Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 536 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 536/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Βουλκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρπενησίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας και 90/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξης Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perρetual bonds", δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους. Περαιτέρω, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι όμως και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της, αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνησή της και αποκρούονται από την απόφαση με την παραδοχή, ολικά ή μερικά, των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 933/2014). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολομ ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, που είναι απόφοιτος του τμήματος Δασολογίας του …..με μεταπτυχιακές σπουδές σε αγγλικό πανεπιστήμιο και εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στο τμήμα Δασοπονίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος του ΤΕΙ ..., διατηρούσε με την σύζυγό του από το 2000 περίπου καταθετικό λογαριασμό σε υποκατάστημα της εναγομένης. Μετά την εγκατάστασή τους στο ... το 2003 συνεργάσθηκαν με το εκεί υποκατάστημα της εναγομένης και ανέπτυξαν φιλική σχέση με την υποδιευθύντρια αυτού Ε. Μ. Το 2004 καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός του ενάγοντος και της συζύγου του και αφετέρου της εναγομένης η υπ' αριθμ. ...461/9.1.2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής ο ενάγων, επιθυμώντας καλύτερη απόδοση του κεφαλαίου του από (εεν. όσα) προσέφεραν τότε οι προθεσμιακές καταθέσεις, προέβη αρχικά στην αγορά ομολόγων της ..., μετά την πώλησή τους τοποθέτησε τα χρήματά του σε repos, εν συνεχεία δε αγόρασε ομόλογο θυγατρικής εταιρίας της εναγομένης (... Plc). To Φεβρουάριο του 2005, η υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος που γνώριζε εκ της θέσεώς της αλλά και λόγω της επαγγελματικής και φιλικής σχέσεως που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, τις έως τότε επενδυτικές κινήσεις του ενάγοντα που γίνονταν μέσω της τράπεζας αλλά και το επενδυτικό του προφίλ, τον ενημέρωσε για ένα νέο ομόλογο δεκαετούς διάρκειας που επρόκειτο να εκδοθεί από την τράπεζα και θα προσέφερε καλύτερη απόδοση με απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου του, προτρέποντάς τον να επενδύσει σε αυτό καθώς επρόκειτο περί εξαιρετικού προϊόντος που απευθύνονταν στους καλούς πελάτες της τράπεζας και διακινούνταν μέσω του τμήματος ... (στο ...) και για το λόγο αυτό έπρεπε να τοποθετήσει σημαντικό ποσό όχι κατώτερο των 100.000 ευρώ. Η αρχική ενημέρωση σχετικά με το προϊόν έγινε αποκλειστικώς προφορικά από την υποδιευθύντρια του καταστήματος. Ο ενάγων θεωρώντας ότι επρόκειτο για προϊόν ανάλογο με αυτά στα οποία είχε έως τότε τοποθετήσει επικερδώς τα χρήματά του και, αφού κατόπιν σχετικών ερωτήσεων του, ο διευθυντής του υποκαταστήματος καθώς και έτερος συνάδερφος της υποδιευθύντριας τον διαβεβαίωσαν εμφαντικά ότι το κεφάλαιό του είναι απόλυτα εξασφαλισμένο, εκδήλωσε ενδιαφέρον για το προϊόν και έδωσε εντολή πώλησης ενός τμήματος του ομολόγου της ... Plc), ονομαστικής αξίας 70.000 ευρώ, στο οποίο προ ολίγων μηνών είχε τοποθετήσει το κεφάλαιό του, προκειμένου να τοποθετήσει το ποσό αυτό στο νέο πλέον επικερδές ομόλογο. Προκειμένου να διενεργηθεί η συναλλαγή η υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος του παρέδωσε έγγραφο με ημερομηνία 17.2.2005 προερχόμενο από το τμήμα "..." της εναγόμενης με τον τίτλο "Αποδεικτικό εντολής η συναλλαγής (Ομόλογα)", το οποίο έπρεπε να υπογράψει. Στο έγγραφο αυτό εκτός από τα στοιχεία του ενάγοντος και του εκτελούντος τη συναλλαγή εκ μέρους της τράπεζας, υπαλλήλου στο τμήμα ... στο ... (και όχι στο υποκατάστημα του ...), αναγραφόταν: "Πράξη: Αγορά, Εκδότης: ..., Ομόλογο: .../Call/18/2/2015 EUR, ΙSIN: ...3M2,Valeur: 18/02/05, Ονομαστική αξία: 70.000,00 [...] Παρατηρήσεις: Κουπόνι 6% από τον πρώτο έως το πέμπτο χρόνο και στη συνέχεια ως συνημμένο". Ο ενάγων υπέγραψε το έγγραφο αυτό που άμεσα απεστάλη στο αρμόδιο τμήμα στο .... Την επόμενη ημέρα ο ενάγων προέβη σε εντολή αγοράς του ίδιου ομολόγου ονομαστικής αξίας 67.000 ευρώ, επί της οποίας έθεσε την υπογραφή του αντί γι' αυτόν υπάλληλος του υποκαταστήματος ..., κατόπιν συνεννοήσεως και συγκαταθέσεως του ενάγοντος. Παράλληλα παραδόθηκε στον ενάγοντα έγγραφο δύο σελίδων προερχόμενο επίσης από το τμήμα διαχείρισης των ως άνω προϊόντων στο ..., που έφερε ημερομηνία 8.2.2005, το οποίο υπέγραψε ο ενάγων και στις δύο σελίδες του, χωρίς όμως να συμπληρωθούν από τον ίδιο ή από τα στελέχη της τράπεζας τα παραπλεύρως του σημείου όπου έπρεπε να τεθεί η υπογραφή πεδία που αφορούσαν τον τόπο, την ημερομηνία υπογραφής και τη σύμβαση στο πλαίσιο της οποίας παρεδόθη το έντυπο αυτό, ώστε να προκύπτει με ακρίβεια ο χρόνος που περιήλθε στον ενάγοντα το έντυπο αυτό. Εντούτοις, με δεδομένο ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το έγγραφο αυτό παραδόθηκε στον ενάγοντα μετά την κατάρτιση της συναλλαγής, ενώ από την ένορκη βεβαίωση της Ε. Μ. (σελ. 5) συνάγεται σαφώς, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητώς, ότι το έγγραφο αυτό παραδόθηκε στον ενάγοντα μετά την υπογραφή της "εντολής συναλλαγής" και τη διαβίβασή της στο τμήμα "...ing", προκύπτει ότι το έγγραφο ετέθη στη διάθεση του ενάγοντα πριν από την εκτέλεση της εντολής του και την αγορά του αντίστοιχου προϊόντος. Στο έγγραφο αυτό υπό την επωνυμία και τον τίτλο ..., αναγραφόταν: "εκδότης: ... ltd, Τύπος εκδόσεως: CMS -Linked non-Cumulative Non-Voting preffered securities, Εγγυητής: ... AE, Τύπος Εγγυήσεως: Εγγύηση μειωμένης εξασφαλίσεως, Πιστοληπτική Διαβάθμιση: Moody'sBaa2e/S&P BBB-Fitch BBB+, Ημερομηνία Εκδόσεως: 18 Φεβρουάριου 2005, Ημερομηνία Λήξεως: Διηνεκής (Perpetual), {...} Τοκομερίδιο: Μεταβαλλόμενο ως ακολούθως: έτος 1 έως 5: 6,00% από έτος 6 και έπειτα 4 χ (CMSlOyr - CMS2yr) Ελάχιστο τοκομερίδιo: 3,25%, Μέγιστο τοκομερίδιο: 10%, Δικαίωμα Πρόωρης Ανακλήσεως: Ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα πρόωρης ανακλήσεως των ομολογιών εφόσον έχει προβεί σε σχετική δήλωση το αργότερο εξήντα και το νωρίτερο τριάντα εργάσιμες ημέρες νωρίτερα. Η αξία διακανονισμού κατά τις Ημερομηνίες Πρόωρης Ανακλήσεως ορίζεται στο 100,00% της Ονομαστικής Αξίας Εκάστης Ομολογίας, Ημερομηνίες Πρόωρης Ανακλήσεως: Εκάστη ημερομηνία πληρωμής τοκομεριδίου μετά την πρώτη Ημερομηνία Πρόωρης Ανακλήσεως την 18η Φεβρουάριου 2015". Κάτω από τα στοιχεία αυτά με μικρότερους τονισμένους χαρακτήρες υπήρχε η φράση "Ουδεμία εγγύηση παρέχεται για κεφάλαιο και απόδοση στο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση και πριν τη λήξη της ομολογίας και η τιμή της μπορεί να παρουσιάσει σημαντική διακύμανση κάτω και πάνω από την τιμή έκδοσής τους". Τα δύο αυτά έγγραφα σε συνδυασμό με την προηγηθείσα πλήρη και ακριβή, όπως πίστευε, προφορική παρουσίαση του προϊόντος εκ μέρους της υποδιευθύντριας του υποκαταστήματος, είχε στη διάθεσή του ο ενάγων προκειμένου να κατανοήσει το είδος της επένδυσης και να αποφασίσει αν θα προβεί σε αυτή. Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι ο ενάγων, διέθετε μεν πανεπιστημιακή μόρφωση σε τομέα πάντως εντελώς διάφορο από τα οικονομικά καθώς και πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας, δεν είχε όμως ειδικές γνώσεις της κεφαλαιαγοράς και των επενδύσεων σε κινητές αξίες, πέραν αυτών που διέθετε ο μέσος ενημερωμένος καταναλωτής κατά το χρόνο εκείνο (2005). Μπορούσε δηλαδή να αντιληφθεί τη λειτουργία σχετικά τυποποιημένων και συχνά έως τότε χρησιμοποιούμενων επενδυτικών προϊόντων και τους κινδύνους που συνδέονταν με αυτά. Εξάλλου οι έως τότε επενδυτικές επιλογές του (όπως παραπάνω αναφέρονται) μαρτυρούσαν συντηρητικό επενδυτή που επιδίωκε καλές αποδόσεις με βάση τα δεδομένα της αγοράς χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου του, που αποτελούσε αποταμιεύσεις ετών. Είναι γεγονός ότι μετά την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ (το 2008) και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που πυροδότησε αλλά και την επακολουθήσασα προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης, ο μέσος καταναλωτής είναι πλέον πιο εξοικειωμένος τόσο με ορισμένους οικονομικούς όρους, όσο και με τους κινδύνους που εγκυμονούν οποιουδήποτε είδους επενδύσεις, ακόμα και οι πλέον συντηρητικές, χωρίς όμως και πάλι να καθίσταται ειδικός της κεφαλαιαγοράς. Το 2005 όμως ακόμα και ο πληροφορημένος και προσεκτικός καταναλωτής, που πάντως στερούνταν ειδικές γνώσεις οικονομικών, δεν είχε τις γνώσεις και την εμπειρία ούτε καν να αναγνωρίσει σύνθετα προϊόντα, πολύ περισσότερο να κατανοήσει τη λειτουργία τους και τους κινδύνους που συνδέονταν με αυτά. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αξιολογηθεί η ενημέρωση που έλαβε ο ενάγων, που δεν αφίστατο του μέσου ενημερωμένου και συνετού επενδυτή. Το αρχικό έντυπο που ετέθη στη διάθεσή του, στο οποίο ο ενάγων απέδωσε δικαιολογημένα βαρύνουσα σημασία, αφού αποτελούσε όπως αναγραφόταν την "εντολή συναλλαγής", επιβεβαίωνε, όπως δικαιολογημένα πίστευε, την προφορική ενημέρωση που είχε λάβει σχετικά με το προϊόν από την υποδιευθύντρια του καταστήματος, αφού αναγραφόταν σε τρία σημεία αυτού η λέξη ομόλογο, στο τίτλο του εκδότη περιλαμβανόταν η επωνυμία της τράπεζας (Alpha), ετίθετο δίπλα στον τίτλο του ομολόγου η ημερομηνία 18.2.2015 που επιβεβαίωνε τη δεκαετή διάρκεια που με βάση την προφορική παρουσίαση ο ενάγων θεωρούσε ότι έχει το ομόλογο που αγόραζε, χωρίς να περιλαμβάνεται άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία, στο τέλος δε του εγγράφου υπό τον τίτλο "παρατηρήσεις" αναγραφόταν η απόδοση του ομολόγου που ήταν σύμφωνη με τις πληροφορίες που είχαν προφορικά τεθεί στη διάθεσή του. Στον τίτλο του ομολόγου περιεχόταν οι συντμήσεις αγγλικών όρων perp (=perpetual= διηνεκές), call (=που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια ανάκληση, αν και ο όρος χρησιμοποιείται με πλείστες σημασίες), τις οποίες ο ενάγων ευλόγως δεν κατανόησε, αφού επρόκειτο για συντετμημένους ειδικούς οικονομικούς όρους ούτε διέγνωσε την ιδιαίτερη σημασία τους, η δε υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος δε φρόντισε να επιστήσει την προσοχή του στη σημασία αυτών και στη διαφοροποίηση του προϊόντος σε σχέση με όσα προφορικά του είχε εκθέσει. Στο ενημερωτικό δισέλιδο που εν συνεχεία ετέθη υπόψη του, χωρίς όμως να αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο ότι του παρασχέθηκε επαρκής χρόνος να το μελετήσει ούτε ότι του δόθηκαν περαιτέρω προφορικές επεξηγήσεις και διευκρινίσεις από την υποδιευθύντρια που του είχε προτείνει το προϊόν ούτε από οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο της εναγομένης, υπήρχαν στοιχεία που θα επέτρεπαν είτε σε έναν εξαιρετικό γνώστη της κεφαλαιαγοράς με εμπειρία σε συναλλαγές σύνθετων προϊόντων, είτε ακόμα και σε ένα μέσο επενδυτή, όπως ο ενάγων, υπό την προϋπόθεση όμως στη δεύτερη αυτή περίπτωση ότι του είχαν δοθεί εξαρχής κατά τρόπο σαφή, εύληπτο και πλήρη, ορθές και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τα ειδικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και την ιδιαίτερη φύση και λειτουργία του ή έστω του είχαν επισημανθεί ειδικώς παράλληλα με την παράδοση του πληροφοριακού εντύπου οι διαφοροποιήσεις των χαρακτηριστικών του προϊόντος σε σχέση με την ενημέρωση που προφορικά είχε λάβει προηγουμένως γι' αυτό, να αντιληφθεί ότι επρόκειτο περί προϊόντος υψηλού ρίσκου, ώστε να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις πριν αποφασίσει ή και να επενδύσει εν τέλει εν γνώσει όμως της φύσης του προϊόντος και αναλαμβάνοντας το σχετικό κίνδυνο. Με δεδομένο δε ότι ο μέσος καταναλωτής επικεντρώνεται στα αριθμητικά στοιχεία ενός εντύπου καθώς και σε σημεία που ενισχύουν την προσχηματισμένη ήδη αντίληψή του, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων δε διαμόρφωσε αυτόνομα, αλλά με βάση αφενός τις ανακριβείς ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προϊόντος πληροφορίες που του είχαν παρασχεθεί προφορικώς από την τραπεζική υπάλληλο, που ευλόγως θεωρούσε (ο ενάγων) ότι διαθέτει, υπέρτερη αυτού, εξιδιασμένη γνώση και εμπειρία επί του αντικειμένου και δικαιολογημένα την εμπιστεύτηκε αφενός ως ειδική και αφετέρου λόγω της μακροχρόνιας επαγγελματικής τους σχέσης αφετέρου τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στο αποδεικτικό εντολής συναλλαγής, ο ενάγων δε μπορούσε να αντιληφθεί την ειδική φύση και λειτουργία του προϊόντος που επρόκειτο να αγοράσει ούτε με βάση τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στο δισέλιδο ενημερωτικό σημείωμα. Εξάλλου λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης τράπεζας - πελάτη, ο τελευταίος δικαιολογημένα έχει την πεποίθηση ότι του παραδίδεται εγγράφως ο χαρακτήρας του προϊόντος που προφορικά του περιγράφηκε. Ειδικότερα, α) ο αναγραφόμενος στην αγγλική τύπος εκδόσεως δε μπορούσε να γίνει κατανοητός παρά μόνο από ειδικούς με πολύ συγκεκριμένες γνώσεις οικονομικών και λειτουργίας των χρηματιστηριακών αγορών, που δε διέθετε ο ενάγων, β) στο έντυπο σημειωνόταν μεν ως ημερομηνία λήξεως "διηνεκής", περιλαμβάνονταν όμως, όπως και στην εντολή συναλλαγής, η ημερομηνία 18.2.2015 που αντιστοιχούσε στην ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων θεωρούσε με βάση την προηγηθείσα ενημέρωση αλλά και την "εντολή συναλλαγής" ότι θα έληγε το προϊόν, ενώ γινόταν αναφορά στο έντυπο και σε λήξη της ομολογίας, επομένως ο μέσος καταναλωτής, όπως ο ενάγων, που δεν ήταν εξοικειωμένος με ουσιαστικά άληκτα προϊόντα, δικαιολογημένα απέδωσε πρωτεύουσα σημασία στην αναγραφόμενη ημερομηνία που αντιστοιχούσε στην προαντίληψή του, εφόσον δεν ενημερώθηκε ειδικώς για την ιδιαίτερη σημασία που έχει ο όρος διηνεκής ούτε για τη διαφορά μεταξύ λήξεως και ανακλήσεως κατ' απόλυτη επιλογή του εκδότη και γ) η ποσοστιαία ετήσια απόδοση αναγραφόταν, όπως στην προφορική ενημέρωση, στοιχείο που ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι το προϊόν είχε τα χαρακτηριστικά που του είχε περιγράφει η υποδιευθύντρια που του το είχε προτείνει. Το προϊόν όμως που αγόρασε για λογαριασμό του ενάγοντος η εναγομένη δεν αποτελούσε κοινό ομόλογο, αλλά τίτλο υβριδικού κεφαλαίου, τίτλο δηλαδή που παρουσιάζει ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με κανένα από τα δύο. Ειδικότερα, ο τίτλος αυτός εκδόθηκε από την εταιρία "... ltd", χωρίς εκ των προσκομιζομένων στοιχείων να μπορεί να διαπιστωθεί ακόμα και κατά τη συζήτηση της αγωγής η σχέση της με την εναγομένη (η εναγομένη στα δικόγραφά της και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναφέρουν ότι πρόκειται περί θυγατρικής της εναγομένης) ούτε, κυρίως, η αξιοπιστία, η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια της εταιρίας αυτής σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, ειδικώς δε προ της κρίσεως όταν ομόλογα εκδόσεώς της πωλούνταν μαζικά από την εναγόμενη (βλ. προαιρετική πρόταση εξαγοράς της 20.4.2012, σελίδα 2, ονομαστική αξία διατεθέντων ομολόγων 600.000.000 ευρώ). Το προϊόν αυτό δεν είχε ημερομηνία λήξεως, αποτελούσε δηλαδή ομόλογο "ατελεύτητης διάρκειας" "διηνεκές" ή "αιώνιο" ή "αόριστης διάρκειας" {"perpetual"}, υπό την έννοια ότι ο κομιστής αυτού δεν δικαιούνταν σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε, ο εκδότης όμως διατηρούσε το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως μετά την παρέλευση ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, που οριζόταν κατά την έκδοση, εν προκειμένω την 18.2.2015, οπότε θα καταβαλλόταν το 100% της ονομαστικής του αξίας. Στην περίπτωση αυτή και μόνο, αν δηλαδή ο εκδότης αποφάσιζε την πρόωρη ανάκληση του ομολόγου κατ' ελεύθερη αυτού βούληση (ανάκληση που θα μπορούσε να μη γίνει και ποτέ), η εναγόμενη παρείχε εγγύηση επιστροφής του επενδεδυμένου κεφαλαίου στο σύνολό του. Η εγγύηση δηλαδή της εναγομένης κάλυπτε μόνο την περίπτωση της πρόωρης ανάκλησης, όχι όμως την περίπτωση πτωχεύσεως του εκδότη ή εν γένει μείωσης της πιστοληπτικής του ικανότητας. Στην περίπτωση αυτή οι κάτοχοι υβριδικών κεφαλαίων κατατάσσονται πριν από τους μετόχους αλλά μετά από όλους τους άλλους πιστωτές σε περίπτωση εκκαθάρισης, οι κοινοί δηλαδή ομολογιούχοι έχουν προτεραιότητα έναντι των κατόχων υβριδικών κεφαλαίων, όσο αφορά την αναγνώριση της απαίτησής τους. Αυτό είναι το νόημα της "μειωμένης εξασφάλισης". Ο επενδυτής μπορούσε βέβαια να πωλήσει το ομόλογο στη δευτερογενή αγορά οποτεδήποτε επιθυμούσε, εφόσον υπήρχε αγοραστικό ενδιαφέρον, στην χρηματιστηριακή του όμως τιμή και όχι στην ονομαστική του αξία. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι το ομόλογο διαπραγματεύονταν στη δευτερογενή αγορά καθ' οιοδήποτε χρονικό σημείο σε επίπεδα έστω προσεγγίζοντα την ονομαστική του αξία (η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η τιμή μεταπώλησής του στη δευτερογενή αγορά έφθασε σε κάποιο χρονικό σημείο στο 50% της ονομαστικής του αξίας, που προφανώς είναι το ανώτερο, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα αναφέρονταν το υπέρτερο ποσό), ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύεται η τρέχουσα τιμή μεταπώλησης του ομολόγου κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή η ύπαρξη έστω αγοραστικού ενδιαφέροντος για το συγκεκριμένο προϊόν. Ο εκδότης του τίτλου υποχρεούνταν στην καταβολή (συνήθως) ετησίων τοκομεριδίων σε υψηλό επίπεδο, υπερβαίνον τα τραπεζικά επιτόκια, είχε όμως το δικαίωμα να μην πληρώσει ένα τοκομερίδιο, εφόσον τη συγκεκριμένη χρονιά δεν κατέβαλε μέρισμα στους μετόχους ή οι εποπτικές αρχές τους το απαγορεύσουν, εάν τα εποπτικά κεφάλαια έχουν κατέλθει σε χαμηλό επίπεδο. Η μη πληρωμή τοκομεριδίου δε συσσωρεύει υποχρέωση για καταβολή του σε μεταγενέστερο χρόνο ("Νοη- cumulative"), Είναι προφανές ότι το επίδικο ομόλογο "ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας" (perpetual bond) δεν ήταν απλό στη σύλληψη και τη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, και επομένως η παρέχουσα τις σχετικές επενδυτικές υπηρεσίες εναγομένη υπείχε ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως του ενάγοντα επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων ομολογιακού δανείου, απέδιδε μία ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιοδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους. Σημειώνεται ότι το παραπάνω προϊόν με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προωθούνταν μαζικά από την εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα καθώς με τον τρόπο αυτό προσδοκούσε την έμμεση ενίσχυση της κεφαλαιακής της επάρκειας (στην έκδοση και προώθηση αντίστοιχων προϊόντων είχαν προβεί και άλλες ελληνικές τράπεζες κατά την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης), ενώ από την επιτυχή διακίνησή του αποκόμιζαν οφέλη και οι αρμόδιοι υπάλληλοί της είτε με τη λήψη υψηλών προμηθειών ("bonus") είτε με την ενίσχυση της θέσεώς τους στην ιεραρχία της εναγόμενης διά της προσέλκυσης πελατών. Όφειλε επομένως η εναγομένη να διασφαλίσει ότι οι μέσοι επενδυτές θα ενημερώνονταν επαρκώς για τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Με βάση όσα προαναφέρονται, η εναγομένη όφειλε να ενημερώσει τον ενάγοντα με ανάλυση των βασικών όρων (άληκτο προϊόν, χωρίς δυνατότητα κατ` αρέσκεια επιστροφής) και των χαρακτηριστικών του σύνθετου και καινοφανούς αυτού προϊόντος και παρουσίαση των σύμφυτων με το χαρακτήρα του κινδύνων (ως προς την τύχη του κεφαλαίου), ώστε να μπορέσει αυτός να προβεί στην επενδυτική του απόφαση έχοντας στη διάθεσή του τις κρίσιμες και αναγκαίες πληροφορίες για να διαμορφώσει τη συναλλακτική του βούληση. Ειδικότερα, η εναγομένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, όφειλε να ενημερώσει τον ενάγοντα με κατανοητό τρόπο ότι το συγκεκριμένο ομόλογο είχε τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού ρίσκου και κυρίως να τονίσει ότι το προϊόν ήταν άληκτο και επομένως ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα να αναζητήσει το κεφάλαιό του, αν κάποια στιγμή το επιθυμούσε, ούτε ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή του κεφαλαίου του, να επεξηγήσει την έννοια της πρόωρης ανάκλησης του προϊόντος και τη σημασία της, ότι δηλαδή η δεκαετία δε σηματοδοτούσε τη λήξη του προϊόντος αλλά την απλή δυνατότητα του εκδότη να προβεί, εφόσον το επιθυμούσε, σε μονομερή ανάκληση του προϊόντος. Περαιτέρω, η εναγομένη, αν και δεν είχε προβεί σε κατάταξη του ενάγοντος σε κατηγορία ανάλογα με την οικονομική του επιφάνεια και την επενδυτική του εμπειρία, γνώριζε πάντως τις επενδυτικές του ανάγκες, όπως ο ίδιος της τις είχε παρουσιάσει κατά τη μακροχρόνια συνεργασία του με τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ..., προέκυπταν όμως σαφώς και από τις επενδυτικές κινήσεις στις οποίες είχε προβεί για λογαριασμό του η εναγομένη πριν από την αγορά του επίδικου ομολόγου, όφειλε να λάβει υπόψη τις επενδυτικές ανάγκες του ενάγοντα και να τον ενημερώσει κατά λεπτομερή, πλήρη και κατανοητό από αυτόν τρόπο τουλάχιστον για τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που παρέκλιναν από τις ανάγκες αυτές. Έτσι, αφού η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου αποτελούσε, όπως γνώριζε η εναγόμενη, πρωταρχικό μέλημα του ενάγοντος, όφειλε να τον ενημερώσει συγκεκριμένα για τους υψηλούς κινδύνους που ενείχε η συγκεκριμένη επένδυση και για τον κίνδυνο ολοσχερούς απώλειας του κεφαλαίου, τονίζοντας τα σχετικά χαρακτηριστικά του προϊόντος. Επιπροσθέτως, η εναγόμενη όφειλε να επισημάνει ειδικώς την αόριστη διάρκεια του προϊόντος, η οποία αποτελούσε έως τότε μη σύνηθες χαρακτηριστικό για κινητές αξίες και διαφοροποιούσε το συγκεκριμένο προϊόν από αυτά στα οποία έως τότε είχε επενδύσει ο ενάγων. Επιπλέον δε η εναγομένη όφειλε να παράσχει στον ενάγοντα πληροφορίες σχετικά με τη σχέση της εκδότριας με την εναγομένη και κυρίως με την αξιοπιστία και την πιστοληπτική ικανότητα της πρώτης καθώς από την οικονομική επάρκεια αυτής και όχι της εναγομένης τράπεζας, εξαρτώνταν η δυνατότητα καταβολής ετησίως τοκομεριδίων, η οποία δεν ήταν εξασφαλισμένη αλλά και η μη απώλεια του κεφαλαίου του ενάγοντα, η οποία ομοίως δεν ήταν εξασφαλισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όσα κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, η ενημέρωση που έλαβε ο ενάγων ήταν ανακριβής και ελλιπέστατη. Με βάση τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψη του πριν από την αγορά του κρίσιμου ομολόγου, ήτοι ανακριβής προφορική παρουσίαση του προϊόντος από την υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος σε συνδυασμό με τη διατύπωση της "εντολής συναλλαγής" αλλά και του δισέλιδου ενημερωτικού φυλλαδίου (όπως τα στοιχεία αυτά ειδικώς αναλύονται παραπάνω), ο ενάγων δικαιολογημένα πίστευε ότι αγόρασε κοινό ομόλογο δεκαετούς διαρκείας με εξασφάλιση του κεφαλαίου κατά τη λήξη του, καθώς δεν ενημερώθηκε επαρκώς και με κατάλληλο τρόπο από την εναγόμενη για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος στο οποίο σκόπευε να επενδύσει. Χαρακτηριστικό της όλως ανακριβούς αντίληψης περί του προϊόντος που είχε ο ενάγων είναι ότι, όπως προκύπτει από την από 25.4.2012 αναφορά του προς το συνήγορο του καταναλωτή, ο ενάγων θεωρούσε ακόμα και τότε ότι επρόκειτο για ομόλογο δεκαετούς διάρκειας εκδόσεως της εναγομένης, το οποίο η τελευταία είχε δικαίωμα να ανακαλέσει πριν την πάροδο της δεκαετίας καταβάλλοντας το 100% της αξίας του. Είναι δε ενδεικτικό ότι κατά την προφορική ενημέρωση που έλαβε ο ενάγων αλλά και στα έγγραφα που ετέθησαν υπόψη του κατά τη διάρκεια της συναλλαγής (εντολή συναλλαγής, δισέλιδο ενημερωτικό φυλλάδιο) δε γινόταν πουθενά χρήση των όρων "υβριδικό", "άληκτο προϊόν", "... ltd 18.2.2005-18.2.2049", σε αντίθεση με μεταγενέστερα έγγραφα της εναγομένης όπως λ.χ. το από 20.1.2012 έγγραφο με το οποίο ανακοινωνόταν ότι η εκδότρια δε θα κατέβαλε το Φεβρουάριο του 2012 μέρισμα στους κατόχους του προϊόντος, η από 20.4.2012 πρόταση εξαγοράς της εναγομένης για συγκεκριμένου προϊόντος, σε κανένα σημείο των οποίων δε χρησιμοποιείται ο όρος ομόλογο ή ομολογία προς περιγραφή του προϊόντος (όροι που αντίθετα χρησιμοποιούνταν κατά το στάδιο πώλησής του) αλλά οι όροι τίτλοι μειωμένης εξασφάλισης και υβριδικοί τίτλοι και η αναλυτική κατάσταση κινήσεων χρηματικών υπολοίπων του ενάγοντα όπου το προϊόν αναφέρεται ως "... ltd 18.2.2005 - 18.2.2049". Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρας του ενάγοντα, η οποία δεν αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ο οποίος καταθέτει γενικά για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να γίνεται η διάθεση των συγκεκριμένων ομολόγων και τις εντολές που είχαν λάβει οι αρμόδιοι υπάλληλοι, χωρίς πάντως να έχει συγκεκριμένη ιδία γνώση των πληροφοριών που έλαβε ο ενάγων στη συγκεκριμένη περίπτωση πριν από την αγορά του ομολόγου, επιβεβαιώνει δε ότι τα προϊόντα που διακινούνταν από το τμήμα Private της εναγομένης απευθύνονταν σε "μεγάλους πελάτες" ("μεγαλύτερους επενδυτές"), κατηγορία στην οποία κατά τα ανωτέρω σαφώς δεν ενέπιπτε ο ενάγων ούτε λόγω του ύψους του επενδυόμενου ποσού ούτε λόγω της προγενέστερης επενδυτικής του εμπειρίας. Η Ε. Μ., στην ένορκη βεβαίωσή της, βεβαιώνει ότι παρέσχε προφορικά ενημέρωση στον ενάγοντα επισημαίνοντας "τόσο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υβριδικού αυτού ομολόγου, όσο [ και τους] κινδύνους από την επένδυση σε αυτό" και ότι του τόνισε ότι το ομόλογο δεν είχε ρητή ημερομηνία λήξης, αλλά "είχε διάρκεια "εις το διηνεκές" δηλαδή μέχρις ότου, και εφόσον, ανακληθεί από την εκδότρια εταιρία", ότι "υπό ορισμένες συνθήκες το ομόλογο αυτό μπορούσε και να μην απέδιδε καθόλου τοκομερίδιο... καθώς επίσης ότι τυχόν άκαιρη απόπειρα ρευστοποίησής του, ενείχε τον κίνδυνο σημαντικής κεφαλαιακής απώλειας" και ότι ο ενάγων "κατανόησε και αποδέχθηκε τους όρους αυτούς". Ως προς τα βεβαιούμενα ότι αποτέλεσαν αντικείμενο της προφορικής ενημέρωσης η ένορκη βεβαίωση δεν κρίνεται αξιόπιστη. Αν αντίστοιχου περιεχομένου προφορική ενημέρωση είχε λάβει χώρα ο ενάγων, θα αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο της επένδυσης και θα ζητούσε αναμφιβόλως περαιτέρω διευκρινίσεις και πληροφορίες για το συγκεκριμένο ομόλογο, με δεδομένο ιδίως ότι σκοπούσε με την επίδικη επένδυση στη μελλοντική εξασφάλιση των τέκνων του, στοιχείο που γνωστοποίησε στην Ε. Μ., όπως και η ίδια αναφέρει. Εξάλλου, θα φρόντιζε να του επισημάνει ότι υφίστατο κίνδυνος σημαντικής ή και πλήρους κεφαλαιακής απώλειας όχι μόνο λόγω άκαιρης ρευστοποίησης αλλά και κυρίως λόγω της λειτουργίας του ομολόγου και της εκδότριας αυτού και της πιθανής μη ανακλήσεώς του. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ε. Μ. χρησιμοποιεί στη ένορκη βεβαίωσή της τον όρο "υβριδικό ομόλογο" και ως τίτλο αυτού "... ltd 18.2.2005-18.2.2049". Αν ο όρος αυτός και η ημερομηνία 2049 είχαν χρησιμοποιηθεί και κατά την προφορική ενημέρωση είναι βέβαιο ότι ο ενάγων, που είχε υψηλή μόρφωση, αν και άσχετη με το συγκεκριμένο αντικείμενο, θα υπέβαλε σχετικές ερωτήσεις και θα επακολουθούσε συζήτηση, την οποία θα ανέφερε ασφαλώς η βεβαιούσα προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι ενημέρωσε πλήρως και ακριβώς τον ενάγοντα σχετικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η εναγομένη τράπεζα, διά της προστηθείσας υπαλλήλου της δεν προσέφερε στον ενάγοντα ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προταθέν επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα αυτός να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση του ούτε τους πιθανούς κινδύνους του. Αντίθετα, η κατά τον προαναφερθέντα τρόπο πληροφόρηση του ήταν ανεπαρκής και όσον αφορά την προφορική ενημέρωση παντελώς ανακριβής, καθώς παρασχέθηκαν πληροφορίες που ήταν ικανές να παραπλανήσουν και παραπλάνησαν τον ενάγοντα σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβανε. Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη, διά της προστηθείσας υπαλλήλου της, παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης και διαφώτισης του πελάτη - επενδυτή ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ. Έτσι συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης του ενάγοντος για την οποία ευθύνεται ή εναγόμενη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ ο πρώτος υπέστη την κατωτέρω αναφερόμενη ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων της υπαλλήλου προστηθείσας της εναγόμενης". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, αλλά και εκείνες των άρθρων 914, 281, 288 ΑΚ, κατά παράβαση των οποίων ο προστηθείς υπάλληλός της εναγομένης Τράπεζας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, δεν προσέφερε στον ενάγοντα επαρκή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προταθέν επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα αυτός να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση του ούτε τους πιθανούς κινδύνους του αλλά, αντιθέτως, του παρέσχε ανεπαρκή και παραπλανητική πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβανε. Η παράβαση των εκ του ανωτέρω κώδικα υποχρεώσεων της εναγομένης ( και ήδη αναιρεσείουσας) στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσιβλήτου). Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 147 και 361 ΑΚ, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες και γι' αυτό ο αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο του σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων. Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων ιδρύσεως ευθύνης της εναγομένης προς αποζημίωση του ενάγοντος λόγω αδικοπραξίας, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης και της ζημίας του ενάγοντος. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) αμελής συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας του ενάγοντος. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Τέλος, ο ίδιος λόγος ως προς τον τρίτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στην πληρότητά του τον ισχυρισμό της ότι παρέσχε πλήρη ενημέρωση στον ενάγοντα, θέτοντας υπόψη αυτού τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο κρίσιμα ενημερωτικά έγγραφα για τη φύση και τον κίνδυνο της ένδικης επενδύσεως, είναι απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός, έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 112/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος του προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό της ότι ο ενάγων έτυχε πλήρους και επαρκούς ενημέρωσης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 8.2.2005 ενημερωτικού εγγράφου δύο σελίδων εκδοθέν από το τμήμα της στο .... Ειδικότερα, με τον ελεγχόμενο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο ανέγνωσε μέρος του εγγράφου τούτου, όπως η περικοπή αυτή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ υπήρχε σ' αυτό και άλλη παράγραφος, κρίσιμη και δυνάμενη να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα ως προς το επίμαχο θέμα της γνωστοποιήσεως των κινδύνων της ένδικης επένδυσης, η οποία διαλάμβανε την υπόμνηση ότι "η πληρωμή του ετήσιου κουπονιού εξαρτάται και από τη δυνατότητα της ... να διανείμει μέρισμα στους μετόχους της". Όπως προκύπτει, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, στις ως άνω παρατιθέμενες παραδοχές της σχετικά με τη φύση της επένδυσης, περιλαμβάνεται και η εξής αναφορά: "...Ο εκδότης του τίτλου υποχρεούνταν στην καταβολή (συνήθως) ετησίων τοκομεριδίων σε υψηλό επίπεδο, υπερβαίνον τα τραπεζικά επιτόκια, είχε όμως το δικαίωμα να μην πληρώσει ένα τοκομερίδιο, εφόσον τη συγκεκριμένη χρονιά δεν κατέβαλε μέρισμα στους μετόχους ή οι εποπτικές αρχές τους το απαγορεύσουν, εάν τα εποπτικά κεφάλαια έχουν κατέλθει σε χαμηλό επίπεδο..." Από την αναφορά αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο ανέγνωσε και την περικοπή αυτή του ανωτέρω από 8.2.2005 ενημερωτικού εγγράφου και άρα δεν υφίσταται περίπτωση σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου τούτου, με την έννοια της παραλείψεως αναγνώσεως περικοπής αυτού, και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά αιτιάσεις από τον πρώτο λόγο, μέμφεται Εφετείο, διότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και περιέλαβε στις παραδοχές της αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη και ισχυρισμούς του ενάγοντος μη διαλαμβανόμενους στην αγωγή (αριθμός 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ). Πρόκειται για αποδεικτικά επιχειρήματα του Εφετείου για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης που δεν έχουν αυτοτέλεια και δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω διάταξη. Στην πραγματικότητα όμως η αναιρεσείουσα με τα ουσιαστικά επιχειρήματα που προβάλλει μέσω των λόγων αυτών για τη βασιμότητα των αποδείξεων, πλήττει, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου και των λοιπών ως άνω αιτιάσεων, την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρο 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ. Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρο 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε, να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 432/2016). Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ (Ολομ ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παραβίαση των ερμηνευτικών των συμβάσεων διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στις οποίες όφειλε κατά τους ισχυρισμούς της να προστρέξει το Εφετείο, για να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο της μεταξύ αυτής και του ενάγοντος συμβάσεως που καταρτίσθηκε για την ένδικη επένδυση. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την εκφρασθείσα με την ανωτέρω σύμβαση βούληση των διαδίκων. Όλες οι παραδοχές και αναφορές της απόφασης δεν σκόπευαν στην ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης, αλλά στην ανάλυση και αξιολόγηση των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή καταρτίστηκε και των ιδιαίτερων περιστάσεων που συνέτρεξαν κατά την πραγματοποίησή της, αναφορικά πάντοτε με το αν παρασχέθηκε ή όχι στον ενάγοντα πλήρης και επαρκής προσυμβατική ενημέρωση για τους κινδύνους της ένδικης επένδυσης, όπως και στην αξιολόγηση της γενικότερης συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων ιδρύσεως ευθύνης της εναγομένης προς αποζημίωση του ενάγοντος λόγω αδικοπραξίας. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο κατά το πρώτο του σκέλος η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων κοινής πείρας και επικουρικά κακή εφαρμογή αυτών για την προσήκουσα υπαγωγή των γενομένων δεκτών στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, με την επίκληση ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος υπέστη ζημιά εξ οικείου πταίσματος, δεδομένου ότι είχε προβάλλει την έλλειψη τη δικής της υπαιτιότητας και επικουρικά την αποκλειστική υπαιτιότητα του ζημιωθέντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου για την υπαιτιότητα του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας αναφορικά με την παράλειψη πλήρους και επαρκούς ενημερώσεως του αναιρεσίβλητου για τους κινδύνους της επενδύσεως.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, για την ύπαρξη δε υποχρέωσης αποζημίωσης απαιτείται να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νομίμου λόγου της ευθύνης και της ζημίας που επήλθε. Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ενόψει των περιστάσεων ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η οποία εννοιολογικά ταυτίζεται με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει τη ζημία που έγινε. Είναι ενδεχόμενο η αιτιώδης συνάφεια να διακοπεί οπότε δεν οφείλεται αποζημίωση από τη μετά τη διακοπή περαιτέρω σειρά των γεγονότων. Τέτοια διακοπή επέρχεται όταν το γεγονός ήταν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ικανό να επιφέρει και θα επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα, πλην όμως τούτο δεν επήλθε από το γεγονός αυτό, γιατί επήλθε άλλο γεγονός, εντελώς άσχετο προς το προηγούμενο, το οποίο επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα (ΑΠ 1479/2013). Η διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου έχει ως προϋπόθεση την παρεμβολή άλλων μεταγενέστερων όλως εξαιρετικών και απρόβλεπτων γεγονότων, ιδίως δε ενεργειών τρίτων προσώπων, ενώ η παράλειψη του ζημιωθέντος να περιορίσει τη ζημία του, παρέχει στον υπόχρεο τη δυνατότατα να προβάλει την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος. Σε δικονομικό επίπεδο, ο ζημιωθείς ενάγων έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας. Η έλλειψη αυτής αποδεικνύεται ανταποδεικτικά από τον εναγόμενο. Σ' αυτόν εναπόκειται η επίκληση και απόδειξη περιστατικών, τα οποία καθιστούν απρόσφορη την αιτιώδη συνάφεια την οποία επικαλείται ο ενάγων. Η επίκληση από τον εναγόμενο λόγου που διακόπτει κατά τα ανωτέρω την αιτιώδη συνάφεια αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, αν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του εναγομένου για τη μη καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας ενόψει συνδρομής λόγου διακοπής της αιτιώδους συνάφειας, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο παραλειφθείς να εξεταστεί ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης προβάλλει την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι, αν και πρόβαλε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και επανέφερε επίσης παραδεκτά στο δεύτερο βαθμό τον ισχυρισμό ότι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων του προστηθέντος υπαλλήλου της και τη ζημίας του ενάγοντος διακόπηκε από εξωτερικό γεγονός ανώτερης βίας και συγκεκριμένα εξ αιτίας "της τραγικής οικονομικής θέσεως στην οποία περιήλθαν όλες οι ελληνικές τράπεζες μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή ομολόγων δημοσίου που κατείχαν και την εκμηδένιση των ιδίων τους κεφαλαίων και της αδυναμίας αυτής (της εναγομένης) καταβολής τοκομεριδίων", η προσβαλλόμενη απόφαση δεν τον έλαβε υπόψη. Σύμφωνα όμως με τα προπαρατιθέμενα, ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αρνητικός και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, οπότε και δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 90/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή