 4 Μαϊου 1930 σύμβασης ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδου, πλην των περί μεταβιβάσεως των ανωτέρω αγροκτημάτων εις το Δημόσιον. Καταργείται επίσης ο από 16/19 Νοεμβρίου 1935 Αναγκαστικός Νόμος... και το εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθέν Β. Διάταγμα από 7/16 Αύγουστου 1940». Όμως, αμέσως, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη γερμανική κατοχή, το ως άνω Ν.Δ. 271/14-7-1941, που είχε ψευδοερμηνευτικό χαρακτήρα, καταργήθηκε με τη Συντακτική πράξη 58/26/27-6-1945 (ΦΕΚ 163 Α'/27-6-1945), με το άρθρο 4 παρ. 1 της οποίας ορίστηκε, ότι είναι άκυρες, από της εκδόσεώς τους, όλες οι διατάξεις, με τις οποίες ερμηνεύτηκαν αυθεντικά νομοθετήματα εκδοθέντα πριν την κατοχή, καθώς, επίσης, ρητά (καταργήθηκε) με το άρθρο 9 του Α.Ν. 476/19-7-1945 (ΦΕΚ 192 Α'/19-7-1945), που εκδόθηκε, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Όπως προαναφέρθηκε μετά τη σύναψη της υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβασης άλλαξε ο προβλεπόμενος από αυτήν τρόπος διαχείρισης της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης, για να εναρμονιστεί το καθεστώς διαχείρισης με τις εκάστοτε ισχύουσες για τις μισθώσεις των λιμνών και ιχθυοτροφείων νομοθετικές διατάξεις, όμως, η ως άνω σύμβαση ουδέποτε καταργήθηκε, αφού το Ν.Δ. 271/14-7-1941, το οποίο την κατήργησε, καταργήθηκε από της εκδόσεώς του, θεωρούμενο, επομένως, ως μηδέποτε εκδοθέν, ούτε και αμφισβητήθηκε η ισχύς της (σύμβασης) από την ενάγουσα Ι.Μ.Β., τουλάχιστον από το έτος 1945 (οπότε καταργήθηκε το προαναφερόμενο κατοχικό διάταγμα) έως και το έτος 1990. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας Ι.Μ.Β., περί αναγνωρίσεως δικαιωμάτων κυριότητάς της επί της λίμνης και καταργήσεως της σύμβασης με το ως άνω Ν.Δ. 271/14-7-1941, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της ενάγουσας Ι.Μ.Β., ότι με την από 10-7-1951 εισηγητική έκθεση, που προηγήθηκε του Α.Ν. 1924/1951, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αναγνώρισε, ότι με τη σύμβαση του έτους 1930 και το Ν.Δ. της 8/10-4-1924 παραιτήθηκε των ιδιοκτησιακών αξιώσεών του στη λίμνη και αναγνώρισε την κυριότητά της σ’ αυτήν, από το περιεχόμενο της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 10-7-1951 εισηγητικής έκθεσης του ως άνω αναγκαστικού νόμου προκύπτει ότι αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως με την από 4-5-1930 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου «συνομολογηθείσης κατ' εξουσιοδότησιν δυνάμει του από 8 Απριλίου 1924 Ν.Δ/τος και εις εκτέλεσιν τούτου ως και της υπ'αριθμ. 41/1929 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας απεδόθη εις την ανωτέρω Μονήν η εν Πορτολάγω της Ξάνθης γνωστή Λίμνη Μπουρού, αναγνωρισθέντων των επ'αυτής δικαιωμάτων της και μεταβιβάσθηκαν εις αυτήν όλα τα ασκούμενα επί της λίμνης δικαιώματα του Δημοσίου παραιτηθέντος πάσης επ'αυτού αξιώσεως». Όμως, τα αναφερόμενα στην ως άνω εισηγητική έκθεση αναιρούνται από το περιεχόμενο της ίδιας της υπ'αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβασης από το οποίο προκύπτει, σαφώς, ότι όχι μόνο δεν μεταβιβάσθηκαν στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. «όλα τα ασκούμενα επί της λίμνης δικαιώματα του Δημοσίου παραιτηθέντος πάσης επ' αυτής αξιώσεώς του», όπως στην εισηγητική έκθεση αναφέρεται, αλλά, αντιθέτως, παραχωρήθηκε μόνον η κατοχή της λίμνης και των ιχθυοτροφείων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. και μόνο για ιχθυολογική καλλιέργεια, εκμετάλλευση και πώληση, μάλιστα δε, υπό τους αναγραφόμενους σ'αυτή ως άνω όρους και ρητά συμφωνήθηκε ότι διατηρούνται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου «αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δίκαιά του επί της λιμνοθαλάσσης και των ιχθυοτροφείων αυτής, εν σχέσει προς τα δικαιώματα και τας εξουσίας εν γένει του Κράτους και της Διοικήσεως επί των λιμνών, ιχθυοτροφείων και λοιπών, της παραχωρούμενης ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης ενεργηθησομένης δια τούτο και τους εκάστοτε ισχύοντας κανόνας νόμων, διαταγμάτων ή εγκυκλίων οδηγιών». Άλλωστε και στο κείμενο του Α.Ν. 1924/1951, ουδεμία αναφορά γίνεται, τελικά, περί ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας Ι.Μ.Β. επί της λίμνης, αλλά ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνον ο τρόπος εκμετάλλευσής της. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας Ι.Μ.Β., περί αναγνωρίσεως εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δια της από 10-7-1951 εισηγητικής έκθεσης, ότι με τη σύμβαση του έτους 1930 και το Ν.Δ. της 8/10-4-1924 παραιτήθηκε των ιδιοκτησιακών αξιώσεών του στη λίμνη και αναγνώρισε την κυριότητά της σ’ αυτήν, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος (από πουθενά δεν προβλέπεται, άλλωστε και δεν μπορεί το Ελληνικό Δημόσιο ν’ αναγνωρίζει δικαιώματα κυριότητας τρίτων επί δημοσίων και δη εκτός συναλλαγής εκτάσεων ή και να παραιτείται απ’ αυτά με αιτιολογικές εκθέσεις νομοσχεδίων). Εξάλλου, στη λίμνη και στο ιχθυοτροφείο αυτής, αλλά και στις παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, έχουν εκτελεστεί και εκτελούνται πολυδάπανα και βαρύνοντα τον κρατικό προϋπολογισμό έργα από Υπηρεσίες και Φορείς του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και όχι από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. χωρίς να ζητηθεί η έγκριση ή η συναίνεσή της και χωρίς η τελευταία να διατυπώσει έγγραφη ή προφορική διαμαρτυρία, όπως θα συνέβαινε αν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής. Ειδικότερα, από διάφορες υπηρεσίες του Δημοσίου εκτελέστηκαν: α) σαράντα οκτώ (48) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1963-1984 (βελτιωτικά στο ιχθυοτροφείο, κατασκευής περιμετρικής τάφρου και παροχθίου αναχώματος ιχθυοτροφείου, κατασκευής προστατευτικού αναχώματος εις δίαυλον λίμνης, κατασκευής οικίσκου εις ιχθυοτροφείο Λάγους κλπ) προϋπολογισμού τουλάχιστον 361.985,36 ευρώ (βλ. υπ'αριθμ. 96760/21-12-2010 έγγραφο Υδατ/γειών και Εσωτ. Υδάτων τμήμα 2ο του Υπουργείου Γεωργίας), β) πενήντα τέσσερα (54) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1983-2004 (κατασκευή εσωτερικών τάφρων στο ιχθυοτροφείο Λάγους, τάφρου διαχείμανσης Λάγους, ιχθυοσυλλεκτικών εγκαταστάσεων, ιχθυοφραγμάτων κλπ), προϋπολογισμού τουλάχιστον 6.978.772,10 ευρώ (βλ. υπ'αριθμ. 34986/4253/10-11-2010 έγγραφο Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ξάνθης), γ) έργα αντιπλημμυρικά-αποστραγγιστικά και αγροτικά οδικά ανατολικά της λίμνης, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1996-2001 προϋπολογισμού τουλάχιστον 4.264.300,59 ευρώ (βλ. υπ'αριθμ. 2887/15-6-2009 έγγραφο Δ/νσης Δημοσίων Έργων), δ) είκοσι τρία (23) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1996-2008 (μελέτης-κατασκευής ιχθυογεννητικού σταθμού ευρύαλων ψαριών στη Βιστωνίδα Ν.Ξάνθης, ιχθυοβελτιωτικά με βυθοκόρο στις λιμνοθάλασσες Βιστωνίδα, Λάφρα, Λαφρούδα, αποκατάστασης, νοτίου, δυτικού, ανατολικού, αναχωμάτων κλπ), προϋπολογισμού τουλάχιστον 4.605.309, 82 ευρώ (βλ. υπ'αριθμ. 18090/172/12-5-2009 έγγραφο Γενικής Δ/νσης Ξάνθης), ε) είκοσι ένα (21) έργα, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1997-2008 (παράλληλα μικρά έργα σε αναδιανεμόμενες εκτάσεις αναδασμών λεκάνης Ασπροποτάμου, αγροκτημάτων Μωσαϊκού-Καλλίστης, λεκάνης Ασπροποτάμου αγρόκτημα Σάλπης Γ'φάση, καθαρισμός τάφρων και κατασκευής σωληνωτών αγροκτήματος Διαλαμπής κλπ), προϋπολογισμού τουλάχιστον 5.529.000 ευρώ (βλ. υπ'αριθμ. 2333/2-6-2009 έγγραφο Δ/νσης Εγγείων Βελτιώσεων Ν.Ροδόπης), στ) έργα προστασίας ερωδιών, χώρων δασικής αναψυχής κατά τα έτη 1986 και 1992 προϋπολογισμού τουλάχιστον 55.172,42 ευρώ (βλ. υπ'αριθμ. 1406/12-5-2009 έγγραφο Δ/νσης Δασών Ξάνθης) και ζ) έργα εγκαθίδρυσης λευκοφυτείας, κατασκευή παραλίμνιου αναχώματος κλπ, προϋπολογισμού τουλάχιστον 173.913,49 ευρώ (βλ. υπ'αριθμ. 1812/15-5-2009 έγγραφο Δ/νσης Δασών Ροδόπης). Πλην των ανωτέρω, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1961-1991, εκτελέστηκαν έργα στη λιμνοθάλασσα της Βιστωνίδας, στα ιχθυοτροφεία της Διαλαμπής και νότια της παλαιάς εθνικής οδού και προς τις ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις (εκβαθύνσεις, κατασκευή τάφρων διαχείμανσης και επισκευών των ιχθυοσυλληπτικών εγκαταστάσεων), ωστόσο η προσκομιδή στοιχείων δεν ήταν δυνατή, όπως αναφέρεται στο υπ'αριθμ. 2333/2-6-2009 έγγραφο της Δ/νσης Εγγείων Βελτιώσεων Ν.Ροδόπης, λόγω μεταφοράς του αρχείου του Τμήματος Μελετών και Κατασκευών της Υπηρεσίας, καθώς επίσης και έργα βελτίωσης της νησίδας του Αγίου Νικολάου από Τεχνικές Υπηρεσίες του Ν.Ροδόπης. Συνακόλουθα, με την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας-Νταλιάνη, των οχθών και του αιγιαλού αυτής, ομοίως και του αιγιαλού της θάλασσας, ως κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδαφών, ως και των εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, ήταν εκτάσεις καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά, ή ελώδεις, ή βοσκότοποι, ή άγονες, δηλαδή εδάφη, τα οποία ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, που ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με έκδοση τίτλου (ταπίου), ούτε καλλιεργήθηκαν απ'αυτήν, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας Ι.Μ.Β. ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις ήταν γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), ως αβασίμου, ως διάδοχος του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, την οποία εξακολούθησε να έχει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (24-2-1946), δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, οι οποίες, επίσης, ορίζουν ότι οι μεγάλες λίμνες και λιμνοθάλασσες, όπως η επίδικη, οι όχθες και ο αιγιαλός αυτών, καθώς και ο αιγιαλός της θάλασσας, είναι κοινής χρήσεως πράγματα και ανήκουν στο Δημόσιο (άρθρα 966, 967 και 968 του ΑΚ), ενόψει ότι, ειδικώς για τη λίμνη, δεν αποδείχθηκε ιδιοκτησία ΟΤΑ ή τρίτου, προϋπάρχουσα της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα. Αφότου δε, περιήλθε η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις κατέστησαν, ως δημόσια κτήματα, ανεπίδεκτες χρησικτησίας από 11-9-1915, διότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις, αφενός του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου» που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», με τις οποίες έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή, η δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ` αυτά ….. Το γεγονός, δε, ότι η λίμνη Βιστωνίδα δεν έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα, έχει σχέση με την ιδιότητά της ως κοινοχρήστου πράγματος (μεγάλη λίμνη-λιμνοθάλασσα), δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ. Δ2983/960/10-7-1984 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων), με την οποία δόθηκαν οδηγίες για την καταγραφή των δημοσίων κτημάτων, αναφέρεται ότι τα κοινόχρηστα δεν καταγράφονται ως δημόσια κτήματα, εκτός αν αποβάλουν το χαρακτήρα τους ως κοινοχρήστων οπότε καταγράφονται ως δημόσια κτήματα, ενώ, η μη καταγραφή των παραλιμνίων εκτάσεων, στα βιβλία δημοσίων κτημάτων ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επ'αυτών. Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας και των επιδίκων εντός αυτής νησίδων και παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων αυτής. Ειδικότερα δε, επί εποχής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθόσον με βάση τους ανωτέρω μνημονευόμενους χρυσόβουλλους λόγους δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτήν η κυριότητα της λίμνης και των επιδίκων εντός αυτής νησίδων και των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων αυτής. Επιπλέον δε, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, η Βιστωνίδα, ως μεγάλη λίμνη, ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων λιμνών και αποτελούσε, με τις όχθες της, κοινής χρήσεως πράγμα (ν. 112, Πανδ. (50, 16), 1 παρ.4, 7 Πανδ. (43, 14), 13 παρ.7, Πανδ. (47.10), 23 παρ.1, Πανδ.(8.3), 69 Π.(18.1) και 4 παρ.6, Π.(50.15), ομοίως, και ο αιγιαλός της θάλασσας, αποτελούσε κοινής χρήσεως πράγμα (93 βασ. Ββ ν 96,112 πανδ.(50.16), και δεν μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο εμπραγμάτου δικαιώματος. Ομοίως, ούτε επί εποχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1375-1913) απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης Βιστωνίδας, καθόσον ως μεγάλη λίμνη, κατά το άρθρο 1237 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, εθεωρείτο κοινό τοις πάσι πράγμα και, επομένως, δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής κτήσεως, ο καθένας δε μπορούσε να απολαμβάνει των ωφελειών των κοινών πραγμάτων υπό τον όρο να μην προξενεί σε άλλους ζημία (άρθρο 1254 του ιδίου κώδικα), συγχρόνως δε και κατά το Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, ως πράγμα κοινό τοις πάσι και προορισμένο σε κοινή χρήση ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής και, επομένως, κατά το οθωμανικό δίκαιο, ανήκε ως κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγμα, στο Τουρκικό Δημόσιο. Ούτε και επί του αιγιαλού της θάλασσας απέκτησε κυριότητα, καθόσον ο αιγιαλός, κατά τα άρθρα 47 και 132 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα του έτους 1285 (1869), εθεωρείτο κοινόχρηστο πράγμα, ενώ, κατά το άρθρο 132 του νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 (1856) «περί γαιών», στον προσχώσαντα τμήμα της θάλασσας χωρίς αυτοκρατορική άδεια μπορούσε να παραχωρηθεί με τίτλο (ταπί) το τμήμα που προσχώθηκε, το οποίο από τότε γίνεται ακίνητο της αποκλειστικής ιδιοκτησίας του με μόνη την έκδοση του τίτλου, και, επομένως, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε την κυριότητα αυτού, ως κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματος. Ούτε και επί των εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες ήταν καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά, ή ελώδεις, ή βοσκότοποι, ή άγονες, απέκτησε κυριότητα, η ενάγουσα, καθόσον, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν «περί γαιών» 1274 (1856), ανήκαν ως δημόσιες γαίες στο Τουρκικό Δημόσιο, επί των δημοσίων δε γαιών μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου), (άρθρα 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού Νόμου) και τέτοιο, όπως αποδείχθηκε δεν εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας. Επίσης, ούτε επί εποχής της κυριαρχίας της Βουλγαρίας στην περιοχή της Δυτικής Θράκης (1913-1919), απέκτησε κυριότητα, εν τέλει δε, μετά την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από τους Βουλγάρους και την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης της 14/27-11-1919, που κυρώθηκε με το Ν. 2433/1920 και της ειδικής για τη Θράκη συνθήκης των Σεβρών της 10-8-1920, περιήλθαν η λίμνη Βιστωνίδα και οι επίδικες εντός αυτής μικρές νησίδες και παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις της, στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. της 25-8-1923, δικαιώματι πολέμου. Είναι αληθές ότι η ενάγουσα Ι.Μ.Β. από το έτος 1371, που είχε παραχωρηθεί σ' αυτήν η εκμετάλλευση του ευρισκομένου στη λίμνη Βιστωνίδα ιχθυοτροφείου, από το Σέρβο ηγεμόνα Ιωάννη Ούγγλεση, εκμεταλλευόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα ιχθυοκαλλιέργειες της λίμνης. Όμως, ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης και επί των επιδίκων νησίδων και των παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεών της, με κάποιο νόμιμο τίτλο, ούτε με χρησικτησία, η οποία άλλωστε δεν αναγνωριζόταν ως θεσμός από το Οθωμανικό Δίκαιο (άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ), το οποίο ίσχυε στη Δυτική Θράκη από το έτος 1375 έως το έτος 1913 …… ούτε χωρούσε κτήση δικαιώματος κυριότητας επί των ως άνω επιδίκων, με έκτακτη χρησικτησία από της προσαρτήσεως της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, στα δημόσια κτήματα χωρούσε έκτακτη χρησικτησία μόνον εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915, ημερομηνία, κατά την οποία, όπως προελέχθη, η Δυτική Θράκη δεν είχε ακόμα περιέλθει στην Ελλάδα, για να μπορεί να συμβεί τούτο. Μετά δε την προσάρτηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, η Βιστωνίδα, ως μεγάλη λίμνη και λιμνοθάλασσα, οι όχθες και ο αιγιαλός αυτής, ομοίως και ο αιγιαλός της θάλασσας, ανήκαν στην κατηγορία των κοινοχρήστων και εκτός συναλλαγής εδαφών, τόσο κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος του Αστικού Κώδικα Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, όσο και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα δικαίου, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του, μετά δε την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης, μπορεί να ρυθμισθεί, πλέον, μόνο με νόμο (άρθρο 18 παρ. 2 Συντάγματος), όπως και η εκμετάλλευση και διαχείρισή της, η οποία ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο. Όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη εδαφική έκταση, αποτελείται από πέντε (5) τμήματα, τα οποία περιγράφονται ανωτέρω, με τη σημερινή μορφή τους, δεδομένου ότι, διαχρονικά, επί των παροχθίων και παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων εκτελέστηκαν έργα αποξήρανσης εκτάσεων, που ήταν καλυμμένες από ύδατα μόνιμα ή περιοδικά, ή είχαν ελώδη μορφή και έτσι κατέστησαν εδαφικές εκτάσεις καλλιεργήσιμες, επιπλέον δε, μεγάλο μέρος της παραλίμνιας έκτασης έχει περιληφθεί σε κυρωθείσες διανομές και αναδασμούς. Ειδικότερα, όσον αφορά τα επίδικα εδαφικά τμήματα, όπως οριοθετούνται και αποτυπώνονται στο προαναφερόμενο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Β., αποδείχθηκε ότι, κατά θέσεις ταυτίζονται: α) με τις όχθες της λίμνης- λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας, δηλαδή τη χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει αυτήν, β) με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό αυτής, ως λιμνοθάλασσας, δηλαδή τη χερσαία ζώνη, που βρέχεται από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της λιμνοθάλασσας και γ) με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό της θάλασσας του Αιγαίου Πελάγους, τα οποία είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδάφη, ανήκουν δε, κατά νομική επιταγή, στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 966, 967 και 968 ΑΚ, 1 παρ. 1 και 4, 2 παρ. 1 του Ν. 2971/2001), είναι δε, ανεπίδεκτα χρησικτησίας και γ) με εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες υπήρξαν ανέκαθεν δημόσιες γαίες (καλυμμένες μόνιμα ή περιοδικά με ύδατα, ή ελώδεις ή βαλτώδεις, ή βοσκότοποι, ή άγονες) και επί Τουρκοκρατίας, ως ανήκουσες στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου), ούτε είχαν ποτέ καλλιεργηθεί από αυτήν και, επομένως, η κυριότητά τους περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, έκτοτε δε, κατέστησαν ανεπίδεκτες χρησικτησίας. Πλέον συγκεκριμένα, για κάθε ένα εκ των επιδίκων πέντε (5) τμημάτων και για τις επιμέρους εδαφικές εκτάσεις αυτών ισχύουν τα κατωτέρω: Τμήμα Α' (εμβαδού 25.000 στρεμμάτων): Η επίδικη εδαφική έκταση, στην εσωτερική πλευρά της, έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, α) ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λίμνης Βιστωνίδας, β) ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό αυτής (ως λιμνοθάλασσας) και γ) ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τον κατά τα φυσικά του όρια αιγιαλό της θάλασσας του Αιγαίου Πελάγους. Δηλαδή, άλλες εδαφικές εκτάσεις της ταυτίζονται με τις όχθες της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας, άλλες με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό αυτής (ως λιμνοθάλασσας) και άλλες με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό της θάλασσας (Αιγαίου Πελάγους). Οι ανωτέρω εδαφικές εκτάσεις αποτελούν κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα, ανήκουν δε, κατά νομική επιταγή, στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με προαναφερθείσες διατάξεις, είναι δε, ανεπίδεκτες χρησικτησίας. Τμήμα της εδαφικής αυτής έκτασης, εμβαδού 117,576 στρεμμάτων, ταυτίζεται με τα ερείπια της αρχαίας πόλης της Αναστασιούπολης του 5ου μ.Χ. αιώνα, δηλαδή με αρχαία ακίνητα, αναγόμενα στην προ του έτους 1830 χρονική περίοδο. Η έκταση αυτή έχει χαρακτηρισθεί, ως αρχαιολογικός χώρος, με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 4499/12-6-1964 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 239Β'/30-6-1964), αποτελεί δημόσιο κτήμα και ανήκει, κατά νομική επιταγή, στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 18 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 του κωδικοποιηθέντος με το π.δ της 9/24-8-2932 Ν. 5351/1932 «περί αρχαιοτήτων» …… Οι υπόλοιπες εδαφικές εκτάσεις (οι μη ταυτιζόμενες με τις όχθες και τον αιγιαλό ανέκαθεν και πριν από την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης, ήταν καλυμμένες μόνιμα ή περιοδικά με ύδατα, ή ελώδεις ή βαλτώδεις (Β.Δ. 18 της 30-11-1833 «περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών») ή άγονες και επί Τουρκοκρατίας, ως ανήκουσες στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου), ούτε είχαν ποτέ καλλιεργηθεί από αυτήν και, επομένως, η κυριότητά τους περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, έκτοτε δε, κατέστησαν ανεπίδεκτες χρησικτησίας. Μετά την αποξήρανση αυτών (εκτάσεων ελωδών κλπ) η διάθεσή τους μπορεί να ρυθμισθεί μόνο με νόμο (άρθρο 18 παρ. 2 Συντάγματος), σήμερα δε, μετά την αποξήρανσή τους εδαφικές εκτάσεις έχουν περιληφθεί σε διανομές και αναδασμούς, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Επίσης, ήδη, ένα τμήμα της, εμβαδού 1.385 στρεμμάτων, έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος, με την υπ' αριθμ. 2469/5-8-2003 ήδη αμετάκλητη πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Ξάνθης, ενώ σε άλλο τμήμα της, εμβαδού 97,10 στρεμμάτων έχει εγκατασταθεί λευκοφυτεία, όπως προαναφέρθηκε. Τμήμα Β' (εμβαδού 172 στρεμμάτων): Η επίδικη εδαφική έκταση, η οποία αποτελεί τμήμα της νησίδας Αντά Μπουρού, που διαχωρίστηκε το έτος 1938, όπως προαναφέρθηκε: α) στο βόρειο και ανατολικό μέρος της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό της Βιστωνίδας (ως λιμνοθάλασσας) και β) στο νότιο μέρος της, έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους. Ήδη η εδαφική αυτή έκταση (ολόκληρη) περιλαμβάνεται στα όρια της χερσαίας ζώνης του λιμένα Λάγος Ν. Ξάνθης, που καθορίστηκαν, με την προαναφερθείσα διοικητική διαδικασία, όπως ανωτέρω τα όρια αυτής περιγράφονται (επίδικο τμήμα Β'), αποτελεί δε κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδαφικό τμήμα, που ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 966, 967 και 968 ΑΚ, 7 παρ. 1 Ν.2971/2001 ….. είναι δε, ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Επίσης, το σύνολο της εδαφικής αυτής έκτασης, έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος, με την υπ' αριθμ. 2469/5-8-2003 ήδη αμετάκλητη πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Ξάνθης, όπως προαναφέρθηκε. Τμήμα Γ' (εμβαδού 1870 στρεμμάτων) (νησίδα Αντά Μπουρού): Η επίδικη εδαφική έκταση α) στο βόρειο και δυτικό μέρος της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό της Βιστωνίδας (ως λιμνοθάλασσας) και, β) στο ανατολικό μέρος της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τα ύδατα της λιμνοθάλασσας (όπως στο τοπογραφικό διάγραμμα αναφέρεται) και, γ) στο νότιο μέρος της, έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους. Ήδη, εδαφική έκταση εμβαδού 150 στρεμμάτων, περιλαμβάνεται στα όρια της χερσαίας ζώνης του λιμένα Λάγος Ν. Ξάνθης, που καθορίστηκαν, με την προαναφερθείσα διοικητική διαδικασία, αποτελεί δε κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδαφικό τμήμα, που ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Οι λοιπές εδαφικές εκτάσεις της επίδικης έκτασης, που ταυτίζονται με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό της Βιστωνίδας (ως λιμνοθάλασσας), εκείνες που ταυτίζονται με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό της θάλασσας (Αιγαίου Πελάγους), αποτελούν κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδάφη, ανήκουν δε, κατά νομική επιταγή, στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με προαναφερθείσες διατάξεις, είναι δε, ανεπίδεκτες χρησικτησίας. Οι υπόλοιπες εδαφικές εκτάσεις (οι μη ταυτιζόμενες με τις όχθες και τον αιγιαλό), ανέκαθεν και πριν από την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης, ήταν καλυμμένες μόνιμα ή περιοδικά με ύδατα, χρησιμοποιούμενες για τις ανάγκες των αλιευτικών εργασιών και της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης του φυσικού ιχθυοτροφείου της λίμνης και των ιχθυοτρόφων υδάτων της, με τις τότε υπάρχουσες κατασκευές, εγκαταστάσεις και παραρτήματα αυτών, ή ελώδεις (Β.Δ. 18 της 30-11-1833 «περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών») ή βοσκότοποι (Β.Δ. της 3/15-12-1833), ή άγονες και επί Τουρκοκρατίας, ως ανήκουσες στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου), ούτε είχαν ποτέ καλλιεργηθεί από αυτήν και, επομένως, η κυριότητά τους περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, έκτοτε δε, κατέστησαν ανεπίδεκτες χρησικτησίας. Ήδη, σήμερα κτιριακές και ιχθυοτροφικές εγκαταστάσεις (εμβαδού 75 στρεμμάτων περίπου), ιχθυογεννητικός σταθμός και φυλάκιο (εμβαδού 1.350 στρεμμάτων περίπου), χρησιμοποιούνται για υποστήριξη λειτουργίας και εκμετάλλευσης παρακειμένου φυσικού ιχθυοτροφείου της Βιστωνίδας και ανήκουν στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ιχθυοτροφείο, ιχθυοκαλλιέργειες, ιχθυοτρόφα ύδατα κλπ), το οποίο ως κύριος ασκεί τη διαχείριση και εκμετάλλευσή τους (άρθρα 18 παρ. 2 του Συντάγματος, 5 Ν.1740/1987, 2 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938 σε συνδ. με Ν.Δ. 420/1970). Τμήμα Δ' (νησίδα): Η επίδικη μικρή νησίδα, έχει εμβαδόν 2,10 στρεμμάτων, βρίσκεται επί της λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας και ολόκληρη η περίμετρός της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό αυτής (λιμνοθάλασσας). Ως ανέκαθεν συνέχεια του βυθού της λιμνοθάλασσας και ως εμπίπτουσα στα φυσικά όρια του αιγιαλού αυτής, αποτελεί κοινόχρηστο εδαφικό τμήμα, που ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με προαναφερθείσες διατάξεις, είναι δε, ανεπίδεκτη χρησικτησίας. Τμήμα Ε' (νησίδα): Η επίδικη μικρή νησίδα, έχει εμβαδόν 0,4 στρεμμάτων, βρίσκεται επί της λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας και ολόκληρη η περίμετρός της έχει όριο το ακρότατο σημείο της γήϊνης επιφάνειάς της, ακριβώς εκεί που η ξηρά εφάπτεται με τον, κατά τα φυσικά του όρια, αιγιαλό αυτής (λιμνοθάλασσας). Ως ανέκαθεν συνέχεια του βυθού της λιμνοθάλασσας και ως εμπίπτουσα στα φυσικά όρια του αιγιαλού αυτής, αποτελεί κοινόχρηστο εδαφικό τμήμα, που ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με προαναφερθείσες διατάξεις, είναι δε, ανεπίδεκτη χρησικτησίας. Η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ισχυρίζεται, όπως προελέχθη, ότι οι επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις (Τμήμα Α'), κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, αποτελούν τμήματα του βυθού της λίμνης Βιστωνίδας, που αποκαλύφθηκαν μετά την υποχώρηση των υδάτων της. Και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης και οποιασδήποτε περιβάλλουσας αυτήν εδαφικής έκτασης. Σε κάθε δε περίπτωση οι εδαφικές αυτές εκτάσεις, σήμερα, είτε θα ταυτίζονται με τις όχθες της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας, οπότε θα αποτελούν κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα και, ως τέτοιες, θα ανήκουν στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, είτε θα ανήκουν στην κυριότητα του τελευταίου, ως κυρίου του βυθού της λίμνης (άρθρα 966, 967 και 968 ΑΚ, 1 παρ. 1 και 4, 2 παρ. 1 του Ν. 2971/2001), η δε διάθεσή τους μπορεί να ρυθμισθεί μόνο με νόμο (άρθρο 18 παρ. 2 του Συντάγματος). Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι: α) επιμέρους τμήματα των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων υπήρξαν ανέκαθεν και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδάφη (λιμναίες όχθες και εκτάσεις, αιγιαλός λιμνοθάλασσας και θάλασσας), ήτοι ανεπίδεκτα ιδιωτικού εμπραγμάτου δικαιώματος και ιδιωτικής συναλλαγής και μεταβίβασης, λόγω δε της ιδιότητας αυτών, ως κοινοχρήστων, η κυριότητά τους ανήκει στο εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, είναι δε, ανεπίδεκτα χρησικτησίας, και, συνακόλουθα, η σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας, την οποία είχε προβάλλει το τελευταίο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με λόγους έφεσης και πρόσθετους λόγους, είναι βάσιμη κατ’ ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτή ….. β) επιμέρους τμήματα των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων (τα μη ταυτιζόμενα με τις όχθες και τον αιγιαλό), υπήρξαν ανέκαθεν δημόσιες γαίες, έχουσες μορφή ελώδη, ή βαλτώδη, ή βοσκοτόπου, ή άγονη και επί τουρκοκρατίας, ως ανήκουσες στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα από το Τουρκικό Δημόσιο με δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), με έκδοση εγγράφου τίτλου (ταπίου), ούτε είχαν ποτέ καλλιεργηθεί από αυτήν και, επομένως, η κυριότητά τους περιήλθε στο εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, έκτοτε δε, κατέστησαν ανεπίδεκτες χρησικτησίας, και, συνακόλουθα, η σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας, την οποία είχε προβάλλει το τελευταίο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με λόγους έφεσης και πρόσθετους λόγους, είναι βάσιμη κατ’ ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτή ..... παρελκούσης μετά ταύτα της εξέτασης των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών του τελευταίου (εναγομένου), περί της ιδίας αυτού κυριότητας, επί των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων, που, επικουρικώς, προέβαλε πρωτοδίκως. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. 305/19-12-1995 έγγραφό της, η Εποπτεία Αλιείας της Νομαρχίας Ξάνθης, ενημέρωσε τις αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Δημοσίας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, ότι η ενάγουσα Ι.Μ.Β., προβάλλει δικαίωμα κυριότητας, κατά ποσοστό 19/32 εξ αδιαιρέτου, επί νησίδας, η οποία υπάρχει στο δημόσιο ιχθυοτροφείο της Βιστωνίδας-Μπουρούς του Ν.Ξάνθης, «η οποία σήμερα έχει διαμορφωθεί σε έκταση περίπου 1632 στρεμμάτων και η οποία περιοδικά μειώνεται γιατί κατακλύζεται από ύδατα, όπου έχουν γίνει όλες οι ιχθυοτροφικές και κτιριακές εγκαταστάσεις του ιχθυοτροφείου» και ζήτησε τη λήψη καταλλήλων μέτρων για την προστασία των δημοσίων εκτάσεων, προτείνοντας τον καθορισμό αιγιαλού και παραλίας και την πλήρη αποτύπωση, σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ιχθυοτροφείων, όλης της έκτασης του ιχθυοτροφείου. Ο Προϊστάμενος της Διευθύνσεως Δημοσίας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών παρήγγειλε, με το υπ' αριθμ. 1142412/9161π.ε./Β00101/19-1-1996 έγγραφό του, προς την Κτηματική Υπηρεσία της Περιφερειακής Διοικήσεως Ξάνθης, μεταξύ άλλων, τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 9 και 25 του Α.Ν. 1539/1938, προκειμένου να διευκρινισθούν τα δικαιώματα τόσο του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και της ενάγουσας Ι.Μ.Β. και του αλιευτικού συνεταιρισμού Βιστωνίδας, επί των εκτάσεων της ανωτέρω νησίδας (Αντά Μπουρού), καθώς και να κινήσει τη διαδικασία καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή αυτή, προκειμένου να προστατευθούν οι κοινόχρηστοι χώροι του Δημοσίου. Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής έρευνας, τα στοιχεία του σχηματισθέντος φακέλου διαβιβάσθηκαν στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας (του άρθρου 90 του Π.Δ. 284/1988) προς έκδοση γνωμοδότησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938. Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 26/3-12-1998 γνωμοδότησή του (ληφθείσα κατά την υπ'αριθμ. 22 συνεδρίαση), με την οποία έκανε ομοφώνως αποδεκτή την από 3-12-1998 εισήγηση του ορισθέντος εισηγητή υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της νησίδας «Αντά Μπουρού» περιοχής λίμνης Βιστωνίδας του Ν.Ξάνθης, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα Ι.Μ.Β. είναι μοναδική κυρία και νομέας της εν λόγω νησίδας. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. 1007690/610/Α0010/5-2-1999 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (άρθρο 10 παρ.6 Ν. 1539/1938), η οποία σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, την 19-11-2002, στον τόμο 1084 και με αύξ. αριθμό 47. Στη συνέχεια, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. υπέβαλε προς τον Υπουργό Γεωργίας το υπ' αύξ. αριθμ. 375 και αριθμ. πρωτ. 781/9.3.1/21.8/3-9-1999 αίτημά της, αντίγραφο του οποίου κοινοποίησε και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με το οποίο, αφού έκανε ιστορική αναδρομή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης, στις διατάξεις της προαναφερθείσας υπ'αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβασης, μεταξύ αυτής και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και στο εκάστοτε ισχύον επί του θέματος αυτού νομοθετικού πλαισίου, ζήτησε να της αποδοθεί η διαχείριση της λίμνης Βιστωνίδας, αναφέροντας ότι με τη σύμβαση του 1930 το Δημόσιο «εις αντάλλαγμα των ανωτέρω παροχών απέδωσεν εις την Ιεράν Μονήν την αποκλειστικήν κατοχήν της λίμνης Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (Δαλιάνη, Καρατζέ, Ταουσαντζίκ και λοιπά) … «ενόψει όλων των ανωτέρω παρακαλούμεν να αποδοθεί εις την Ιεράν Μονήν η διαχείρισις της λίμνης, δια να δυνηθώμεν, εν συνεργασία με επιστημονικούς φορείς και με χρήσιν ευρωπαϊκών κονδυλίων να προβώμεν εις τας απαραιτήτους ενεργείας για την εξυγίανσιν της λίμνης…», χωρίς, ωστόσο, να επικαλεσθεί δικαίωμα κυριότητάς της επί της λίμνης ή παραλιμνίων εκτάσεων, αιτούμενη μόνον την απόδοση της διαχείρισης της λίμνης. Με το υπ' αριθμ. 259677/10-12-1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Υδατ/γειών και Εσωτ. Υδάτων, τμήμα 2ο, του Υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι το ιχθυοτροφείο είναι μισθωμένο στον αλιευτικό συνεταιρισμό «Ά. Ν.», που το εκμεταλλεύεται με επιτυχία για διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα (50) ετών, ότι κατά την περίοδο των τελευταίων πέντε (5) ετών έχουν εκτελεσθεί και εκτελούνται στο ιχθυοτροφείο σημαντικά έργα, που χρηματοδοτούνται από το Κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται με σύμβαση μισθώσεως μέχρι το έτος 2010, ότι από την παραγωγή των ετών 1992 έως 1998 αποδόθηκαν στην Ιερά Μονή και στην Αθωνιάδα Σχολή περίπου 225.000.000 δραχμές, το ανωτέρω αίτημα της Ι.Μ.Β. τέθηκε υπόψη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προκειμένου να γνωμοδοτήσει, ως προς τα εξής ερωτήματα : 1) Εάν παρέχεται, και από ποιες διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας η δυνατότητα εκ νέου παραχώρησης της διαχείρισης της λίμνης Βιστωνίδας στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και επί πλέον με ποιο τρόπο, 2) Ποιοί όροι της υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβασης του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ιατρίδη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου (Υπ. Γεωργίας) και της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου εξακολουθούν να ισχύουν και ποια η εφαρμογή τους και 3) Ποιά η εφαρμογή του όρου, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο Δ.δ' της ίδιας σύμβασης. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 111/18-2-2000 γνωμοδότηση της Ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι: α) οι λιμνοθάλασσες και μεγάλες λίμνες συγκαταλέγονται μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων, που, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή δεν υπάρχει ρητή νομοθετική διάταξη που να ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο, β) ότι τόσο το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 18 παρ.2) όσο και ο ΑΚ (άρθρο 970) επιτρέπουν την απόκτηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων επί κοινοχρήστων πραγμάτων, υπό τον όρο ότι δεν αναιρείται η κοινή χρήση, γ) ότι ο συντακτικός νομοθέτης υπάγοντας τις λιμνοθάλασσες και τις μεγάλες λίμνες στις πλουτοπαραγωγικές πηγές, διευκολύνει την εκμετάλλευση και διαχείριση αυτών με την έκδοση νόμου, δ) ότι η υπ'αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου είναι αμφοτεροβαρής και προέβλεπε την επ'ανταλλάγματι (παραχώρηση της κυριότητας δυο αγροτεμαχίων) και όχι για χαριστική αιτία παραχώρηση της εκμετάλλευσης της επίμαχης λίμνης, αφού τα υπόλοιπα επ'αυτής δικαιώματα παραμένουν ακέραια στο Δημόσιο, όπως ρητά και με σαφήνεια αναφέρει η ως άνω σύμβαση και όπως ρητά αναφέρει και η υπ'αριθμ. 41/1929 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, βάσει της οποίας συνομολογήθηκε η εν λόγω σύμβαση, ε) ότι παρέχεται η δυνατότητα παραχώρησης της διαχείρισης της λίμνης Βιστωνίδας στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου «με νομοθετική ρύθμιση και όχι με απλή απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δεδομένου ότι η συνδέουσα το Ελληνικό Δημόσιο και την Ιερά Μονή σύμβαση (του έτους 1930) αποδυναμώθηκε με νομοθετικές ρυθμίσεις και όχι με Υπουργική Απόφαση, όπως προέβλεπε, και, συνεπώς, δεν νοείται Υπουργική Απόφαση να καταργήσει ρητές νομοθετικές διατάξεις και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η παραχώρηση της εκμετάλλευσης λιμνοθάλασσας συνιστά παραχώρηση αποκλειστικής χρήσεως κοινοχρήστου» και στ) ότι η συνδέουσα την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου και το Ελληνικό Δημόσιο (Υπ. Γεωργίας) σύμβαση δεν έχει ποτέ ρητά καταργηθεί, αλλά αντίθετα, οι διατάξεις, που στην ουσία καταργούσαν τους όρους αυτής (τρόπο διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης της λίμνης από τον Υπουργό Γεωργίας και μετέπειτα) «έκαναν ταυτόχρονα μνεία για την ύπαρξη αυτής καθαυτής της σύμβασης, δηλαδή την θεωρούσαν εν ισχύ», ενόψει δε της φύσεως της εν λόγω σύμβασης, ως κατ' επιταγή νόμου και αμφοτεροβαρούς, τα κεκτημένα βάσει αυτής και των εν γένει νομοθετικών ρυθμίσεων δικαιώματα, όπως λειτουργούν σήμερα, δεν μπορούν να τροποποιηθούν μονομερώς. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή στις 25-10-2000 από τον Υπουργό Γεωργίας και κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. με το υπ'αριθμ. 258730/23-11-2000 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας. Κατόπιν, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών την υπ'αριθμ. 699/1245/9.4.1./14/27-12-2001 αίτηση, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, κυρία, νομέας και κάτοχος της νησίδας του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου, της νησίδας της Παναγίας της Παντανάσσης και της παραλίμνιας έκτασης περιβαλλούσης τη λίμνη Βιστωνίδα, συνολικής έκτασης είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) στρεμμάτων, όπως αποτυπωνόταν στο από 12-12-2001 σχεδιάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β.. Η ως άνω αίτηση της ενάγουσας Ι.Μ.Β. διαβιβάστηκε στις 29-1-2002 από τη Δ/νση Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών στην Κτηματική Υπηρεσία Ν. Ξάνθης για τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης και σύνταξη σχετικών εκθέσεων. Η τελευταία, με το υπ' αριθμ. 208/27-2-2002 έγγραφό της, απέστειλε την αίτηση αυτή και στην Κτηματική Υπηρεσία Ν.Ροδόπης, λόγω συναρμοδιότητας. Μετά τη διενέργεια διοικητικής έρευνας συντάχθηκαν: α) το από 24-4-2002 πόρισμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ροδόπης, στο οποίο, διατυπώνεται η άποψη, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου και να αναγνωριστεί αυτή αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος των παραλιμνίων εκτάσεων, όπως αυτές αποτυπώνονται στο από 12-12-2001 σχεδιάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., καθόσον αφορά στα τμήματα που εμπίπτουν εντός των διοικητικών ορίων του νομού Ροδόπης και β) η από 15-4-2002 διοικητική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.Ξάνθης, στην οποία διατυπώνεται η άποψη ότι «όσον αφορά όλα τα προσκομισθέντα στοιχεία, αυτά αποδεικνύουν την ιδιοκτησία της Μονής επί όλης της εκτάσεως, η οποία περιλαμβάνει τη λίμνη Βιστωνίδα, την παραλίμνια έκταση, την περιοχή όπου βρίσκεται ο Άγιος Γεώργιος, σημερινός Τεκές στο Σέλινο, την περιοχή της Αναστασιούπολης, που ονομάζεται Περιθεώριον, καθώς και τη νησίδα Αντά-Μπουρού και την περιοχή που βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Πόρτο-Λάγος». Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής έρευνας και τη σύνταξη των ως άνω εκθέσεων, τα στοιχεία του σχηματισθέντος φακέλου διαβιβάσθηκαν στη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Η τελευταία, με τα υπ' αριθμ. 1038824/3577/A0010/3-6-2002 και 1048548/4735/Α0010/19-6-2002 έγγραφά της, ζήτησε από το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας την έκδοση γνωμοδότησης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ως άνω εκτάσεως. Το ως άνω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 17/18-7-2002 γνωμοδότησή του (ληφθείσα κατά την υπ' αριθμ. 10 συνεδρίαση), με την οποία έκανε ομοφώνως αποδεκτή την εισήγηση του ορισθέντος εισηγητή «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των τοπογραφημένων παραλιμνίων εκτάσεων, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων και των δύο νησίδων Αγίου Νικολάου και Παναγίας Παντανάσσης στη λίμνη Μπουρού περιοχής Ν.Ξάνθης, ανηκουσών τούτων εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, όπως αυτές απεικονίζονται στο από 12-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Β.», με την αιτιολογία ότι η Ιερά Μονή είναι μοναδική κυρία και νομέας αυτών. Ειδικότερα, στην εισήγηση, η οποία είναι ενσωματωμένη στη γνωμοδότηση, και ομοφώνως έγινε δεκτή, αναφέρονται, πλην άλλων, ότι από το σύνολο των στοιχείων «προκύπτει σαφώς ότι η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους είναι η μοναδική κυρία και νομέας των, στη λίμνη Μπουρού του Νομού Ξάνθης, 25.000 στρεμμάτων τοπογραφημένων παραλιμνίων εκτάσεων και των δύο νησίδων Αγίου Νικολάου και Παναγίας Παντανάσσης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτές. Συνεπώς, συμπερασματικά το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να προβάλλει κανένα δικαίωμα κυριότητας εξ οιασδήποτε αιτίας επί των εν λόγω παραλιμνίων εκτάσεων και των νησίδων, ανηκουσών τούτων εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους». Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ.1064538/5928/Α0010/5-8-2002 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (άρθρο 10 παρ.6 Α.Ν. 1539/1938), η οποία σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, την 19-11-2002, στον τόμο 1084 και με αύξ. αριθμό 47, και στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής, την 19-9-2005, στον τόμο 1571 και με αύξ. αριθμό 87. Στη συνέχεια, συντάχθηκε το από 11-12-2002 πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης, με το οποίο η Κτηματική Υπηρεσία Ν. Ξάνθης παρέδωσε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου «από το αγρόκτημα Σελίνου τα τεμάχια 723=808,250 στρ. και 724=2,750 στρ. σύνολο 811 στρ. και από το αγρόκτημα Ν.Κεσσάνης το τεμ.331α=33,500 στρ., τα οποία αποτελούν τμήμα από τα επιδικασθέντα του Ν. Ξάνθης». Κατόπιν, η ενάγουσα υπέβαλε την υπ' αριθμ. 396/808/10-9-2002 αίτησή της στη Διεύθυνση Δημοσίας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, με την οποία ζήτησε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, «όπως αναγνωρισθή η μη ύπαρξις δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί της Λίμνης Βιστωνίδας (Λίμνη Μπουρού-Ιχθυοτροφείον Αγίων Θεοδώρων-Νταλιάνι) ως ανηκούσης ταύτης εξ ολοκλήρου εις την Ιεράν Μεγίστην Μονήν Βατοπαιδίου», σε συμπλήρωση, όπως αναφέρεται, των υπ'αριθμ. 26/3-12-1998 και 17/18-7-2002 γνωμοδοτήσεων, αναφερόμενη στο περιεχόμενο αυτών και επικαλούμενη εκτενέστερα το Ν.Δ. 271/1941, περί ερμηνείας του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ. και συναφή συμφωνητικά με τον προαναφερόμενο αλιευτικό συνεταιρισμό και πρακτικό συμβιβασμού με τον Δήμο Αβδήρων ζητώντας «την αναγνώρισιν της κυριότητας της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου επί της λίμνης Βιστωνίδας». Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, στο οποίο διαβιβάστηκε στις 2-10-2002 η αίτηση, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 46/28-11-2002 γνωμοδότησή του (ληφθείσα κατά την υπ' αριθμ. 27 συνεδρίαση) «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας (ή λίμνης Μπουρού - ιχθυοτροφείο Αγίων Θεοδώρων, σημερινό Αγίου Νικολάου - Νταλιάνη), των οχθών αυτής στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτή, ανηκούσης εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους», με την αιτιολογία ότι ανήκουν εξ ολοκλήρου στην ενάγουσα Ι.Μ.Β.. Ειδικότερα, στην εισήγηση, η οποία είναι ενσωματωμένη στη γνωμοδότηση και ομοφώνως έγινε δεκτή, αναφέρεται ότι, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας, συνεκτιμήθηκαν τα στοιχεία: 1) ότι το έτος 1080 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Νικηφόρος Βατανειάτης παραχώρησε (δώρισε) στη Μονή Βατοπαιδίου με χρυσόβουλλο λόγο της Βασιλείας του το μετόχιο του Περιθεωρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη λίμνη, τα ιχθυοτροφεία και τις παραλίμνιες εκτάσεις, προκειμένου να διασφαλίσει τα μέσα διατροφής των μοναχών, 2) ότι το έτος 1329 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ανδρόνικος Παλαιολόγος Γ' μετά από σχετικό αίτημα των μοναχών της Μονής Βατοπαιδίου με δικό του χρυσόβουλλο επιβεβαιώνει και εδραιώνει την παραχώρηση του μετοχίου του Περιθεωρίου, όπως ήδη καθορίσθηκε σαν λίμνη και ευρύτερη γύρω από το Πόρτο-Λάγος του Νομού Ξάνθης περιοχή και των παραλιμνίων εκτάσεων, όπως επίσης ερμηνεύουν οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως με συνοδικά έγγραφα και σιγγίλιά τους, 3) ότι το έτος 1357 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Παλαιολόγος μετά από αίτημα των μοναχών της Μονής Βατοπαιδίου για επιβεβαίωςη του περιεχομένου των δύο προηγουμένων χρυσόβουλλων, με δικό του χρυσόβουλλο λόγο επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των προηγουμένων για πάντα, 4) ότι το έτος 1369 ο ηγεμών Ιωάννης Ούγγλεσης εξέδωσε χρυσόβουλλο με το οποίο «Χαρίζηται» από τον ετήσιο φόρο που κατέβαλε η Μονή για την εκμετάλλευση της λίμνης Μπουρού 120 υπέρπυρα, από το οποίο συνάγεται ότι η Μονή κατείχε τη λίμνη και τις παραλίμνιες εκτάσεις πριν από την έκδοση του εγγράφου, 5) ότι το έτος 1371 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Δεσπότης Ούγγλεσης με χρυσόβουλλο λόγο της Βασιλείας του ορίζει να κατέχει η Μονή Βατοπαιδίου τη Λίμνη της «Πορούς» και το ευρισκόμενο ιχθυοτροφείο (βιβάριο) με όλη την περιοχή του, 6) ότι το έτος 1791 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτος Ζ' απαντώντας με έγγραφό του προς τον τότε Τούρκο Ναύαρχο Χουσεϊν Πασά Τζεζαερλήν τον πληροφορεί ότι η λίμνη παραχωρήθηκε ως ιδιοκτησία στη Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους από την εποχή των αυτοκρατόρων, 7) ότι μετά την επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι καταπάτησαν βιαίως την ιδιοκτησία της λίμνης «Μπουρού» και ότι τελικά η ιδιοκτησία επανήλθε μετά από επανειλημμένες διαμαρτυρίες του Πατριάρχη, 8) ότι μετά την απελευθέρωση της Θράκης το 1920 αναπτύχθηκαν διάφορες αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χώρων μεταξύ του Ελληνικού Κράτους και της Μονής Βατοπαιδίου, με συνέπεια η Μονή να προσφύγει στην Ελληνική Δικαιοσύνη το έτος 1922, καταθέτοντας σχετική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 9) ότι το Δημόσιο προτείνει στη Μονή συμβιβασμό και ειδικότερα η μεν Μονή να μεταβιβάσει στην κυριότητα του Δημοσίου δύο μετόχια που βρίσκονται στη Χαλκιδική, το δε Δημόσιο να παραιτηθεί «πάσης αξιώσεως επί της εν Πορτολάγω της Ξάνθης Λίμνης Μπουρού μετά των ιχθυοτροφείων αυτής κλπ.» και ότι η Μονή αποδέχεται και εκδίδεται το από 8/10 Απριλίου 1924 Νομοθετικό Διάταγμα που διαλαμβάνει στο άρθρο 1 τα εν λόγω, 10) ότι το έτος 1941 με το υπ'αριθμ. 271 Ν.Δ. γίνεται αυθεντική ερμηνεία της παρ. β' του άρθρου 1 του από 8/10 Απριλίου 1924 Ν.Δ., σύμφωνα με την οποία η αληθής έννοια αυτών των διατάξεων είναι ότι με αυτές αναγνωρίσθηκαν τα επί της στο Πόρτο-Λάγος της Ξάνθης Λίμνης Μπουρού, μαζί με όλα τα ιχθυοτροφεία αυτής, που είναι παρά την νησίδα και στο στόμιο της λίμνης με τα ανέκαθεν γνωστά τούτων όρια, υφιστάμενα δυνάμει χρυσόβουλλων, απαράγραπτα δικαιώματα κυριότητας και αποκλειστικής εκμετάλλευσης της εις το Άγιο Όρος Μονής Βατοπαιδίου, η δε μεταξύ Μονής και του Δημοσίου εκκρεμής δίκη, μετά την από 1-5-1922 αγωγή της πρώτης, κατηργήθη, λόγω παραιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου πάσης αξιώσεως επί της λίμνης και των ιχθυοτροφείων, και ότι, από το σύνολο των στοιχείων «προκύπτει σαφώς ότι η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους είναι η μοναδική κυρία και της λίμνης Μπουρού και των οχθών αυτής στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτή και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να προβάλλει κανένα δικαίωμα κυριότητας εξ οποιαδήποτε αιτίας επί της εν λόγω λίμνης και των οχθών της». Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. 1051266/10611/Α0010/π.ε./4-6-2003 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (άρθρο 10 παρ.6 Α.Ν. 1539/1938), η οποία σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, την 25-6-2003, στον τόμο 1091 και με αύξ. αριθμό 120. Στη συνέχεια, συντάχθηκε το από 25-6-2003 πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης, με το οποίο η Κτηματική Υπηρεσία Ν.Ξάνθης παρέδωσε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου «τη λιμνοθάλασσα Βιστωνίδα [ή διαφορετικά λίμνη Μπουρού - ιχθυοτροφείο Αγίων Θεοδώρων (σημερινό Αγίου Νικολάου -Νταλιάνι)] μετά των οχθών αυτής στο Νομό Ξάνθης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτή». Η ορθότητα των απόψεων των ανωτέρω γνωμοδοτήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας αμφισβητήθηκε από φορείς του Νομού Ξάνθης (Μητροπολίτη, Νομάρχη, Δήμαρχο, Δικηγορικό Σύλλογο κλπ). Κατόπιν της από 22-10-2003 επιστολής-καταγγελίας του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης προς τον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, στην οποία ανέφερε τις απόψεις του σχετικά με τις διεκδικήσεις της ενάγουσας Ι.Μ.Β. στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες περιοχές της, ο τελευταίος με το υπ' αριθμ. 9983/30-10-2003 έγγραφό του, ζήτησε από το ως άνω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, την επανεξέταση της υπόθεσης, ενόψει της επίκλησης νέων στοιχείων. Με την υπ' αριθμ. 26/20-5-2004 γνωμοδότηση (ληφθείσα κατά την υπ' αριθμ. 23 συνεδρίαση), το ανωτέρω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο διατύπωσε τη γνώμη ότι «δεν συντρέχει νόμιμος λόγος επανεξετάσεως των υπ' αριθμ. 26/3-12-1998, 17/18-7-2002 και 46/28-11-2002 γνωμοδοτήσεων του παρόντος Συμβουλίου». Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. 1046300/3944/Α0010/7-6-2004 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Ακολούθως, κατόπιν του υπ'αριθμ. 2259/1-12-2004 ερωτήματος του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για το αν υφίσταται κώλυμα για έκδοση σχετικής Υπουργικής Αποφάσεως περί ανταλλαγής των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας με άλλες εκτός των νομών Ξάνθης και Ροδόπης μετά την αναγνώριση της κυριότητας της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου έναντι του Δημοσίου, επειδή είχε εκδοθεί η υπ'αριθμ.111/2000 γνωμοδότηση της Ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 15/9-12-2005 γνωμοδότηση του Δ'Τμήματος Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία έγινε δεκτό ότι «ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων νομίμως δύναται να αναθέσει στην Κτηματική Εταιρεία Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των περ.β' και δ' της παρ.1 του άρθρου 2 του Ν. 973/1979, την ανταλλαγή εκείνων εκ των παραλιμνίων εκτάσεων, που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με άλλες εκτός των νομών Ξάνθης και Ροδόπης, δεδομένης της αρμοδιότητας για ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας στο Υπουργείο Οικονομικών». Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 3822/25-1-2005 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ανατέθηκε στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου η διαδικασία ανταλλαγής των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας με άλλα ακίνητα αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με τη σημείωση ότι η διαδικασία ανταλλαγής θα υλοποιηθεί ανεξάρτητα από τη διαδικασία ανταλλαγής από το Υπουργείο Οικονομικών της λίμνης Βιστωνίδας και των λοιπών εκτάσεων. Επίσης, με την υπ' αριθμ. 16651/26-7-2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ανατέθηκε στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου η διαδικασία ανταλλαγής της λίμνης Βιστωνίδας-Νταλιάνη και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής ανηκουσών στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου με διαθέσιμα ακίνητα του Δημοσίου αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων εκτός των Νομών Ξάνθης και Ροδόπης, που προτείνονται από τη Διεύθυνση Πολιτικής Γης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αφού προηγουμένως εγκριθούν από το Γενικό Γραμματέα του ιδίου Υπουργείου. Μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 3822/25-1-2005 απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και αφού προηγουμένως η ενάγουσα με έγγραφα αιτήματά της προσέφερε προς ανταλλαγή με ακίνητα του Δημοσίου τη λίμνη Βιστωνίδα, την παραλίμνια έκταση εμβαδού 25.000 στρεμμάτων και τμήμα της νησίδας Αντά-Μπουρού, η Διεύθυνση Πολιτικής Γης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αναζήτησε ακίνητα πρόσφορα και κατάλληλα για τις προβλεπόμενες με τις ως άνω υπ'αριθμ. 3822/25-1-2005 και 16651/26-7-2006 Κ.Υ.Α. ανταλλαγές, με το από 16/29-11-2005 πρακτικό ΛΒ' της συνεδρίας της Γεροντίας της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου αποφασίσθηκε να αποδεχθεί η ενάγουσα Ι.Μ.Β. την επελθούσα συμφωνία μετά του Ελληνικού Δημοσίου για την ανταλλαγή «αγροτικής έκτασης συνολικού εμβαδού 25.000 στρεμμάτων αποτελούμενη από τις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας των ομόρων νομών Ξάνθης και Ροδόπης» με ακίνητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και αποκτήσεως απ'αυτό ακινήτων ίσης αξίας, με βάση την εκτίμηση του Σ.Ο.Ε, το οποίο είχε εκτιμήσει την αξία των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας στο ποσό των 12.294.128,59 ευρώ. Κατόπιν αυτών, βάσει της ως άνω υπ' αριθμ. 3822/25-1-2005 απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντηλλάγησαν μεταξύ της ενάγουσας Ι.Μ.Β. και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, οι παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας με διάφορα ακίνητα (οικόπεδα) του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και συντάχθηκαν προς τούτο τα κατωτέρω συμβόλαια ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη: 1) το υπ'αριθμ. 2195/21-12-2005 συμβόλαιο, με το οποίο αντηλλάγησαν παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας στο Ν. Ροδόπης, εμβαδού 20.589,982 στρεμμάτων και 1.460 στρεμμάτων, με πενήντα τρία (53) ακίνητα (οικόπεδα) του Ελληνικού Δημοσίου στο Νομό Θεσσαλονίκης, 2) το υπ'αριθμ. 2196/21-12-2005 συμβόλαιο, με το οποίο αντηλλάγησαν παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας στο Ν. Ξάνθης, εμβαδού 2.950,988 στρεμμάτων, με είκοσι (20) ακίνητα (οικόπεδα) του Ελληνικού Δημοσίου επίσης στο Νομό Θεσσαλονίκης και 3) το υπ'αριθμ. 2335/12-4-2006 συμβόλαιο, με το επεστράφησαν από την ενάγουσα δέκα οκτώ (18) από τα πενήντα τρία (53) οικόπεδα, που είχαν ανταλλαγεί με το υπ'αριθμ. 2195/2007 συμβόλαιο και αντηλλάγησαν με είκοσι (20) νέα οικόπεδα στο Νομό Θεσσαλονίκης (βλ. επικαλούμενα και προσκομιζόμενα συμβόλαια). Επίσης, μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 16651/26-7-2006 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με το από 10/23-4 2007 πρακτικό Η' της συνεδρίας της Γεροντίας της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου αποφασίσθηκε να αποδεχθεί η ενάγουσα Ι.Μ.Β. την επελθούσα συμφωνία μετά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου για την ανταλλαγή της λίμνης Βιστωνίδας με ακίνητα του τελευταίου με τμηματική ανταλλαγή ποσοστού εξ αδιαιρέτου της λίμνης προς το Ελληνικό Δημόσιο και αποκτήσεως απ'αυτό ακινήτων ίσης αξίας, με βάση την εκτίμηση του Σ.Ο.Ε, το οποίο είχε εκτιμήσει την αξία της λίμνης Βιστωνίδας στο ποσό των 46.860.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών, βάσει της ως άνω υπ' αριθμ. 16651/26-7-2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αντηλλάγησαν μεταξύ της ενάγουσας Ι.Μ.Β. και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, ποσοστά εξ αδιαιρέτου της λίμνης Βιστωνίδα, με διάφορα ακίνητα του τελευταίου και συντάχθηκαν προς τούτο τα κατωτέρω αναφερόμενα συμβόλαια ανταλλαγής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών. Ειδικότερα: 1) με το υπ'αριθμ. 2800/26-4-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 22,044/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου εμβαδού των 48.000 στρεμμάτων της λίμνης Βιστωνίδας-Νταλιάνη με τριάντα (30) ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Νομό Χαλκιδικής, 2) με το υπ'αριθμ. 2801/26-4-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 116,536/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με τριάντα επτά (37) ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Νομό Θεσσαλονίκης, 3) με το υπ'αριθμ. 2802/26-4-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 2,988/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με τριάντα δυο (32) ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Νομό Τρικάλων, 4) με το υπ'αριθμ. 2803/26-4-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 93,989/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Πλαγιάρι του Δήμου Μίκρας Θεσσαλονίκης, 5) με το υπ'αριθμ. 2804/27-4-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 22,982/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με επτά (7) ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Δήμο Μίκρας Θεσσαλονίκης, 6) με το υπ'αριθμ. 2813/9-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 29,876/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με τρία (3) ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Δήμο Θέρμης Θεσσαλονίκης, 7) με το υπ'αριθμ. 2814/9-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 7,682/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με αγρόκτημα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στον Άγιο Αθανάσιο Νομού Πέλλας, 8) με το υπ'αριθμ. 2815/9-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 5,655/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με δυο (2) ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Δήμο Σταγείρων Νομού Χαλκιδικής, 9) με το υπ'αριθμ. 2817/9-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 59,752/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με ακίνητο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στο Δήμο Ορφανού Καβάλας, 10) με το υπ'αριθμ. 2819/22-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 226,272/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με αγρόκτημα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στη Νέα Πέραμο του Δήμου Ελευθερών Καβάλας, 11) με το υπ' αριθμ. 2820/22-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 211,054/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με αγρόκτημα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στη Ν. Ηρακλείτσα του Δήμου Ελευθερών Καβάλας, 12) με το υπ'αριθμ. 2821/22-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 11,137/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με αγρόκτημα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, στο Δήμο Λαυρίου Αττικής, 13) με το υπ'αριθμ. 2823/22-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 23,625/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με ακίνητο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής, 14) με το υπ'αριθμ. 2825/22-5-2007 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 106,647/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με ακίνητο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου του Δήμου Ορφανού Νομού Καβάλας και 15) με το υπ'αριθμ. 3077/27-3-2008 συμβόλαιο αντηλλάγη ποσοστό 63,994/1000 εξ αδιαιρέτου της λίμνης με ακίνητο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στην περιοχή Καπναποθηκών Νέας Κρήνης Δήμου Καλαμαριάς (βλ. επικαλούμενα και προσκομιζόμενα συμβόλαια). Περαιτέρω, και αφού προηγήθηκαν οι υπ' αριθμ. 3511/4-9-2008, 3557-3535/9-9-2008 και 3683/15-9-2008 παραγγελίες του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, περί διερευνήσεως της υπόθεσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ανωτέρω εκτάσεων, προκειμένου να διακριβωθεί η τυχόν τέλεση αξιοποίνων πράξεων, και, ιδίως, αυτού της κακουργηματικής απάτης, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ άλλων, από τα μέλη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, ο Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών παρήγγειλε, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ. 0051/18-9-2008 έγγραφό του προς τον Γενικό Διευθυντή Δημοσίας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου, την άμεση αναπομπή του συνόλου της υπόθεσης στο ως άνω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, προκειμένου να επανακριθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω εκτάσεων, ενόψει και των αναφερομένων στις προαναφερθείσες εισαγγελικές παραγγελίες. Κατόπιν τούτου, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ. 17536/19-9-2008 έγγραφο του ως άνω Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών η υπόθεση διαβιβάσθηκε στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.1098315/6443/ Α0010/3-10-2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ανακλήθηκαν από της εκδόσεώς τους οι προαναφερθείσες υπ' αριθμ. 1007690/610/Α0010/5-2-1999, 1064538/5928/Α0010/5-8-2002 και 1051266/10611/Α0010/π.ε./4-6-2003 Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες αντιστοίχως είχαν γίνει αποδεκτές οι υπ'αριθμ. 26/1998, 17/2002 και 46/2002 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, καθώς και τα από 11-12-2002 και 25-6-2003 πρωτόκολλα παραδόσεως και παραλαβής των ως άνω εδαφικών εκτάσεων, που είχαν εκδοθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 του Α.Ν. 1539/1938, σε εκτέλεση των ως άνω Υπουργικών Αποφάσεων. Η ανάκληση έγινε με την εξής αιτιολογία : «1. Από την αντιπαραβολή και τον έλεγχο του περιεχομένου των ανωτέρω αποφάσεων, γνωμοδοτήσεων και πρωτοκόλλων δεν προκύπτει η έλλειψη της κυριότητας του Δημοσίου και αντιστοίχως η κυριότητα της Μονής Βατοπαιδίου επί των αναφερομένων στις ανωτέρω αποφάσεις εκτάσεων, ενόψει και της ασάφειας και αοριστίας ως προς τον ακριβή προσδιορισμό των ακινήτων, της εκτάσεως, των ορίων τους, αλλά και του χαρακτήρα τους και ιδίως της ιδιότητάς τους ως κοινοχρήστων ή παραλίμνιων ή παρόχθιων εκτάσεων ή εκτάσεων επί νησίδων της λίμνης Βιστωνίδας. 2. … λόγοι προστασίας της δημόσιας περιουσίας επιβάλλουν, όπως οι πράξεις περί αναγνωρίσεως της ελλείψεως οποιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος του Δημοσίου και αντιστοίχως της αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων τρίτων επί αμφισβητούμενων εκτάσεων, στηρίζονται σε αδιαμφισβήτητα στοιχεία ως προς την έλλειψη δικαιωμάτων του Δημοσίου, ενώ αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. 3. … κατ’ ακολουθία συντρέχουν προφανείς και σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την ανάκληση όλων των ανωτέρω … πράξεων». Η ενάγουσα Ι.Μ.Β. με την από 20-11-2008 αίτησή της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ζήτησε την ακύρωση της ως άνω υπ' αριθμ. 1098315/6443 /Α0010/3-10-2008 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ΟλΣτΕ 3776/2012, η οποία απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι «…οι πράξεις του Υπουργού των Οικονομικών, που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, κατόπιν αποδοχής ή απορρίψεως, κατά περίπτωση, της σχετικής γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, δεν γεννούν διοικητικές διαφορές, αλλά ιδιωτικές διαφορές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, διότι εκδίδονται στα πλαίσια διαφοράς με αντικείμενο την ύπαρξη και αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων και όχι κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και προς άμεση θεραπεία συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού … Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου ιδιωτικές διαφορές γεννώνται και από πράξεις του Υπουργού, με τις οποίες ανακαλούνται προγενέστερες πράξεις εκδοθείσες κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων. Επειδή, ενόψει των εκτιθεμένων στην προηγούμενη σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ανεκλήθησαν προγενέστερες πράξεις του, εκδοθείσες κατ'εφαρμογήν των προπαρατεθεισών διατάξεων του Α.Ν. 1539/1938, περί μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων εκτάσεων, λόγω αναγνωρίσεως της επ' αυτών κυριότητας της αιτούσης Ιεράς Μονής, είναι μεν μονομερής διοικητική πράξη, που παράγει έννομα αποτελέσματα, εφ’ όσον η Μονή πρέπει να προσφύγει πλέον στα πολιτικά δικαστήρια για την επίλυση της αμφισβήτησης, ως προς την κυριότητα επί των εν λόγω εκτάσεων, αλλά δεν εκδόθηκε κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας ούτε αποβλέπει στην άμεση θεραπεία συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού. Και τούτο διότι εκδόθηκε στα πλαίσια διαφοράς μεταξύ του Δημοσίου και της αιτούσης Ιεράς Μονής ως προς την κυριότητα και μόνον των ανωτέρω εκτάσεων, διαφοράς δηλαδή η τελική κρίση της οποίας ανήκει, κατά το Σύνταγμα, στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν ασκεί δε επιρροή στη φύση της διαφοράς ο κοινόχρηστος, ενδεχομένως, χαρακτήρας ορισμένων από τις εκτάσεις, τις οποίες αφορά η προσβαλλόμενη πράξη, εφ’ όσον οι ανακληθείσες με αυτήν πράξεις εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν διατάξεων, που αποβλέπουν στην εξώδικη επίλυση διαφορών απλώς και μόνον περί την ύπαρξη ή μη εμπραγμάτων δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων, προς αποφυγή ασκόπων δικών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, και δεν αφορούν την παραχώρηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων επί κοινοχρήστων πραγμάτων ή τη διαχείριση αυτών, οπότε θα εγεννάτο διοικητική διαφορά... Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή στη φύση της προκειμένης διαφοράς ούτε το γεγονός ότι για την έκδοση πράξεως κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του προαναφερθέντος Α.Ν. 1539/1938 προβλέπεται η προηγούμενη τήρηση διοικητικής διαδικασίας. Τούτο δε, διότι η δράση του Δημοσίου διέπεται από την αρχή της νομιμότητας ακόμη και όταν αναπτύσσεται στο πλαίσιο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία πράγματι το Δημόσιο αρνείται ότι η αιτούσα Ιερά Μονή έχει δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων εκτάσεων, όπως αυτή ισχυρίζεται, δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά με την αμφισβήτηση της νομιμότητας αυτής προκαλείται διαφορά υπαγομένη στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων...» …… Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β. περί συμφωνηθείσης ρήτρας διαιτησίας στην υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβαση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδη και ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, προς εξέταση του ισχυρισμού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί της λίμνης Βιστωνίδας με τη σύμβαση του έτους 1930, λεκτέα τα εξής: στην ως άνω υπ' αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβαση, όπως προελέχθη, προβλέφθηκε ότι: «Εν περιπτώσει αμφισβητήσεων ή διενέξεων εξ αφορμής των όρων και στοιχείων της σύμβασης αποφαίνεται ανεκκλήτως ως διαιτητικό Δικαστήριο τριμελής Επιτροπή εξ Αρεοπαγιτών οριζομένων υπό του Νομικού Συμβουλίου επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου των συμβαλλομένων κατά τις διατάξεις του ν. 3332/1925». Από τον ανωτέρω όρο προκύπτει ότι προσφυγή σε διαιτησία είχε προβλεφθεί μόνον για την περίπτωση αμφισβητήσεων ή διενέξεων εξ αφορμής των όρων και στοιχείων της σύμβασης, ως προς την παραχώρηση της κατοχής της λίμνης προς την ενάγουσα για ιχθυοτροφική εκμετάλλευση. Η ένδικη διαφορά, όμως, δεν έχει ως αντικείμενο τον τρόπο και τους όρους της ιχθυοτροφικής εκμετάλλευσης της λίμνης μεταξύ των διαδίκων, αλλά το ιδιοκτησιακό της καθεστώς και δη το δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτής. Επομένως, δεν μπορεί να υπαχθεί στις διαφορές, για τις οποίες ισχύει η ως άνω ρήτρα διαιτησίας, ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας Ι.Μ.Β., περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος κατ'ουσίαν και απορριπτέος. Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β., περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αφενός να ασκήσει έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ως προς το κεφάλαιό της, που δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή (ως προς τις επίδικες νησίδες) και αφετέρου να επισπεύσει τη συζήτηση της δικής της έφεσης (της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β.), κατά το μέρος που πλήττει την εκκαλουμένη, ως προς το κεφάλαιό της, που απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή (ως προς τις επίδικες εδαφικές εκτάσεις παραλίμνιες κλπ), μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας (των άρθρων 8 επ. του Α.Ν. 1539/1938), με την έκδοση των υπ' αριθμ. 26/3-12-1998, 17/18-7-2002, 46/28-11-2002 και 26/20-5-2004 γνωμοδοτήσεων του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, τις οποίες αποδέχθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του ο Υπουργός Οικονομικών και την υπ' αριθμ. 15/2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία κρίθηκε, ότι μετά τις ανωτέρω γνωμοδοτήσεις ουδέν όργανο του Δημοσίου δικαιούται να αμφισβητήσει την κυριότητά της, λόγω οριστικής διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και παραιτήσεως αυτού (Ελληνικού Δημοσίου) από την έγερση ιδιοκτησιακών αξιώσεων επί των παραλιμνίων εκτάσεων και των νησίδων της λίμνης Βιστωνίδας, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ.1098315/6443/Α0010/3-10-2008 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ανακλήθηκαν από της εκδόσεώς τους οι υπ' αριθμ. 1007690/610/Α0010/5-2-1999, 1064538 /5928/Α0010 /5-8-2002 και 1051266/10611/Α0010/π.ε./4-6-2003 εγκριτικές Υπουργικές Αποφάσεις, καθώς και τα από 11-12-2002 και 25-6-2003 πρωτόκολλα παραδόσεως και παραλαβής των προαναφερθεισών εκτάσεων και, επομένως, απέβαλαν κάθε ισχύ (οι Υπουργικές Αποφάσεις), η δε μη ανάκληση της υπ' αριθμ. 1046300/3944/Α0010/7-6-2004 Υπουργικής Απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. 26/2004 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, η οποία είχε γνωμοδοτήσει ότι «δεν συντρέχει νόμιμος λόγος επανεξέτασης» των υπ' αριθμ. 26/3-12-1998, 17/18-7-2002 και 46/28-11-2002 γνωμοδοτήσεων του ιδίου Συμβουλίου, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, καθόσον, με αυτή κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος επανεξέτασης των προηγουμένων γνωμοδοτήσεων χωρίς να εγκρίνεται η απόδοση της λίμνης και των παραλιμνίων εκτάσεων στη Ιερά Μονή Βατοπαιδίου ….. Η ανωτέρω ανακλητική απόφαση, η οποία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 21 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι: «1. Αρμόδιο για την ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξης όργανο είναι εκείνο που την εξέδωσε ή που είναι αρμόδιο για την έκδοσή της. 2. Για την ανάκληση δεν είναι απαραίτητο να τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση της πράξης, εκτός αν ανακαλείται πράξη νόμιμη ή πράξη παράνομη ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών», είναι νόμιμη, αφού δεν στηρίχθηκε (η ανάκληση) σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να απαιτείται γνωμοδότηση του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, ως προς τις ανακληθείσες υπ' αριθμ. 1007690/610/Α0010/5-2-1999, 1064538/ 5928/Α0010/5-8-2002 και 1051266/10611/Α0010/ΠΕ/4-6-2003 εγκριτικές Υ.Α. του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είχαν γίνει αποδεκτές: α) η υπ' αριθμ. 26/3-12-1998 γνωμοδότηση του ως άνω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της νησίδας «Αντά - Μπουρού» περιοχής λίμνης Βιστωνίδας Ν.Ξάνθης, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα Ιερά Μονή είναι μοναδική κυρία και νομέας της εν λόγω νησίδας», β) η υπ' αριθμ.17/18-7-2002 γνωμοδότηση του ως άνω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των τοπογραφημένων παραλιμνίων εκτάσεων, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων και των δύο νησίδων Αγίου Νικολάου και Παναγίας Παντανάσσης στη λίμνη Μπουρού περιοχής Ν. Ξάνθης, ανηκουσών τούτων εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, όπως αυτές απεικονίζονται στο από 12-12-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Β.» και γ) η υπ' αριθμ. 46/28-11-2002 γνωμοδότηση του ως άνω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου «υπέρ της μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας (ή λίμνης Μπουρού - ιχθυοτροφείο Αγίων Θεοδώρων, σημερινό Αγίου Νικολάου - Νταλιάνη), των οχθών αυτής στους Νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, όποιας εκτάσεως και αν είναι αυτή, ανηκούσης εξ ολοκλήρου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους», βάσει των οποίων αντηλλάγησαν με τις ανωτέρω συμβάσεις ανταλλαγής, παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας και ποσοστά εξ αδιαιρέτου της ίδιας της λίμνης, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι ήταν παράνομες. Τούτο διότι, στηρίχθηκαν σε εσφαλμένες γνωμοδοτήσεις του ως άνω γνωμοδοτικού οργάνου, αφού έκριναν ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί ακινήτων, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στο ίδιο και θεώρησαν ως ισχύον το Ν.Δ. 271/1941, ενώ αυτό είχε ανακληθεί από της εκδόσεώς του (το έτος 1945), επιπροσθέτως δε, συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος για την ανάκληση των προαναφερομένων Υπουργικών Αποφάσεων, αφού δεν μπορούσε ευχερώς να διαγνωστεί η κυριότητα της ενάγουσας Ι.Μ.Β έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ιδιαιτερότητας του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της λίμνης Βιστωνίδας, των νησίδων και παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, ενώ, νομίμως χωρεί μονομερής (διοικητική) ανάκληση παράνομης εγκριτικής απόφασης και μετά την απόδοση ακινήτου, βάσει εκδοθέντος πρωτοκόλλου παραδόσεως παραλαβής ….. Επομένως, λόγω της αναδρομικότητας της ως άνω ανακλητικής υπ'αριθμ. 1098315/6443/A0010/3-10-2008 Υπουργικής Απόφασης και της εντεύθεν εξαφανίσεως των εννόμων συνεπειών των ανακληθεισών ανωτέρω Υπουργικών Αποφάσεων, οι οποίες είχαν αποδεχθεί τις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, περί μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, τα εξ αυτών παραχθέντα αποτελέσματα και τα, τυχόν, δικαιώματα της ενάγουσας Ι.Μ.Β επί της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, που θα μπορούσαν να στηριχθούν επ’ αυτών (ανακληθεισών Υπουργικών Αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων) ανατράπηκαν αναδρομικά από της εκδόσεώς τους. Σε κάθε δε περίπτωση, οι ανωτέρω εγκριτικές Υπουργικές Αποφάσεις των προαναφερομένων υπ'αριθμ. 26/3-12-1998, 17/18-7-2002 και 46/28-11-2002 γνωμοδοτήσεων του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, ως προς την ύπαρξη ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της ενάγουσας Ι.Μ.Β επί της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, έχουν αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα και όχι διαπλαστικό, δηλαδή μεταβιβαστικό της κυριότητας χαρακτήρα ….. για την οποία (κυριότητα) την τελική κρίση έχουν τα πολιτικά Δικαστήρια, τα οποία δεν δεσμεύονται από το περιεχόμενο των γνωμοδοτήσεων του ανωτέρω Γ.Σ.Δ.Κ.Α.Π. …… Εξάλλου, από ουδεμία διάταξη νόμου ή ερμηνεία αυτής προκύπτει ότι σε περίπτωση έκδοσης θετικής για τον ιδιώτη γνωμοδότησης το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να προσβάλλει με αγωγή ακύρωσης την παραίτησή του από την έγερση ιδιοκτησιακών αξιώσεων, λόγω πλάνης, εντός της αποσβεστικής διετούς προθεσμίας του άρθρου 157 ΑΚ, πριν την άσκηση αγωγής κυριότητας ή έφεσης. Περαιτέρω, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με την υπ'αριθμ. 15/2005 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε ότι, κατόπιν των υπ'αριθμ. 17/2002, 46/2002 και 26/2004 γνωμοδοτήσεων του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, οι οποίες έγιναν αποδεκτές από τον Υπουργό των Οικονομικών, η ενάγουσα Ι.Μ.Β αναγνωρίσθηκε έναντι του Ελληνικού Δημοσίου κυρία των προαναφερθεισών εκτάσεων και ότι ουδέν όργανό του δικαιούται να αμφισβητήσει την κυριότητα αυτής έναντι του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτών, πλην όμως, η γνωμοδότηση αυτή στηρίχθηκε στις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και στις σχετικές εγκριτικές Υπουργικές Αποφάσεις, οι οποίες όμως ανακλήθηκαν από της εκδόσεώς τους και απέβαλαν, έκτοτε, κάθε ισχύ, όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β, περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, να ασκήσει έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ως προς το κεφάλαιό της, που δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή (ως προς τις επίδικες νησίδες) και να επισπεύσει τη συζήτηση της δικής της έφεσης (της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β.), κατά το μέρος που πλήττει την εκκαλουμένη, ως προς το κεφάλαιό της, που απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή (ως προς τις επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις κ.λ.π.), λόγω παραιτήσεως αυτού από την έγερση ιδιοκτησιακών αξιώσεων, επί των ήδη επιδίκων μικρών νησίδων και των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης και αποσβέσεως του δικαιώματος προσβολής της παραιτήσεώς του, λόγω παρόδου της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 157 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Τούτο διότι, με την υπ'αριθμ. 1098315/6443/Α0010/3-10-2008 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, νόμιμα ανακλήθηκαν από της εκδόσεώς τους και, ως εκ τούτου, απέβαλαν κάθε ισχύ οι ανωτέρω εγκριτικές Υπουργικές Αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που είχαν αποδεχθεί τις υπ'αριθμ. 26/3-12-1998, 17/18-7-2002 και 46/28-11-2002 γνωμοδοτήσεις του ανωτέρω Γνωμοδοτικού Συμβουλίου περί μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, όπως προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β, ότι οι υπ'αριθμ. 2195/2005, 2196/2005 και 2335/2006 συμβάσεις ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη εμπεριέχουν σύμβαση συμβιβασμού, άλλως συμβατική διευθέτηση της ιδιοκτησιακής διαφοράς των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας, άλλως εξώδικη ομολογία, η οποία δεσμεύει το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, λεκτέα τα εξής ….. Στην προκειμένη δε περίπτωση, οι προαναφερόμενες συμβάσεις ανταλλαγής, είναι άκυρες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, λόγω της ιδιότητας των μεταβιβασθέντων, για την ως άνω ανταλλακτική αιτία, παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης ανήκαν, κατά το χρόνο της ανταλλαγής, στην κυριότητα του τελευταίου (Ελληνικού Δημοσίου) και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να εφαρμοσθούν, ως προς αυτές (συμβάσεις ανταλλαγής), λόγω της ως άνω ακυρότητας, οι διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, περί ελευθερίας των συμβάσεων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β. ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις ανταλλαγής εμπεριέχουν σύμβαση συμβιβασμού, πέραν του γεγονότος ότι δεν έχουν τηρηθεί οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις για την έγκυρη σύναψη τέτοιας σύμβασης (συμβιβασμού) εκ μέρους του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι προηγούμενη γνωμοδότηση ΝΣΚ και έγκριση από Υπουργό Οικονομικών, στην προκειμένη, περίπτωση, στα εν λόγω συμβόλαια ανταλλαγής ουδεμία δικαιοπρακτική δήλωση, περί συμβιβασμού, εμπεριέχεται, ούτε και μπορεί να συναχθεί τέτοια, αφού με αυτές αντηλλάγησαν ακίνητα ίσης αξίας, χωρίς να συντρέχει αμοιβαία υποχώρηση των μερών, όπως απαιτείται για το συμβιβασμό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ. Εξάλλου, μόνη η διηγηματική αναφορά του περιεχομένου των γνωμοδοτήσεων του Γ.Σ.Δ.Κ.Α.Π., περί μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλιμνίων εκτάσεων αυτής, και των εγκριτικών αυτών Υπουργικών Αποφάσεων, δεν μπορεί να εκληφθεί ως εξώδικη ομολογία, υπό την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, περί κυριότητας της ενάγουσας Ι.Μ.Β. επί των επιδίκων, ενόψει της ανακλήσεως αυτών από της εκδόσεώς τους, οπότε και απέβαλαν κάθε ισχύ, μηδέποτε ισχύσασες. Σε κάθε δε περίπτωση, το εναγόμενο-εκκαλούν, ήδη με την έφεσή του, τους προσθέτους λόγους έφεσης, τις προτάσεις του και το σημείωμά του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προέβη σε ανάκληση του περιεχομένου αυτών, ως μη ανταποκρινομένου στην αλήθεια (άρθρο 354 ΚΠολΔ). Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β. ότι, οι επίδικες συμβάσεις ανταλλαγής εμπεριέχουν συμβατική διευθέτηση της ιδιοκτησιακής διαφοράς των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας (άρθρο 361 ΑΚ), άλλως σύμβαση συμβιβασμού (άρθρο 871 ΑΚ), άλλως εξώδικη ομολογία (άρθρο 352 παρ.2 ΑΚ), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επομένως, οι καταρτισθείσες με τα υπ'αριθμ. 2195/2005, 2196/2005 και 2335/2006 συμβόλαια ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη υποσχετικές συμβάσεις ανταλλαγής των προαναφερθέντων ακινήτων και οι εμπράγματες συμβάσεις μεταβιβάσεως της κυριότητας των σε αυτές αναφερομένων ακινήτων από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και από το τελευταίο στην ενάγουσα Ι.Μ.Β., είναι άκυρες, διότι η κυριότητα των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας-Νταλιάνη δεν ανήκε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. αλλά, καθ'ολοκληρίαν, στο ίδιο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως δημοσίων κτημάτων, με αποτέλεσμα να είναι άκυρες, λόγω της ως άνω ιδιότητας αυτών (παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδα), κατά το άρθρο 174 ΑΚ, οι ενοχικές συμβάσεις ανταλλαγής, λόγω δε της ακυρότητας των συμβάσεων της ανταλλαγής, ελλείψει έγκυρης (νόμιμης) ανταλλακτικής αιτίας, καθίστανται άκυρες και οι εμπράγματες συμβάσεις ανταλλαγής των προαναφερθέντων ακινήτων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β. ότι εκ του περιεχομένου εγγράφων (δικογράφων, πρακτικού συμβιβασμού, ιδιωτικού συμφωνητικού, συμβολαιογραφικού εγγράφου, συμβάσεων) προκύπτει ότι ο αλιευτικός συνεταιρισμός «Ά. Ν.», ο Δήμος Αβδήρων, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης, η «ΚΥΔΕΠ ΣΥΝ.Π.Ε.», αναγνώριζαν αυτήν ως ιδιοκτήτρια της ευρύτερης περιοχής της λίμνης, ή της νησίδας Αντά Μπουρού, ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι αντικείμενο προς διάγνωση, εν προκειμένω, αποτελεί το αμφισβητούμενο δικαίωμα κυριότητας των διαδίκων, Ι.Μ.Β. και Ελληνικού Δημοσίου, επί των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων και, επομένως, κρίνεται απορριπτέος, ως αλυσιτελής. Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β., ότι η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και η κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης, είναι απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του τελευταίου, συνεπεία αυτοδίκαιης καταργήσεως της δίκης, λόγω συγχύσεως (άρθρο 225 ΚΠολΔ), καθόσον εν επιδικία, προέβη στη μεταβίβαση των επιδίκων παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας, δυνάμει των προαναφερομένων υπ'αριθμ. 2195/2005, 2196/2005 και 2335/2006 συμβολαίων ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη, στο εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, στο πρόσωπο του οποίου συμπίπτουν πλέον οι ιδιότητες του δικαιούχου και του υποχρέου του δικαιώματος κυριότητας επ' αυτών, ότι το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αναγνώρισε συμβατικώς το δικαίωμα κυριότητάς της επί των επιδίκων νησίδων και των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης και όσον αφορά το δικαίωμα κυριότητας επί των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης έχει καταστήσει αυτό επίδικο με είκοσι (20) αγωγές, που έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων ανταλλαγής και τη διεκδίκηση των ακινήτων που αντηλλάγησαν με τις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις, λεκτέα τα εξής: Ως προς τον ισχυρισμό αυτόν της εκκαλούσας-εφεσίβλητης Ι.Μ.Β, περί καταργήσεως της δίκης λόγω συγχύσεως, πέραν του γεγονότος ότι οι συμβάσεις ανταλλαγής είναι άκυρες, για τον προαναφερθέντα λόγο (η κυριότητα των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας δεν ανήκε στην ενάγουσα αλλά στο ίδιο το εναγόμενο), στην προκειμένη περίπτωση, η ίδια η εκκαλούσα Ι.Μ.Β με την έφεσή της, η οποία ασκήθηκε μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων ανταλλαγής, διατείνεται ότι υφίσταται αντικείμενο προς διάγνωση, όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης, αμφισβητώντας το δικαίωμα κυριότητας του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου επ'αυτών, προβάλλοντας ίδιο δικαίωμα, αλλά, και με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ρητώς, αμφισβητεί την κυριότητα του τελευταίου και, επομένως, άμεσο παρίσταται το έννομο συμφέρον του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου να αιτηθεί την παροχή έννομης προστασίας με επίσπευση της συζήτησης της έφεσης της εκκαλούσας Ι.Μ.Β, η οποία στην ουσία αποτελεί πρόσφορο μέσο για την άρση της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων, ως προς το ζήτημα της κυριότητας επί των παραλιμνίων εκτάσεων, το οποίο ανακύπτει ως κύριο ζήτημα της παρούσας δίκης και προκριματικό, όσον αφορά την εξέταση του λόγου ακυρότητας των συμβάσεων ανταλλαγής, στις ήδη εκκρεμείς δίκες ενώπιον άλλων Δικαστηρίων. Σε κάθε δε περίπτωση, αλυσιτελώς προβάλλεται έλλειψη εννόμου συμφέροντος του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου προς επίσπευση της συζήτησης της έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β, αφού η ίδια με κλήση επισπεύδει τη συζήτηση αυτής, ως εκ τούτου δε, η έφεσή της αποτελεί, ούτως ή άλλως, αντικείμενο διερεύνησης από το Δικαστήριο τούτο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β, περί συμβατικής αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητάς της επί των επιδίκων νησίδων και των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης, δυνάμει των προαναφερομένων συμβολαίων ανταλλαγής (υπ'αριθμ. 2195/2005, 2196/2005 και 2335/2006 συμβολαίων ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη), πέραν του γεγονότος ότι αυτές οι συμβάσεις ανταλλαγής είναι άκυρες, για τον προαναφερόμενο λόγο (η κυριότητα των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας ανήκε στο εναγόμενο), στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.1098315/6443/ Α0010/3-10-2008 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ανακλήθηκαν αναδρομικά από της εκδόσεώς τους, ως μη νόμιμες προγενέστερες αποφάσεις του, εκδοθείσες κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Α.Ν. 1539/1938, οι οποίες είχαν αποδεχθεί τις υπ'αριθμ. 26/1998, 17/2002 και 46/2002 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας αντιστοίχως, περί μη προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του εναγομένου επί της λίμνης Βιστωνίδας, των παραλιμνίων εκτάσεων και των νησίδων, βάσει των οποίων καταρτίστηκαν οι συμβάσεις ανταλλαγής, έχασαν το έρεισμά τους και δεν δύναται να γίνει λόγος για αναγνώριση της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β., ως δικαιούχου των επιδίκων εκτάσεων και, συνεπώς, άμεσο παρίσταται το έννομο συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου να ζητήσει έννομη προστασία με επίσπευση της συζήτησης της έφεσής του, η οποία στην ουσία αποτελεί πρόσφορο μέσο για την άρση της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων, ως προς το ζήτημα της κυριότητας επί των νησίδων, ενόψει της αρνήσεώς του ότι η τελευταία έχει δικαίωμα κυριότητας επ'αυτών.
13.- Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθένων, η ενάγουσα Ι.Μ.Β. ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο. Οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις, είτε ως ανέκαθεν και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδάφη (λιμναίες όχθες και εκτάσεις, αιγιαλός λιμνοθάλασσας και θάλασσας), είτε ως ανέκαθεν δημόσιες γαίες, ανήκουν στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, όπως προαναφέρθηκε είναι δε, ανεπίδεκτες χρησικτησίας. Επομένως, πρέπει, αφού γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, η σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας του τελευταίου, την οποία είχε προβάλλει με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με λόγους έφεσης και πρόσθετους λόγους, όπως προελέχθη, να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή, έχουσα ως κύρια βάση τον επικαλούμενο με αυτήν παράγωγο τρόπο, ήτοι δωρεές με χρυσόβουλλους λόγους Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και Σέρβου Δεσπότη Ιωάννη Ούγγλεση και επικουρική τον πρωτότυπο τρόπο της χρησικτησίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε (κατά πλειοψηφία) την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, ως προς τα επίδικα, επιμέρους, τμήματα: α) τμήμα Α', β) τμήμα Β' και γ) τμήμα Γ' (για τμήμα εμβαδού 150 στρεμμάτων), δεν έσφαλε, κατ' αποτέλεσμα, έστω και αν διέλαβε, διάφορη και ελλιπή αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς αντικαθίσταται και συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), οι δε συναφείς, εκτιμώμενοι ενιαίως, δεύτερος και τρίτος λόγοι, της από 5-1-2009 (αριθμ. εκθ. κατ. 5/5-1-2009) έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, όσα επικαλείται η ήδη εκκαλούσα Ι.Μ.Β. με τον τρίτο λόγο της ιδίας ως άνω έφεσης (αριθμ. εκθ. κατ. 5/5-1-2009), κατά το αντίστοιχο σκέλος του, περί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 18 παρ.2 του Ν.2344/1940 και δη ότι οι Ιερές Μονές δεν είναι Ν.Π.Δ.Δ., υπό την έννοια που εννοεί τα νομικά πρόσωπα ο Ν.2344/1940, δεν στοιχειοθετούν αιτιολογίες, που επιστηρίζουν το διατακτικό της εκκαλουμένης και, επομένως, ο σχετικός αντίθετος τρίτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας Ι.Μ.Β., κατά το αντίστοιχο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αντίθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αφού απέρριψε την, ως άνω δεκτή γενόμενη, ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, ως προς τα επίδικα, επιμέρους, τμήματα: α) τμήμα Γ' (νησίδα Αντά Μπουρού), εμβαδού 1.720 στρεμμάτων, β) τμήμα Δ' (νησίδα), εμβαδού 2,10 στρεμμάτων (όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, οι εγκαταστάσεις και οι βοηθητικοί του χώροι) και γ) τμήμα Ε' (νησίδα), εμβαδού 0,4 στρεμμάτων (όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Παντάνασσας), όπως αυτά απεικονίζονται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και, επομένως, οι συναφείς, λόγοι της έφεσης (2ος, 4ος, 5ος στ.γ' και στ', 6ος, 7ος, 8ος, 9ος), κατά τις αντίστοιχες επιμέρους αιτιάσεις, καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι (συμπληρωματικοί των αντιστοίχων αιτιάσεων της έφεσης), είναι βάσιμοι κατ’ ουσίαν. Μετά ταύτα, παρέλκει η εξέταση των λοιπών, μη εξετασθέντων, λόγων της έφεσης και των προσθέτων λόγων του εναγομένου-εκκαλούντος, που πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της εκκαλουμένης, και κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα …….
14.- Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει: α) η από 5-1-2009 (αριθ. εκθ. κατ. 5/2009) έφεση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας Ι.Μ.Β. …… η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους ανωτέρω, που κρίθηκαν απορριπτέοι ως αβάσιμοι, να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Και, β) η από 18-12-2008 (αριθμ. εκθ. κατ. 104/2008) έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και οι από 3-8-2009 (αριθμ. εκθ. κατ. 16/2009) πρόσθετοι λόγοι αυτής ….. να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αναγνώρισης της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας Ι.Μ.Β. κυρίας των επιδίκων: α) τμήμα Γ' (νησίδα Αντά Μπουρού), εμβαδού 1.720 στρεμμάτων, β) τμήμα Δ' (νησίδα, εμβαδού 2,10 στρεμμάτων), όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, οι εγκαταστάσεις και οι βοηθητικοί του χώροι και γ) τμήμα Ε' (νησίδα, εμβαδού 0,4 στρεμμάτων), όπου είναι κτισμένος ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Παντάνασσας, όπως τα τμήματα αυτά απεικονίζονται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Β.. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικασθεί η ένδικη, από 21-1-2003 (αριθμ. εκθ. κατ. 141/ΤΠ12/21-1-2003), αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, κατά το άνω κεφάλαιο, από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη». Με βάση τις ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενες παραδοχές (και όχι μόνο τις αποσπασματικά εκτιθέμενες στην αναίρεση και στους πρόσθετους αυτής λόγους), ερευνώνται στη συνέχεια οι κατ’ ιδίαν λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και οι περιεχόμενοι στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους, για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. Παράλληλα κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1998, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1033 AK, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, δηλαδή για αιτία, που είναι υπαρκτή και αναγνωρίζεται από το νόμο. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Οι εμπράγματες συμβάσεις για τη μεταβίβαση της κυριότητας είναι αιτιώδεις, ήτοι στις περιπτώσεις αυτές το κύρος της εκποιητικής δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ύπαρξη και το κύρος της υποσχετικής, ώστε η ακυρότητα της υποσχετικής σύμβασης συνεπιφέρει την ακυρότητα και της μεταβιβαστικής του πράγματος ή δικαιώματος συμβάσεως όταν πρόκειται για ακίνητο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η μεταβίβασή τους είναι αιτιώδης, (ΑΠ 1514/2013). Νόμιμη αιτία μεταβιβάσεως της κυριότητας αποτελεί, μεταξύ άλλων, η ενοχική, υποσχετική και αμφοτεροβαρής σύμβαση της ανταλλαγής, με την οποία αναλαμβάνεται η υποχρέωση από τη μία πλευρά της μεταβιβάσεως της κυριότητας πράγματος ή δικαιώματος και παραδόσεως αυτού στον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος από την πλευρά του υπόσχεται, ως αντιπαροχή, τη μεταβίβαση της κυριότητος πράγματος ή δικαιώματος και παραδόσεώς του στον άλλο συμβαλλόμενο, για την επέλευση, όμως, των αντίστοιχων εμπράγματων μεταβολών, πρέπει να λάβουν χώρα είτε συγχρόνως, είτε μεταγενεστέρως οι ανάλογες εμπράγματες μεταβιβαστικές συμβάσεις (άρθρα 1033, 1034 ΑΚ). Στην ανταλλαγή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την πώληση και ο καθένας από τους συμβαλλομένους κρίνεται, ως πωλητής, για την παροχή που τον βαρύνει και ως αγοραστής, για την παροχή που απαιτεί, κατά το άρθρο 573 ΑΚ, ενώ από το ως άνω άρθρο 1033 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι σύμβαση περί μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου για αιτία ανύπαρκτη ή μη αναγνωριζόμενη υπό του νόμου είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 91/1984, ΑΠ 1154/80). Το ίδιο ισχύει, άλλως περί ανύπαρκτης αιτίας πρόκειται και όταν το πράγμα ή το δικαίωμα, που αφορά η σύμβαση πωλήσεως ή ανταλλαγής, ανήκει στο δέκτη της υποσχέσεως, οπότε πρόκειται για υπόσχεση χωρίς αντικείμενο, ήτοι παροχή που δεν είναι δημιουργική ενοχής. Ειδικότερα, οι ανωτέρω διατάξεις προϋποθέτουν ανάληψη υποχρεώσεως μεταβιβάσεως κυριότητας πράγματος ξένου για τον αγοραστή, δεκτικού μεταβιβάσεως της κυριότητάς του σ’ αυτόν και τέτοιο, όμως, δεν είναι εκείνο που ήδη ανήκει στην κυριότητά του. Τούτο σημαίνει, ότι ευρισκομένου του περιουσιακού στοιχείου στην ιδιοκτησία του δέκτη της υποσχέσεως, δεν υπάρχει λόγος, ούτε ανάγκη περιουσιακής μετακινήσεως και εντεύθεν ούτε έδαφος καθιδρύσεως αντίστοιχου περιεχομένου συμβατικής δεσμεύσεως. Αυτό διαφέρει από την περίπτωση της αρχικής οριστικής αδυναμίας παροχής (άρθρα 335, 336, 362 ΑΚ), η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως, διότι εκεί μεν είναι αδύνατη, για φυσικούς ή νομικούς λόγους, η περιουσιακή μετακίνηση πράγματος ή δικαιώματος μη ευρισκομένου στην ιδιοκτησία του δέκτη της υποσχέσεως, ενώ στην εξεταζόμενη περίπτωση το περιουσιακό στοιχείο υπάρχει και βρίσκεται στην ιδιοκτησία του δέκτη της υποσχέσεως, γεγονός που καθιστά μάταιη και χωρίς αντικείμενο την κατάρτιση συμβάσεως για μετακίνησή του σ' αυτόν, η δε ανάληψη σχετικής συμβατικής υποχρεώσεως είναι ουσιαστικώς κενή περιεχομένου. Έτσι, η παραβίαση τέτοιας υποχρεώσεως, αυτή καθ’ εαυτή, δεν είναι δημιουργική ζημίας, θεμελιωτικής αξιώσεως αποζημιώσεως, συνιστάμενης στο διαφέρον εκπληρώσεως, ήτοι τι θα είχε ο δανειστής, δέκτης της υποσχέσεως, αν εκπληρωνόταν η σύμβαση, (εφόσον το περιουσιακό αντικείμενο βρίσκεται στην ιδιοκτησία του), που προσιδιάζει στις περιπτώσεις οριστικής αρχικής αδυναμίας παροχής και η οποιαδήποτε τυχόν ζημία του δέκτη της υποσχέσεως από παραβίαση τέτοιας υποχρεώσεως είναι θεμελιωτική αξιώσεως αποζημιώσεως για αρνητικό διαφέρον, ήτοι τι θα είχε αυτός, αν έλειπε το ζημιογόνο γεγονός της καταρτίσεως μιας ανίσχυρης, λόγω ακυρότητας ή ακυρωσίας συμβάσεως.
Συνεπώς, μια τέτοια σύμβαση κείται εκτός του εννοιολογικού περιεχομένου της κατά το άρθρο 513 ΑΚ συμβάσεως της πωλήσεως και εντεύθεν και της κατά το άρθρο 573 συμβάσεως της ανταλλαγής.
Περαιτέρω, στα άρθρα 966, 967, 968 και 970 του ΑΚ ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών (άρθρο 966 ΑΚ). Πράγματα κοινής χρήσεως είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους (άρθρο 967 ΑΚ). Τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο (άρθρο 968 ΑΚ). Σε κοινόχρηστα πράγματα μπορούν να αποκτηθούν, με παραχώρηση της αρχής και κατά τους όρους του νόμου, ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση (άρθρο 970 AK). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 Εισ. Ν. ΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι καθιερώνεται κανόνας, κατά τον οποίο το Δημόσιο έχει κυριότητα επί των κοινόχρηστων πραγμάτων, όπως είναι οι μεγάλες λίμνες με τις όχθες τους και ότι κατ’ εξαίρεση μπορεί αυτό (Δημόσιο) να μην έχει κυριότητα επί τούτων (ΑΠ 1870/2007, ΑΠ 1380/2014, ΑΠ 1989/2014).
Επί κοινόχρηστων δε πραγμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις του ΑΚ, είναι πράγματα εκτός συναλλαγής, δεν χωρεί εκποίηση, ανταλλαγή ή συμβιβασμός εκ μέρους του Δημοσίου ή των ΟΤΑ, αλλά επιτρέπεται μόνον η παραχώρηση ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων, εάν αυτά δεν αναιρούν την, κατά τον προορισμό του πράγματος, κοινοχρησία και εφόσον η παραχώρηση προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου (ΣτΕ 2756/2015, 1637/2007). Συναφώς, με το άρθρο 18 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται, ότι με νόμο ρυθμίζονται τα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και διαχείριση των λιμνοθαλασσών και των μεγάλων λιμνών, καθώς και τα σχετικά με τη διάθεση γενικά των εκτάσεων που προκύπτουν από αποξήρανσή τους. Έτσι, ο συντακτικός νομοθέτης, αποβλέποντας στη φύση, στο χαρακτήρα και στη σπουδαιότητα ορισμένων αγαθών, που αποτελούν σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους της χώρας και σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται με την κοινοχρησία, όπου κατ' εξαίρεση αναγνωρίζεται η ιδιωτική κτήση, καθιέρωσε στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 18 του Συντάγματος τη δυνατότητα θεσπίσεως αποκλίσεων από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 17 § 2 του Συντάγματος με ειδικούς νόμους (ΣτΕ 2705/1991).
Επίσης, στο άρθρο 1 του Ν. 2971/2001 (ΦΕΚ Α’ 285/2001), ορίζεται ότι: 1. «Αιγιαλός» είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της. 2. «Παραλία» είναι η ζώνη ξηράς, που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα. 3. «Παλαιός αιγιαλός» είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερα υφιστάμενου αιγιαλού. 4. «Οχθη» των μεγάλων λιμνών και των πλευσίμων ποταμών είναι η χερσαία ζώνη, που περιστοιχίζει αυτούς και βρέχεται από τις μεγαλύτερες αλλά συνήθεις αναβάσεις των υδάτων τους. 5. «Παρόχθια ζώνη» των μεγάλων λιμνών και των πλευσίμων ποταμών είναι η με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 2 προστιθέμενη στην όχθη ζώνη ξηράς, που καθορίζεται σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από το προς την ξηρά όριο της όχθης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του αυτού ν. 2971/2001, ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται (παρ. 1), η προστασία του οικοσυστήματος των ζωνών αυτών είναι ευθύνη του κράτους (παρ. 2), ο κύριος προορισμός των ζωνών αυτών είναι η ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση προς αυτές, κατ' εξαίρεση δε ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη μπορούν να χρησιμεύσουν για κοινωφελείς περιβαλλοντικούς και πολιτιστικούς σκοπούς και για απλή χρήση της παραγράφου 1 του άρθρου 13, καθώς επίσης και για την εξυπηρέτηση υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος (παρ. 3). Με τις ως άνω διατάξεις τίθενται όροι προστασίας, μεταξύ άλλων, των οχθών και παρόχθιων ζωνών μεγάλων λιμνών, που αποτελούν ουσιώδη στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (ΣτΕ 2471/2011). Έτσι, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, όχθη μεγάλης λίμνης υφίσταται κάθε φορά που χερσαία ζώνη περιστοιχίζει σημαντική συλλογή γλυκέων ή υφαλμύρων υδάτων και βρέχεται από τις μεγαλύτερες αλλά συνήθεις αναβάσεις των υδάτων τους, η οποία δεν επικοινωνεί με τη θάλασσα. Αντιθέτως, αιγιαλός υφίσταται κάθε φορά που χερσαία ζώνη βρέχεται από την θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της, κατ’ αναλογία δε και λιμνοθάλασσα, δηλαδή αλμυρή ή υφάλμυρη και αβαθή έκταση, η οποία έχει περιορισμένη επικοινωνία με τη θάλασσα, είτε λόγω της ύπαρξης στενών λωρίδων γης στο άνοιγμά της είτε λόγω χωρισμού της από αυτήν με στενή λωρίδα γης (ΣτΕ 1306/2000, ΣτΕ 3738/1986).
Ενόψει των εκτεθέντων και σε συνδυασμό με το άρθρο 174 ΑΚ, παρέπεται, ότι μεταβιβαστικά συμβόλαια, με αντικείμενο κοινής χρήσεως, (κοινόχρηστα) και εκτός συναλλαγής πράγματα (άρθρα 966 και 967 ΑΚ) που ανήκουν στο Δημόσιο, ήτοι ανεπίδεκτα ιδιωτικού εμπράγματου δικαιώματος και ιδιωτικής συναλλαγής και μεταβιβάσεως, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς τους, είναι άκυρα, κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, ανεξάρτητα, μάλιστα, από τη γνώση της απαγορευτικής διατάξεως (ΑΠ 1380/2014, 407/2007). Αντίθετα, όταν η κυριότητα του κοινοχρήστου πράγματος ανήκει σε ιδιώτη, η κοινή χρήση δεν συνεπάγεται κατ’ αρχάς απαγόρευση διαθέσεως, δεν κωλύεται, δηλαδή, ο ιδιώτης να μεταβιβάσει την κυριότητά του σε άλλον, εφόσον δεν περιορίζεται η κοινή χρήση (ΑΠ 1178/2006).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου. Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη κάποιου νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου (in fraudem legis), θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση. Έτσι, η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης, είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ, είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 996/2011, ΑΠ 1220/2012, ΑΠ 676/2014).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου κύριου λόγου της υπό κρίση αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ελλιπή αιτιολογία, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 174 και 966-968 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 παρ. 2 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, που ερεύνησε το κύρος των υπ’ αριθμ. 2195 και 2196/2005 συμβάσεων ανταλλαγής, με τις οποίες η Μονή υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στο Δημόσιο (δέκτη της υπόσχεσής της) αιτία ανταλλαγής ποσοστά συγκυριότητας στις παραλίμνιες εκτάσεις και δή στο Τμήμα Α' (εμβαδού 25.000 στρεμμάτων) και έκρινε τις συμβάσεις αυτές άκυρες, ως δήθεν προσκρούουσες στο άρθρο 18 παρ. 2 του Συντάγματος και στα άρθρα 966 επ. του ΑΚ, τις αντιμετώπισε κατά παράδοξο τρόπο, ωσάν να ήταν το Δημόσιο εκείνο που ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει ποσοστά συγκυριότητας των παραλιμνίων εκτάσεων, και, δεχόμενο αξιωματικώς ότι η κυριότητά τους του ανήκε, δέχθηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω υπόσχεση (για μεταβίβαση ποσοστών συγκυριότητας των γύρωθεν της λίμνης Βιστωνίδος εκτάσεων) εκ μέρους του Δημοσίου είναι άκυρη κατ' ΑΚ 174, γιατί προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 966-968 και 18 § 2 Σ.
Ειδικότερα δε το Εφετείο, ενώ, κατ' αρχάς στη μείζονα πρότασή του δέχεται, κατ’ ερμηνεία των άρθρων 18 § 2 Σ, 966-968 και 174 ΑΚ, ότι είναι άκυρη η εκ μέρους του Δημοσίου υπόσχεση μεταβίβασης, ανταλλαγής ή συμβιβασμού πράγματος κοινόχρηστου, όπως (κατά την απόφαση) η λίμνη Βιστωνίδα και οι παραλίμνιες εκτάσεις της, δηλαδή η υπόσχεση που το Δημόσιο αναλαμβάνει για να μεταβιβάσει σε τρίτον (και αυτό για οποιονδήποτε λόγο, π.χ. ανταλλαγή, πώληση, συμβιβασμό) ένα δημόσιο κοινόχρηστο πράγμα, τελικώς κηρύσσει άκυρες κατ' ΑΚ 174 τις επίμαχες συμβάσεις ανταλλαγής, στο πλαίσιο των οποίων το Δημόσιο ήταν δέκτης υποσχέσεως μεταβιβάσεως, καθιστώντας έτσι, αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εκ μέρους του υπαγωγής στους ανωτέρω κανόνες των άρθρων 18 § 2 Σ, 966-968 και 174 ΑΚ των αποδειχθέντων (κατά την απόφαση) πραγματικών γεγονότων, αφού προφανώς δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ του πραγματικού των κανόνων αυτών, όπως τους ερμήνευσε, (δηλ. της απαγόρευσης ανάληψης από το Δημόσιο υποχρέωσης μεταβίβασης κλπ. των ανωτέρω κατηγοριών ακινήτων), με τα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα (της καταρτίσεως συμβάσεων ανταλλαγής με υποσχόμενη ως προς τα ακίνητα αυτά την I. Μ. Βατοπαιδίου και δέκτη της υπόσχεσης αυτής το Δημόσιο), με συνέπεια να είναι προδήλως ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σημείο αυτό, αφού ουδόλως εξηγείται πώς, τάχα, καθίσταται ανίσχυρη η υπέρ του Δημοσίου υπόσχεση μεταβίβασης, την οποία η Μονή ανέλαβε, εξαιτίας της (υποτιθέμενης) νόμιμης απαγόρευσης για την εκ μέρους του Δημοσίου ανάληψη υπόσχεσης μεταβίβασης πράγματος εκτός συναλλαγής και εν προκειμένω της λίμνης Βιστωνίδος και των παραλίμνιων εκτάσεών της, ενώ ούτε κατά νομική ούτε κατά λογική αναγκαιότητα συνδέονται τα δύο αυτά ζητήματα, με συνέπεια η απόφαση να στερείται, άλλως να έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο κρίσιμο αυτό σημείο.
Παράλληλα, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου της αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση με ψευδή ερμηνεία, άλλως εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 174, 966-968 ΑΚ και 18 παρ. 2 Σ, επειδή, κατ’ εκτίμηση των ισχυρισμών της, το Εφετείο που την εξέδωσε, εσφαλμένα έκρινε άκυρες τις 2195, 2196/2005 και 2335/2006 συμβάσεις ανταλλαγής, με τις οποίες η ίδια υποσχέθηκε και πράγματι μεταβίβασε στο Δημόσιο παραλίμνιες εκτάσεις 25.000 τ.μ., θεωρώντας ότι από τις ΑΚ 966-967 και 18 παρ. 2 Σ, η κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων απαγορεύεται, δηλαδή απαγορεύεται η ανάληψη υπόσχεσης αλλά και η εκπλήρωσή της για μεταβίβαση στο Δημόσιο κοινόχρηστου πράγματος (966-967 ΑΚ) και ειδικότερα, παραλίμνιων εκτάσεων μεγάλης λίμνης/λιμνοθάλασσας (18 παρ. 2 Σ), αφού υπό την εκδοχή ότι η κυριότητα της λίμνης, (κατ’ επέκταση των παραλιμνίων εκτάσεων), δεν ανήκε τάχα στη Μονή, όπως εσφαλμένως πράγματι δέχτηκε το Εφετείο, αλλά στο Δημόσιο, δεν νοείται καν να τίθεται ζήτημα απαγόρευσης της μεταβίβασής της από τη Μονή, ούτε κατ’ επέκταση ζήτημα εφαρμογής της ΑΚ 174, διότι εκείνο που μεταβιβάζεται με μία εμπράγματι σύμβαση του άρθρου 1033 ΑΚ είναι η κυριότητα, η ύπαρξη της οποίας προϋποτίθεται, προκειμένου στη συνέχεια να τεθεί ζήτημα απαγόρευσης μεταβίβασής της για κάποιο λόγο, το δε Εφετείο, που υπέλαβε ότι κύριο της λίμνης ήταν το Δημόσιο, εσφαλμένως δέχτηκε ταυτόχρονα ότι αυτή παραβίασε απαγορευτική διάταξη νόμου, η οποία απέκλειε την εκ μέρους της ανάληψη υπόσχεσης μεταβίβασής της, αφού η ίδια δεν ήταν αποδέκτης απαγορευτικής της μεταβίβασης διάταξης, ούτε μπορούσε να παραβιαστεί τέτοια απαγόρευση και επιπλέον δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της υποσχετικής σύμβασης της πώλησης, (άρα και της ανταλλαγής), το γεγονός ότι το πράγμα είναι εκτός συναλλαγής, π.χ. κοινόχρηστο ή πράγμα, του οποίου η διάθεση απαγορεύεται, ούτε συνάγεται απαγόρευση κατάρτισης συμβάσεων για μεγάλες λίμνες ή λιμνοθάλασσες και τις πέριξ αυτών εκτάσεις από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 Σ, για τις προς το Δημόσιο μεταβιβάσεις και υποσχέσεις μεταβιβάσεως, με συνέπεια οι συγκεκριμένες μεταβιβάσεις, με τις οποίες αποκτών είναι το Δημόσιο, δεν αποτελούν συμβάσεις απαγορευμένες από το άρθρο 18 παρ. 2 Σ, το οποίο άλλωστε δεν αποκλείει την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων στις μεγάλες λίμνες, λιμνοθάλασσες και στις πέριξ αυτών εκτάσεις, ούτε απαγορεύει την κατάρτιση δικαιοπραξιών για τα ακίνητα αυτά και δεν αφαιρεί υφιστάμενα τυχόν κατά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος δικαιώματα επί των επίμαχων ακινήτων, για τα οποία ισχύει η ΑΚ 968.
Επίσης, με το δεύτερο κύριο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, κατ’ εκτίμηση των ισχυρισμών της, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε και έκρινε άκυρες τις συμβάσεις ανταλλαγής 2195, 2196/2005, επειδή, κατά τις παραδοχές του, η (υποτιθέμενη) απουσία κυριότητας της Μονής στις ανταλλαγείσες παραλίμνιες εκτάσεις, την οποία (κυριότητα) είχε το αντίδικο, έχει ως συνέπεια να είναι άκυρη όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση, με την οποία του μεταβίβασε την κυριότητα, αλλά επιπλέον και η υποσχετική σύμβαση της ανταλλαγής που είναι δήθεν απαγορευμένη και γι’ αυτό άκυρη κατ’ άρθρο 174 ΑΚ, μη εφαρμοζομένων των περί (αρχικής αδυναμίας παροχής διατάξεων των άρθρων 362, 380 ΑΚ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174, 335, 362-365, 380/382, 514-516 και 573 ΑΚ, καθόσον είναι απολύτως έγκυρη η υπόσχεση, (πώληση, δωρεά, ανταλλαγή κ.λ.π.), μεταβιβάσεως πράγματος μη ανήκοντος στον υποσχόμενο, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι εκτός συναλλαγής, π.χ. κοινόχρηστο, αν ανήκει σε άλλον, ακόμη και στον ίδιο τον αγοραστή/αντισυμβαλλόμενο στην ανταλλαγή ή πράγματος, του οποίου η διάθεση απαγορεύεται και στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ζήτημα ανώμαλης εξέλιξης της πώλησης λόγω αδυναμίας του πωλητή να εκπληρώσει, είναι δε απολύτως εσφαλμένη η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι υφίσταται δήθεν απαγόρευση εκ του νόμου για την κατάρτιση πωλήσεως πράγματος ανήκοντος στον αγοραστή, ενεργοποιούσα επί παραβιάσεώς της την ΑΚ 174, η εφαρμογή της οποίας δεν νοείται στην προκείμενη περίπτωση, αφού απουσιάζει ο αναγκαίος προς τούτο «απαγορευτικός» κανόνας, οπότε μόνο η εμπράγματη και όχι η ενοχική σύμβαση πάσχει ακυρότητα, όταν την καταρτίζει ο μή δικαιούχος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε τις περί αδυναμίας παροχής διατάξεις του ΑΚ, δεχόμενη ότι είναι άκυρη η υποσχετική σύμβαση της πώλησης (ανταλλαγής κ.λ.π.) πράγματος ανήκοντος στον αγοραστή, η απόφαση αυτή κακώς εφάρμοσε στην επίδικη περίπτωση και αυτόν ακόμη τον προϊσχύσαντα στο Ρ.δ. κανόνα «impossibilium nulla es obligation», διότι στο ρωμαϊκό δίκαιο, στο οποίο ίσχυε η αρχή αυτή, υπήρχε ρητή εξαίρεση και εθεωρείτο απολύτως ισχυρή η πώληση πράγματος ανήκοντος κατά κυριότητα στον αγοραστή εφόσον η κυριότητα του ήταν αμφισβητούμενη μεταξύ των μερών και ο αγοραστής ενδιαφερόταν να καταργήσει με την αγορά του πράγματος την αμφισβήτηση, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που οι επίμαχες, συμβάσεις ανταλλαγής καταρτίστηκαν στο πλαίσιο ευρύτερης διευθέτησης της μεταξύ των διαδίκων έριδας για την κυριότητα στη λίμνη Βιστωνίδα και στις παραλίμνιες εκτάσεις, η οποία διατηρείτο υφιστάμενη για εκατό έτη, τα χαρακτηριστικά δε αυτά της επίδικης σύμβασης ανταλλαγής, ήτοι αφενός ότι η Μονή ήταν (τουλάχιστον) νομέας και κάτοχος της λίμνης ήδη από το 2003 και αφετέρου ότι υπήρχε εκατόχρονη έριδα για την κυριότητα, την οποία τα μέρη θέλησαν οριστικώς να λήξουν, καθιστούν την ένδικη ανταλλαγή έγκυρη ακόμη και με αφετηρία την εσφαλμένη εκδοχή που έθεσε ως βάση της η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή η πώληση πράγματος ανήκοντος στον αγοραστή είναι τάχα άκυρη. Ενόψει όμως των προαναφερόμενων παραδοχών του, σχετικά με το κύρος των επίμαχων συμβάσεων ανταλλαγής, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 573, 966-968 ΑΚ και 18 παρ. 2 Σ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε κατά τούτο την απόφασή του από νόμιμη βάση, αλλά διαλαμβάνοντας σε αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι « οι καταρτισθείσες με τα υπ’ αριθμ. 2195/2005, 2196/2005 και 2335/2006 συμβόλαια ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη υποσχετικές συμβάσεις ανταλλαγής των προαναφερθέντων ακινήτων και οι εμπράγματες συμβάσεις μεταβιβάσεως της κυριότητας των σε αυτές αναφερομένων ακινήτων από την ενάγουσα Ι.Μ.Β. στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και από το τελευταίο στην ενάγουσα Ι.Μ.Β., είναι άκυρες, διότι,» κατά τις παραδοχές του, «η κυριότητα των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας-Νταλιάνη δεν ανήκε στην ενάγουσα Ι.Μ.Β. αλλά, καθ’ ολοκληρίαν, στο ίδιο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως δημοσίων κτημάτων, με αποτέλεσμα να είναι άκυρες, λόγω της ως άνω ιδιότητας αυτών (παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδα), κατά το άρθρο 174 ΑΚ, οι ενοχικές συμβάσεις ανταλλαγής, λόγω δε της ακυρότητας των συμβάσεων της ανταλλαγής, ελλείψει έγκυρης (νόμιμης) ανταλλακτικής αιτίας, καθίστανται άκυρες και οι εμπράγματες συμβάσεις ανταλλαγής των προαναφερθέντων ακινήτων», χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ή να είναι αντιφατικές οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογίες.
Πράγματι, με δεδομένο ότι οι συμβάσεις ανταλλαγής ακινήτων περικλείουν αφενός την υποσχετική σύμβαση ανταλλαγής (ΑΚ 573) και αφετέρου την εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης κυριότητας (ΑΚ 1033), η έλλειψη κυριότητας της αναιρεσείουσας Μονής στις επίδικες εδαφικές εκτάσεις, όπως δέχτηκε το Εφετείο, έχει ως συνέπεια, ότι οι συμβάσεις ανταλλαγής, με τις οποίες η Μονή μεταβιβάζει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ακίνητα που ήδη ανήκουν στο τελευταίο, είναι άκυρες ως μεταβιβαστικές κυριότητας, καθόσον η μεταβίβαση από τη Μονή προς το Δημόσιο πάσχει ακυρότητα λόγω έλλειψης κυριότητας των μεταβιβαζομένων ακινήτων στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος (ΑΚ 1033), η δε μεταβίβαση από το Δημόσιο προς τη Μονή είναι άκυρη, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης (ΑΚ 1033) νόμιμης αιτίας της μεταβίβασης.
Νόμιμη, εξάλλου, αιτία, υπό την έννοια του άρθρου 1033 ΑΚ, είναι υποσχετική αιτιώδης σύμβαση, που κατατείνει στη μεταβίβαση της κυριότητας, (όχι επομένως αφηρημένη υπόσχεση μεταβίβασης ακινήτου). Η υποσχετική σύμβαση είναι αιτιώδης, όταν εκλείει είτε χαριστική είτε ανταλλακτική αιτία. Το αντάλλαγμα όμως που η Μονή υπόσχεται να παράσχει στο Δημόσιο είναι ακίνητα, τα οποία ήδη ανήκουν στο τελευταίο και επομένως, υπόσχεται παροχή άνευ αντικειμένου. Δεν υπάρχει συνεπώς ανταλλαγή και ανταλλακτική αιτία και είναι άκυρη όλη η μεταβιβαστική σύμβαση για τις μεταβιβάσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η ακυρότητα όμως πλήττει και την υποσχετική σύμβαση, γιατί, στην προκείμενη περίπτωση, δεν απαγορεύεται μόνο η παροχή, («σύμβαση απαγορευμένης παροχής») και συνεπώς, δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 365 ή η ΑΚ 362, αλλά απαγορευμένη είναι όλη η σχετική συναλλαγή, («απαγορευμένη σύμβαση») και εφαρμόζεται η ΑΚ 174. Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσης, είναι σύμφωνη προς το σκοπό του νόμου η υπαγωγή στην απαγόρευση της παροχής, (μεταβίβασης κυριότητας πράγματος που ανήκει ήδη στην κυριότητα του προς ον η μεταβίβαση), της όλης συναλλαγής, άρα και της ανάληψης της σχετικής ενοχικής δέσμευσης. Συνακόλουθα τούτων, το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, ούτε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 335, 362-365, 380, 382, 514-516 ΑΚ, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, εφόσον, υπό τις ως άνω παραδοχές του, οι επίδικες συμβάσεις ανταλλαγής δεν αφορούν περίπτωση υποσχέσεως αδύνατης παροχής και συγκεκριμένα, αρχικής οριστικής νομικής αδυναμίας (άρθρο 335 ΑΚ) ή απαγορευμένης παροχής (άρθρο 365 ΑΚ), αλλά άκυρης δικαιοπραξίας (άρθρο 174 ΑΚ), που, ως άκυρη αιτία, επιφέρει και την ακυρότητα των μεταβιβαστικών εμπράγματων δικαιοπραξιών (άρθρο 1033 ΑΚ). Επίσης, οι περιεχόμενες στον πρώτο λόγο ειδικότερες αναιρετικές αιτιάσεις, ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν αποδέκτης της απαγόρευσης από τα άρθρα 966-968 ΑΚ και 18 παρ. 2 του Συντάγματος, την οποία δεν μπορούσε να την παραβιάσει, υπό την εκδοχή ότι η κυριότητα της λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων ανήκε στο Δημόσιο και σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει ακυρότητα, όταν αναλαμβάνεται υποχρέωση μεταβίβασης προς το Δημόσιο, καθώς και ότι το άρθρο 18 παρ. 2 του Συντάγματος δεν απαγορεύει την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων επί λιμνοθαλασσών και μεγάλων λιμνών, αβασίμως και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης προβάλλονται. Τούτο, διότι, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν φέρεται, ότι οι επίδικες συναλλαγές έγιναν κατά παραγνώριση του χαρακτήρα της λίμνης Βιστωνίδας και των παραλίμνιων εκτάσεων, ως εκτός συναλλαγής κοινόχρηστων πραγμάτων, που ανήκαν στο Δημόσιο, αλλά, αντιθέτως, ως ανήκοντα δήθεν στην κυριότητα της αναιρεσείουσας και για επαχθή αιτία για το Δημόσιο, στο πλαίσιο συμβάσεων ανταλλαγής, η σχετική δε απορριπτική των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας κρίση του Εφετείου, στο βαθμό που διαλαμβάνει επίκληση του χαρακτήρα της λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων ως κοινόχρηστων, εκτός συναλλαγής πραγμάτων, προς θεμελίωση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά σε συνδυασμό με τις τελούσες σε αρμονία με αυτό διατάξεις των άρθρων 966-968 ΑΚ. Απέρριψε δε το Εφετείο, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη αγωγή, με βάση τις παραδοχές του, ότι δεν υπήρχε στις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας, ιδιωτική κτήση της αναιρεσείουσας, αλλά ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Ομοίως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο παρερμήνευσε τον κανόνα του προϊσχύσαντος ρωμαϊκού δικαίου, «impossibilium nulla est obligation», όπου υπήρχε εξαίρεση, σύμφωνα με την οποία θεωρείτο ισχυρή πώληση πράγματος ανήκοντος στον αγοραστή, εφόσον η κυριότητά του ήταν αμφισβητούμενη μεταξύ των μερών και ο αγοραστής ενδιαφερόταν να καταργήσει με την αγορά την αμφισβήτηση, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι προβληθέντες συναφείς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας απορρίφθηκαν, σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αναφορικά με συμβάσεις ανταλλαγής καταρτισθείσες υπό την ισχύ του. Κατόπιν τούτων, οι προαναφερόμενοι πρώτος και δεύτερος κύριοι λόγοι αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, ενώ οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, αλλά και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με τον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του νόμου «περί διακρίσεως των κτημάτων» της 21.6/10.7.1837 και ιδίως των άρθρων 14-18 τούτου, με την αιτίαση ότι, ενώ αυτές ουδόλως απέκλειαν την κτήση κυριότητας ιδιώτη σε μεγάλη λίμνη και Αιγιαλό, ακόμη και κατά παραχώρηση από το Δημόσιο, με συνέπεια, η ίδια η παραχώρηση να αποκλείει εφεξής τον χαρακτήρα του ακινήτου ως δημόσιου και εκτός συναλλαγής πράγματος, έστω και αν προηγουμένως ήταν πράγμα εκτός συναλλαγής, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρερμηνεύοντας ή εκ πλάνης ακολουθώντας την 41/1929 απόφαση του ΣτΕ, απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι το 1924 καταρτίστηκε εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της τελευταίας (αναιρεσείουσας), που κυρώθηκε νομοθετικά με το από 8-4-1924 διάταγμα, δια του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητά της στη λίμνη Βιστωνίδα, με την αιτιολογία ότι η λιμνοθάλασσα, ως δημόσια περιουσία, δεν ήταν δυνατόν να παραχωρηθεί κατά κυριότητα και πάντως, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να αχθεί στο συμπέρασμα ότι με την υπογραφείσα το 1930 μεταξύ των μερών σύμβαση, με την οποία αποδόθηκε στην αναιρεσείουσα η αποκλειστική κατοχή της λίμνης, έπαψε η τελευταία να είναι πράγμα εκτός συναλλαγής.
Με βάση όμως τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, εφετειακής απόφασης, ο προκείμενος λόγος (τρίτος), κατά την κύρια αιτίασή του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι, σύμφωνα με τις διαλαμβανόμενες σε αυτή ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, η απορριπτική του επίμαχου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας κρίση του στηρίζεται, ευθέως, στο ότι δεν καταρτίστηκε, το έτος 1924, εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων, με περιεχόμενο την αναγνώριση της κυριότητας της αναιρεσείουσας στη λίμνη, (ώστε να τίθεται ζήτημα επιτρεπτού ή όχι κτήσεως τέτοιου δικαιώματος από την αναιρεσείουσα), και όχι σε αποκλεισμό εφαρμογής των επικαλούμενων διατάξεων του νόμου "περί διακρίσεως των κτημάτων" της 21.6/10.7.1837. Στήριξε δε το αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο στις ουσιαστικές παραδοχές, ότι η από 23-5-1923 αίτηση της ενάγουσας Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου και το υπ’ αριθμ. 1672/29-3-1924 έγγραφο του Υπουργείου των Εξωτερικών δεν καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους και ούτε προσφέρονται για την ερμηνεία του ακολουθήσαντος από 8-4-1924 Νομοθετικού Διατάγματος, ότι ούτε στα προαναφερθέντα έγγραφα, ούτε στο ως άνω νομοθετικό διάταγμα γίνεται αναφορά σε συμβιβασμό ή αποδοχή εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου σχετικής προηγούμενης προτάσεως της ενάγουσας Ιεράς Μονής Βατοπεδίου ή αναγνώριση εκ μέρους αυτού (εναγόμενου) της κυριότητας της ενάγουσας στη λίμνη Βιστωνίδας ούτε τηρήθηκαν οι διατάξεις του ισχύοντος τότε νόμου ΑΚΑ/1882 "Περί Νομικών Συμβούλων», βάσει των οποίων η κατάργηση δικαστικών ή εξωδίκων διαφορών του Δημοσίου δεν επιτρεπόταν χωρίς προηγούμενη ομόφωνη γνωμοδότηση του οικείου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, ότι μετά την άσκηση της από 1-5-1922 διεκδικητικής αγωγής της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, έγιναν προσπάθειες για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς που είχε ανακύψει, πλην, όμως, αυτή δεν λύθηκε πριν από τη σύναψη της συμφωνίας του έτους 1930. Προς στήριξη δε του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, και στην 41/1929 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, στην οποία γίνεται αναφορά ότι η λιμνοθάλασσα, ως δημόσια περιουσία, δεν ήταν δυνατόν να παραχωρηθεί κατά κυριότητα. Κατά δε την επάλληλη αιτίαση, είναι αλυσιτελής, διότι η φερόμενη, κατά την αναιρεσείουσα, απώλεια του κοινόχρηστου χαρακτήρα της Βιστωνίδας δεν συνάπτεται, στον προκείμενο λόγο, με την επίκληση ισχυρισμού, σχετικού με κτήση κυριότητας της Βιστωνίδας έκτοτε, ήτοι μετά τη φερόμενη απώλεια του κοινόχρηστου χαρακτήρα της.
Εξάλλου, ο A.N. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" ορίζει τα εξής: Άρθρο 8, (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999): «1 Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο. 2 .... 3. Η επίδοσις της κατά την προηγούμενην παράγραφον αιτήσεως διακόπτει την παραγραφήν του δικαιώματος. 4. Μόνον εξ μήνας μετά την επίδοσιν της ως άνω αιτήσεως ή εις την περίπτωσιν του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 11 μόνον μετά την λήξιν της υπό του κατά το άρθρον 10 συμβουλίου ταχθείσης κατά παράτασιν προθεσμίας δύνανται οι εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι, αν δεν λάβωσιν ειδοποίησιν περί της αποδοχής των αξιώσεών των, εν όλω ή εν μέρει, να εγείρωσιν αγωγήν». Άρθρο 9 : "1. Η κατά το προηγούμενον άρθρον αίτησις διαβιβάζεται προς την Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, ήτις καταγράφει αυτήν εις ειδικόν βιβλίον, αντίγραφο δ’ αυτής αποστέλλει εις τινα των Οικονομικών Επιθεωρητών ή άλλον ανώτερον οικονομικόν υπάλληλον ή τον αρμόδιον Ειρηνοδίκην ή τον Οικονομικόν Έφορον, ίνα εντός τριών το πολύ μηνών ενεργήσωσιν επί της υποθέσεως ένορκον διοικητικήν εξέτασιν, καθ’ ην δύνανται ούτοι και οίκοθεν να προβώσιν εις την εξέτασιν οιουδήποτε μάρτυρος, προταθέντος ή μη, και εις συλλογήν παντός εν γένει αποδεικτικού στοιχείου. 2 …. 5. Η έκθεσις της εξετάσεως των μαρτύρων μετά του πορίσματος του ενεργήσαντος την διοικητικήν εξέτασιν και παντός σχετικού στοιχείου ευρισκομένου εν τη Οικονομική Εφορία υποβάλλονται επί αποδείξει, μετ’ εμπεριστατωμένης γνώμης του Οικον. Επιθεωρητού ή του ενεργήσαντος την διοικητικήν εξέτασιν άλλου ανωτέρου οικονομικού υπαλλήλου ή του Οικονομικού Εφόρου, εις το Υπουργείον των Οικονομικών (Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων), παρ’ ου εισάγεται η υπόθεσις εις το κατά το επόμενον άρθρον Συμβούλιον κατά την πρώτην συνεδρίαν αυτού. 6 ….». Άρθρο 10 : "1. Συνιστάται παρά τω Υπουργείω των Οικονομικών "Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Δημοσίων Κτημάτων" [ήδη Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 90 του Π.Δ. 284/1988 "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" (Α' 128)], ούτινος η αρμοδιότης συνίσταται εις την έκδοσιν γνωμοδοτήσεων επί των κατά τον παρόντα νόμον εισαγομένων εις αυτό υποθέσεων. 2. …. 6. Αι γνωμοδοτήσεις του συμβουλίου ... υπόκεινται ... πάντοτε υπό την έγκρισιν του Υπουργού των Οικονομικών, δυναμένου να αποδεχθή ή μη ταύτας, εν τω σύνολω αυτών, ή να αποδεχθή ταύτας εν μέρει μεν αλλ’ επ’ ωφελεία του Δημοσίου, ουχί όμως και να τροποποιήση αυτάς εις βάρος του Δημοσίου. …. 7. ….». Άρθρο 11 : "1. Μετά την κατά την παράγραφον 5 του άρθρου 9 εισαγωγήν της υποθέσεως εις το "Γνωμοδοτικόν Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων" ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ορίζει εισηγητήν εν των μελών του Συμβουλίου, όπερ κατά την επομένην συνεδρίασιν εισηγείται εγγράφως επί της υποθέσεως, μεθ’ ο εκδίδεται η γνωμοδότησις. 2. ... 3. ... 4. Η γνωμοδότησις του Συμβουλίου εκδίδεται εν πάση περιπτώσει εντός της κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 8 εξαμήνου προθεσμίας....5. Η γνωμοδότησις του Συμβουλίου μετά της κατά την παράγραφον 6 του προηγουμένου άρθρου αποφάσεως του επί των Οικονομικών Υπουργού περί αποδοχής ή μη αυτής, εν όλω ή εν μέρει, καταχωρείται εις ειδικόν βιβλίον, περίληψις δε της τε γνωμοδοτήσεως και της αποφάσεως του Υπουργού κοινοποιείται επί αποδείξει εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τον αντίκλητον αυτού. 6. ... «. Άρθρο 12 παρ. 1: "Εάν το Συμβούλιον γνωμοδοτήση υπέρ της αποδόσεως του αιτουμένου ακινήτου ως ανήκοντος εις τον υποβαλόντα την αίτησιν, εγκρίνη δε την απόδοσιν εν όλω ή εν μέρει ο Υπουργός των Οικονομικών, αύτη, καθ' ο μέρος ήθελεν εγκριθή υπό του Υπουργού των Οικονομικών, ενεργείται διά πρωτοκόλλου παραδόσεως υπό του Οικονομικού Εφόρου ή άλλου δημοσίου υπαλλήλου, οριζομένου υπό του Υπουργείου των Οικονομικών, εντός ενός μηνός από της εγκρίσεως, μεταβιβαζομένων αυτοδικαίως εις τον προς ον η απόδοσις και όλων των δικαιωμάτων και αγωγών εκ της μισθώσεως τυχόν ή άλλης σχέσεως του Δημοσίου προς τρίτους άνευ άλλης μεταβιβαστικής πράξεως και άνευ ουδεμιάς ευθύνης του Δημοσίου δι’ εκνίκησιν ή άλλην αιτίαν». Με τις ανωτέρω διατάξεις, καθιερώνεται ενιαίο σύστημα επιλύσεως των αμφισβητήσεων, που προκύπτουν μεταξύ Δημοσίου και τρίτων, ως προς την κυριότητα αυτού ή εκείνων επί ακινήτων, η περί των οποίων τελική κρίση πάντως ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 9 έως 13 του ίδιου νόμου, θεσπίζεται ειδική διοικητική διαδικασία, με σκοπό την έρευνα και τη διαπίστωση της βασιμότητας των ισχυρισμών φυσικού ή νομικού προσώπου, που προβάλλει έναντι του Δημοσίου δικαιώματα κυριότητας επί ακινήτων. Η τήρηση της διαδικασίας αυτής τίθεται, μάλιστα, ως προϋπόθεση του παραδεκτού για την έγερση, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κατά του Δημοσίου, αποβλέπει δε στην εξώδικη επίλυση των σχετικών διαφορών και την αποφυγή της δημιουργίας άσκοπων δικών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες είναι δυνατή η ευχερής διάγνωση των αξιώσεων κατά του Δημοσίου (ΣτΕ 4047/2015). Η σχετική εγκριτική απόφαση του αρμόδιου υπουργού είναι μονομερής διοικητική πράξη, με χαρακτήρα αναγνωριστικό και όχι διαπλαστικό, υποκείμενη σε ανάκληση, κατ’ εφαρμογή των γενικών αρχών περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων. Ειδικότερα, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξεως, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος των ευμενών για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεων. Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται, εάν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους, ενώ επιτρέπεται η ανάκλησή τους και μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου, για λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 4069/2012, 3906/2008, 2403/1997 Ολομ.). Σύμφωνα δε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), "1. Αρμόδιο για την ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξης όργανο είναι εκείνο που την εξέδωσε ή που είναι αρμόδιο για την έκδοσή της. 2. Για την ανάκληση δεν είναι απαραίτητο να τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται για την έκδοση της πράξης, εκτός αν ανακαλείται πράξη νόμιμη ή πράξη παράνομη ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μη έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη (ΑΚ 174 και 180). Επίσης, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνον από τον ένα των συμβαλλόμενων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, τυχόν, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση, ως συμβιβασμό. Η σύμβαση αυτή είναι αμφοτεροβαρής, όπου η υποχρέωση του ενός από τα μέρη αντιστοιχεί σε ανάλογη υποχρέωση του άλλου, χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι ίσης αξίας ή απολύτως ανάλογες, αμοιβαίες δε υποχωρήσεις αποτελούν κάθε είδους θυσίες. Παράλληλα, σύμφωνα με το άρθρο 100Α του Συντάγματος "Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και τα σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων που υπηρετούν σε αυτό. Στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ανήκουν ιδίως η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου και η αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ή ο συμβιβασμός σε διαφορές με αυτό...», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3086/2002, στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ανήκει η νομική υποστήριξη του Κράτους, στην οποία περιλαμβάνονται, ιδίως: α) η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου, β) η έκδοση γνωμοδοτήσεων σε ερωτήματα της Διοίκησης, γ) η αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, δ) ο δικαστικός και εξώδικος συμβιβασμός του Δημοσίου. Γνωμοδοτεί δε το ΝΣΚ κατά τις διαδικασίες τις προβλεπόμενες στα άρθρα 6 και 7 του ίδιου νόμου. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Eπίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 2166/2009).
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο που την εξέδωσε «ψευδώς ερμήνευσε, άλλως εφαλμένως εφήρμοσε και έτσι παραβίασε τις διατάξεις του α.ν. 1539/1938 και ειδικότερα τα άρθρα 8-12 αυτού, σε συνδ. προς τα άρθρα 2, 6 και 7 του ν. 3086/2002, στον βαθμό που απέρριψε τους κρίσιμους ισχυρισμούς/ενστάσεις της I. Μονής περί του ότι:
α) το Δημόσιο δεσμευόταν από τη διοικητική αναγνώριση της κυριότητάς της επί της λίμνης, που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία του α.ν. 1539/1938, και δεν μπορούσε να αποδεσμευθεί (και μάλιστα αναδρομικώς) με απλή μονομερή ανάκληση της εγκριτικής Υπουργικής Αποφάσεως, (παρά μόνο αν ακύρωνε για πλάνη την τελευταία), καθώς και
β) ότι η διαδικασία συναινετικής διευθετήσεως εμπράγματων αμφισβητήσεων ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων του α.ν. 1539/1938, ως ειδική, κατισχύει των γενικών διατάξεων του ν. 3086/2002 (άρθρα 2, 6 και 7), οι οποίες θεσπίζουν γνωμοδοτική αρμοδιότητα του ΝΣΚ για την κατάρτιση συμβιβασμού μεταξύ Δημοσίου και τρίτων/για την αναγνώριση από το Δημόσιο του επίδικου δικαιώματος του αντιδίκου του».
Ενόψει όμως των προαναφερόμενων σχετικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι με τη 1098315/6443/Α0010/3-10-2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ανακλήθηκαν νομίμως από της εκδόσεώς τους και συνεπώς, απέβαλαν κάθε ισχύ οι 1007690/610/Α0010/5-2-1999, 1064538/5928/Α0010/5-8-2002 και 1051266/10611/Α0010/Π.Ε./4-6-2003 ΥΑ του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με τις οποίες αντιστοίχως είχαν γίνει αποδεκτές οι υπ’ αριθμ. 26/1998, 17/2002 και 46/2002 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας, περί μή προβολής δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της νησίδας Αντά Μπουρού, των τοπογραφημένων παραλίμνιων εκτάσεων εμβαδού 25.000 στρεμμάτων, των δύο (2) νησίδων Αγίου Νικολάου και Παναγίας Παντανάσσης, και επί της λίμνης Βιστωνίδας αντίστοιχα, καθώς και τα από 11-12-2002 και 25-6-2003 πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής των ως άνω εδαφικών εκτάσεων, που είχαν εκδοθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 του Α.Ν. 1539/1938, σε εκτέλεση των ως άνω Υπουργικών Αποφάσεων, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8-12 του Α.Ν. 1539/1938, ούτε εκείνες του άρθρου 21 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, εφόσον δέχτηκε ότι οι ανακληθείσες εγκριτικές αποφάσεις ήταν παράνομες και η ανάκλησή τους έγινε για σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος και δεν στηρίχτηκε σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας που απαιτείται για την έκδοσή τους, ήτοι νέα γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημόσιων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας. Σημειώνεται δε ότι η διηγηματική αναφορά του Εφετείου στο 2000/2013 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών μέλη του ανωτέρω γνωμοδοτικού οργάνου, δεν αποτέλεσε, ούτε μπορούσε να αποτέλεσει, ως εκ του χρόνου εκδόσεώς του, στοιχείο της ανακλητικής απόφασης, ώστε να γίνει λόγος περί ανακλήσεως στηριχθείσας σε κατ’ ουσίαν εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Ωσαύτως, η μεταγενέστερη κατάρτιση δικαιοπραξιών, στηριζόμενων στις ανακληθείσες διοικητικές πράξεις, συναρτάται με την εκτίμηση περί του κύρους αυτών και όχι με το επιτρεπτό της ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων που ανακλήθηκαν, εφόσον συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις για την ανάκλησή τους, ώστε αλυσιτελώς επικαλείται η αναιρεσείουσα δικαιοπραξίες, στηριχθείσες στις ανακληθείσες διοικητικές πράξεις, ως λόγους που τις αποκλείουν.
Απορρίπτοντας δε στη συνέχεια το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι επικαλούμενες ως άνω συμβάσεις ανταλλαγής εμπεριέχουν σύμβαση συμβιβασμού, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 871 ΑΚ, 8-12 του ν.1539/1938, ούτε εκείνες των άρθρων 2, 6, 7 του ν.3086/2002. Τούτο διότι 1) το ιδιοκτησιακό καθεστώς των παρόχθιων και παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας, με τις προαναφερόμενες νησίδες της, που ανήκαν επίσης στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, αλλά και της κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων, όπως δέχτηκε το Εφετείο, είτε ως ανέκαθεν κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής εδάφη, (λιμναίες όχθες και εκτάσεις, αιγιαλός λιμνοθάλασσας και θάλασσας), είτε ως ανέκαθεν δημόσιες γαίες, δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έγκυρης σύμβασης συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, κατά τα ήδη εκτεθέντα στην εξέταση των πρώτου και δεύτερου κύριων λόγων αναίρεσης, 2) οι διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων εκδίδονται από διαφορετικά όργανα, (Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας και ΝΣΚ), οι γνωμοδοτήσεις του ΑΝ 1539/1938 και του ν. 3086/2002, αντίστοιχα, που έχουν διαφορετικό αντικείμενο και αποβλέπουν σε διαφορετικές έννομες συνέπειες, δεν ταυτίζονται και δεν υποκαθιστούν η μία την άλλη, η δε συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρμοδιότητα του ΝΣΚ να γνωμοδοτεί στις περιπτώσεις δικαστικού και εξώδικου συμβιβασμού του Δημοσίου είναι αποκλειστική, 3) εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, κατά τις ουσιαστικές του παραδοχές, ότι η κυριότητα της λίμνης Βιστωνίδας και των επίδικων παρόχθιων και παραλίμνιων εκτάσεων, ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, δεν υπάρχει σχετική έστω αμοιβαιότητα και αναλογία υποχωρήσεων, στοιχειοθετούσα συμβιβασμό, κατά την έννοια του άρθρου 871 ΑΚ, το δε δικαστήριο δεν δέχτηκε ύπαρξη κενού στις δικαιοπραξίες ή αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης, αλλ' αντιθέτως δέχτηκε ότι ουδεμία δικαιοπρακτική δήλωση περί συμβιβασμού εμπεριέχεται στα επικαλούμενα συμβόλαια. Επομένως, ο τέταρτος κύριος λόγος της αίτησης, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Επιπλέον, με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να μην κηρύξει απαράδεκτο τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι δεν δεσμεύεται από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του α.ν. 1539/1938 με θετικό για την ίδια τρόπο, όπως η τελευταία επικουρικώς προβάλλει επίσης με τον ως άνω τέταρτο κύριο λόγο της αίτησής της. Παράλληλα, υπό τα ανωτέρω νομικά και πραγματικά δεδομένα, δεν υπάρχει έδαφος για την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις επικαλούμενες περιστάσεις, που οδηγούν σε κατ’ ερμηνεία, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, περί εμπεριεχόμενου συμβιβασμού, στις προαναφερόμενες συμβάσεις ανταλλαγής, ούτε επειδή δεν έλαβε υπόψη, στη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του, τις επικαλούμενες προθέσεις των μερών για τις αμοιβαίες υποχωρήσεις τους, (λήξη φιλονικίας με αναγνώριση κυριότητας της Μονής στη λίμνη και στις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις, με υποχρέωση αποχώρησής της από την περιοχή), μεταβιβάζοντας στο αναιρεσίβλητο την κυριότητα της λίμνης με τις παραλίμνιες εκτάσεις και λαμβάνοντας στη θέση τους άλλα ακίνητα. Οι δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 570 ΑΚ, καθόσον η ίδια ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι δεν πρόκειται για "ανταλλαγή», αλλά για "συμβιβασμό" και αυτό που ισχυρίστηκε είναι ότι η επίμαχη ανταλλαγή είχε ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο την οριστική μεταξύ των διαδίκων διευθέτηση της ιδιοκτησιακής έριδας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι, σύμφωνα με το διαλαμβανόμενο στον προκείμενο λόγο περιεχόμενο των προτάσεών της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτή, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, το άρθρο 871 ΑΚ, ισχυρίστηκε ότι, με τα επικαλούμενα συμβόλαια ανταλλαγής τα μέρη αποφάσισαν να άρουν και συμβατικώς, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, τη διαφιλονικία τους κι έτσι, το Δημόσιο αναγνώρισε την κυριότητα της I. Μονής στη λίμνη και στις παραλίμνιες εκτάσεις, η δε Μονή από την πλευρά της δέχτηκε να μην ασκήσει τα από την κυριότητά της δικαιώματα, αλλά να ανταλλάξει τις εκτάσεις αυτές με άλλα ακίνητα και να αποχωρήσει από την περιοχή. Επί του ισχυρισμού αυτού, που, κατά τη νομική του εκτίμηση, συνιστά ισχυρισμό από το άρθρο 871 ΑΚ, απάντησε το δικαστήριο, με την ανωτέρω κρίση του. Συνεπώς, ο τέταρτος κύριος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2 και 4 του νόμου AKA'/1882 "Περί Νομικών Συμβούλων», όπως κωδικοποιήθηκε με το ν.δ. 16 Απριλίου 1923, που ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, προκύπτει ότι η κατάργηση δικαστικών ή εξώδικων διαφορών του Δημοσίου με αναγνώριση απαιτήσεων ή με συμβιβασμό, καθώς και οποιαδήποτε συμβιβαστική επίλυση δικαστικών ή εξώδικων διαφορών του Δημοσίου δεν επιτρέπεται να γίνει, χωρίς την προηγούμενη ομόφωνη γνωμοδότηση Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, αποτελούμενου από τρεις τουλάχιστον Νομικούς Συμβούλους, στο οποίο δίνει εντολή ο Υπουργός Οικονομικών, διαφορετικά ο συμβιβασμός είναι αυτοδικαίως άκυρος.
Συνεπώς, το Δημόσιο, υπό την ισχύ του v. ΑΚΑ'/1882, μπορούσε να καταρτίσει εγκύρως συμβιβασμό δια του Υπουργού Οικονομικών, μόνο κατόπιν προηγούμενης ομόφωνης γνωμοδοτήσεως τριών νομικών συμβούλων. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ειδικότερα, οι γενικοί κανόνες, που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες, στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες των δικαιοπραξιών εφαρμόζονται και σε δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, διότι αποδίδουν κανόνες του προϊσχύσαντος του Αστικού Κώδικα Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου (ΟλΑΠ 324/78, ΑΠ 329/2006). Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 776/2013). Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, κατά την ερμηνεία της συμβάσεως, τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές (ΑΠ 1183/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο κύριο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την κρίση του Εφετείου που την εξέδωσε, ως προς το διάταγμα της 8-4-1924 και τη σύμβαση του 1930 μεταξύ της αναιρεσείουσας Ι. Μονής και του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως εξής: Με το πρώτο σκέλος (στοιχ. ΙΙ 1.1) του ως άνω πέμπτου λόγου της αίτησης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, ενώ προς υποστήριξη της 'Εφεσής της και απόκρουση της ‘Εφεσης του αναιρεσιβλήτου, είχε προτείνει τον ισχυρισμό ότι, με τις ανταλλαγείσες επίσημες επιστολές, το χρονικό διάστημα 1923-1924, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων εξώδικος συμβιβασμός, με τον οποίο αποφασίστηκε να της αποδοθεί η αποκλειστική κατοχή (μόνο) της λίμνης, επειδή αυτή είναι και αναγνωρίζεται κυρία, ήδη και με τον εξώδικο συμβιβασμό, αφού στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι το Δημόσιο δεν έχει κυριότητα να της μεταβιβάσει, αλλά αποδεχόμενο το δικό της περί κυριότητας ισχυρισμό, παραιτείται από κάθε (εμπράγματη) αξίωσή του στη λίμνη, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της, αλλά απέρριψε μη προταθέντα από την ίδια ισχυρισμό, ότι με τις ανταλλαγείσες μεταξύ αυτής (Ι. Μονής) και του Ελληνικού Δημοσίου επίσημες επιστολές (1923-1924) και το επακολουθήσαν ν.δ. της 8-4-1924 καταρτίστηκε και κυρώθηκε συμβιβασμός με περιεχόμενο (τάχα) την κατά κυριότητα μεταβίβαση/παραχώρηση/απόδοση της λίμνης Βιστωνίδας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του, έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί κατάρτισης συμβιβασμού, με τον οποίο αναγνωρίστηκε η κυριότητά της στη λίμνη Βιστωνίδας και στις επίδικες παραλίμνιες εδαφικές εκτάσεις, το 1924. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι η κυριότητα της λίμνης και κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανήκε στο αναιρεσίβλητο και ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε αποκτήσει (σε προγενέστερο χρόνο) την κυριότητα της λίμνης και λιμνοθάλασσας Βιστωνίδας και των επίδικων εντός αυτής νησίδων και παραλίμνιων εδαφικών εκτάσεων, με βάση τους επικαλούμενους από αυτήν τίτλους, δέχτηκε γεγονότα αντίθετα από τα συγκροτούντα τον επίμαχο ισχυρισμό της και εντεύθεν δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Παράλληλα, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, το τελικό αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το ότι το από 8/4/1924 ν.δ. και η Σύμβαση του 1930 αφορούν την απόδοση της αποκλειστικής κατοχής της λίμνης Βιστωνίδας στην αναιρεσείουσα. Τούτο δε, δεν έρχεται σε αντίφαση με την από το δικαστήριο αξιολόγηση, στο πλαίσιο διερευνήσεως του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί προηγηθέντος εξώδικου συμβιβασμού, του περιεχομένου του 2672/29.3.1924 κυβερνητικού εγγράφου, σύμφωνα με την οποία (εκτίμηση) δεν προκύπτει ότι το εναγόμενο ανέλαβε με αυτό σαφώς δέσμευση να αποδώσει στην εναγομένη Ιερά Μονή την κυριότητα, που ήταν αντικείμενο της από 1/5/1922 διεκδικητικής αγωγής της τελευταίας, ή της νομής ή της κατοχής. Συνεπώς, ο πέμπτος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για τις από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος (στοιχ. ΙΙ. 2) του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, με τις παραδοχές του τις σχετικές με την απόρριψη του ισχυρισμού της, περί προηγηθέντος του από 8/4/1924 ν.δ/τος εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, ψευδώς ερμήνευσε, άλλως εσφαλμένως εφάρμοσε τις περί συμβιβασμού διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με το v. AKA'/1882, καθώς και την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε σκέψη, ως προς το ποια ήταν τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία της σύμβασης συμβιβασμού, για τα οποία έπρεπε να επέλθει συμφωνία με αμοιβαία κάλυψη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, σχετικά με την παραβίαση των περί συμβιβασμού κανόνων δικαίου, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ισχύοντος τότε δικαίου, που φέρονται ευθέως παραβιασθείσες. Ως προς δε την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, αφού στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτίθεται, τόσο το περιεχόμενο της από 23/5/1923 αίτησης της αναιρεσείουσας, όσο και εκείνο (περιεχόμενο) του (μη απευθυνόμενου στην αναιρεσείουσα, αλλά στον αντιπρόσωπο του Αγίου Όρους 1672/29.3.1924 εγγράφου του Υπουργού Εξωτερικών και επ’ αυτών εκφέρεται η κρίση του δικαστηρίου ότι δεν καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους. Όμως, ανεξαρτήτως τούτου, και στο βαθμό που η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων δικαίου αναφέρεται στις διατάξεις των Ν. 1, 2, 3, 4, Ν.14 Π (2.15), Ν. 2, 9, 10, 11, 15, 17, 34 Κ. (2.4) του Ρωμαϊκού Δικαίου, τις οποίες απηχούν οι ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 871-872 ΑΚ, αμφότερες οι ανωτέρω αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τυγχάνουν αλυσιτελείς, διότι για την κρίσιμη παραδοχή του Εφετείου, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει λόγος για σύναψη εξώδικου συμβιβασμού, αρκούσε η αιτιολογία ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του v. ΑΚΑ'/1882 "Περί Νομικών Συμβούλων», εφόσον ούτε στο ισχύσαν, ούτε στο ισχύον δίκαιο υπάρχει πρόβλεψη για συμβατική δέσμευση με συμβιβασμό του Δημοσίου, με ανταλλαγές επιστολών κυβερνητικών παραγόντων, αλλά το Δημόσιο μπορούσε να καταρτίσει εγκύρως συμβιβασμό δια του Υπουργού Οικονομικών, μόνο κατόπιν προηγούμενης ομόφωνης γνωμοδοτήσεως τριών νομικών συμβούλων.
Η στοιχειοθετούσα δε την αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του v. AKA'/1882 αναιρετική αιτίαση, ότι με το ν.δ της 8.4.1924 κυρώθηκε καταρτισθείσα, με την ανταλλαγή των ανωτέρω εγγράφων, μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συμβιβασμού, με αποτέλεσμα να θεραπευθεί η έλλειψη της αξιούμενης από τον v. ΑΚΑ'/1882 γνωμοδότησης, αβασίμως προβάλλεται. Τούτο, διότι, όπως ευθέως προκύπτει από το περιεχόμενο του επίμαχου ν.δ/τος, με αυτό δεν κυρώθηκε νομοθετικώς καταρτισθείσα προηγουμένως σύμβαση, περί της οποίας ουδεμία αναφορά γίνεται σ’ αυτό και δεν νοείται, άλλωστε, νομοθετική επικύρωση μη προσδιοριζόμενης δικαιοπραξίας, αλλά εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Γεωργίας να υπογράψει μετά της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου σύμβαση με τους προσδιοριζόμενους στο ανωτέρω ν.δ/γμα όρους. Επιπλέον, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, κατά το οικείο μέρος του, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττονται, ως έωλα, τα από την εκτίμηση των αποδείξεων συναχθέντα και μη αποτελούντα αιτιολογίες επιχειρήματα του δικαστηρίου, αναφορικά με τη μη κατάρτιση συμβιβασμού προγενέστερου του από 8/4/1924 ν.δ/τος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. Ωσαύτως, με το ίδιο μέρος του πέμπτου λόγου της αίτησης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 41/1929 αποφάσεως της Ολομέλειας του ΣτΕ, διότι, κατά την συναγόμενη από την εκτίμηση του περιεχομένου της επίμαχης αποφάσεως άποψη της αναιρεσείουσας, το ΣτΕ προφανώς αναφέρθηκε στον προηγηθέντα συμβιβασμό, ως αιτία της συμβάσεως που έπρεπε να υπογραφεί και απλώς δεν έκρινε αναγκαίο για τη δίκη εκείνη να τάμει το συγκεκριμένο αστικολογικό ζήτημα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον η δικαστική απόφαση, ως διαδικαστικό έγγραφο, δεν είναι "έγγραφο», υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ήτοι αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια των άρθρων 339, 432 επ. ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου και μόνον ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του (στοιχεία III, IV, V, VI, VII, IX), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα, περί του ότι με τη σύμβαση του 1930 αναγνωρίστηκε (συμβιβαστικώς) από την αναιρεσείουσα η κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στη λίμνη Βιστωνίδα, προβαίνοντας εμμέσως σε ερμηνεία της συμβάσεως, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά και του υπό την ισχύ του Β.Ρ δικαίου ερμηνευτικού κανόνα "in dubio contra stipulatorem», ήτοι σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση να ερμηνεύεται σε βάρος εκείνου που τη διατύπωσε, όπως συμβαίνει, κατά την αναιρεσείουσα, στην ένδικη περίπτωση, εφόσον η επίμαχη σύμβαση προδιατυπώθηκε μονομερώς από το Δημόσιο. Σύμφωνα όμως με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στην επίμαχη σύμβαση, ώστε να παραστεί ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ούτε συνάγεται έμμεση διαπίστωση κενού από την, υπό τον τύπο σημειώσεως, διηγηματική αναφορά του στις αναπτυχθείσες απόψεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας. Εντεύθεν, ο προκείμενος λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Ωστόσο και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο προέβη, εμμέσως, σε ερμηνεία, ο ίδιος λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του, ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως, η κυριότητα της λίμνης ανήκε στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, ως καθολικού διαδόχου του βουλγαρικού Δημοσίου, που είχε διαδεχθεί το οθωμανικό Δημόσιο και ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα της λίμνης, με βάση τους επικαλούμενους από αυτήν τίτλους, η, από την εκτίμηση του περιεχομένου της συμβάσεως του 1930, συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, έστω κατ' ερμηνεία, περί του ότι με αυτήν αναγνωρίστηκε συμβιβαστικώς η υπάρχουσα κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, παρίσταται πλεοναστική και μη αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με την ύπαρξη κυριότητος του αναιρεσιβλήτου, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο. Κατά συνέπεια, αλυσιτελώς προσβάλλεται η ανωτέρω κρίση του Εφετείου, και για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι δέχτηκε την ύπαρξη συμβιβασμού για το ανωτέρω ζήτημα, χωρίς να έχει τηρηθεί ο v. ΑΚΑ'/1882 (ομόφωνη γνωμοδότηση τριών νομικών συμβούλων), άλλως χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχή περί τηρήσεώς του. Επίσης, ενόψει του προαναφερόμενου σαφούς αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με την ως άνω υπ’ αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβαση, παραχωρήθηκε στην ενάγουσα Μονή μόνο η κατοχή και όχι η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της λίμνης Βιστωνίδας και των ιχθυοτροφείων, με μόνο περιεχόμενο την ιχθυοτροφική καλλιέργεια, εκμετάλλευση και πώληση της παραγωγής, ενώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διατήρησε αμείωτα τα Δημόσιου δικαίου δικαιώματά του, επομένως και την κυριότητά του επ’ αυτών, το Εφετείο δεν διέλαβε στην ίδια διάταξη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την κυριότητα της λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων, όπως αβασίμως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στο αντίστοιχο (στοιχ.VIII) σκέλος του ως άνω λόγου της αίτησής της, ούτε άλλωστε περιέχονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές διατάξεις, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, που επικουρικώς ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στο ίδιο (στοιχ. VIII) σκέλος του ερευνόμενου λόγου αναίρεσης, αφού, για την ίδρυση της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή αναιρετικής πλημμέλειας, η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης, μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη λαβούσα χώρα διάγνωση (ΑΠ 1022/2004) και τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Επομένως, ο πέμπτος κύριος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ως άνω διακρίσεις, στο σύνολό του.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις περί υδάτων του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, των νόμων 112, Πανδ. (50, 16), 1 παρ.4, 7 Πανδ. (43, 14), 13 παρ.7, Πανδ. (47.10), 23 παρ.1, Πανδ. (8.3), 69 Π. (18.1) και 4 παρ.6, Π. (50.15), συνάγεται, ότι κατά το Β.Ρ. Δίκαιο, οι λίμνες διακρίνονταν σε δημόσιες (lacus publici), δηλαδή κοινής χρήσεως λίμνες και σε ιδιωτικές (lacus privati). Δημόσιες λίμνες, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, θεωρούνται εκείνες, που σχηματίζονται από δημόσιους ποταμούς, δηλαδή εκείνες στις οποίες εκβάλλουν ελεύθερες και αέναες ροές υδάτων. Οι λίμνες αυτές αποτελούν την προέκταση και το τέρμα της αέναης ροής των υδάτων και επομένως, όπως και αυτά (ύδατα), έτσι και εκείνες, ως προς το ύδωρ και την κοίτη ή τις όχθες είναι κοινής χρήσεως πράγματα (ΑΠ 1870/2007). Κατά την αντίληψη του Ρ.Δ. πράγματα κοινά σε όλους (res omnium communes) είναι ο αέρας και το νερό που κινείται, όταν ρέει συνέχεια και ελεύθερα (ποταμοί, ρυάκια), καθώς και το νερό που παραμένει στάσιμο, όταν καταλαμβάνει μεγάλη έκταση (θάλασσα και μεγάλες λίμνες), που ήσαν ανεπίδεκτα αποκλειστικής εξουσιάσεως και επομένως ιδιωτικών δικαιωμάτων. Αντιθέτως, οι μικρές λίμνες, τα τέλματα (υδροστάσια), οι δεξαμενές, τα ιχθυοτροφεία και τα πηγάδια μπορούσαν να είναι ιδιωτικά.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, στην περίπτωση παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εντούτοις δεν προσέφυγε σ’ αυτούς ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, λ.χ. με τη λήψη στοιχείων εκτός συμβάσεως, τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων. Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της συμβάσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 355/2004, ΑΠ 683/2010).
Επίσης η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ’ αυτή, όπως συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, τo δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005). Ιδίως τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, 574/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ. ΑΠ 26/2004), και ιδίως όταν περιορίζεται απλά στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου να αναφερθεί στις ερμηνευτέες δηλώσεις βούλησης των μερών, γεγονός που καθιστά ανεπαρκή τη θεμελίωση της κρίσης, στην οποία κατέληξε σε σχέση με την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία και ανάγκη άρα συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης (ΑΠ 386/2004, ΑΠ 838/2005, ΑΠ 1728/2014). Περαιτέρω, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες, (κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 437/2011).
Με τον έκτο κύριο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι κατέφυγε σε ερμηνεία του Χρυσόβουλου λόγου του Σέρβου Δεσπότη Ιωάννη Ούγγλεση, του έτους 1371, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Σύμφωνα όμως με τις εκτεθείσες συναφείς παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο αναζήτησε, κατ’ ερμηνεία με τη χρησιμοποίηση των αναφερθέντων επιχειρημάτων του, την αποτυπωθείσα στο ανωτέρω χρυσόβουλο αληθινή βούληση του Ιωάννη Ούγγλεση, που συνήγαγε από τις αναφερθείσες περιστάσεις και τα τότε ισχύοντα, προσφεύγοντας έτσι, αν και χωρίς τη ρητή επίκλησή τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, "κατά το μέτρο του δυνατού». Τούτο διότι η ερμηνεία δικαιοπραξίας, αναγόμενης σε απώτατο χρόνο, απέχοντα οκτώ αιώνες πριν το χρόνο, που λαμβάνει χώρα η ερμηνεία, δεν μπορεί να γίνεται με τον ίδιο αυστηρό και ακριβή τρόπο, που αξιώνεται για την ερμηνεία σύγχρονων δικαιοπραξιών ή αναγόμενων στο πρόσφατο παρελθόν, οπότε υπάρχουν ζώσες παραστάσεις του περιεχομένου των ερμηνευτικών ρητρών ή διατηρημένες στην κοινωνική συνείδηση, με την εμπειρία και παράδοση ή ευχερώς, έστω, ανιχνεύσιμες. Η ερμηνεία δε αυτή εκφράζει, στην προκείμενη περίπτωση, την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν προσκρούει στα συναλλακτικά ήθη και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία του προαναφερόμενου Χρυσόβουλλου και τους όρους των εν λόγω διατάξεων, μόνη δε η παράλειψη της ονομαστικής μνείας τους δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών. Κατόπιν τούτων, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αβάσιμος. Σε περίπτωση, όμως, που ήθελε θεωρηθεί ότι το Εφετείο προχώρησε σε ερμηνεία του επίμαχου Χρυσόβουλλου του έτους 1371, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον το απορριπτικό του περί κυριότητας της λίμνης ισχυρισμού της αναιρεσείουσας διατακτικό της απόφασής του στηρίζεται στην μή προσβαλλόμενη, με λόγο αναιρέσεως, συνεχόμενη επάλληλη αιτιολογία, με παραπομπή στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της διατάξεις του ισχύοντος τότε Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, ότι η λίμνη της «Πορούς» (Βιστωνίδα) ήταν δημόσια λίμνη, αφού σχηματιζόταν από δημόσιους ποταμούς και, συνεπώς, ήταν κοινής χρήσεως πράγμα, λόγω δε του κοινόχρηστου χαρακτήρα της (ως δημόσια λίμνη), ανήκε στη δημόσια κτήση μαζί με τις όχθες και, κατ’ αναλογία, τον αιγιαλό της, και, επομένως, δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί κατά κυριότητα σε ιδιώτη με πώληση ή δωρεά, παρά μόνο η εκμετάλλευσή της θα μπορούσε να παραχωρηθεί, για να μην αναιρείται η δημόσια κτήση και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της. Η αιτιολογία δε αυτή εναρμονίζεται με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με το επίμαχο χρυσόβουλλο του έτους 1371, παραχωρήθηκε στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα της κατοχής και νομής μόνο ενός ιχθυοτροφείου πλησίον της λίμνης «Πορού» (που κατά το τότε Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο ήταν επιδεκτικό ιδιωτικών δικαιωμάτων), με όλες τις γύρω από αυτό επιβοηθητικές των αλιευτικών εργασιών περιοχές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την πάροδο του χρόνου λόγω των εδαφολογικών μεταβολών της περιοχής γύρω από το ιχθυοτροφείο και δικαίωμα αλιείας στην παρακείμενη θαλάσσια περιοχή.
Περαιτέρω, με τον ίδιο έκτο κύριο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, (στοιχ. VΙΙ, VIII, IX), κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες: α) από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την αποδεικτική εκτίμηση του επικαλούμενου εγγράφου του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ' (τακριρίου/αναφοράς) του έτους 1791, χωρίς να εξηγεί γιατί δεν το δέχεται και β) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι δεν προσέφυγε σ’ αυτές, για να ανεύρει το αντικειμενικό νόημα του τακριρίου, αλλά και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίασή τους, επειδή δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, σχετικά με το γιατί αυτές δεν εφαρμόστηκαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς το ανωτέρω μέρος του, είναι απαράδεκτος, κατά μεν την υπό στοιχείο α' αιτίασή του, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκφεύγουσα τον αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, κατά δε τις υπό στοιχείο β' αιτιάσεις, διότι το επικαλούμενο έγγραφο (τακρίριο) δεν είναι δικαιοπρακτικό έγγραφο, εφόσον δεν περιέχει δήλωση βουλήσεως δικαιοπρακτούντος ή συμβαλλομένων και δεν υπόκειται σε ερμηνεία, σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά είναι έγγραφο μαρτυρίας (αναφορά), υποκείμενο σε αποδεικτική εκτίμηση και αξιολόγηση.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ. 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 333/2011).
Στην προκείμενη υπόθεση, με το υπό στοιχ. Χ σκέλος του ως άνω έκτου κύριου λόγου της αίτησης, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου του Πατριάρχη Νεόφυτου Ζ’, θεωρώντας ότι στο κείμενο του εγγράφου αναφέρεται το όνομα «Τζεζαερλής», ως όνομα του Καπουδάν Πασά που υπέβαλε το επικαλούμενο ερώτημα στον πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’, ενώ το έγγραφο απευθύνεται στον «υψηλότατον Καπουτάν-πασά Χουσεΐν Πασσάν εφέντη». Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα το επίμαχο αποδεικτικό έγγραφο, δεχόμενο, ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό που εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και το αναιρετήριο, ούτε δέχτηκε ότι στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται το όνομα «Τζεζαερλής», αλλά στη διήγηση των περιστατικών αναφέρθηκε στο όνομα «Τζεζαερλής», με βάση τον προβληθέντα από την ίδια την αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της ισχυρισμό, όπως αυτός εκτίθεται και στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τον οποίο «Ο Χουσεΐν ή Χασάν Πασάς Τζεζαερλής ήταν ο Ναύαρχος (Καπουδάν Πασάς) του Οθωμανικού Στόλου και μάλιστα την εποχή που υπέβαλε το ερώτημα στον Πατριάρχη Νεόφυτο ήταν και Μέγας Βεζύρης».
Κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει και όταν τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης, που είχε υπαχθεί έγκυρα στη διαιτησία (Ολ. ΑΠ. 16/2002, ΑΠ 1038/2009, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 493/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 867 εδ. α' του ίδιου Κώδικα διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν, έχουν εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τα άρθρα 263, 264 και 870 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση που προταθεί σε τακτικό πολιτικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί διαφορά, ισχυρισμός περί υπαγωγής της σε διαιτησία, το δικαστήριο κρίνει, τόσο το κύρος της σχετικής συμφωνίας, όσο και το αν η ενώπιόν του διαφορά υπάγεται πραγματικά στη διαιτησία, οπότε, σε καταφατική περίπτωση, την παραπέμπει στη διαιτησία, εάν δε, παρά ταύτα, προχωρήσει στην εκδίκασή της υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 16/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας Μονής περί συμφωνηθείσας ρήτρας διαιτησίας στην υπ’ αριθμ. 2343/4-5-1930 σύμβαση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ιατρίδη και ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, προς εξέταση του ισχυρισμού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί της λίμνης Βιστωνίδας με τη σύμβαση του έτους 1930, επειδή, κατά τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του περί διαιτησίας όρου της ως άνω συμβάσεως, που διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε στο σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ότι συμφωνήθηκε από τα μέρη προσφυγή στη διαιτησία για την περίπτωση αμφισβητήσεων ή διενέξεων εξ αφορμής των όρων και των στοιχείων της σύμβασης, που αφορούσαν μόνο την παραχώρηση της κατοχής της λίμνης από το αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα, για ιχθυοτροφική εκμετάλλευση και δεν συμφωνήθηκε να υπάγονται σε διαιτησία και οι διαφορές, που αφορούσαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας. Από τις αναφερθείσες δε παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, απόφασης προκύπτει σαφώς το τι δέχτηκε το Εφετείο, ως αντικείμενο της επίμαχης σύμβασης και του περί διαιτησίας ειδικότερου όρου της. Τούτο δε, δεν αναιρούσε τη δυνατότητα του δικαστηρίου, να εκτιμήσει το περιεχόμενο της συμβάσεως, προς συναγωγή κρίσης περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του Δημοσίου ή συναγωγή τεκμηρίου ή επιχειρήματος, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης.
Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει τον περί διαιτησίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και να μην παραπέμψει στη διαιτησία την ένδικη διαφορά, δεν έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία του και ο αντίθετος δέκατος τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ωσαύτως και ο δέκατος τέταρτος κύριος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της, περί της συμφωνηθείσας ρήτρας διαιτησίας που επικαλείται, είναι αβάσιμος.
Επιπλέον, υπό τα ανωτέρω νομικά και πραγματικά δεδομένα, σε συνδυασμό με την εκτεθείσα διαδικαστική διαδρομή της ένδικης διαφοράς, το Εφετείο, που απέρριψε, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η Έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και η επίσπευση της συζήτησης της δικής της Έφεσης με κλήση του προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης, είναι απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του τελευταίου, συνεπεία αυτοδίκαιης καταργήσεως της δίκης, λόγω συγχύσεως (άρθρο 225 ΚΠολΔ), καθόσον, εν επιδικία, προέβη στη μεταβίβαση των επίδικων παραλιμνίων εδαφικών εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας, δυνάμει των προαναφερόμενων υπ’ αριθμ. 2195/2005, 2196/2005 και 2335/2006 συμβολαίων ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πελέκη, στο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, στο πρόσωπο του οποίου συμπίπτουν πλέον οι ιδιότητες του δικαιούχου και του υποχρέου του δικαιώματος κυριότητας επ’ αυτών, ότι το τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο) αναγνώρισε συμβατικώς το δικαίωμα κυριότητάς της επί των επίδικων νησίδων και των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης και όσον αφορά το δικαίωμα κυριότητας επί των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης έχει καταστήσει αυτό επίδικο με είκοσι (20) αγωγές, που έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας των συμβάσεων ανταλλαγής και τη διεκδίκηση των ακινήτων που αντηλλάγησαν με τις επίδικες παραλίμνιες εκτάσεις, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 225 ΚΠολΔ και ο δωδέκατος κύριος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14, άλλως 1 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος, ενόψει των ήδη εκτεθέντων, σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών», οι ευρισκόμενες εντός του Οθωμανικού Κράτους γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως είναι τα οικοδομήματα, τα εργαστήρια, οι αμπελώνες, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) Τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως είναι τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) Τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) Τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως είναι οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες, οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) Τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως είναι τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (Ολ. ΑΠ 1/2013, ΑΠ 1411/2014, ΑΠ 160/2014).
Ειδικότερα, από το άρθρο 3 του ανωτέρω Οθωμανικού Νόμου, προκύπτει ότι δημόσιες γαίες είναι οι αγροί, οι λειμώνες, τα λειβάδια, τα θέρετρα, ήτοι οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι με αυτούς τόποι, η δε κυριότητα επ' αυτών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού Νόμου, επί των δημοσίων γαιών μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση εγγράφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών (ΑΠ 80-81/2015, ΑΠ 390/2014, ΑΠ 1918-1920/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, στις αφιερωμένες (βακουφικές) γαίες, ανήκαν: Α) Οι αληθώς ιδιόκτητες γαίες (γνήσια βακούφια), οι οποίες είχαν αφιερωθεί σύμφωνα με τον ιερό νόμο, η δε ιδιοκτησία και τα λοιπά δικαιώματά τους ανήκαν στο αφιέρωμα. Επ’ αυτών δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του πολιτικού νόμου, αλλά η αποκλειστική κυριότητα και λοιπή διαχείριση διέπονταν από τις διατάξεις και τους όρους του αφιερωτή. Για την ίδρυση ενός γνήσιου βακουφίου, απαιτείτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 35, 41 του νόμου περί Βακουφίων της 19ης Τζεμαζήλ -Αχίρ 1280 (1862), του άρθρου 1 των οδηγιών "περί της ενεργείας των αναγκαίων πράξεων επί των υπό του Ντεφτερχανέ εκδιδομένων τίτλων των εν Κωνσταντινουπόλει και εν ταις επαρχίαις κειμένων εστεγασμένων και προσοδοφόρων βακουφίων" της 23ης Μαρτίου 1292 (1876) και τις Οδηγίες του Υπουργείου κτηματολογίου της 7ης Σαφέρ 1308 (1890), η έκδοση ιεροδικαστικής αποφάσεως, βάσει της οποίας ο ιερονομικός κρατικός σύμβουλος (σεϊχουλισλάμης) εξέδιδε γνωμοδότηση (φετφά) που μεταγραφόταν σε ειδικά κτηματολογικά βιβλία ως ιδρυτικός τίτλος του βακουφίου, χωρίς να εκδίδει τίτλο στο όνομα του βακουφίου, διότι ο οθωμανικός νόμος αγνοούσε τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, τη διεύθυνση και διεξαγωγή των υποθέσεων του οποίου είχε ο οριζόμενος με το αφιερωτήριο ή διοριζόμενος από το δικαστή έφορος (μουτεβελή). Β) Οι γαίες που είχαν αποσπασθεί από δημόσιες γαίες και είχαν αφιερωθεί, από τον Σουλτάνο ή με άδειά του από άλλα άτομα, για ορισμένους σκοπούς, η ιδιοκτησία των οποίων ανήκε στο δημόσιο και μόνο ορισμένες ωφέλειές τους είχαν παραχωρηθεί στο αφιέρωμα (μη γνήσια βακούφια). Οι αφιερωμένες γαίες αυτού του είδους, οι οποίες καθόλα τα άλλα σε τίποτε δεν διαφέρουν των λοιπών δημοσίων γαιών και υπάγονται στον περί γαιών νόμο και όχι στις περί βακουφικών διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ανήκουν, και μετά την αφιέρωση, κατά ψιλή κυριότητα στην πολιτεία και φέρουν την ονομασία "αφιέρωμα», αλλά μόνες οι ανήκουσες στην πολιτεία πρόσοδοι από τη γη έχουν ειδικώς αφιερωθεί υπέρ ευαγούς σκοπού.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών», στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παρ. 1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις I. Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας γαίες, αρκεί η «προσάρτησή» τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γι’ αυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών», κατά δε την παρ. 2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές «προσαρτήματα» των I. Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) όχι απ' ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του μοναχού, εξακολουθούσαν να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημοσίων γαιών του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών» και εφαρμόζονταν επί τούτων οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών». Οι ανωτέρω δε περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την Ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν πριν υπό τη κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, με το άρθρο 2 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν.262/1914 (ΑΠ 1056/2013, ΑΠ 1298/2007, ΑΠ 1292/2007), του οποίου οι διατάξεις επεκτάθηκαν και στην Δυτική Θράκη με το Ν.Δ. 26-10/11-11-1923.
Ήδη, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 1 και 3 Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, άρθρων 40-45 Συνθήκης Λωζάνης, άρθρων 1, 7 και 27 Συνθήκης Άγκυρας και ν. 3647/2008, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η περιεχόμενη σε αυτή ταυτόχρονη και αντιφατική παραδοχή του Εφετείου, ότι οι ίδιες επίδικες εκτάσεις ήταν δήθεν επί τουρκοκρατίας (και) δημόσιες (και) βακουφικές γαίες είναι απολύτως κρίσιμες στην επίδικη περίπτωση, δεδομένου ότι στη Δυτική Θράκη μόνο στις δημόσιες, όχι στις βακουφικές γαίες διαδέχτηκε το Ελληνικό Δημόσιο το Βουλγαρικό, (ως διάδοχο του Οθωμανικού), με συνέπεια οι αντιφατικές αυτές παραδοχές του Εφετείου, ως προς την κατηγορία γαιών, στην οποία ενέπιπταν οι επίδικες, να καθιστούν απολύτως ανέφικτο τον έλεγχο της ορθότητας του τελικού του πορίσματος, ότι αυτές ανήκουν σήμερα στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο κράτος, (αφού μια τέτοια τελική απόφανση μόνο στη βάση της παραδοχής ότι οι γαίες ήταν δημόσιες, όχι δε στη βάση της παραδοχής ότι ήταν βακουφικές, μπορεί να στηριχθεί).
Με βάση όμως τις εκτεθείσες στην αρχή της παρούσας αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε σε αυτή, σαφείς και μή αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους, σχετικά με το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ζήτημα της κατηγορίας γαιών, στην οποία ενέπιπταν οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις, υπό την ισχύ του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών» επί Τουρκοκρατίας.
Ειδικότερα το Εφετείο, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, δέχτηκε ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, ήταν ακίνητα της κατηγορίας των δημοσίων γαιών, υπό την έννοια του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) «περί γαιών», οι οποίες ως εκ τούτου, ανήκαν στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου, κατά την περίοδο κατοχής της Θράκης από τους Οθωμανούς και περιήλθαν ως είχαν στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, ως διαδόχου του Βουλγαρικού και του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25-8-1923. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι οι περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορές σχετικά με την ένορκη βεβαίωςη της μάρτυρα Σ. Δ., την κατάθεση της μάρτυρα Ε. Κ. σε άλλη δίκη και τις περιγραφές του Τούρκου περιηγητή Ελβιγίη Τσελεμπή, από τις κοινές τοις πάσι ιστορικές πηγές, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές αποδεικτικού πορίσματός της, ότι οι επίδικες εκτάσεις ανήκαν στην κατηγορία των Βακουφικών γαιών του Οθωμανικού Νόμου και επομένως, αιτιολογίες της απόφασης, ικανές να ελεγχθούν αναιρετικά, με τον παραπάνω λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για αντιφατικότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά διατυπώθηκαν εκ περισσού στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως επιχειρήματα ενισχυτικά της αποδεικτικής κρίσης του Δικαστηρίου περί ελλείψεως δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσείουσας Μονής σε αυτές (επίδικες εκτάσεις). Συνεπώς, ο προαναφερόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως.
Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 19, 20 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή, κατά τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) κατά την εκτίμηση του Χρυσόβουλλου Λόγου του Δεσπότη Ιωάννη Ούγγλεση του έτους 1369, δέχθηκε ότι αυτός «παρείχε προς την Μονή φορολογική απαλλαγή 120 υπερπύρων ετησίως από τη συνολική υποχρέωση που υπείχε, λόγω της αλιευματικής εκμετάλλευσης της λίμνης της Πορούς (Βιστωνίδας)» και ταυτόχρονα έκρινε ότι σε αυτόν «κανένας λόγος δεν γίνεται για παραχώρηση δικαιώματος κυριότητας επί της λίμνης» και ότι αυτή ήταν κοινόχρηστη και δημόσια, υποπίπτοντας έτσι κατά πρώτον σε καταφανή αντίφαση, καθώς, εάν το έγγραφο δεν αναγνωρίζει την κυριότητα της Μονής Βατοπαιδίου επί της λίμνης της Πουρούς, από την οποία αυτή πρέπει, βάσει του χρυσουβούλλου, να λαμβάνει το παραπάνω χρηματικό ποσό, τότε δεν είναι δυνατόν να παρέχει φορολογική απαλλαγή, αλλά απευθείας δωρεά του αυτοκράτορα από εισοδήματα από προσωπική του ιδιόκτητη λίμνη, ερμηνεία που είναι άτοπη και αδύνατη, ενώ το ότι η λίμνη της Πουρούς ονομάζεται στον κρίσιμο αυτό Χρυσόβουλλο Λόγο «αυτούργιον», δηλαδή «προσοδοφόρο ακίνητο», αποκλείει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της και ως εκ τούτου το Εφετείο παραβιάζει εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί μεταβίβασης κυριότητας δια Χρυσοβούλλου Λόγου, αλλά και τις διατάξεις περί αυτουργίων, β) παρέλειψε από το περιεχόμενο του Χρυσόβουλλου λόγου του 1369 την κρίσιμη κτητική αντωνυμία «του», αλλοιώνοντας έτσι σε «εκ του αυτουργίου» την πραγματική διατύπωση «εκ του αυτουργίου του», που υπάρχει στο έγγραφο και αποδεικνύει σαφώς ότι το «αυτούργιο», δηλαδή η λίμνη Βιστωνίδα, ήταν ιδιοκτησία της Μονής Βατοπαιδίου, έτσι ώστε εάν είχε διαβαστεί και εκτιμηθεί σωστά το Χρυσόβουλλο του 1369, (σε συνδυασμό με αυτό του 1371), θα προέκυπτε ήδη αυτοτελώς εξ αυτού η κυριότητά της επί των επίδικων εκτάσεων, με συνέπεια να κλονίζεται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο δεν μπορεί πλέον να επιστηριχθεί στις λοιπές αιτιολογίες, αφού αυτές εξενέχθησαν ακριβώς βάσει της εσφαλμένης ανάγνωσης του Χρυσόβουλλου αυτού λόγου (άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ), γ) παρέλειψε να εφαρμόσει το 12ο Κανόνα της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου περί του ανεκποίητου των μοναστηριακών αυτουργίων, που ίσχυε κατά την περίοδο του ως άνω εγγράφου και εφεξής, καθώς και τους κανόνες του Εκκλησιαστικού και βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αναφερόμενοι στα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά αυτούργια, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι λίμνες, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση η λίμνη Βιστωνίδα, που αποτελούσε αυτούργιο της Μονής Βατοπαιδίου και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως προς όλες τις αιτιάσεις του, γιατί η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τις φερόμενες ως παραβιασθείσες ευθέως ή εκ πλαγίου ουσιαστικές διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς και εκείνες περί αυτουργίων, ούτε εκθέτει ότι η επίκληση του πραγματικού των διατάξεων του 12ου Κανόνα της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και των Κανόνων του Εκκλησιαστικού και Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, περί εκκλησιαστικών και μοναστηριακών αυτουργίων, που ίσχυαν κατά την περίοδο του ως άνω εγγράφου και εφεξής, είχε γίνει στα δικαστήρια της ουσίας, όσον αφορά τη λίμνη Βιστωνίδα, αλλά, υπό την επίφαση των ως άνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Εφετείου, το οποίο, αφού δέχτηκε ότι ο ως άνω Χρυσόβουλλος λόγος είχε το αναγραφόμενο στην ένδικη αγωγή περιεχόμενο, συνεκτιμώντας τούτο ελεύθερα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Τέλος με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, συμπληρωματικό του 4ου κύριου λόγου αυτής, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση (εσφαλμένη μη εφαρμογή), θεμελιώδους υπερνομοθετικής αρχής και συγκεκριμένα του δικαιώματος στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας, κατ’ άρθρο 1 του πρώτου-Πρόσθετου στην ΕΣΔΑ-Πρωτοκόλλου, (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να παραβιάζει το δικαίωμα στην περιουσία, επικαλούμενο οψίμως το ανίσχυρο σειράς διοικητικών πράξεων, οι οποίες περιείχαν και βασίζονταν στην αναγνώριση της κυριότητας της Ιεράς Μονής στην επίδικη έκταση, προσβάλλοντας την αρχή της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ενόψει όμως των εκτεθέντων κατά την έρευνα και απόρριψη των πρώτου έως και έκτου κύριων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους πλήττονται ανεπιτυχώς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί της λίμνης Βιστωνίδας και των επίδικων εδαφικών εκτάσεων, ο ως άνω τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση με τους πρόσθετους λόγους αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 25/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, πρέπει όλα τα δικαστικά έξοδα να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 και 183 ΚΠολΔ, την εφαρμογή των οποίων δεν αποκλείει, κατά την αληθινή της έννοια, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν.3693/1957 (ΑΠ 1421/1995).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2016 αίτηση της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Αγίου Όρους Ν.Π.Δ.Δ. και τους από 10-1-2017 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 197/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς και τις υπέρ αυτής πρόσθετες παρεμβάσεις.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή