Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1255 / 2019    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1255/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημητούλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 103/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 4-4-2016 έφεση της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και την από 14-4-2016 έφεση της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία" κατά της υπ' αριθμ. 75/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως απαράδεκτη την από 4.4.2016 και με αριθμό καταθέσεως 12/5.4.2016 έφεση της εναγομένης και νυν αναιρεσείουσας, β) δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 14.4.2016 και με αριθμό καταθέσεως 13/14.4.2016 έφεση της ενάγουσας και νυν αναιρεσίβλητης, γ) εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 75/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, δ) έκανε δεκτή την από 15-9-2015 και με αριθμό καταθέσεως 248/2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ε) κήρυξε λυμένη τη σύμβαση υπομίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων δυνάμει του με αριθμό ...01/12.1.2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Β. Κ. και αφορά ακίνητο που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας .... Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΟΛΑΠ 1/2019). Από τον συνδυασμό των άρθρων 237 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι προτάσεις και η προσθήκη των προτάσεων πρέπει να φέρουν εκτός των άλλων στοιχείων και την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, αλλιώς είναι άκυρες και, κατ` ακολουθίαν, δεν λαμβάνονται υπ` όψιν (ΑΠ 11/2006, ΑΠ 948/2001). Η υπογραφή του τελευταίου δεν έχει πανηγυρική σημασία, επιβάλλεται όμως για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου. Μόνη η υπογραφή των προτάσεων από άλλο δικηγόρο και η εκπροσώπηση του διαδίκου από άλλο δικηγόρο δε συνεπάγεται μη προσήκουσα εκπροσώπηση του διαδίκου και κατ` ακολουθία δεν έχει γι` αυτόν δυσμενείς συνέπειες, διότι, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 104, η έρευνα του δικαστηρίου περιορίζεται στην πληρεξουσιότητα του πληρεξουσίου που παρίσταται στη συζήτηση, ενώ για τις πράξεις που δεν έγιναν στη διάρκεια της συζήτησης, η έρευνά του περιορίζεται στο αν έγιναν από δικηγόρο και γι` αυτές υπήρχε συναίνεση ή έγκριση του διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της για μη προσήκουσα κατάθεση προτάσεων και κατ' επέκταση μη προσήκουσα παράσταση της εφεσίβλητης και εκκαλούσας για την προεκτεθείσα αιτία. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται επικουρικά ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση των εφέσεων, διότι η αναιρεσίβλητη προ πάσης αποφάσεως του Εφετείου για συνεκδίκαση των δύο εφέσεων, υπέβαλε ένα δικόγραφο εν είδει κοινών προτάσεων και για τις δύο εφέσεις. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε όσον αφορά τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας τα εξής: "Η εκκαλούσα της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητη της δεύτερης έφεσης ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προτάσεις που κατέθεσε η αντίδικός της, εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης και εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης, διότι αυτές φέρουν την υπογραφή της Δικηγόρου Δ. Σ. και όχι της Δικηγόρου διά της οποίας παρέστη η ως άνω διάδικος στο ακροατήριο, δηλαδή της Μαρίας Παπαβασιλείου και ως εκ τούτου πρέπει να συζητηθούν οι εφέσεις ερήμην της. Ο ισχυρισμός αυτός για μη προσήκουσα κατάθεση προτάσεων και κατ' επέκταση μη προσήκουσα παράσταση της εφεσίβλητης και εκκαλούσας για την προεκτεθείσα αιτία, είναι νομικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μόνη η υπογραφή των προτάσεων από άλλο δικηγόρο και όχι από αυτόν που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δε συνεπάγεται μη νόμιμη κατάθεση προτάσεων και περαιτέρω μη προσήκουσα εκπροσώπηση του διαδίκου, καθόσον, κατά τον χρόνο κατάθεσης των προτάσεων στις 12-12-2017, η Δ. Σ. είχε την ιδιότητα της δικηγόρου και τις προπαρασκευαστικές πράξεις της ενέκρινε σιωπηρά η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης και εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης, όπως συνάγεται ιδίως από την παράστασή της κατά τη συζήτηση, δηλαδή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και την παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών, είναι δε αδιάφορο αν παρίσταται στο ακροατήριο και διορίζει άλλη πληρεξούσια δικηγόρο (βλ. σχετ. ΑΠ 203/2003 ΝοΒ 2003.1842). Τέλος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η διάδικος εταιρεία "... ΑΕ", παρίσταται προσηκόντως με την κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, πριν από κάθε απόφαση για συνεκδίκαση, ξεχωριστών προτάσεων για κάθε υπό κρίση έφεση, δηλαδή με ένα δικόγραφο προτάσεων για την υπεράσπιση της έφεσης της, την οποία ζητεί να κάνει δεκτή το Δικαστήριο και με άλλο δικόγραφο προτάσεων για την αντίκρουση της έφεσης της αντιδίκου της, την οποία ζητεί να απορρίψει το Δικαστήριο, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αντίδικό της εταιρεία "... ΑΕ", περί καταθέσεως από αυτή κοινών προτάσεων για τις δύο εφέσεις". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 14 Κ.Πολ.Δ. με το να απορρίψει τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και να κρίνει ότι είναι προσήκουσα η παράσταση της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριό του καθώς επίσης και με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση της υποθέσεως για το λόγο ότι κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πριν από κάθε απόφαση για συνεκδίκαση των δύο εφέσεων, ξεχωριστές προτάσεις για κάθε υπό κρίση έφεση. Επομένως, πρέπει ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο τμήματά του, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του Α.Κ., οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 813/ 1978 (ήδη άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995) εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως από τον μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ. 3 και 4 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 12 Π.Δ. 34/1995) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχωρήσεως απαιτήσεων και αναδοχής χρέους, κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή. Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσεως, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στην σχέση αυτή και, ως εκ τούτου, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από την μίσθωση έναντι του εκμισθωτή. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του Α.Κ. και 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2041/1992, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτον ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρίας είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση). Έτσι η κύρια μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε, ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με την σύσταση εταιρίας. Έναντι όμως του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρο 481 Α.Κ.). Επομένως και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής να είναι μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων. Έτσι από το γεγονός ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην παραχώρηση της χρήσεως δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ` αυτόν και, επομένως, ο παραχωρησιούχος δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχωρήσεως της χρήσεως σε εταιρία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών ή στην οποία θα συμμετέχει και ο μισθωτής. Μόνο αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ εκμισθωτή, μισθωτή και παραχωρησιούχου, η έξοδος από την σχέση του μισθωτή και η υπεισέλευση του παραχωρησιούχου (οπότε όμως πρόκειται για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως και όχι για παραχώρηση της χρήσεως), ο τελευταίος παίρνει την θέση του μισθωτή με όλες τις εντεύθεν συνέπειες (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 1177/2015, ΑΠ 1099/2015, ΑΠ 1226/2012, ΑΠ 1245/2010, ΑΠ 1957/ 2006). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672, 766 και 588 ΑΚ συνάγεται ως γενική αρχή του δικαίου ότι όταν συντρέχει λόγος, επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σχέση έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας. Η αρχή αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, που επιβάλλουν να ασκούνται τα δικαιώματα όπως απαιτεί η καλή πίστη, αν ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παρέχουν δε το δικαίωμα στους συμβαλλόμενους να καταγγείλουν τη διαρκή ενοχική σχέση, όταν σύμφωνα με τις αρχές αυτές καθίσταται υπέρμετρα δυσβάσταχτη η συνέχιση της μισθώσεως μέχρι τη λήξη της, είτε και για τα δυο μέρη, είτε και για ένα απ` αυτά. Τούτο συμβαίνει ιδίως σε περίπτωση μεταβολής των περιουσιακών ή προσωπικών σχέσεων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα συνδρομής ή μη υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής. Περαιτέρω, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλ. κατ` αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί ν` αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά του. Αλλά και γενικότερα, η επίκληση λόγου αναγομένου αποκλειστικά στη σφαίρα των σχέσεων του ίδιου του καταγγέλλοντος για άμεση καταγγελία διαρκούς συμβάσεως, χωρίς να τηρηθεί προθεσμία όταν μάλιστα αυτή (διαρκής σχέση) έχει ήδη διαρκέσει αρκετό χρόνο, μπορεί να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Γι` αυτό και κάπως σπανιότερα, ο σπουδαίος λόγος μπορεί να βρίσκεται στη σφαίρα των σχέσεων του καταγγέλλοντος. Προκειμένου, όμως, ειδικώς για μίσθωση πράγματος, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά, διότι ήδη ο νόμος έχει θεσπίσει μεγάλο αριθμό ειδικών λόγων καταγγελίας που ικανοποιούν σε ευρύ φάσμα τα συμφέροντα των μερών για λύση της μίσθωσης. Ο ευρύτερος τυχόν προσδιορισμός του περιεχομένου του σπουδαίου λόγου θα δημιουργούσε ανασφάλεια στα μέρη για τη διάρκεια της σύμβασης. Επιβάλλεται, συνεπώς, να γίνεται δεκτό, ότι σπουδαίος λόγος υφίσταται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: α) Τα περιστατικά που συνθέτουν τον σπουδαίο λόγο πρέπει να αφορούν εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Με άλλους λόγους, πρέπει να αναφέρονται στο πρόσωπό του ή να εμπίπτουν στη σφαίρα των κινδύνων του, χωρίς, όμως, να απαιτείται να συντρέχει και πταίσμα του. Περιστατικά που αφορούν μόνον τον καταγγέλλοντα, δεν παρέχουν σ` αυτόν δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. β) Τα παραπάνω περιστατικά πρέπει να καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης πράγματος για τον καταγγέλλοντα μη αξιώσιμη, κατά την καλή πίστη. Τέλος, είναι αυτονόητο ότι κατά την κρίση για τη δυνατότητα συνεχίσεως ή όχι της συμβάσεως ιδιαίτερα θα αξιολογηθούν τα οικονομικά συμφέροντα των συμβαλλομένων και μάλιστα οι οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από την εξακολούθηση ή τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 1836/2007, ΑΠ 639/2007). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά. Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως και "ιδίως" αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.). Ως αιτιολογίες όμως κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 437/2002). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 1208/2008). Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 281, 288, 164, 593 του Α.Κ., άρθρα 1, 15 και 44 ΠΔ 34/1995, άρθρα 8, 29 και 31 του ν. 813/1978, π.δ. 1/53-1932 και 36 παρ. 4 του β.δ. 245/1978 έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα αν και έκανε δεκτό ότι για τη σύναψη της υπομίσθωσης απαιτείται συναίνεση του Ηγουμενοσυμβουλίου και έγκριση από τον οικείο Ο.Δ.Μ.Π., εντούτοις δέχθηκε ότι η συναίνεση και η έγκριση αφορά μόνο στις σχέσεις εκμισθωτή - μισθωτή και γεννά αξίωση μόνο του εκμισθωτή για απόδοση της χρήσης του μισθίου για κακή χρήση. Ωστόσο, η έλλειψη της συναίνεσης και εν συνεχεία της έγκρισης της υπομίσθωσης και της παρατάσεως αυτής καθιστά την υπομίσθωση εξ υπαρχής άκυρη, όπως άκυρη είναι και η σιωπηρή παράταση αυτής, μη υποκείμενη στις διατάξεις περί μισθώσεων και δε δημιουργεί αξιώσεις του υπεκμισθωτή έναντι του υπομισθωτή, απορρέουσες από έγκυρη σύμβαση μίσθωσης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι θεμελιώνεται σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της μίσθωσης, ενώ θα έπρεπε να έχει κρίνει ότι η εταιρία της αναιρεσίβλητης ήταν αποκλειστικά υπαίτια για τη μη τήρηση των συμφωνιών περί μεταβιβάσεως των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας και ως εκ τούτου έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη, άλλως ως καταχρηστική. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα του πρώτου λόγου της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "...Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο της αγωγής, δέχθηκε ότι για την θεμελίωσή της δεν γινόταν επίκληση από την ενάγουσα έγκυρης και ισχυρής μίσθωσης της οποίας διώκετο η λύση μετά από καταγγελία για σπουδαίο λόγο, αλλά γινόταν επίκληση σιωπηρής αναμίσθωσης και άρα άκυρης σύμβασης μίσθωσης, διότι οι διατάξεις του β.δ. 245/1962 περί εκμίσθωσης της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών της Κρήτης, όπως το επίδικο ακίνητο που αποτελεί μοναστηριακό κτήμα, απαιτούν την τήρηση τύπου. Έτσι όμως που έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, διότι, πέραν του ότι στο δικόγραφο της αγωγής γινόταν ρητή αναφορά σε σιωπηρή παράταση της υπομίσθωσης και όχι σε σιωπηρή αναμίσθωση, πρόκειται για αγωγή από έγκυρη μίσθωση (υπομίσθωση) προστατευόμενη από τις διατάξεις του Ν. 813/1978 για την οποία δεν απαιτείται τύπος, αυτοτελή και νέα ως προς την αναφερόμενη στην αγωγή κύρια μίσθωση, στην οποία εκμισθώτρια της περιουσίας της είναι Ιερά Μονή και ο τύπος που τάσσει το β.δ. 245/1962 είναι όρος που έχει ταχθεί υπέρ αυτής (Ιεράς Μονής). Οι σχέσεις των μερών της υπομίσθωσης είναι διάφορες των σχέσεων των μερών της κύριας μίσθωσης και κάθε μια μίσθωση διέπεται από τις συμφωνίες και τα οριζόμενα γι' αυτήν από τον νόμο, συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, η επικαλούμενη υπομίσθωση διέπεται μόνο από τις διατάξεις του ΑΚ και του ν. 813/1978, ο δε παρεπόμενος χαρακτήρας της υπομίσθωσης είναι έναντι του εκμισθωτή και δεν αφορά τις μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή σχέσεις, ακόμα και αν κατά τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 4 του β.δ. 245/1962 απαιτείται για την σύναψη της υπομίσθωσης συναίνεση του Ηγουμενοσυμβουλίου και έγκριση από τον οικείο Ο.Δ.Μ.Π., διότι η συναίνεση ή η έγκριση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η υπομίσθωση, για τις σχέσεις εκμισθωτή - μισθωτή, δεν αποτελεί παράβαση του νόμου ή της σύμβασης (ΑΚ 593, άρθρ. 11 παρ. 1 π.δ. 34/95) και κακή χρήση του μισθίου (ΑΚ 594), η έλλειψή τους δε, διευρύνει μόνο την ευθύνη του μισθωτή απέναντι στον εκμισθωτή και θεμελιώνει δικαίωμα του εκμισθωτή για απόδοση του μισθίου. Πρέπει επομένως, δεκτής γενομένης της έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας ως ουσιαστικά βάσιμης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη (άρθρο 535 ΚΠΙολΔ) και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις ως άνω διατάξεις του ΑΚ και του Ν. 813/1978, εκδικαζόμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και να κηρύξει λυμένη τη σύμβαση υπομίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 574-587, 599 παρ. 1 και τις διατάξεις των άρθρων 8, 29 και 31 παρ. 1 εδ. β' του ν. 813/1978 (1, 15 και 44 του π.δ. 34/1995). Ειδικότερα δέχθηκε ότι οι σχέσεις των μερών της υπομίσθωσης είναι διάφορες των σχέσεων των μερών της κύριας μίσθωσης και καθεμία μίσθωση διέπεται από τις συμφωνίες και τα οριζόμενα γι' αυτήν από το νόμο, συνεπώς η υπό κρίση υπομίσθωση διέπεται μόνον από τις διατάξεις του ΑΚ και του ν. 813/1978, ο δε παρεπόμενος χαρακτήρας της υπομίσθωσης υφίσταται έναντι του εκμισθωτή και δεν αφορά στις μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή σχέσεις, ακόμα και αν απαιτείται για τη σύναψη της υπομίσθωσης συναίνεση του Ηγουμενοσυμβουλίου και έγκριση από τον οικείο ΟΔΜΠ, διότι η συναίνεση ή η έγκριση έχει ως αποτέλεσμα ότι η υπομίσθωση, για τις σχέσεις εκμισθωτή - μισθωτή, δεν αποτελεί παράβαση του νόμου ή της σύμβασης και κακή χρήση του μισθίου, η έλλειψή τους, δε, διευρύνει μόνον την ευθύνη του μισθωτή έναντι του εκμισθωτή και θεμελιώνει δικαίωμα του εκμισθωτή για απόδοση του μισθίου. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση, από το υπ' αριθμόν ...01/2011 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Β. Κ., την με αριθ. πρωτ. 34 υπ' αριθμόν 5/10/11/2009 απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου της I. Μονής ... το υπ' αριθμόν 1/2010 Πρακτικό του Τοπικού Συμβουλίου του ΟΔΜΠ, συνάγεται ότι και τα δύο αυτά συλλογικά όργανα συμφώνησαν εκ των προτέρων στην επίμαχη υπομίσθωση και μάλιστα δίχως να θέσουν κάποιον όρο ή περιορισμό ως προς την διάρκειά της. Η μετέπειτα παράταση της υπομίσθωσης μεταξύ της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως υπεκμισθώτριας και της αναιρεσείουσας ως υπομισθώτριας καλύπτεται από την εκ των προτέρων χορηγηθείσα συναίνεση των αρμοδίων συλλογικών οργάνων, δίχως περιορισμούς ως προς τη διάρκεια. Περαιτέρω, αντίθετα από την κύρια μίσθωση, για την οποία το β.δ. 245/1962 προβλέπει την τήρηση τύπου και δη συμβολαιογραφικού εγγράφου -πρόβλεψη που προδήλως έχει ταχθεί υπέρ της Ιεράς Μονής ως εκμισθώτριας-, για την υπομίσθωση του μοναστηριακού ακινήτου το ίδιο το β.δ. δεν απαιτεί ρητώς την τήρηση τύπου. Προβλέπει επίσης έγγραφο τύπο για τη συναίνεση του Ηγουμενοσυμβουλίου και κανένα τύπο για την προηγούμενη έγκριση του Τοπικού Συμβουλίου του ΟΔΜΠ. Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικές εγκρίσεις δεν αποτελούν τύπο της σύμβασης υπομίσθωσης, ώστε ακόμη και η παράλειψη τηρήσεως των εν λόγω προϋποθέσεων δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 164 ΑΚ και η επίμαχη υπομίσθωση δεν καθίσταται άκυρη για το λόγο αυτό. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι θεμελιώνεται σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της μίσθωσης, ενώ θα έπρεπε να έχει κρίνει ότι η εταιρία της αναιρεσίβλητης ήταν αποκλειστικά υπαίτια για τη μη τήρηση των συμφωνιών περί μεταβιβάσεως των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας και ως εκ τούτου έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη, άλλως ως καταχρηστική. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα του παρόντος λόγου της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η οποία έχει απορροφήσει και συγχωνευθεί με την εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΤΕΕ", έχει ως σκοπό και αντικείμενο εργασιών, μεταξύ άλλων, την εκτροφή και εμπορία ιχθύων και ιχθυδίων γόνου. Με την με αριθμό 1396/1993 απόφαση του Νομάρχη …, όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, χορηγήθηκε στην ως άνω αρχική εταιρεία, άδεια ίδρυσης μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας στην ..., για εντατική καλλιέργεια των ειδών τσιπούρας και λαβρακίου, την οποία η ενάγουσα ανέπτυξε, με πάγιο κινητό εξοπλισμό κυριότητάς της, σε δύο μονάδες που αποτελούσαν όμως ενιαίο οικονομικό και λειτουργικό σύνολο και συγκεκριμένα σε μια μονάδα εκτροφής (πάχυνσης) ιχθύων σε πλωτούς ιχθυοκλωβούς που εγκατέστησε σε μισθωμένη θαλάσσια έκταση 20 στρεμμάτων στον όρμο ... και σε μια δεύτερη μονάδα ιχθυογεννητικού σταθμού που εγκατέστησε σε χερσαία έκταση στην παρακείμενη περιοχή του .... Ειδικότερα, για τις ανάγκες λειτουργίας του ιχθυογεννητικού σταθμού και των αποθηκών για την στήριξη των μονάδων εκτροφής (πάχυνσης) ιχθύων επί των πλωτών εγκαταστάσεων στην θαλάσσια έκταση στο ..., μίσθωσε η ενάγουσα (υπό την αρχική της μορφή) από την κυρία αυτής Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή του ... (Μονή ...) και δυνάμει του με αριθμό ...42/15-3-1993 νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ε. Γ. - Κ., την ως άνω χερσαία έκταση που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ... (μετέπειτα περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ...) και συγκεκριμένα ένα αγρό εκτάσεως 13 στρεμμάτων περίπου, ο οποίος εμφανίζεται αναλυτικά με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο με χρονολογία "Μάρτιος 1993" σκαρίφημα που προσαρτάται στο συμβόλαιο αυτό και συνορεύει βόρεια και επί πλευράς ΑΒ 124 μέτρων με βραχώδη παραλία και πέραν αυτής με θάλασσα, νότια και επί πλευράς ΓΔ 164 μέτρων με ακίνητο Μονής ..., ανατολικά και επί πλευράς ΒΓ 90 μέτρων με ακίνητο Μονής ... και δυτικά και επί πλευράς ΑΔ 98 μέτρων με ακίνητο Μονής ..., έχει δε σχήμα τραπεζίου. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε 15ετής και στην συνέχεια με την με αριθμό ...25/28-11-2005 πράξη παράτασης της Συμβολαιογράφου Β. Κ., παρατάθηκε έως τις 24-3-2011. Τον Ιανουάριο του έτους 2011 η ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό ...01/12-1-2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Β. Κ., υπεκμίσθωσε την ως άνω μισθωμένη από αυτή έκταση μέχρι την 24-3-2011 που έληγε η κύρια μίσθωση, στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...", αντί μισθώματος 750 ευρώ για την έκταση και 2.600 ευρώ για τους στεγασμένους χώρους, συναινούσης της εκμισθώτριας της κύριας μίσθωσης, στα πλαίσια ευρύτερης συνεργασίας τους και δη συμφωνίας των διαδίκων να πωληθούν οι ως άνω μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας στην εναγομένη. Συγκεκριμένα, το έτος 2009 οι διάδικες εταιρείες, αμφότερες με αντικείμενο δραστηριότητας την εκτροφή και εμπορία ιχθύων, συμφώνησαν να πωληθεί στην εναγομένη η ως άνω επιχείρηση ιχθυοκαλλιέργειας της ενάγουσας, η οποία αναπτυσσόταν στις ως άνω μονάδες, μετά του πάγιου εξοπλισμού τους και των διοικητικών αδειών τους. Προς επίρρωση των συμφωνιών τους, υπέγραψαν αυτές το από 24-6-2009 προσύμφωνο πώλησης κινητών, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα υποσχόταν να πωλήσει στην εναγομένη και αυτή αντίστοιχα υποσχόταν να αγοράσει τις ανωτέρω μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας, με τα κινητά που αποτελούσαν τον εξοπλισμό τους και με τις διοικητικές τους άδειες, αντί τιμήματος 2.200.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Το εν λόγω τίμημα συμφωνήθηκε ότι θα εξοφλούσε η εναγομένη διά σωρευτικής αναδοχής ισόποσου χρέους που απέρρεε από την με αριθμό 5/1999 δανειακή σύμβαση που είχε συνάψει η ενάγουσα με την .... Η προθεσμία υπογραφής της οριστικής σύμβασης ορίσθηκε μέχρι τις 31-3-2010. Παράλληλα, με το από 24-6-2009 συμφωνητικό αποκλειστικής εκμετάλλευσης μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας, η ενάγουσα παραχώρησε άνευ ανταλλάγματος στην εναγομένη, το δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης των ως άνω μονάδων, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία πώλησής τους και μέχρι τις 31-3-2010. Στο ως άνω από 24-6-2009 προσύμφωνο τέθηκαν αιρέσεις, υπό την πλήρωση των οποίων τελούσε η υπογραφή της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης της ως άνω επιχείρησης ιχθυοκαλλιέργειας, μεταξύ δε αυτών ήταν: η έγκριση από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές της οριστικής μεταβολής του φορέα εκμετάλλευσης των παγίων ή/και η οριστική μεταβίβαση των διοικητικών αδειών στην εναγομένη ή σε πρόσωπο της επιλογής της, η παροχή από το Υπουργείο Γεωργίας της οριστικής έγκρισης για την μεταβίβαση στην εναγομένη όλων των κινητών στοιχείων που αποτελούσαν αντικείμενο επιχορήγησης/ επιδότησης, η ανεπιφύλακτη αποδοχή από την ... του σχεδίου σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, η ανανέωση των υφιστάμενων μισθώσεων και η παροχή συναίνεσης από τους εκμισθωτές για την υπεισέλευση της εναγομένης στις μισθώσεις των χώρων των μονάδων. Ενόψει των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η ενάγουσα αφενός παρέδωσε αμέσως στην εναγομένη την κατοχή της μισθωμένης θαλάσσιας έκτασης και την κατοχή του επιδίκου ακινήτου που μίσθωνε από την Μονή ..., αυτή δε εγκαταστάθηκε και άρχισε να ασκεί εκεί την επιχείρηση της ιχθυοκαλλιέργειας και αφετέρου με την από 15-10-2009 αίτησή της, ζήτησε την συναίνεση της εκμισθώτριας Ιεράς Μονής ... για την παράταση της μίσθωσης του ως άνω ακινήτου και επίσης πρότεινε σε αυτήν την μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εναγομένη, αιτήματα που αποδέχθηκε η εκμισθώτρια με την με αριθμό 5/10-11-2009 απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου της και ενέκρινε το τοπικό συμβούλιο του Ο.Δ.Μ.Π. Νομού ... εκδοθέντος του με αριθμό 1/2010 πρακτικού του, ενώ για την κατοχή της θαλάσσιας έκτασης όπου λειτουργούσε η μονάδα πάχυνσης, ενόψει του ότι με την με αριθμό 1731/11-6-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης είχαν ανακληθεί οι με αριθμό 7822/2002 και 22301/2002 αποφάσεις του Νομάρχη ... περί επανεκμίσθωσής της, αλλά και οι με αριθμό 1396/ 1993, 19331/1995 και 2297/2003 αποφάσεις του Νομάρχη .... και η με αριθμό 2868/2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης που αφορούσαν την άδεια ίδρυσης και λειτουργία της, είχε ήδη ζητήσει, με την από 17-9-2008 αίτησή της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, την ακύρωση των αποφάσεων αυτών και μάλιστα στο από 24-6-2009 προαναφερόμενο προσύμφωνο και στο άρθρο 5 αυτού, ειδικώς για το θέμα τούτο συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση μη ευνοϊκής έκβασης της εκκρεμούς αυτής αίτησης ενώπιον του ΣτΕ και υπό την προϋπόθεση ότι θα ευδοκιμήσει αίτηση που είχε υποβάλει η ενάγουσα, άδειας μετεγκατάστασης μονάδας πάχυνσης από την περιοχή ... στην περιοχή ..., θα μεταβιβασθεί τούτη στην εναγομένη άνευ επιπλέον ανταλλάγματος. Μετά τη σύναψη των ανωτέρω συμφωνιών, όμως, λόγω προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε και αδυναμίας να ανταπεξέλθει στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, η ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-7-2009 αίτησή της, περί υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 99 του ΠτΚ και αποφασίσθηκε έτσι από το Δικαστήριο εκείνο με την με αριθμό 1112/2009 απόφασή του, το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής μεταξύ της ενάγουσας και των πιστωτών της, με ταυτόχρονη απαγόρευση της διάθεσης κάθε περιουσιακού στοιχείου της ως προληπτικό μέτρο, μέχρι την έκδοση απόφασης περί επικύρωσης της συμφωνίας συνδιαλλαγής ή την λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Εξαιτίας του ανοίγματος αυτής της διαδικασίας συνδιαλλαγής για την ενάγουσα και της απαγόρευσης μεταβίβασης της περιουσίας της, παρατάθηκε με το από 29-3-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν οι διάδικες εταιρείες, ο χρόνος της οριστικής μεταβίβασης των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας μέχρι την 31-12-2010 και με το από 29-3-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό η παραχωρηθείσα αποκλειστική εκμετάλλευσή τους επίσης μέχρι την 31-12-2010 και ακολούθως, επειδή εκκρεμούσε ακόμα η διαδικασία συνδιαλλαγής, παρατάθηκαν τόσο ο χρόνος μεταβίβασης της επιχείρησης όσο και ο χρόνος άσκησης του δικαιώματος αποκλειστικής εκμετάλλευσης μέχρι την 31-12-2011, με τα από 30-3-2010 αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά. Ακολούθως, με το με αριθμό ...01/12-1-2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Β. Κ., που υπογράφηκε από την ενάγουσα, την εναγομένη και την Ιερά Μονή ..., συνάφθηκαν ταυτόχρονα δύο συμβάσεις: μια σύμβαση εμπορικής μίσθωσης (η επίδικη) που τιτλοφορήθηκε "Α' ΣΥΜΒΑΣΗ - ΥΠΟΜΙΣΘΩΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ" με την οποία η ενάγουσα ΑΕ όπως προαναφέρθηκε υπεκμίσθωσε στην εναγομένη ΑΕ το ως άνω ακίνητο της Μονής ..., συναινούσης της τελευταίας - εκμισθώτριας, ως απαιτείτο βάσει των διατάξεων του β.δ. 245/1962 περί εκμίσθωσης της διατηρούμενης περιουσίας των Ιερών Μονών της Κρήτης και κατόπιν της από 5/10-11-2009 προαναφερθείσας απόφασης του Ηγουμενοσυμβουλίου της που εγκρίθηκε από τον Ο.Δ.Μ.Π., για το χρονικό διάστημα από τις 12-1-2011 έως τις 24-3-2011 οπότε έληγε κατά την με αριθμό ...25/28-11-2005 προαναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη ο χρόνος της κύριας μίσθωσης, και ταυτόχρονα μια δεύτερη σύμβαση με την οποία η Ιερά Μονή ... δήλωσε ότι παρατείνει τον χρόνο της αρχικής μίσθωσης του ως άνω αγροτικού ακινήτου όπου είχε υπεισέλθει η εναγομένη ως υπομισθώτρια έως τις 24-3-2021, με ετήσιο μίσθωμα 3.510 ευρώ για τον αγρό και 12.000 ευρώ για τους στεγασμένους χώρους, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος. Στις 24-3-2011 που έληξε η συμβατική διάρκεια της υπομίσθωσης, η εναγομένη δεν απέδωσε την χρήση του μισθίου (υπομισθωμένου επιδίκου ακινήτου) αλλά παρέμεινε σε αυτό λειτουργώντας και εκμεταλλευόμενη τον ιχθυογεννητικό σταθμό και η ενάγουσα, επειδή δεν ήταν ακόμη δυνατή η πλήρωση όλων των ταχθεισών αιρέσεων για την οριστική πώληση της επιχείρησής της στην .... δεν αντιτάχθηκε αλλά συναίνεσε σιωπηρά και έτσι παρατάθηκε σιωπηρά για αόριστο χρόνο και πάντως όχι πέραν της 24-3-2021 η υπομίσθωση, με την προφορική όμως συμφωνία να καταβάλει έκτοτε η εναγομένη ετήσιο μίσθωμα ισόποσο με το συμφωνηθέν για την κύρια μίσθωση και, για πρακτικούς και μόνο λόγους, να το αποδίδει η ίδια απευθείας στην εκμισθώτρια στην οποία όφειλε μίσθωμα η ενάγουσα, ώστε να αποσβένονται έτσι αμφότερες οι ενοχές. Η εναγομένη αρνούμενη την αγωγή, ισχυρίζεται ότι η υπομίσθωση που είχε συνάψει με την ενάγουσα έληξε λόγω παρέλευσης του συμφωνηθέντος χρόνου στις 24-3-2011 και κατέχει έκτοτε το ως άνω ακίνητο κατόπιν μίσθωσης που σύναψε η ίδια με την Ιερά Μονή ... για το χρονικό διάστημα από 25-3-2011 έως 24-3-2021, δυνάμει της προαναφερθείσας ...01/12-1-2011 συμβολαιογραφικής πράξης, άλλως, λόγω μεταβίβασης σε αυτήν της μισθωτικής σχέσης της ενάγουσας στην θέση της οποίας υπεισήλθε, ώστε η ενάγουσα δεν συνδέεται μαζί της με σχέση μίσθωσης. Οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης όμως δεν είναι αληθείς. Πέραν του ότι για την κατάρτιση νέας μίσθωσης για το επίδικο ακίνητο με την Ιερά Μονή ... θα ακολουθείτο υποχρεωτικά από την τελευταία η τυπική διαδικασία της δημοπρασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 επ. του β.δ. 245/1962 αφού πρόκειται για ακίνητη περιουσία Ιεράς Μονής της Κρήτης, στην με αριθμό 17901/12-1-2011 συμβολαιογραφική πράξη, μετά την περιεχόμενη σε αυτή σύμβαση υπομίσθωσης, σύμβαση και μάλιστα υπό τον τίτλο "Β' ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΧΡΟΝΟΥ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ", η Ιερά Μονή ... ρητά δηλώνει ότι: "παρατείνει τον χρόνο της ανωτέρω μίσθωσης... στην οποία έχει υπεισέλθει κατά τα ανωτέρω ως υπομισθώτρια η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ... ΑΕ"...", συνεπώς ρητώς δηλώνεται από την εκμισθώτρια της κύριας μίσθωσης, χωρίς να χρήζει ερμηνείας η δήλωση αυτή, ότι η μίσθωση στην οποία υπομισθώτρια είναι η εναγομένη παρατείνεται. Άλλωστε, σε μια τέτοια περίπτωση, κατάρτισης δηλαδή νέας μίσθωσης μεταξύ της εναγομένης και της Μονής ..., δεν θα υπήρχε λόγος να προηγηθεί υπεκμίσθωση του ακινήτου, καθώς την κατοχή του μισθίου είχε παραδώσει στην εναγομένη η ενάγουσα ήδη από το έτος 2009 και έκτοτε λειτουργούσε αυτή ανεμπόδιστα εκεί τον ιχθυοσταθμό. Επίσης δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης που είχε συνάψει η ενάγουσα με την Μονή ..., από την πρώτη στην εναγομένη. Εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε η σύναψη τέτοιας συμφωνίας, άλλωστε στις 25-3-2011 δεν υπήρχε μισθωτική σχέση που θα μπορούσε να μεταβιβασθεί καθώς η κύρια μίσθωση έληγε στις 24-3-2011, δεν δικαιολογείται και πάλι η σύναψη της υπομίσθωσης, αλλά κυρίως, είναι λογικά ανακόλουθο να επιθυμεί η ενάγουσα να μεταβιβάσει την μισθωτική σχέση που την συνέδεε με την κυρία του ακινήτου - εκμισθώτρια και να αποξενωθεί έτσι της μίσθωσης και της κατοχής του ακινήτου πριν την επίτευξη της οριστικής μεταβίβασης των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας στην εναγομένη και ενώ ο πάγιος εξοπλισμός του ιχθυογεννητικού σταθμού που ήταν εγκατεστημένος σε αυτό της ανήκε. Το γεγονός ότι η ενάγουσα, κατά τα προεκτεθέντα, είχε από το έτος 2009 ζητήσει και λάβει, προς επίτευξη της υλοποίησης των συμφωνιών της με την εναγομένη, την συναίνεση της εκμισθώτριας για την μεταβίβαση της μεταξύ τους μισθωτικής σχέσης, δεν σημαίνει άνευ άλλου τινός, ότι έλαβε χώρα αυτή η μεταβίβαση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 31-12-2011 οπότε έληξε η νέα συμφωνηθείσα προθεσμία για την οριστική πώληση και μεταβίβαση της εκμετάλλευσης των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας, δεν ήταν και πάλι δυνατή η επίτευξη της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης διότι, αν και είχε δημοσιευθεί από τις 16-11-2011 η με αριθμό 1015/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικύρωσε την συμφωνία συνδιαλλαγής και κήρυξε το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής ώστε μπορούσε πλέον η ενάγουσα να μεταβιβάσει την περιουσία της, μάλιστα στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας συνήνεσε και η ... στην αναδοχή από την εναγομένη του χρέους της ενάγουσας για το ποσό των 2.200.000 ευρώ, όσο και το τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί, η εναγομένη, αυτή τη φορά, αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας και αδυναμία να ανταπεξέλθει στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της και έτσι αναγκάσθηκε να καταθέσει αίτηση για εξυγίανσή της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου, που με την με αριθμό 10/29-3-2013 απόφασή του, διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης. Οι διάδικες εταιρείες, στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, αλλά και με την συμφωνία ότι τα συμφωνηθέντα ισχύουν μεταξύ τους σε κάθε περίπτωση και χωρίς την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, με το από 10-10-2013 συμφωνητικό που φέρει τον τίτλο "ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΑΡΘΡΟΥ 106β ΠτΚ" το οποίο υπέγραψαν, επανέλαβαν την βάσει του από 24-6-2009 προσυμφώνου υποχρέωση της ενάγουσας να πωλήσει στην εναγομένη την μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας στην ... και την αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης να την αγοράσει, αντί τιμήματος αποτελούμενου πλέον, εκτός του ποσού των 2.200.000 ευρώ που θα καταβαλλόταν στην ... με σωρευτική αναδοχή χρέους και του ποσού των 506.000 ευρώ του αναλογούντος από την πώληση ΦΠΑ και ποσού 181.434 ευρώ ακόμα, που αντιστοιχούσε σε ισόποσους τόκους της περιόδου από 1-7-2009 έως 31-12-2012 όπως τους είχε προσδιορίσει η ... δυνάμει της με αριθμό 5/1999 δανειακής σύμβασης, για το διάστημα που μεσολάβησε λόγω της καθυστέρησης σύναψης του οριστικού συμφώνου και της σωρευτικής αναδοχής χρέους με την Τράπεζα. Συμφωνήθηκε επίσης να υπογραφεί η οριστική σύμβαση μεταβίβασης της ιχθυοκαλλιέργειας μέχρι τις 31-12-2014 και η κατάπτωση ποινικής ρήτρας 1.000.000 ευρώ σε περίπτωση μη υπογραφής της από υπαιτιότητα της εναγομένης και ποινικής ρήτρας 1.000.000 ευρώ σε αδικαιολόγητη άρνηση υπογραφής από την ενάγουσα. Τον χρόνο εκείνο (10-10-2013), από τις αιρέσεις που είχαν τεθεί κατά τα προεκτεθέντα με το από 24-6-2009 προσύμφωνο, προκειμένου να επέλθει η οριστική μεταβίβαση, εκκρεμούσε μόνο η μεταβίβαση των διοικητικών αδειών λειτουργίας των μονάδων στην εναγομένη, όπως συνομολογήθηκε από τα δύο μέρη στο ως άνω από 10-10-2013 συμφωνητικό και στο άρθρο 5 αυτού. Η εναγομένη ωστόσο, η οποία έφερε εξ αρχής το βάρος τούτο, καθώς αυτή εγκαταστάθηκε στην μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας και αυτή ασκούσε την επιχειρηματική δραστηριότητα, αν και έπρεπε να προβεί, με δαπάνες της, σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες είτε για την έκδοση νέων διοικητικών αδειών στην θέση εκείνων που είχαν ανακληθεί και δεν είχε καταστεί δυνατή η ακύρωση των ανακλητικών διοικητικών πράξεων ή που είχαν λήξει, είτε για την ανανέωση υφιστάμενων διοικητικών αδειών και ακολούθως, με σύμπραξη βεβαίως της ενάγουσας όπου απαιτείτο η συναίνεσή της, στις αναγκαίες ενέργειες μεταβίβασης των αδειών και τροποποίησης του φορέα τους, δεν προέβη σε καμιά τέτοια ενέργεια εντός του συμφωνηθέντος κάθε φορά χρονικού διαστήματος για την οριστική μεταβίβαση της επιχείρησης, αντιθέτως αδράνησε, με αποτέλεσμα μάλιστα να ανακληθεί εκ νέου, με την με αριθμό 834/9-10-2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, η άδεια λειτουργίας της μονάδας που είχε χορηγηθεί με την με αριθμό 1396/1993 προαναφερθείσα απόφαση του Νομάρχη ... καθώς, μεταξύ άλλων, δεν ανανεώθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι λειτουργίας του ιχθυογεννητικού σταθμού οι οποίοι είχαν λήξει στις 31-12-2010. Έτσι, όταν η τελευταία συμβατική προθεσμία για την οριστική πώληση της μονάδας πάχυνσης και της μονάδας του ιχθυογεννητικού σταθμού κόντευε να εκπνεύσει, δίχως η εναγομένη να προβαίνει στις απαραίτητες ως άνω ενέργειες και δίχως να ζητήσει την σύναψη της οριστικής σύμβασης, η ενάγουσα επέδωσε σε αυτή την από 29-12-2014 εξώδικη πρόσκληση, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...38Β/5-1-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου Δ. Λ., με την οποία την καλούσε σε εκπλήρωση της υποχρέωσής της να αγοράσει τις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και της ζητούσε να προσέλθει στα γραφεία της στις 9-1-2015 για την υπογραφή της σύμβασης, πλην όμως η εναγομένη δεν εμφανίσθηκε. Ακολούθως η ενάγουσα, με την από 16-1-2015 εξώδικη δήλωσή της - καταγγελία που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 20-1-2015, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...69Β/20-1-2015 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, κατήγγειλε την από 10-10-2013 ανωτέρω συμφωνία τους και την κάλεσε να της παραδώσει το σύνολο των κινητών πραγμάτων και την θαλάσσια έκταση στο .... Κατόπιν τούτων, ματαιώθηκε οριστικά η πώληση τόσο της μονάδας πάχυνσης όσο και του ιχθυογεννητικού σταθμού, ο οποίος με κινητό εξοπλισμό κυριότητας της ενάγουσας είναι εγκατεστημένος στον χώρο του μισθίου (υπομισθωμένου ακινήτου), από ολιγωρία της εναγομένης η οποία δεν εκπλήρωσε εγκαίρως την υποχρέωση που είχε αναλάβει και δεν προέβη στις ενέργειες που απαιτούντο για την μεταβίβαση των διοικητικών αδειών της μονάδας, χωρίς οποιαδήποτε υπαιτιότητα να βαραίνει την ενάγουσα, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ότι η εναγομένη αποδέχθηκε στο τέλος να καταβάλει τίμημα της αγοραπωλησίας, πλέον του αρχικά συμφωνηθέντος ποσού (δηλαδή εκείνου των 2.200.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ), ύψους 181.434 ευρώ όσο και το ύψος των τόκων από την καθυστέρηση αποπληρωμής στην ... του χρέους της ενάγουσας κατά το διάστημα που μεσολάβησε λόγω της καθυστέρησης της σύναψης του οριστικού συμφώνου και της σωρευτικής αναδοχής χρέους, σοβαρή οικονομική επιβάρυνση την οποία αναμφίβολα δεν θα αποδεχόταν αν η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε πράξεις ή παραλείψεις της ενάγουσας. Μετά την ματαίωση της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας στην ..., εξέλιπε και η αιτία για την οποία η ενάγουσα επέλεξε να υπεκμισθώσει το μίσθιο ακίνητο στην εναγομένη και πλέον καθίσταται υπέρμετρα δυσβάστακτη για αυτήν η συνέχιση της επίδικης υπομίσθωσης καθώς αδυνατεί, επί ζημία της, να συνεχίσει την επιχειρηματική της δράση στο επίδικο ακίνητο, για το οποίο οφείλει μίσθωμα και είναι εκεί εγκατεστημένος πάγιος εξοπλισμός κυριότητάς της, ενώ αντιθέτως, δεν είναι θεμιτή η συνέχιση από την εναγομένη της λειτουργίας του εγκατεστημένου στο μίσθιο ιχθυοσταθμού με εξοπλισμό που δεν της ανήκει και που επί έτη εκμεταλλευόταν αποσκοπώντας στο κέρδος, χωρίς να καταβάλει αντάλλαγμα.
Συνεπώς, κατά αντικειμενικά κριτήρια και κατά τους κανόνες της καλής πίστης κατ των συναλλακτικών ηθών, θεμελιώνεται για τις ως άνω αιτίες, σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της επίδικης υπομίσθωσης από την ενάγουσα και η καταγγελία την οποία ασκεί με την υπό κρίση αγωγή είναι έγκυρη και επήλθε η λύση της υπομίσθωσης. Ας σημειωθεί ότι η ενάγουσα έχει ήδη επιδιώξει και πετύχει με την έκδοση της με αριθμό 1325/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων σε δεύτερο βαθμό, να της αποδώσει προσωρινά η εναγομένη τα κινητά πράγματα που αποτελούσαν τον εξοπλισμό της επιχείρησης ιχθυοκαλλιέργειας στην ... και επίσης να της αποδώσει προσωρινά την κατοχή του θαλάσσιου χώρου των 20 στρεμμάτων στο .... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να κηρυχθεί λυμένη η επίδικη υπομίσθωση και να υποχρεωθεί η εναγομένη, καθώς και κάθε τρίτος που έλκει από αυτή δικαίωμα, να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου ακινήτου". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη απόφαση με πλήρη και σαφή αιτιολογία καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης για τη μη σύναψη των οριστικών συμβάσεων πώλησης των μονάδων επικαλούμενη μεταξύ των άλλων και το από 10-10-2013 συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησε η αναιρεσείουσα να καταβάλει ως τίμημα το ποσό των 2.200.000,00 € πλέον ποσού 181.434 € και πλέον τόκων από την καθυστέρηση αποπληρωμής της ... κατά το διάστημα που μεσολάβησε, λόγω της καθυστέρησης της σύναψης του οριστικού συμφώνου και της σωρευτικής αναδοχής χρέους, το οποίο αποτελούσε σοβαρή οικονομική επιβάρυνση, την οποία είναι προφανές ότι δεν θα αποδεχόταν η αναιρεσείουσα, αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ένδικη μισθωτική σύμβαση (σύμβαση υπομίσθωσης) μεταξύ της αναιρεσίβλητης ως υπεκμισθώτριας και της αναιρεσείουσας ως υπομισθώτριας και ακολούθως η σιωπηρή παράταση αυτής συνήφθησαν εν όψει της μεταβίβασης των δύο μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας και συγκεκριμένα της μεταβίβασης του ιχθυογεννητικού σταθμού που λειτουργεί στο μίσθιο ακίνητο στον .... μετά δε την οριστική ματαίωση της πώλησης των δύο μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας, έληξε η αιτία για την οποία παραδόθηκαν αυτές στην αναιρεσείουσα, ώστε συνέτρεχε περίπτωση λύσης της σύμβασης υπομίσθωσης με καταγγελία από την αναιρεσίβλητη υπεκμισθώτρια για σπουδαίο λόγο και απόδοσης της χρήσης των παραδοθεισών μονάδων στην αναιρεσίβλητη. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 103/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή