Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 485 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Βακούφια.




Περίληψη:
Αφιερωμένη περιουσία σε εκκλησιαστικά καθιδρύματα μη Μουσουλμανικών θρησκειών. Η διοίκησή της ρυθμιζόταν από την αφιερωτήρια πράξη ή από τη συνήθεια που από παλιά κρατούσε και δεν την είχε εκείνος στο όνομα του οποίου είχε γίνει (εικονικά) η σχετική διακαιοπραξία. Η πραγματική αυτή κατάσταση στις Νέες Χώρες αντιμετωπίσθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 147/1914 «περί της εν τους προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας». Περιεχόμενο και έννοια της ρύθμισης αυτής. Πότε ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος. Περιστατικά.




Αριθμός 485/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ιεράς Μονής Λαζαριστών του Αγίου Βικεντίου του Παύλου της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας, με έδρα την Καβάλα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 2) Δήμου Καβάλας, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου νόμιμα εκπροσωπούμενου με έδρα την Καβάλα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Αγελαράκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/1981 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και την από 5/10/1998 παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/1983 μη οριστική, 197/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 596/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/8/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 3/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε η από 6/8/2008 αίτηση αναίρεσης κατά της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε, άλλως την απόρριψη της.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδάφ. α' και γ', 568 παρ.4 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική δικάσιμο ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχε παραστεί κατ' αυτή νόμιμα, αν δε συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή, διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την έκθεση επίδοσης 4721/18.4.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το παρόν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6.8.2008 αίτησης αναίρεσης της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης, με πράξη ορισμού δικασίμου για τις 16.11.2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ορισθείσα πιο πάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, η πιο πάνω αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α' και γ' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η ένδικη - από 6.8.2008 - αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της 1521/2008 θετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. , κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 12 παρ.1 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009. Έχει δε παραδεκτά απευθυνθεί - η αίτηση αναίρεσης - και κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Καβάλας, στον οποίο (όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας με το .../2.9.1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καβάλας Όλγας Χαΐτογλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκε λόγω πωλήσεως τμήμα των επιδίκων ακινήτων, συνολικού εμβαδού 2.974,89 τ.μ., ως έχοντας ασκήσει την από 5.10.1988 πρόσθετη αυτοτελή παρέμβασή του υπέρ της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας και κατά του ήδη αναιρεσείοντος εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου.
ΙΙΙ. Με το άρθρο 455 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι: "τα δημόσια έγγραφα θεωρούνται γνήσια και επιτρέπεται μόνο να προσβληθούν ως πλαστά", καθιερώνεται τεκμήριο γνησιότητας των δημόσιων εγγράφων, το οποίο κάμπτεται με την προσβολή τους ως πλαστών". Όπως, όμως προκύπτει από το επόμενο άρθρο - 456 - του ΚΠολΔ, τα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα δεν έχουν εκ του νόμου τεκμήριο γνησιότητας, αλλά το δικαστήριο μπορεί με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις να θεωρήσει αυτά ως γνήσια και χωρίς απόδειξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (όχι από τον αριθμό 8, αλλά) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρόλο που με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ρητά και κατά τρόπο σαφή αμφισβήτησε τη γνησιότητα και το κύρος των τίτλων ιδιοκτησίας (του Οθωμανικού Κτηματολογίου) τους οποίους η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα είχε προσκομίσει με επίκληση, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του κατά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την 197/1999 οριστική απόφασή του παρά το νόμο είχε ανακαλέσει την 120/1983 προδικαστική απόφασή του, καθό μέρος είχε κριθεί νόμιμη η εκ μέρους του άρνηση της γνησιότητας των εγγράφων αυτών και είχε ταχθεί το οικείο θέμα απόδειξης, κηρύττοντας, έτσι, έκπτωση από το δικαίωμά του αμφισβήτησης της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων. Όμως, όπως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει και από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, διαλαμβάνοντας σ' αυτές και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο για τους παραπάνω τίτλους ιδιοκτησίας, ότι "στερούνται πάσης σημασίας, κύρους ή νομικής αξίας και ουδέν απολύτως δήθεν δικαίωμα αυτής - της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας - προσεπιμαρτυρούν ουδέν προσεπόρισαν ποτε εις την αντίδικον, εγώ δε (το αναιρεσείον) αρνούμαι οιοδήποτε κύρος ή νομικήν αξίαν εις ταύτα ... μη αποτελούντα πραγματικούς τίτλους (ταπία) ...", δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους ως εγγράφων, αλλά η αποδεικτική αυτών αξία, η οποία αναιρετικά είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Γι' αυτό και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, τόσο κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 2915/2001, γιατί το Εφετείο δέχτηκε ότι οι παραπάνω τίτλοι ιδιοκτησίας είναι γνήσιοι χωρίς να ταχθεί απόδειξη ως προς το ζήτημα αυτό, όσο και κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί χωρίς απόδειξη ότι οι παραπάνω τίτλοι ιδιοκτησίας είναι γνήσιοι με την ανεπαρκή αιτιολογία, ότι "υπάρχουν ακόμη καταγεγραμμένοι στο αντίγραφο του βιβλίου πρακτικών του Τουρκικού Κτηματολογίου Καβάλας", χωρίς δηλαδή να αναφέρεται κατά πόσον υπάρχουν αντίστοιχες εγγραφές στα παλαιά κτηματολογικά βιβλία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως απαιτείται, είναι για την ταυτότητα του νομικού λόγου αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
IV. Επί Τουρκοκρατίας, οπότε το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε την έννοια του νομικού προσώπου, τα θρησκευτικά καθιδρύματα δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αναγνωρίζονταν όμως de facto περιουσιακές ολότητες προορισμένες για την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού και του φιλανθρωπικού σκοπού τους. Λόγω της ιδιόρρυθμης αυτής νομικής κατάστασης τα θρησκευτικά ή ευαγή καθιδρύματα δεν μπορούσαν να αποκτήσουν περιουσία στο όνομά τους και η απόκτηση περιουσίας γινόταν με εικονικές δικαιοπραξίες στο όνομα φυσικών προσώπων, τα οποία αποκτούσαν προσωπικά αυτή την περιουσία. Η αφιερωμένη περιουσία σε εκκλησιαστικά καθιδρύματα μη Μουσουλμανικών θρησκειών, ανήκε στην κατηγορία των εξαιρετικών βακουφιών (μουστεστά) και η διοίκησή της ρυθμιζόταν από την αφιερωτήρια πράξη ή από τη συνήθεια που από παλιά κρατούσε και δεν την είχε εκείνος στο όνομα του οποίου είχε γίνει (εικονικά) η σχετική δικαιοπραξία. Την πραγματική αυτή κατάσταση που υπήρχε στις Νέες Χώρες κατά το χρόνο της απελευθέρωσής τους από την Ελλάδα αναγνώρισε και ο Έλληνας Νομοθέτης προνοώντας για την εξασφάλιση των περιουσιών αυτών των νομικών προσώπων. Έτσι με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 147/1914 "περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας" ορίστηκε ότι: " Εν ταις χώραις ταίς διατελούσαις τέως υπό την άμεσον Οθωμανικήν κυριαρχίαν εισί δεκτικά μεταγραφής, τα καθ' οιονδήποτε τύπον συντεταγμένα αντέγγραφα, δι'ων αποδεικνύεται ότι ακίνητα κτήματα εικονικώς παρίστανται ως ανήκοντα εις ωρισμένον ιδιώτην, ενώ πράγματι ανήκουσιν εις κοινότητας, ευαγή ή φιλανθρωπικά ιδρύματα ή εις το Ελληνικόν Δημόσιον. Μεταγράφονται δε ταύτα άνευ χρονικού τινός περιορισμού, προσαγόμενα εν πρωτοτύπω ή όπου ταύτα είνε κατακεχωρημένα εις βιβλία Μητροπόλεων, εν αντιγράφω κεκυρωμένω υπό του αρμοδίου Μητροπολίτου. Προς βεβαίωσιν της ταυτότητος του κτήματος, εφ' όσον τούτο δεν καθορίζεται επαρκώς εν τω αντεγγράφω, δέον μετ' αυτού να μεταγραφή και ο σχετικός τίτλος του εικονικώς φαινομένου κτήτορος εν κεκυρωμένη μεταφράσει. Η τε πράξις της μεταγραφής ταύτης και τα προσαγόμενα ως άνω έγγραφα απαλλάσσονται παντός τέλους και δαπάνης. Δια της τοιαύτης δε μεταγραφής και απ' αυτής αποκλείεται η ένστασις παντός τυχόν παρά του εικονικού κυρίου κτησαμένου περί καλής αυτού πίστεως". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι δεκτικά μεταγραφής χωρίς χρονικό περιορισμό, αντίγραφα σε όποιον τύπο και αν έχουν συνταγεί, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ακίνητα κτήματα φαίνονται εικονικά ότι ανήκουν σε ιδιώτη ενώ στην πραγματικότητα ανήκουν σε κοινότητα, ευαγή ή φιλανθρωπικά ιδρύματα ή στο Ελληνικό δημόσιο και ότι από τότε που θα γίνει αυτή η μεταγραφή αποκλείεται να προβάλλει κάθε ένας που τυχόν απέκτησε (μετά τη μεταγραφή) από τον εικονικό κύριο, ότι είναι καλής πίστεως. Εξάλλου κατά την αληθινή έννοια αυτής της παραγράφου τα αντίγραφα μπορούν μεταγραφούν οποτεδήποτε και αν έχουν συνταγεί, δηλαδή ακόμη και αν η σύνταξή τους έγινε μετά από την ισχύ αυτού του νόμου, αφού δεν γίνεται σχετική διάκριση ως προς τη χρονολογία συντάξεως και άλλωστε ο σκοπός ο οποίος επιδιώχτηκε, της διαφυλάξεως δηλαδή της περιουσίας των νομικών προσώπων στα οποία αναφέρεται ο νόμος, επιτυγχάνεται χωρίς κίνδυνο για τους τρίτους, ανεξάρτητα αν τα αντίγραφα είναι προγενέστερα ή μεταγενέστερα της ισχύος του. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 147/1914, με το να απορρίψει το συναφή λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τον οποίο - λόγο έφεσης - η υπ' αρ. .../1922 δήλωση των μοναχών Ε. Ζ. και Ε. Ζ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Καβάλας Π.Λυμπερόπουλου, ότι τα επίδικα ακίνητα των οποίων φαίνονται αυτοί κύριοι ανήκουν πράγματι στην - ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα Μονή, είναι ανίσχυρη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα, γιατί δεν συνετάγη κατά το χρόνο σύνταξης του εικονικού τίτλου προς απόδειξη της εικονικότητας, αλλά μετά την ισχύ του εν λόγω άρθρου 8 παρ.3 του ν. 147/1914, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 448/1996 ΝοΒ 45.987).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ένδικη αρνητική αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Μονής κατά του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, απορρίπτοντας την ένστασή του ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και, εν τέλει, και την έφεσή του κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ότι καίτοι με την έφεσή του πρόβαλε, ότι "Το ακίνητο 900 νέων τετρ. πήχεων που περιγράφεται στο 7 Σαμπάν 131/1895 έγγραφο, το οποίο μάλιστα είναι προγενέστερο της χρονολογίας που φέρεται ότι συστάθηκε η πρώτη αντίδικος ήτοι την 20-6-1896, σαφώς χαρακτηρίζεται σ' αυτό ως "δημόσια γη" επί της οποίας κανένα δικαίωμα δεν ήταν δυνατό ν' αποκτηθεί αφού αυτή ως δημόσια γη ανήκε στο σουλτάνο στου οποίου το πρόσωπο εκπροσωπούνταν το τουρκικό κράτος. Αυτό διαδέχθηκα εγώ (Δημόσιο) με πολεμική κατάκτηση και προσάρτηση των Νέων Χωρών από το 1913, λόγω των νικηφόρων βαλκανικών πολέμων 1912-1913 και των διατάξεων της συνθήκης του Λονδίνου", ότι "Με το υπ' αριθμ. 7 Σαμπάν έτους 1311 (1895) σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο παραχωρήθηκε κατά χρήση και μόνο και μάλιστα επί καταβολή φόρου, οικοπεδική έκταση δημόσιας γης έκτασης 900 νέων πήχεων προς ανέγερση ναού, όπου ρητά προσδιορίζεται ως "δημόσια γη" (εραζηί εμιριγιέ) μη παραχωρηθείσα κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας αλλά απλώς προς ανέγερση Ναού, του οποίου το κτίσμα υποβλήθηκε σε ετήσιο φόρο. Ως "δημόσια γη" περιήλθε σε μένα (Δημόσιο) ως διαδόχου του τέως Τουρκικού Δημοσίου" και ότι "... οι εκκαλούμενες αποφάσεις όχι ορθά αλλά εσφαλμένα και κατά πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, των προσαχθέντων και επικληθέντων εγγράφων, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου απέρριψαν την ένστασή μου (Δημοσίου) περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου", το Εφετείο δέχθηκε ότι με το Σουλτανικό φιρμάνι της 7ης Σαμπάν 1311 παραχωρήθηκε οικόπεδο για την ανέγερση ναού "για τη μειονότητα των καθολικών Καβάλας", της κατηγορίας "δημόσιας γαίας", εκτάσεως 900 νέων τετραγωνικών πήχεων, δηλαδή 906,15 τ.μ., στη θέση "Τσαϊλάρ Μπασί", ότι με τον τρόπο αυτό αποσπάσθηκε από τις δημόσιες γαίες και καθιερώθηκε για ευαγές ίδρυμα και ότι εξομοιώνεται με μη γνήσιο βακουφικό επί του οποίου ισχύουν όλες οι σχετικές διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, παραβιάζοντας ευθέως "τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του Οθωμανικού αστικού κώδικα και της συνθήκης του Λονδίνου". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν καθορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των διατάξεων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένης εφαρμογής τους. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του προσθέτως παρεμβάντος Δήμου Καβάλας (άρθρα 176, 182 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957. Έξοδα δεν επιδικάζονται στην πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παραστάθηκε, προεχόντως ελλείψει αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.8.2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Καβάλας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή