Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1454 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός αποδεικτικών μέσων. Η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση αυτής. Πρέπει όμως να προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικώς, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη. Από το όλο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεκτός ο σχετικός για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 § 1 περ.Δ΄ ΚΠΔ λόγο της αιτήσεως. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.




Αριθμός 1454/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, περί αναιρέσεως της 10257/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 255/10.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των αρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα όσα έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.). χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρ. 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρ. 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρ. 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα), να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την πραγματογνωμοσύνη, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Η αβεβαιότητα δε αυτή επιτείνεται, όταν το Δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό του πόρισμα, μάλιστα χωρίς αναφορά, άμεση ή έμμεση, στο περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά εκείνων του πορίσματος της τελευταίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 10257/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (αρ. 302 ΠΚ) σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διστακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "...την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά (ως αναγνωσθέντα) και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Όμως δεν αναφέρεται καθόλου το Δικαστήριο και στην από 3-3-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού, ..., ο οποίος είχε πραγματογνώμονας με το υπ' αριθμ. 429/7-12-2005 έγγραφο του 6ου προανακριτικού Τμήματος του Πταισματοδικείου Αθηνών και είχε συντάξει την αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Η έκθεση δε αυτή πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύεται και δεν και δεν αξιολογείται ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας (εκτός εκείνου της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων), μολονότι μάλιστα καταλήγει σε πόρισμα (ανυπαρξία ζωνών ασφαλείας) το οποίο είναι αντίθετο με αυτά που, ως αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατέληξε το Δικαστήριο, ώστε να δύναται να συναχθεί, έστω και εμμέσως, ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του. Έτσι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όπως υποχρεούτο, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και το αποδεικτικό αυτό μέσο. Επομένως, οι από το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, είναι βάσιμος και, εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 10257/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή