Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 204 / 2006    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 204/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των: 1) αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Α., κατοίκου ... και 2) αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Γ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 433/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και οι: 1) αναιρεσείων - κατηγορούμενος και 2) αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Δεκεμβρίου 2004 και 15 Δεκεμβρίου 2004 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 542/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμό 112/05.04.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιων σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ., τις δυο αιτήσεις αναιρέσεως 1) τη 18/9-12-04 του κατηγορουμένου Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., και 2) την 20/15-12-04 του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που την άσκησε δια του ειδικά εξουσιοδοτημένου δικαστικού του πληρεξουσίου Χ. Μ., κατά του 433/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο, αφού απέρριψεν τις εφέσεις αυτών ως ουσιαστικά αβάσιμες κατά του 1849/02 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Πειραιώς, αποφάνθηκε αφενός μεν ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση,[άρθρα 42 παρ.1 και 299 παρ.1 ΠΚ], αφετέρου δε παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Μ.Ο.Δ. της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς για σκοπούμενη βαριά σωματική βλάβη [άρθρα 60,63,310,παρ.3 σε συνδ. με 308 παρ.1α και 310 παρ.2 ΠΚ],και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Έλεγχος της τυπικής παραδοχής.
α-Η αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος.Κατά τα άρθρα 482 και 483 ΚΠΔ. αναίρεση κατά βουλευμάτων έχει δικαίωμα να ασκήσουν:α) ο κατηγορούμενος, εκείνα που τον παραπέμπουν στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύουν προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, β) ο εισαγγελέας πλημμ/κών, εκείνα που παραπέμπουν τον κατηγορούμενο για κακούργημα ή αποφαίνονται να μη γίνει κατηγορία, ή παύουν οριστικά ή προσωρινά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη. Και γ) ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οποιαδήποτε, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 ΚΠΔ. Από τις διατάξεις αυτές, όπως αντικατ. με το άρθρο 41 παρ.1 και 2 του Ν.3160/03,και ισχύουν από τις 30-6-03, συνάγεται ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει σήμερα δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατ’ απαλλακτικών βουλευμάτων, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα. Συνεπώς,η αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος που στρέφεται κατά του μέρους του προσβαλλομένου βουλεύματος που απάλλαξε τον κατηγορούμενο από την απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση,[άρθρα 42 παρ.1α,299 παρ.1 ΠΚ], εφόσον ο νόμος δεν του χορηγεί τέτοιο δικαίωμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ. β-Η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου.
Η εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο με δήλωση στο γραμματέα του εκδόντος το βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, που έγινε σ’ αυτόν στις 9-12-04, [βλ.επιδοτήριο του δικ. επιμελητή Σ. Γ.]. Η σχετική έκθεση του γραμματέα του Εφετείου συντάχθηκε με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 151 και 474 ΚΠΔ, και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, που είναι η έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 310 ΠΚ, που εφαρμόσθηκε. Είναι, συνεπώς, νομότυπη, εμπρόθεσμη, παραδεκτή, αφού περιέχει προβλεπόμενους από το άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους, ασκείται από δικαιούμενο από το νόμο πρόσωπο, τον κατηγορούμενο, στον οποίο ο νόμος του παρέχει τέτοιο δικαίωμα, και, επομένως, καθίσταται τυπικά δεκτή και εξεταστέα ως προς τη βασιμότητά της. 3-Έλεγχος λόγων αναίρεσης Α-Νομικές διατάξεις. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ’ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ’ αυτά. β-Από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β’ ΚΠΔ. προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, μεταξύ των άλλων λόγων, και όταν υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
γ-Κατά το άρ. 308 παρ, lα του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά το επόμενο άρθρο 309 με τον υπότιτλο "επικίνδυνη σωματική βλάβη", αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρ. 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ακολούθως, το άρ. 310 με τον υπότιτλο "βαριά σωματική βλάβη", ορίζει α) στην παρ. 1, ότι αν η πράξη του άρ. 308 είχε επακόλουθα τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, β) στην παρ. 2, ότι βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του και γ) στην παρ. 3, ότι, αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Τέλος, κατά το άρ.311, που έχει τον υπότιτλο "θανατηφόρα βλάβη", αν η σωματική βλάβη είχε ως επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρ. 308 ΠΚ), αλλά και της επικίνδυνης (άρ. 309 ΠΚ), και το βαρύτερο αυτής αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρ. 29 παρ. 1 ΠΚ), είτε με σκοπό επέλευσης αυτού (άρ. 310 παρ. 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης απαιτείται, αντικειμενικά μεν, συνδρομή οποιασδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευομένων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε, σκοπός επέλευσης αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος προς τέλεση βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλον,[ΑΠ.481/1999 ΠΟΙΝΧΡ 00/75].Πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και συνεπώς τελείται μία μόνο πράξη, αν πλήττεται η ίδια μονάδα του εννόμου αγαθού και δεν μεσολάβησε ειρήνευση. Πρέπει όμως στην απόφαση να καθορίζεται αν συνέτρεξε κίνδυνος ζωής ή βαριάς σωματικής βλάβης και δεν αρκεί η διαζευκτική αναφορά, διότι έτσι προκύπτει ασάφεια, αφού από τη μορφή της σωματικής βλάβης εξαρτάται η επιμέτρηση της ποινής [ΑΠ.119/00 ΠΧΡ.ΝΑ/896].Δεν δημιουργείται όμως αντίφαση από τη σωρευτική αναφορά, τόσον του κινδύνου της ζωής, όσον και της βαριάς σωματικής βλάβης [ΑΠ.77/98 ΠΧΡ.ΜΗ/740].Είναι αναιρετικά ανέλεγκτη η κρίση, αν από τον τρόπο τέλεσης κλπ. μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να προκληθεί κίνδυνος ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια κλπ.[ΑΠ.769/77 ΠΧΡ.ΚΗ/102].
Β-ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ’ αυτό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων,[καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Δ. Π. και ο παθών Γ. Χ., μαζί με τους αδελφούς τους, Σ. Π. και Ε. Χ., αντίστοιχα, ασκούν το επάγγελμα του εμπόρου οπωροκηπευτικών στην Κεντρική Λαχαναγορά του Ρέντη Πειραιώς, και ασχολούνται με το συνδικαλισμό στο χώρο των εμπόρων οπωροκηπευτικών της κεντρικής λαχαναγοράς. Λόγω των αντιπαραθέσεών τους αυτών, στις 6-2-01 παραιτήθηκε ο αδελφός του παθόντος από τη θέση του προέδρου του Συνδέσμου. Οι αδελφοί Χ. επαναδραστηριοποιήθηκαν και ενημέρωναν τα μέλη του για την εφαρμογή της αποφάσεως της Πολιτείας για την ιδιωτικοποίηση της Κ.Λ.Α. και την απομάκρυνση των καταστημάτων οπωρολαχανικών που βρίσκονται σε ακτίνα μέχρι δυο χιλιομέτρων απ’ αυτήν. Εξαιτίας αυτής της δραστηριοποιήσεως, ο κατηγορούμενος χολώθηκε, γιατί αυτός διατηρούσε επί της Λεωφόρου Κηφισσού, εντός δηλ. του χώρου της ακτίνας των δυο χιλιομέτρων, τεράστια αποθήκη-κατάστημα οπωροκηπευτικών. Για το λόγο τούτο, όταν στις 11 η ώρα της 27-6-01, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, συνάντησε έξω από την πύλη της Κ.Λ.Α. τον παθόντα να συνομιλεί με το συνάδελφό τους Α. Ρ., ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, εξήλθεν απ’ αυτό και απεύθυνε εναντίον του χυδαίες φράσεις και απειλές, όπως "πούστη, τώρα θα σε σκοτώσω-γαμώ εσένα τον Π. και το μουνί της μάνας σου". Και αμέσως κινήθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον του και με μεγάλη δύναμη, ώθηση και επιτάχυνση, τον έπληξε με το μετωπιαίο μέρος της κεφαλής του στη βάση της ρινός, στη ριζορρίνεια περιοχή. Αποτέλεσμα αυτής της επιθετικής του ενέργειας ήταν να μη προλάβει να αντιδράσει ο παθών και να καταπέσει στο έδαφος κτυπημένος. Στη συνέχεια, ενώ ο παθών βρισκόταν στο έδαφος και κατέβαλε προσπάθειες να ανασηκωθεί, ο κατηγορούμενος επανήλθε και τον λάκτισε στην πλάτη του. Ύστερα, αφού βεβαιώθηκε ότι πέτυχε το σκοπό του, να προκαλέσει δηλ. στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, και λόγω της παρεμβολής του συναδέλφου τους Α. Ρ., που κινήθηκε ανάμεσά τους, επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Ο παθών με τη βοήθεια των συναδέλφων του, που προσέτρεξαν για βοήθειά του, διακομίσθηκε στο Περιφερειακό Νοσοκομείο Νίκαιας Αττικής "Άγιος Παντελεήμων", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση της ρινός και, μετά από ακτινολογικό έλεγχο, κάταγμα των ρινικών του οστών, οπότε παραπέμφθηκε σε ΩΡΛ. Στη συνέχεια, μετέβη σε ιδιωτικό ιατρείο, όπου διαπιστώθηκε το ανωτέρω κάταγμα, καθώς και οίδημα της ράχης και των κάτω βλεφάρων του, και του έγινε συρραφή των τραυμάτων του από τον Ωτορινολαρυγγολόγο Α. Σ.. Κατά τις επόμενες ημέρες, εμφάνισε έντονες κεφαλαλγίες, αστάθεια κινήσεως, ζάλη, υπνηλία και δυσχέρεια στη χρήση του αριστερού χεριού και ποδιού του. Στις 29-7-01 παρουσίασε αιφνίδια αδυναμία των αριστερών του άκρων και απώλεια επαφής με το περιβάλλον. Μετά από μαγνητική ακτινογραφία διαπιστώθηκε ότι έφερε ευμέγεθες υποξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα στον εγκέφαλό του, το οποίο του προκαλούσε συμπίεση του δεξιού του ημισφαιρίου, με αποτέλεσμα την εμφάνιση των ανωτέρω παθολογικών του καταστάσεων. Για το λόγο αυτό εισήχθη στην Κλινική Μετροπόλιταν και στις 1-8-01 υποβλήθηκε σε δυο κρανιανατρήσεις, δεξιά, και εκκένωση του προαναφερθέντος υποσκληριδίου αιματώματος. Μετά την έξοδό του από την Κλινική στις 8-8-01 του συστήθηκε η αποχή από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες επί ένα εξάμηνο. Σύμφωνα με τις ιατρικές πιστοποιήσεις, ιατρικές πραγματογνωμοσύνες, αλλά και από όλη την πορεία των παθολογικών του καταστάσεων, το ως άνω υποσκληρίδιο αιμάτωμα προκλήθηκε στον παθόντα αποκλειστικά και μόνο από το παραπάνω κτύπημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, κατά το επεισόδιο της 27-6-01,ο οποίος τον έπληξε στο κεφάλι, στο ριζορρίνειο, το οποίο θα μπορούσε να απέβαινε θανατηφόρο για τον παθόντα, εάν δεν υποβαλλόταν έγκαιρα σε χειρουργική επέμβαση και αφαίρεση από τον εγκέφαλό του. Ενισχυτικό της ως άνω κρίσης, συμπληρώνει το Συμβούλιο, ότι δηλ. το αιμάτωμα προκλήθηκε αποκλειστικά από το κτύπημα το κατηγορουμένου στο κεφάλι του παθόντος, αποτελεί το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε σ’ αυτόν καμία άλλη παθολογική αιτία, ούτε ότι αυτός είχε υποστεί άλλο κτύπημα στην κεφαλή του μέχρι να υποβληθεί σε κρανιανατρήσεις για την αφαίρεση του αιματώματος. Επομένως, καταλήγει το Συμβούλιο, η ως άνω πράξη του κατηγορουμένου προκάλεσε στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του και είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική βλάβη, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, σκόπευε άμεσα στην πρόκλησή της. Τούτο συνάγεται από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, ιδίως τον τρόπο επίθεσης που επέλεξε, το σημείο που έπληξε τον παθόντα, το οποίο είναι το πιο ευπαθές τμήμα του ανθρώπινου σώματος [μετωπιαία χώρα και το πιο ευπαθές σημείο στη βάση της ρινός-ριζορρίνειο],η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε, ο αιφνιδιασμός που προκάλεσε στον παθόντα, λόγω της απότομής κίνησής του και της μικρής απόστασης, καθώς και το γεγονός ότι γνώριζε και επιτυχώς χρησιμοποίησε ως μέσο επίθεσης το εμπρόσθιο τμήμα της κεφαλής του, δηλ.το μέτωπό του ως όργανο, με το οποίο έπληξε καίρια τον παθόντα, χωρίς ο ίδιος να υποστεί ουδεμία βλάβη. Συνακόλουθα, αποφάνθηκε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης που προκάλεσε σε βάρος του ως άνω παθόντος και, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, παρέπεμψε τούτον ενώπιον του Μ.Ο.Δ. της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς για να δικασθεί για την ανωτέρω σε βαθμό κακουργήματος προβλεπόμενη και τιμωρούμενη αξιόποινη πράξη. Γ)-ΠΟΡΙΣΜΑ Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, για την οποία παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 310 παρ.3,σε συνδ. με τα 308 παρ.1α και 310 παρ.1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, είναι σαφείς, κατηγορηματικές και συμβατές οι παραδοχές του βουλεύματος για τη βαριά σωματική πάθηση του παθόντος, τον κίνδυνο της ζωής που προκλήθηκε σ’ αυτόν, καθώς και το γεγονός ότι ο τραυματισμός τον εμπόδισε για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, και, τέλος, ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε την πρόκλησή της. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που συνίστανται στο ότι το Συμβούλιο δεν εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και ότι δεν έκανε συγκριτική αντιπαράθεση των ιατροδικαστικών εκθέσεων, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν βρίσκουν έρεισμα στις δικονομικές διατάξεις που διέπουν την αποδεικτική διαδικασία. 4-Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Για τούτο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η 18/9-12-04 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., κατά του 433/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Β-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 20/15-12-04 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που την άσκησε δια του ειδικά εξουσιοδοτημένου δικαστικού του πληρεξουσίου Χ. Μ., κατά του ανωτέρω 433/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Γ-Να καταδικασθούν αμφότεροι, κατηγορούμενος και πολιτικώς ενάγων, στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. Αθήνα 4-4-2005 Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΦΩΤΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ"
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα - πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ’ αριθμ. 18/9-12-2004 και 20/15-12-2004 αιτήσεις των: 1) Δ. Α. Π. και 2) Γ. Χ. Χ., κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγοντος, αντιστοίχως, κατά του υπ’ αριθμ. 433/2004 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της υφισταμένης μεταξύ της πρόδηλης συνάφειας.
Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Χ. Χ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 482 § 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, που ισχύει (κατά το άρθρο 61 αυτού) από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 30 Ιουνίου 2003, ο πολιτικώς ενάγων, έχει δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν το βούλευμα αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003 και έκτοτε ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει δικαίωμα αναιρέσεως κατά οιουδήποτε βουλεύματος. Με την μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 54 § 3 του ιδίου νόμου, ορίστηκε, ότι "ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού δεν προβλέπονται και έχουν ασκηθεί μέχρι την δημοσίευσή του (την 30η Ιουνίου 2003), εισάγονται και κρίνονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα και στον πολιτικώς ενάγοντα δεν δίδεται το δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος μετά την 30η Ιουνίου 2003. Τέλος, κατά το άρθρο 476 § 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ’ αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλουμένους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 15-12-2004 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Χ. Χ. κατά του υπ’ αριθμ. 433/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ΜΟΔ της περιφερείας του Εφετείου Πειραιώς για να δικασθεί για βαρειά σκοπούμενη σωματική βλάβη, ασκήθηκε την 15-12-2004 δηλαδή μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτη. Επομένως, πρέπει μετά και την ειδοποίηση και εμφάνιση στο Συμβούλιο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος τούτου, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεώς του, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 § 1 ΚΠΔ.
Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ. Α. Π..
Κατά το άρθρο 308 § 1α ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά το επόμενο άρθρο 309 με τον υπότιτλο "επικίνδυνη σωματική βλάβη", αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαρειά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 § 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ακολούθως, το άρθρο 310 με τον υπότιτλο "βαριά σωματική βλάβη" ορίζει 1) στην παρ. 1, ότι αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, 2) στην παρ. 2, ότι βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του και 3) στην παρ. 3, ότι, αν ο υπαίτιος επεδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης, αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρθρο 308 ΠΚ), αλλά και της επικίνδυνης (άρθρο 309 ΠΚ), και το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει, είτε από αμέλεια (άρθρο 29 § 1 ΠΚ), είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρο 310 § 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν συνδρομή οποιασδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευομένων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικώς δε σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλαδή άμεσος σκοπός, ο οποίος, αφού συνυπάρχει στα στοιχεία πραγματώσεως του εγκλήματος αυτού, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγμ. και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 § 1Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή τω αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ’ αυτό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων - κατηγορίας και υπερασπίσεως - εγγράφων, απολογιών κατηγορουμένων), προέκυψαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Δ. Π. και ο παθών Γ. Χ., μαζί με τους αδελφούς τους, Σ. Π. και Ε. Χ., αντίστοιχα, ασκούν το επάγγελμα του εμπόρου οπωροκηπευτικών στην Κεντρική Λαχαναγορά του Ρέντη Πειραιώς, και ασχολούνται με το συνδικαλισμό στο χώρο των εμπόρων οπωροκηπευτικών της κεντρικής λαχαναγοράς. Λόγω των αντιπαραθέσεών τους αυτών, στις 6-2-01 παραιτήθηκε ο αδελφός του παθόντος από τη θέση του προέδρου του Συνδέσμου. Οι αδελφοί Χ. επαναδραστηριοποιήθηκαν και ενημέρωναν τα μέλη του για την εφαρμογή της αποφάσεως της Πολιτείας για την ιδιωτικοποίηση της Κ.Λ.Α. και την απομάκρυνση των καταστημάτων οπωρολαχανικών που βρίσκονται σε ακτίνα μέχρι δυο χιλιομέτρων απ’ αυτήν. Εξαιτίας αυτής της δραστηριοποιήσεως, ο κατηγορούμενος χολώθηκε, γιατί αυτός διατηρούσε επί της Λεωφόρου Κηφισσού, εντός δηλ. του χώρου της ακτίνας των δυο χιλιομέτρων, τεράστια αποθήκη-κατάστημα οπωροκηπευτικών. Για το λόγο τούτο, όταν στις 11 η ώρα της 27-6-01, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, συνάντησε έξω από την πύλη της Κ.Λ.Α. τον παθόντα να συνομιλεί με το συνάδελφό τους Α. Ρ., ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, εξήλθεν απ’ αυτό και απεύθυνε εναντίον του χυδαίες φράσεις και απειλές, όπως "πούστη, τώρα θα σε σκοτώσω-γαμώ εσένα τον Π. και το μουνί της μάνας σου". Και αμέσως κινήθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον του και με μεγάλη δύναμη, ώθηση και επιτάχυνση, τον έπληξε με το μετωπιαίο μέρος της κεφαλής του στη βάση της ρινός, στη ριζορρίνεια περιοχή. Αποτέλεσμα αυτής της επιθετικής του ενέργειας ήταν να μη προλάβει να αντιδράσει ο παθών και να καταπέσει στο έδαφος κτυπημένος. Στη συνέχεια, ενώ ο παθών βρισκόταν στο έδαφος και κατέβαλε προσπάθειες να ανασηκωθεί, ο κατηγορούμενος επανήλθε και τον λάκτισε στην πλάτη του.Ύστερα, αφού βεβαιώθηκε ότι πέτυχε το σκοπό του, να προκαλέσει δηλ. στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, και λόγω της παρεμβολής του συναδέλφου τους Α. Ρ., που κινήθηκε ανάμεσά τους, επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Ο παθών με τη βοήθεια των συναδέλφων του, που προσέτρεξαν για βοήθειά του, διακομίσθηκε στο Περιφερειακό Νοσοκομείο Νίκαιας Αττικής "Άγιος Παντελεήμων", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση της ρινός και, μετά από ακτινολογικό έλεγχο, κάταγμα των ρινικών του οστών, οπότε παραπέμφθηκε σε ΩΡΛ. Στη συνέχεια, μετέβη σε ιδιωτικό ιατρείο, όπου διαπιστώθηκε το ανωτέρω κάταγμα, καθώς και οίδημα της ράχης και των κάτω βλεφάρων του, και του έγινε συρραφή των τραυμάτων του από τον Ωτορινολαρυγγολόγο Α. Σ.. Κατά τις επόμενες ημέρες, εμφάνισε έντονες κεφαλαγίες, αστάθεια κινήσεως, ζάλη, υπνηλία και δυσχέρεια στη χρήση του αριστερού χεριού και ποδιού του. Στις 29-7-01 παρουσίασε αιφνίδια αδυναμία των αριστερών του άκρων και απώλεια επαφής με το περιβάλλον. Μετά από μαγνητική ακτινογραφία διαπιστώθηκε ότι έφερε ευμέγεθες υποξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα στον εγκέφαλό του,το οποίο του προκαλούσε συμπίεση του δεξιού του ημισφαιρίου, με αποτέλεσμα την εμφάνιση των ανωτέρω παθολογικών του καταστάσεων. Για το λόγο αυτό εισήχθη στην Κλινική Μετροπόλιταν και στις 1-8-01 υποβλήθηκε σε δυο κρανιανατρήσεις, δεξιά, και εκκένωση του προαναφερθέντος υποσκληριδίου αιματώματος. Μετά την έξοδό του από την Κλινική στις 8-8-01 του συστήθηκε η αποχή από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες επί ένα εξάμηνο. Σύμφωνα με τις ιατρικές πιστοποιήσεις, ιατρικές πραγματογνωμοσύνες, αλλά και από όλη την πορεία των παθολογικών του καταστάσεων, το ως άνω υποσκληρίδιο αιμάτωμα προκλήθηκε στον παθόντα αποκλειστικά και μόνο από το παραπάνω κτύπημα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, κατά το επεισόδιο της 27-6-01,ο οποίος τον έπληξε στο κεφάλι, στο ριζορρίνειο, το οποίο θα μπορούσε να απέβαινε θανατηφόρο για τον παθόντα, εάν δεν υποβαλλόταν έγκαιρα σε χειρουργική επέμβαση και αφαίρεση από τον εγκέφαλό του. Ενισχυτικό της ως άνω κρίσης, συμπληρώνει το Συμβούλιο, ότι δηλ. το αιμάτωμα προκλήθηκε αποκλειστικά από το κτύπημα το κατηγορουμένου στο κεφάλι του παθόντος, αποτελεί το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε σ’ αυτόν καμία άλλη παθολογική αιτία, ούτε ότι αυτός είχε υποστεί άλλο κτύπημα στην κεφαλή του μέχρι να υποβληθεί σε κρανιανατρήσεις για την αφαίρεση του αιματώματος. Επομένως, καταλήγει το Συμβούλιο, η ως άνω πράξη του κατηγορουμένου προκάλεσε στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του και είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική βλάβη, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, σκόπευε άμεσα στην πρόκλησή της. Τούτο συνάγεται από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, ιδίως τον τρόπο επίθεσης που επέλεξε, το σημείο που έπληξε τον παθόντα, το οποίο είναι το πιο ευπαθές τμήμα του ανθρώπινου σώματος [μετωπιαία χώρα και το πιο ευπαθές σημείο στη βάση της ρινός-ριζορρίνειο],η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε, ο αιφνιδιασμός που προκάλεσε στον παθόντα, λόγω της απότομής κίνησής του και της μικρής απόστασης, καθώς και το γεγονός ότι γνώριζε και επιτυχώς χρησιμοποίησε ως μέσο επίθεσης το εμπρόσθιο τμήμα της κεφαλής του, δηλ. το μέτωπό του ως όργανο, με το οποίο έπληξε καίρια τον παθόντα, χωρίς ο ίδιος να υποστεί ουδεμία βλάβη. Συνακόλουθα, αποφάνθηκε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της σκοπούμενης σωματικής βλάβης που προκάλεσε σε βάρος του παθόντος και, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Μ.Ο.Δ. της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς για να δικασθεί για την ανωτέρω, σε βαθμό κακουργήματος προβλεπομένη και τιμωρουμένη αξιόποινη πράξη. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, για την οποία παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 310 παρ.3,σε συνδ. με τα 308 παρ.1α και 310 παρ.1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, είναι σαφείς, κατηγορηματικές και συμβατές οι παραδοχές του βουλεύματος για τη βαριά σωματική πάθηση του παθόντος και τον κίνδυνο της ζωής που προκλήθηκε σ’ αυτόν και τέλος, ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε την πρόκλησή της. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που συνίστανται στο ότι το Συμβούλιο δεν εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και ότι δεν έκανε συγκριτική αντιπαράθεση των ιατροδικαστικών εκθέσεων, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν βρίσκουν έρεισμα στις δικονομικές διατάξεις που διέπουν την αποδεικτική διαδικασία. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζον τις εις το σκεπτικό δύο αιτήσεις αναίρεσης υπ’ αριθμ. 18/9-12-2004 και 20/15-12-2004 του κατηγορουμένου Δ. Α. Π. και του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Χ. Χ., αντίστοιχα κατά του υπ’ αριθ. 433/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Απορρίπτει αυτές.
Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή