Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 8 / 2014    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 8/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη-Κοσμά Βασιλακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ 3260/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2012.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φαινoμένη κατ' ιδέα συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 94 Π.Κ. περί συρροής εγκλημάτων, υπάρχει, όταν εμφανίζονται, κατ' αρχήν, για την ίδια ή περισσότερες αξιόποινες πράξεις, περισσότεροι ποινικοί νόμοι, ως εφαρμοστέοι, πλην όμως από τη λογική και αξιολογική σχέση μεταξύ τους προκύπτει, ότι τελικά ένας από αυτούς είναι εφαρμοστέος, ο οποίος έτσι αποκλείει την εφαρμογή των λοιπών, που φαινομενικά μόνο συρρέουν. Με την έννοια αυτή, φαινομένη κατ' ιδέα συρροή υπάρχει στην περίπτωση, κατά την οποία περισσότεροι ποινικοί νόμοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση (αντικειμενική και υποκειμενική) της αξιόποινης πράξεως και τελούν μεταξύ τους σε σχέση γενικού και ειδικού, οπότε ισχύει η αρχή της ειδικότητας, κατά την οποία ο ειδικός νόμος αποκλείει την εφαρμογή του γενικού, με βάση τον κανόνα "τα ειδικά των γενικών επικρατέστερα". Ο ειδικός νόμος υπερισχύει του γενικού, εκτός αν διαλαμβάνεται σ' αυτόν (ειδικό) ρήτρα επικουρικότητας, γιατί τότε η εξακρίβωση της αξιολογικής σχέσεως των υπό σύγκριση ποινικών νόμων έγινε ήδη και μάλιστα κατά τρόπο αυθεντικό από το νομοθέτη. Έτσι, σε περίπτωση υπάρξεως ρήτρας επικουρικότητας στον ειδικό νόμο, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που προβλέπει τη βαρύτερη ποινή, η οποία προσδιορίζεται από το είδος αυτής και τα νομοθετικά πλαίσια του ανώτατου και κατώτατου ορίου, αλλιώς, σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιας ρήτρας, εφαρμοστέος είναι ο επιεικέστερος ειδικός ποινικός νόμος (άρθρ. 2 Π.Κ.). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, στις οριζόμενες δε από την παράγρ. 3 του ίδιου άρθρου περιπτώσεις, καθώς και σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει (όταν, δηλαδή, το εν λόγω αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου κλπ), απειλείται ποινή βαρύτερη και, μάλιστα, σε βαθμό κακουργήματος. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου. Τέτοια μείωση της περιουσίας του παθόντος συνιστά και η από μέρους του ανάληψη υποχρεώσεως χωρίς ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως αντίστοιχης αξίας από το δράστη, όπως και η καταβολή παροχής χωρίς λήψη αντίστοιχης αντιπαροχής. Εξάλλου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ.1 περ. α', γ' και 2 του Ν. 1591/1986, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (και είναι ευμενέστερες από τις αντίστοιχες διατάξεις νόμων, που ίσχυσαν στη συνέχεια), προβλέπονται και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, ως εγκλήματα φοροδιαφυγής, μεταξύ άλλων, η μη υποβολή ή ανακριβής υποβολή δηλώσεων για Φ.Π.Α., καθώς και η μη έκδοση των προβλεπόμενων, από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, φορολογικών στοιχείων. Το έγκλημα της φοροδιαφυγής, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές εκθέσεις του παραπάνω νομοθετήματος, καθώς και του ισχύσαντος στη συνέχεια αντίστοιχου Ν. 2523/1997, χαρακτηρίζεται ως φορολογική απάτη και προσδιορίζεται εξαντλητικά η αντικειμενική υπόσταση κάθε μορφής αξιόποινης διαφυγής φόρων. Ο σκοπός του δράστη της αξιόποινης φοροδιαφυγής κατατείνει στη μείωση ή αποφυγή της φορολογικής του επιβαρύνσεως και η βλάβη αφορά την απώλεια του φόρου από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή, ενόψει των εκτεθέντων στην αρχή, επικρατούν και αποκλείουν την εφαρμογή της πιο πάνω γενικής περί απάτης διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ., έστω κι αν η τελευταία, λόγω του χαρακτήρα του κακουργήματος που προσλαμβάνει, ως εκ της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, απειλεί βαρύτερη ποινή, γιατί δεν διαλαμβάνουν ρήτρα επικουρικότητάς τους. Άλλωστε, το άρθρο 61 περ. β' του άνω Ν. 1591/1986 ορίζει, ότι καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις αυτού του νόμου ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται από αυτές, η δε διάταξη του άρθρου 63 Ν. 1731/1987 ρητά ορίζει, ότι για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 31 του Ν. 1591/1986 επιβάλλονται οι οριζόμενες σ` αυτό ποινές και αποκλείεται η εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου. Αν, όμως, η απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνει όχι μόνο στη φοροδιαφυγή αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του ιδίου εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβαρύνσεώς του, τότε oι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξ ολοκλήρου την εφαρμογή της γενικής περί απάτης διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ., γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής, στην περίπτωση αυτή, δεν συμπίπτουν με εκείνα της απάτης, η οποία, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής, περιέχει και άλλη, πρόσθετη, ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα (Ολ.Α.Π. 179/1990, 643-644/1988). Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 3260/2011 αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι: "Ο κατηγορούμενος Σ. Γ. και ο Δ. Μ., ένας εκ των συγκατηγορούμένων - συμπαραπεμφθέντων του στο υπ' αριθ. 1094/2000 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που φυγοδίκησε), από τις αρχές της δεκαετίας 1990 ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα στον τομέα της εμπορίας πολυτίμων μετάλλων, κυρίως με την εισαγωγή από το εξωτερικό και τη διάθεση στο εσωτερικό χρυσού και αργύρου. Τη δραστηριότητα αυτή ασκούσαν μέσα διαφόρων εταιρειών, στις οποίες μετείχαν αυτοί ή συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα ή αυτοί ήσαν αποκλειστικοί διαχειριστές, όπως ήταν η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΑΝΤΙ ΑΕ", την οποία ίδρυσε ουσιαστικά ο πρώτος, αλλά στη διοίκηση εμφανίζεται ως διευθύνων σύμβουλος ο δεύτερος, ενώ η Ε. Λ., (συμπαραπεμφθείσα με το αυτό βούλευμα) ορίστηκε ως εκπρόσωπος του παρόντος κατ/νου, ο οποίος και ουσιαστικά διηύθυνε την εταιρεία. Η εταιρεία αυτή άρχισε τη δραστηριότητα της στην εμπορία πολυτίμων μετάλλων από το 1992. Τον Φεβρουάριο 1994 ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΜΑΦΙΝ ΑΕ" και από τον Απρίλιο του ίδιου έτους δραστηριοποιείται με την εισαγωγή και εμπορία χρυσού. Στην εταιρεία αυτή μετείχε η Α. Τ., (συμπαραπεμφθείσα με το αυτό βούλευμα) τη διηύθυνε δε ο ειρημένος Δ. Μ.. Τέλος τον Μάιο 1994 ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΜΟΡΟ ΑΕ" από τους ως άνω Δ. Μ. και Ε. Λ. με σκοπό, μεταξύ άλλων και την εισαγωγή και την εμπορία πολυτίμων μετάλλων. Έτσι ο παρών κατ/νος και ο Δ. Μ., έχοντας αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στην εισαγωγή και εμπορία πολυτίμων μετάλλων και εκμεταλλευόμενοι την κοινοτική νομοθεσία για την επιβολή και είσπραξη του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και συγκεκριμένα το γεγονός ότι από 1-1-1993 η διακίνηση των κοινοτικών εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών γινόταν χωρίς την τήρηση των προϋφισταμένων τελωνειακών διατυπώσεων και διαδικασιών και χωρίς πλέον υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ στο τελωνείο κατά την εισαγωγή, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο στην αρμοδία ΔΟΥ, συνέλαβαν το σχέδιο εισαγωγής χρυσού και αργυρού από χώρες της Ενώσεως επ' ονόματι εταιρειών με μετόχους πρόσωπα - αχυράνθρωπους και διαθέσεως στην αγορά χωρίς να καταβάλουν τον ΦΠΑ, έτσι ώστε, όταν η διάθεση θα γινόταν αντιληπτή, τα αρμόδια όργανα να στραφούν κατά των εταιρειών αυτών και των αχυράνθρωπων στη διαχείριση τους. Πρέπει εδώ να σημειωθεί σχετικά με την καταβολή του ΦΠΑ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 91/680 Οδηγία της ΕΟΚ (εσωτ. νόμος 2093/1992), τα αγαθά από 1-1-1993 θα κυκλοφορούν στην εσωτερική αγορά χωρίς διατυπώσεις και ελέγχους στα σύνορα. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι έχουν μεταβατικό χαρακτήρα, αφού από 1-1-1997 επρόκειτο να διαμορφωθεί ένα οριστικό καθεστώς για τον ΦΠΑ, στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές μεταξύ επιτηδευματιών υπόχρεος για την καταβολή του ΦΠΑ είναι ο αγοραστής στην χώρα προορισμού των αγαθών. ενώ ο πωλητής για τις παραδόσεις που κάνει σε άλλα κράτη - μέλη απαλλάσσεται του ΦΠΑ, υπό τον όρο όμως ότι τα αγαθά διακινούνται από το ένα κράτος -μέλος σε άλλο και ο πελάτης να έχει αριθμό φορολογικού μητρώου ΦΠΑ. Αρχικά είχε γεννηθεί ζήτημα για το φορολογικό καθεστώς ως προς τον ΦΠΑ για κοινοτικά εμπορεύματα, το τιμολόγιο των οποίων όμως είχε εκδοθεί σε τρίτη χώρα. Όμως, μετά από κοινοτικές διευκρινίσεις έγινε δεκτό και από τις Ελληνικές Φορολογικές Αρχές (σχετ. η . υπ' αριθ. Π. 6782/534/Α.0019 Π.Ε./7/4/1994 ΔΥΟ) ότι στις περιπτώσεις που κοινοτικά εμπορεύματα αποστέλλονται στη χώρα μας από άλλο κράτος μέλος, το τιμολόγιο πώλησης των οποίων έχει εκδοθεί σε τρίτη χώρα και επί του οποίου αναγράφεται ο ΑΦΜ/ΦΠΑ του φορολογικού αντιπροσώπου του σε κράτος μέλος ο αναλογούν στα εμπορεύματα ΦΠΑ θα καταβάλλεται από τον Έλληνα παραλήπτη αυτών στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. και όχι στο Τελωνείο, όπως καταβαλλόταν μέχρι τότε. Γνωρίζοντας λοιπόν ο παρών εκκαλών κατηγορούμενος και ο Δ. Μ. τα ως άνω ισχύοντα στην Κοινότητα εν σχέσει με τον ΦΠΑ, και στα πλαίσια του προαναφερθέντος σχεδίου τους βρήκαν δύο αλλοδαπούς Βούλγαρους, τους Β. Α. και Ά. Σ., (συμπαραπεμφθέντες με το αυτό βούλευμα), άσχετους με το αντικείμενο αυτό, και ίδρυσαν δύο μονοπρόσωπες ΕΠΕ με μοναδικό. μέτοχο τον καθένα από τους εν λόγω αλλοδαπούς. Η μία εταιρεία με την επωνυμία "SUN PEALS ΕΠΕ" συστήθηκε με το υπ' αριθμ. .../30-3-1995 συμβόλαιο (καταστατικό) της συμ/φου Αθηνών Παρασκευής Κουτσοπούλου - Χατζηαντωνίου .με μοναδικό μέλος και διαχειριστή τον Β. Α., (ο οποίος εφέρετο ως κάτοικος …, οδός …), και έδρα την …, οδός … Στη συνέχεια για την τυπική προς τα έξω και τις φορολογικές αρχές εμφάνιση της εφοδιάστηκε με ΑΦΜ και τα απαραίτητα βιβλία και φορολογικά στοιχεία από την Ε' ΔΟΥ Αθηνών. Η εταιρεία αυτή κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Ιουνίου 1995 έως τον Οκτώβριο 1995 πραγματοποίησε εισαγωγές και παραλαβές χρυσού, συνολικού βάρους 438,844 κιλών και συνολικής αξίας 5.515.705,03 δολ. ΗΠΑ και 18 εισαγωγές και παραλαβές αργύρου, συνολικού βάρους 5.742 κιλών και συνολικής αξίας 1.017.221,13 δολ. ΗΠΑ, πλέον δε αυτών είχε πραγματοποιήσει σε προγενέστερο χρόνο, στις 18 και 3-5-1995 και 2-6-1995, άλλες τρεις εισαγωγές και παραλαβές αργύρου. Οι εν λόγω εισαγωγές αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό με την παράθεση του τιμολογίου του εξαγωγέως, του αριθμού της φορτωτικής, του βάρους και του είδους του εισαχθέντος πολυτίμου μετάλλου, την αξία του και την Ελληνική τράπεζα διακανονισμού. Η άλλη εταιρεία με την επωνυμία "SEORO ΕΠΕ" συστήθηκε με το υπ' αριθμ. …/2-3-1995 συμβόλαιο (καταστατικό) της συμ/φου Αθηνών Παρασκευής Κουτσοπούλου - Χατζηαντωνίου με μοναδικό μέλος και διαχειριστή τον Ά. Σ., (ο οποίος φέρεται ως κάτοικος …, οδός … και αυτός), και έδρα την …, οδός … Στη συνέχεια για την τυπική προς τα έξω και τις φορολογικές αρχές εμφάνιση της εφοδιάστηκε με ΑΦΜ, ουδέποτε όμως θεώρησε τα απαραίτητα βιβλία και φορολογικά στοιχεία στην αρμοδία Ε' ΔΟΥ Αθηνών. Η εταιρεία αυτή κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Ιουνίου έως τον μήνα Οκτώβριο 1995 πραγματοποίησε 25 εισαγωγές και παραλαβές χρυσού, συνολικού βάρους 306,460 κιλών και συνολικής αξίας 3.850.698,21 δολ. ΗΠΑ και 10 εισαγωγές και παραλαβές αργύρου, συνολικού βάρους 2.972 κιλών και συνολικής αξίας 515.853,15 δολ. ΗΠΑ. Οι εν λόγω εισαγωγές αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό με την παράθεση του τιμολογίου του εξαγωγέως, του αριθμού της φορτωτικής, του βάρους και του είδους του εισαχθέντος πολυτίμου μετάλλου, την αξία του και την Ελληνική τράπεζα διακανονισμού. Οι εισαγωγές και από τις δύο εταιρείες των πολυτίμων αυτών μετάλλων πραγματοποιήθηκαν από το Λονδίνο με την αεροπορική εταιρεία
ΙΙΙΡΤΗΑΝ3Α, στις σχετικές δε φορτωτικές ως φορτωτής και αποστολέας αναγραφόταν η Τράπεζα του Λονδίνου REPUBLIC NATIONAL BANK OF NEW ΥΟΡΚ. Ο διακανονισμός της αξίας του εισαγομένου κάθε φορά χρυσού ή αργύρου γινόταν μέσω μίας από τις Ελληνικές Τράπεζες, όπως το υποκ/μα Εθνικής στη Γλυφάδα, της Εγνατίας στη Γλυφάδα, της Κεντρικής Ελλάδος και της Πειραιώς έναντι των φορτωτικών εγγράφων. Τα τιμολόγια πώλησης, είχα εκδοθεί στην Ελβετία από την εταιρεία AUROFIN SΑ και οι παραγγελίες εξετελούντο μέσω του φορολογικού αντιπροσώπου της στο Λονδίνο προς τις εδώ ως άνω εταιρείες, αναγραφόταν δε σ' αυτά ο αντίστοιχος για την κάθε εταιρεία ΑΦΜ/ΦΠΑ, έτσι ώστε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, οι αποκτήσεις αυτές να θεωρούνται ενδοκοινοτικές και να μην υπάρχει υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ κατά την εισαγωγή, η οποία ήταν ελευθέρα. Η πρώτη από τις προαναφερθείσες εταιρείες υπέβαλε στην αρμοδία ΔΟΥ προσωρινές μηνιαίες δηλώσεις ΦΠΑ για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις των μηνών Μαΐου. Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 1995, στις οποίες ανέγραφε πάντα μηδενικό ποσό ΦΠΑ για καταβολή, ενώ στις ίδιες δηλώσεις η αναγραφομένη αξία των ενδοκοινοτικών αποκτήσεων ήταν κατά πολύ μικρότερη της πραγματικής αξίας των αποκτήσεων αυτών. Η αναγραφή του μηδενικού ποσού στις μηνιαίες καταστάσεις για τον ΦΠΑ γινόταν προκειμένου να μπορούν να έχουν φορολογική ενημερότητα, η οποία τους ήταν απαραίτητη για τον διακανονισμό από τις μεσολαβούσες Τράπεζες των εισαγωγών. Κατόπιν αυτών η αρμοδία Ε ΔΟΥ_ Αθηνών, μετά την παραλαβή των εν λόγω στοιχείων επεχείρησε τη διενέργεια έρευνας, ξεκινώντας δε από την επίσκεψη υπαλλήλων της στα γραφεία της στη οδό … διαπίστωσαν ότι σε γραφείο στο δεύτερο όροφο της εκεί πολυκατοικίας ήταν τοποθετημένη πινακίδα με τον τίτλο της εταιρείας, πλην όμως η πόρτα του γραφείου ήταν κλειστή, κατά δήλωση δε εργαζομένων σε διπλανές επιχειρήσεις το γραφείο αυτό ουδέποτε ήταν ανοικτό ούτε παρατήρησαν ποτέ κινήσεις ατόμων ή εμπορευμάτων. Μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων υπάλληλοι της εν λόγω ΔΟΥ παραβίασαν την είσοδο του γραφείου και διαπίστωσαν ότι επρόκειτο περί ενός μικρού χώρου, τελείως κενού, δεν υπήρχαν έπιπλα ή εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι τον χώρο αυτό χρησιμοποιούσαν για άσκηση επιχείρησης. Την ίδια ημέρα αναζητήθηκε ο φερόμενος ως μοναδικός εταίρος της εν λόγω εταιρείας Βούλγαρος υπήκοος Β. Α. στην οδό …, διεύθυνση που είχε δηλωθεί, αλλά όχι μόνο δεν αναβρέθηκε, αλλά ουδέποτε είχε διαμείνει εκεί. Η δεύτερη εταιρεία, η SEORO ΕΠΕ υπέβαλε μηνιαίες προσωρινές δηλώσεις ΦΠΑ για τις ενδοκοινοτικές αποκτήσεις στην αρμοδία ΔΟΥ για τους μήνες Μάιο. Ιούνιο. Ιούλιο, Αύγουστο και. Σεπτέμβριο 1995, στις οποίες ανέγραφε πάντα μηδενικό ποσό ΦΠΑ για καταβολή, ενώ η αναγραφομένη αξία των ενδοκοινοτικών αποκτήσεων ήταν κατά πολύ μικρότερη της πραγματικής αξίας των αποκτήσεων αυτών. Η αναγραφή του μηδενικού ποσού στις καταστάσεις για τον ΦΠΑ γινόταν προκειμένου να μπορούν να έχουν φορολογική ενημερότητα, η οποία τους ήταν απαραίτητη για τον διακανονισμό από τις μεσολαβούσες Τράπεζες των εισαγωγών. Κατόπιν αυτών η αρμοδία ΚΒ' ΔΟΥ Αθηνών, μετά την παραλαβή των εν λόγω στοιχείων επεχείρησε τη διενέργεια έρευνας, ξεκινώντας δε από την επίσκεψη υπαλλήλων της στα γραφεία της στη οδό … διαπίστωσαν ότι σε γραφείο στον τρίτο όροφο της εκεί πολυκατοικίας ήταν τοποθετημένη πινακίδα με -τον τίτλο της εταιρείας, πλην όμως η πόρτα του γραφείου ήταν κλειστή, κατά δήλωση δε εργαζομένων σε διπλανές επιχειρήσεις το γραφείο αυτό ουδέποτε ήταν ανοικτό ούτε παρατήρησαν ποτέ κινήσεις ατόμων ή εμπορευμάτων. Μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων υπάλληλοι της εν λόγω ΔΟΥ παραβίασαν την είσοδο του γραφείου και διαπίστωσαν ότι επρόκειτο περί ενός μικρού χώρου, τελείως κενού, δεν υπήρχαν έπιπλα ή εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι τον χώρο αυτό χρησιμοποιούσαν ως έδρα εταιρείας. Την ίδια ημέρα αναζητήθηκε ο φερόμενος ως μοναδικός εταίρος της εν λόγω εταιρείας Βούλγαρος υπήκοος Ά. Σ. στην οδό …, διεύθυνση που είχε δηλωθεί, αλλά όχι μόνο δεν αναβρέθηκε, αλλά ουδέποτε είχε διαμείνει εκεί. Το ότι πραγματικοί εισαγωγείς των πιο πάνω ποσοτήτων πολυτίμων μετάλλων ήσαν ο παρών κατηγορούμενος και ο Δ. Μ. και ότι η σύσταση και η λειτουργία των εν λόγω εταιρειών έγινε για να καλύψει και να διευκολύνει τις παράνομες ενέργειές τους προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Η μίσθωση των γραφείων των εταιρειών αυτών στην οδό … για την πρώτη και …. για τη δεύτερη έγινε, η μεν πρώτη από τον παρόντα κατ/νο Σ. Γ., ο όποιος έδωσε στον εκμισθωτή το δικό του κινητό τηλέφωνο και κατέβαλε ο ίδιος τα μισθώματα, η δε δεύτερη απο την Α. Τ., (πρόσωπο συνδεόμενο στενά με τον Δ. Μ.), η οποία είχε δώσει το δικό της τηλέφωνο στον εκμισθωτή. Τα μισθωτήρια βεβαίως συνετάγησαν επ' ονόματι των Βουλγάρων υπηκόων, οι οποίοι όμως πέρα από την απλή σωματική παρουσία τους, δεν είχαν άλλη συμμετοχή στην κατάρτιση των μισθώσεων, μάλιστα δε και αργότερα όταν επρόκειτο για καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων οι εκμισθωτές ερχόταν σε επικοινωνία με τον νυν κατ/νο και τον Δ. Μ., δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε, τα μίσθια γραφεία ήταν πάντοτε κλειστά και κανείς δεν τα επισκεπτόταν,. 2) Για την σύνταξη των καταστατικών των ως άνω μονοπρόσωπων ΕΠΕ από την συμ/φο Αθηνών Παρασκευή Κουτσοπούλου ασχολήθηκαν μόνο ο νυν εκκαλών κατ/νος και ο Δ. Μ. οι δε δύο Βούλγαροι αχυράνθρωποι, περιορίστηκαν μόνο στην υπογραφή, μάλιστα δε κατά την υπογραφή του συμβολαίου παρίστατο και ο νυν κατ/νος Σ. Γ.. 3) Η παραλαβή των εισαγομένων ποσοτήτων χρυσού και αργύρου γινόταν πάντοτε από τον νυν κατ/νο και τον Δ. Μ. με απλή παρουσία των ως άνω Βουλγάρων, προκειμένου και μόνο να θέσουν τις υπογραφές τους Συγκεκριμένα αυτοί πάντοτε με τη συνοδεία είτε τον νυν κατ/νου είτε του Δ. Μ. μετέβαιναν, στα γραφεία της LUFTHANSA, όπου, είτε επρόκειτο για τη πρώτη είτε για τη δεύτερη εταιρεία αυτός και μόνο αυτός (νυν κατ/νος ή ο Δ. Μ.) διεκπεραίωνε όλες τις διατυπώσεις, πλήρωνε τα σχετικά έξοδα και παρελάμβανε την εισαχθείσα ποσότητα χρυσού ή αργύρου. Μάλιστα ο Δ. Μ. είχε αφήσει και το νούμερο ενός κινητού τηλεφώνου, που τυπικά ανήκε σε μία από τις εν λόγω εταιρείες, αλλά το είχε και έκανε χρήση ο ίδιος, για να αναζητούν αυτόν όταν παρίστατο ανάγκη. 4) Οι σχετικές συμφωνίες συνεργασίας και διακανονισμού της αξίας των εισαγομένων πολυτίμων μετάλλων από τις προαναφερθείσες Τράπεζες γινόταν πάντοτε από τον νυν κατ/νο και τον Δ. Μ. και εδώ οι Βούλγαροι υπήκοοι παρίσταντο απλώς και υπέγραφαν, ό,που χρειαζόταν η υπογραφή τους, ως τυπικοί εκπρόσωποι των ως άνω μονοπρόσωπων εταιρειών. Συγκεκριμένα στην Εγνατία Τράπεζα Γλυφάδας, στην οποία διακανονίστηκε η αξία επτά (7) εισαγωγών της πρώτης και τριών (3) της δεύτερης εταιρείας, τις σχετικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες διενήργησε ο νυν εκκαλών κατηγορούμενος Σ. Γ. και για τις δύο εταιρείες, ό οποίος διαπραγματεύθηκε και το επιτόκιο των εν λόγω εταιρειών για τους λογαριασμούς όψεως. Ο νυν κατηγορούμενος πότε με την συμπαραπεμφθείσα Ε. Λ. και πότε με τον Δ. Μ. είχε κάνει και τις σχετικές συζητήσεις για τη συνεργασία των εν λόγω εταιρειών με την Τράπεζα Πειραιώς. Πριν από κάθε εισαγωγή προσερχόταν ο ίδιος στην Τράπεζα και έκανε όλες τις σχετικές διατυπώσεις, πληρώνοντας και τα χρήματα, για την τηλεφωνική δε επικοινωνία του με την Τράπεζα είχε δώσει είτε τα προσωπικά του τηλέφωνα είτε τα τηλέφωνα δικής του εταιρείας. Αλλά και στις άλλες Τράπεζες, δηλαδή Κεντρικής Ελλάδος και Εθνικής, πάλι ο νυν κατ/νος Σ. Γ. έκανε όλες τις συμφωνίες και τους διακανονισμούς, συνοδευόμενος τακτικά από τον Δ. Μ.. Οι ως άνω Βούλγαροι, τυπικοί εκπρόσωποι των εν λόγω μονοπρόσωπων εταιρειών περιορίζονταν μόνο να υπογράφουν, όπου ήταν απαραίτητη η υπογραφή τους και δεν είχαν κανενός άλλου είδους άλλη συμμετοχή, μάλιστα δε στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος οι αρμόδιοι υπάλληλοι διέκοψαν τη συνεργασία με τον κύκλο αυτό, γιατί η όλη συμπεριφορά τους δεν τους ενέπνεε εμπιστοσύνη. Όλες οι ως άνω εισαχθείσες και παραληφθείσες με τον εκτεθέντα τρόπο από τους κατηγορουμένους ποσότητες χρυσού και αργύρου διατέθηκαν στην εσωτερική αγορά, χωρίς την έκδοση φορολογικών στοιχείων αφού η μεν SEORO ουδέποτε θεώρησε τέτοια στοιχεία, η δε SUN PEARLS θεώρησε μόνο ένα μπλοκ τιμολογίων πωλήσεως, τα οποία όμως ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν απ' αυτή. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι εν λόγω εταιρείες, ως αγοράστριες εμπορευμάτων ενδοκοινοτικών αποκτήσεων στη χώρα προορισμού που ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ελλάδα, ήταν κατά νόμο υπόχρεες για την καταβολή του ΦΠΑ των εισαγωγών που διενεργήθηκαν στο όνομα της κάθε μίας. Από τον διενεργηθέντα από την Ε' ΔΟΥ Αθηνών έλεγχο στην εταιρεία SUN PEARLS προέκυψε ότι η συνολική αξία των ποσοτήτων χρυσού και αργύρου, τις οποίες τυπικά η εταιρεία αυτή εισήγε, ουσιαστικά όμως ο νυν κατ/νος και ο Δ. Μ. παρέλαβαν και πώλησαν, ανήλθε σε 1.561.326.140 δραχμές (αξία 438,844 κιλών χρυσού 1.288.007.140 και αξία 6.142 κιλών αργύρου 273.319.000 δραχμές). Ο αναλογούν ΦΠΑ στη συνολική αξία των ανωτέρω εισαγωγών ανέρχεται σε 281.038:705 δραχμές, από τον οποίο δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Σχετικά με την εταιρεία SEORO), από τον διενεργηθέντα από την ΚΒ' ΔΟΥ Αθηνών έλεγχο προέκυψε ότι η συνολική αξία των ποσοτήτων χρυσού και αργυρού, τις οποίες τυπικά η εταιρεία αυτή εισήγε, ουσιαστικά όμως ο νυν κατ/νος και ο Δ. Μ. παρέλαβαν και πώλησαν, ανήλθε σε 1.019.674.636 δραχμές (αξία 306,460 κιλών χρυσού 898.941.145 και αξία 2.792 κιλών αργύρου 120.733.491 δραχμές). Ο αναλογούν ΦΠΑ στη συνολική αξία των ανωτέρω εισαγωγών ανέρχεται σε 183.541.434 δραχμές, από τον οποίο δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο νυν κατ/νος αν και κλήθηκε επανειλημμένως από τις αρμόδιες αρχές για να δώσει εξηγήσεις, ουδέποτε προσήλθε.
Από τα περιστατικά που προεκτέθηκαν με σαφήνεια απεδείχθη ότι ο νυν κατ/νος και ο Δ. Μ., από κοινού, μετά από συναπόφαση και έχοντας κοινό δόλο έχοντας ως σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομα περιουσιακά οφέλη με την αποφυγή της πληρωμής του προανεφερθέντος ΦΠΑ, έβλαψαν την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα, αφού δημιούργησαν με τους συμπαραπεμφθέντες ως άνω Βούλγαρους υπηκόους Β. Α. και Ά. Σ., οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ως παρένθετα πρόσωπα, τις προαναφερθείσες εταιρείες και εκμεταλλευόμενοι την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την καταβολή του ΦΠΑ εισήγαγαν στην Ελλάδα τις εκτεθείσες ποσότητες πολυτίμων μετάλλων και κατά την υποβολή των σχετικών δηλώσεων με ψευδές περιεχόμενο απέκρυψαν από τις εδώ φορολογικές αρχές ότι αυτοί ήσαν οι εισαγωγείς των μετάλλων αυτών και παρουσίαζαν - έφεραν ως εισαγωγείς τις προαναφερθείσες εταιρείες με εκπροσώπους δύο αλλοδαπούς, αποσκοπούντες έτσι, όταν θα απεκαλύπτετο η διάθεση των ποσοτήτων των πολυτίμων μετάλλων στην ελληνική αγορά, να αποφύγουν αυτοί τις συνέπειες, επωφελούμενοι οι ίδιοι τον αναλογούντα σ' αυτές ΦΠΑ, που στις συγκεκριμένες περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Την πράξη αυτή της απάτης τέλεσαν κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης αυτής, τον σχεδιασμό και κατάρτιση πολύ καλά οργανωμένου σχεδίου, τον τρόπο εκτελέσεως με την ανεύρεση παρενθέτων προσώπων, την εκμίσθωση κλειστών γραφείων ως δήθεν εδρών την συσταθεισών μονοπρόσωπων εταιρειών και την κατ' εξακολούθηση τέλεση προκύπτει ότι, αφενός μεν έχουν κατάλληλα διαμορφωμένη υποδομή για επανειλημμένη τέλεση τέτοιων πράξεων, με αποκλειστικό σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αφετέρου δε έχουν αποκτήσει ισχυρή και σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, όπως εν προκειμένω, το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος. (ΑΠ 1307/2002 Π.Χρ. ΝΓ 497, ΑΠ 1371/1996 Π.Χρ. ΜΖ 1417). Η ανωτέρω περιγραφόμενη απατηλή ενέργεια του νυν εκκαλούντος κατ/νου δράστη κατέτεινε όχι μόνο στην μη απόδοση του αναλογούντος ΦΠΑ, αλλά και στην φοροδιαφυγή του ιδίου, (και του συναυτουργού του Δ. Μ.), περαιτέρω δε, στην παράνομη ωφέλεια τους, στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας ή βλάβη των ως άνω τυπικών εταίρων των προαναφερθεισών μονοπροσώπων εταιρειών, αφού αυτές μεν αδυνατούσαν να καταβάλλουν τον αναλογούντα ως άνω ΦΠΑ, το δε Δημόσιο αδυνατούσε να τον εισπράξει ελλείψει λόγω ελλείψεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου. Επομένως οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξ' ολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί (κακουργηματικής) απάτης διατάξεων των άρθρων 386 ΠΚ, γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της απάτης, η οποία, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής, περιέχει και την ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα της απάτης. Επομένως οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι η δραστηριότητα του σε κάθε περίπτωση πραγματώνει μόνο το έγκλημα της φοροδιαφυγής, διωκόμενο σε βαθμό πλημμελήματος, που έχει υποκύψει στην παραγραφή, .είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επομένως ο νυν κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της απάτης σε βάρος του Δημοσίου, τελεσθείσα από κοινού μετά του Δ. Μ. κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το όφελος που επεδίωξαν και η ζημία που οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών και είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Πρέπει να σημειωθεί ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη και με το υπ' αριθ. 1094/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την εν λόγω πράξη εκτός από τον νυν κατ/νο και τον Δ. Μ. και οι Α. Τ., Ε. Λ., 5) Β. Α. και 6) Ά. Σ.. Για την πράξη αυτή εναντίον των εν λόγω βουλγάρων εξεδόθησαν εντάλματα συλλήψεως και φυγοδικούν, ενώ η Α. Τ. και Ε. Λ. αθωώθηκαν με την υπ' αριθ. 1607/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, σε δεύτερο βαθμό, τον αναιρεσείοντα ένοχο (κακουργηματικής απάτης, από κοινού, κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 50.000.000 δραχμών και του επέβαλε κάθειρξη δώδεκα ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στην Αθήνα από κοινού με τον Δ. Μ., κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο 1995, με πρόθεση από κοινού με τον Δ. Μ., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη και παράλειψη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, οι πράξεις δε αυτές που διέπραξε εξακολουθητικώς στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε σ' αυτό υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000, είναι δε ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα ο εν λόγω κατηγορούμενος, έχοντας αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στην εισαγωγή και εμπορία πολυτίμων μετάλλων και εκμεταλλευόμενος την κοινοτική νομοθεσία για την επιβολή και είσπραξη του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και συγκεκριμένα το γεγονός ότι από 1-1-1993 η διακίνηση των κοινοτικών εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών γίνεται χωρίς την τήρηση των προϋφισταμένων τελωνειακών διατυπώσεων και διαδικασιών και χωρίς πλέον υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ στο τελωνείο κατά την εισαγωγή, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο στην αρμοδία ΔΟΥ, συνέλαβα το σχέδιο εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων χρυσού και αργύρου από χώρες της Ενώσεως επ' ονόματι εταιρειών με μετόχους πρόσωπα - αχυράνθρωπους και διαθέσεως στην αγορά χωρίς να καταβάλουν τον ΦΠΑ, έτσι ώστε, όταν η διάθεση θα γινόταν αντιληπτή, τα αρμόδια όργανα να στραφούν κατά των εταιρειών αυτών και των αχυράνθρωπων στη διαχείρισή τους και αυτός να έχει καρπωθεί την αξία του ΦΠΑ. Στα πλαίσια του σχεδίου του αυτού βρήκε δύο αλλοδαπούς Βούλγαρους, τους 1) Β. Α. και 2) Ά. Σ., άσχετους με το αντικείμενο αυτό, και ίδρυσε δύο μονοπρόσωπες ΕΠΕ με μοναδικό μέτοχο τον καθένα, από τους αλλοδαπούς. Η μία εταιρεία με την επωνυμία "SUN PEARLS ΕΠΕ" συστήθηκε με το υπ' αριθμ. .../30-3-1995 συμβόλαιο (καταστατικό) της συμ/φου Αθηνών Παρασκευής Κουτσοπούλου - Χατζηαντωνίου με μοναδικό μέλος και διαχειριστή τον Β. Α., ο οποίος φέρεται ως δήθεν κάτοικος …, οδός .., και έδρα δήθεν την …, οδός ... Στη συνέχεια για την τυπική προς τα έξω και τις φορολογικές αρχές εμφάνισή της εφοδιάστηκε με ΑΦΜ και τα απαραίτητα βιβλία και φορολογικά στοιχεία από την Ε' ΔΟΥ Αθηνών. Η εταιρεία αυτή κατά το χρονικό διάστημα από Ιουνίου 1995 έως Οκτωβρίου 1995 πραγματοποίησε 32 εισαγωγές και παραλαβές χρυσού, συνολικού βάρους 438,844 κιλών και συνολικής αξίας 5.515.705,03 δολ. ΗΠΑ και 18 εισαγωγές και παραλαβές αργύρου, συνολικού βάρους 5.742 κιλών και συνολικής αξίας 1.017.221,13 δολ. ΗΠΑ, πλέον δε αυτών είχε πραγματοποιήσει σε προγενέστερο χρόνο, στις 18 και 3-5-1995 και 2-6-1995, άλλες τρεις εισαγωγές και παραλαβές αργύρου. Ειδικότερα είχε πραγματοποιήσει τις ακόλουθες εισαγωγές χρυσού και αργυρού. Η άλλη εταιρεία με την επωνυμία "SEORO ΕΠΕ" συστήθηκε με το υπ' αριθμ. …/2-3-1995 συμβόλαιο (καταστατικό) της συμ/φου Αθηνών Παρασκευής Κουτσοπούλου - Χατζηαντωνίου με μοναδικό μέλος και διαχειριστή τον Ά. Σ. ο οποίος φέρεται ως δήθεν κάτοικος …, οδός ... και αυτός, καν έδρα δήθεν την …, οδός ... Στη συνέχεια για την τυπική προς τα έξω και τις φορολογικές αρχές εμφάνιση της εφοδιάστηκε με ΑΦΜ, ουδέποτε όμως θεώρησε τα απαραίτητα βιβλία και φορολογικά στοιχεία στην αρμοδία Ε' ΔΟΥ Αθηνών. Η εταιρεία αυτή κατά το: χρονικό διάστημα από Ιουνίου έως Οκτωβρίου 1995 πραγματοποίησε 25 εισαγωγές και παραλαβές .χρυσού, συνολικού βάρους 306,460 κιλών και συνολικής αξίας 3.850.698,21 δολ. ΗΠΑ και 10 εισαγωγές και παραλαβές αργύρου, συνολικού βάρους 2.972 κιλών και συνολικής αξίας 515.853,15 δολ. ΗΠΑ. Ειδικότερα είχε πραγματοποιήσει τις ακόλουθες εισαγωγές χρυσού και αργύρου. Οι εισαγωγές και από τις δυο εταιρείες των; πολυτίμων αυτών μετάλλων πραγματοποιήθηκαν από το Λονδίνο με την αεροπορική εταιρεία LUFTHANSA, στις σχετικές δε φορτωτικές ως φορτωτής και αποστολές αναγραφόταν η Τράπεζα του Λονδίνου REPUBLIC NATIONAL BANK OF NEW YORK. Ο διακανονισμός της αξίας του εισαγομένου κάθε φορά χρυσού ή αργύρου γινόταν από τον; εν λόγω κατηγορούμενο; με τη βοήθεια των παρισταμένων κάθε φορά Βουλγάρων υπηκόων μέσω μίας από τις Τράπεζες υποκ/μα Εθνικής στη Γλυφάδα, της Εγνατίας στη Γλυφάδα, της Κεντρικής Ελλάδος και της Πειραιώς έναντι των φορτωτικών εγγράφων. Τα τιμολόγια πώλησης είχαν εκδοθεί στην Ελβετία από την εταιρεία AUROFIN SA και οι παραγγελίες εξετελούντο μέσω του φορολογικού αντιπροσώπου της στο Λονδίνο προς τις εδώ ως άνω εταιρείες, αναγραφόταν δε σ' αυτά ο αντίστοιχος για την κάθε εταιρεία ΑΦΜ/ΦΠΑ, έτς ώστε οι αποκτήσεις αυτές να θεωρούνται. ενδοκοινοτικές και να μην υπάρχει υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ κατά την εισαγωγή, η οποία ήταν ελευθέρα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αυτός για την ολοκλήρωση του σχεδίου εξαπατήσεως των αρμοδίων Φορολογικών Αρχών υπέβαλε εν γνώσει του ψευδείς δηλώσεις με μηδενικό ΦΠΑ επ' ονόματι δήθεν των προαναφερθεισών εταιρειών και απέκρυψε ότι πράγματι εισαγωγείς των πολυτίμων μετάλλων κάθε φορά ήταν ο ίδιος, ο οποίος στη συνέχεια τους διέθεσε στην ελληνική αγορά χωρίς παραστατικά στοιχεία, με αποτέλεσμα οι αρμόδιοι υπάλληλοι των Ε' και ΚΒ' ΑΟΥ Αθηνών να παραπλανηθούν και να παραλείψουν τον έλεγχο και την επιβολή του ΦΠΑ στον ίδιον, κι έτσι να ωφεληθεί αυτός παράνομα κατά τον αναλογούντα στις. προαναφερθείσες ποσότητες χρυσού και αργύρου ΦΠΑ, ανερχόμενον. για μεν την SUN PEARLS σε δραχμές 281.038.705 (αξία 438,844 κιλών χρυσού 1.288.007.140 και αξία 6.142 κιλών αργύρου 273.319.000 δραχμές ίσον 1.561.326.140 Χ 18% ΦΠΑ = 281.038.705), για δε τη SEORO ΕΠΕ δραχμές 183.541.434 (αξία 306,460 κιλών χρυσού 898.941.145 και αξία 2.792 κιλών αργύρου 120.733.491 δραχμές = 1.019.674.636 Χ 18% = 183.541.434), δηλαδή ο αναλογούν ΦΠΑ στη συνολική αξία των ανωτέρω εισαγωγών ανέρχεται στο συνολικό και ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 464.580 139 δραχμών, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων, κατά το οποίο ζημιώθηκε αντίστοιχα το Ελληνικό Δημόσιο, αφού ουδέποτε εισέπραξε αυτό. Τέλος από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει ότι διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία, ως ενιαίο σύνολο, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφενός μεν είναι ασαφής, διότι, μολονότι δέχθηκε στο διατακτικό της, ότι η μόνη βλάβη που προκλήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Δ. Μ. και το σκοπούμενο αντίστοιχο παράνομο όφελος των ιδίων αφορούσε την απώλεια από το Ελληνικό Δημόσιο του αναλογούντος στη διάθεση των αναφερόμενων ποσοτήτων πολύτιμων μετάλλων στην ελληνική αγορά φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και την αποφυγή της αντίστοιχης φορολογικής τους επιβαρύνσεως, αντιφατικά δέχεται στο σκεπτικό της, προκειμένου να θεμελιώσει την εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία στη γενική διάταξη περί απάτης (και όχι στις ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής), ότι η απατηλή ενέργεια αυτού κατέτεινε και στην πρόκληση περαιτέρω ζημίας ή βλάβης των επίσης συγκατηγορουμένων του βουλγάρων, εικονικών εταίρων των προαναφερθεισών μονοπρόσωπων εταιριών, που ανέλαβαν υποχρέωση πληρωμής Φ.Π.Α., τον οποίο αδυνατούσαν να καταβάλουν στο Δημόσιο, πλην όμως, εφόσον αυτοί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατηγορούνται για την ίδια πράξη, εκδοθέντων εις βάρος τους ενταλμάτων συλλήψεως, ασφαλώς δεν μπορούν να θεωρηθούν παθόντες ούτε ως παραπλανηθέντες, ενόψει της συμμετοχής τους στον κοινό δόλο, ούτε ως ζημιωθέντες τρίτοι, δοθέντος ότι ως τέτοιοι (ζημιωθέντες τρίτοι) νοούνται, κατά την έννοια του νόμου, μόνον οι βλαπτόμενοι από το έγκλημα της απάτης, που είναι αμέτοχοι σ' αυτό και όχι οι συμμέτοχοι, με οποιαδήποτε μορφή, στη διάπραξή του, αφετέρου δε είναι ελλιπής, διότι, πέραν των ανωτέρω αντιφατικών παραδοχών σχετικά με την παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων, ως αντικειμενικού στοιχείου της αξιόποινης πράξεως της απάτης, δεν προσδιορίζεται κατά συγκεκριμένο τρόπο, ότι η παραπάνω (απατηλή) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατέτεινε στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου, πέραν της απωλείας του αναλογούντος στις προεκτεθείσες συναλλαγές Φ.Π.Α. ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του ιδίου, εκτός της αποφυγής της φορολογικής επιβαρύνσεώς του. Ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσεως, αφού, εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων και αντιφάσεως των αιτιολογιών της, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, επί του προκειμένου, της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 Π.Κ., η οποία έτσι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως και ως προς τα δύο σκέλη του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αυτές.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει των πλημμελειών που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα του ετέρου λόγου του αναιρετηρίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3260/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή