Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1584 / 2011    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1584/2011



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



A1' Πολιτικό Τμήμα



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:



Του αναιρεσείοντος: Α. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χρυσάνθη.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ - Ανώνυμος Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων", με έδρα στο Χαλάνδρι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα.



Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3933/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 438/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιουλίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (αρ. 173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δηλώσεως βουλήσεως ως προς κάποιο σημείο ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 1183/2007).

- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 εδαφ. α' ΑΚ, κατά την οποία οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν, καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης ως προς την υποβολή μιας σύμβασης, αναφερομένης σε διεθνή συναλλαγή, στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας. Η αυτονομία όμως αυτή δεν είναι απόλυτη, υπό την έννοια ότι δεν δύναται να επιλεγεί δίκαιο προς το οποίο δεν συνδέεται κάποιο από τα στοιχεία της σύμβασης, έστω και χαλαρά. Δεν έχει σημασία εάν ο σύνδεσμος, κρινόμενος αντικειμενικά, είναι πολύ ασθενέστερος από τους συνδέσμους που παρουσιάζει η σύμβαση με άλλα δίκαια, διότι αξία έχει η ύπαρξη του συνδέσμου και όχι η εγγύτητα αυτού. Άλλωστε υπάρχει η τάση για την μέγιστη δυνατή διεύρυνση της εννοίας του συνδέσμου, να διευρύνεται και ο κύκλος των δικαίων, μεταξύ των οποίων δύναται να γίνει η επιλογή. Ως, μάλιστα, παρατηρείται σχετικά, σε ορισμένους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων υπάρχει η τάση για διεθνή τυποποίηση ή ενοποίηση, ο σκοπός δε αυτός επιτυγχάνεται, εκτός των διεθνών συμβάσεων, με την υποβολή των σπουδαιότερων τύπων των σχετικών συμβάσεων στο ίδιο δίκαιο, ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή κατοικίας των συμβληθέντων ή τόπου σύναψης ή εκτέλεσης της σύμβασης. Στους προαναφερθέντες κλάδους, όπου οι γενικώς χρησιμοποιούμενοι τύποι των συμβάσεων διατυπώνονται και συντάσσονται σύμφωνα προς τα έθιμα του Αγγλικού εμπορίου, η υπαγωγή στο Αγγλικό δίκαιο είναι εύλογη και φυσική. Για την περίπτωση ασφάλισης θαλαμηγών σκαφών, η ασφάλιση σχεδόν κατά κανόνα παρέχεται με βάση τους όρους της Ρήτρας Θαλαμηγών Σκαφών του Ινστιτούτου με την κωδική ονομασία Institute Yacht Clauses 1.11.1985.

Συνεπώς ένας εσωτερικός σύνδεσμος μιας τοιαύτης συμβάσεως με το Αγγλικό δίκαιο δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως απαράδεκτος . Εξάλλου, οι όροι του ασφαλιστηρίου, γενικοί ή ειδικοί, έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία και είναι υποχρεωτικοί έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στη σύμβαση ασφαλίσεως, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών "γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπ' όψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι λοιπές ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται ενώ κατά την παραγρ 8 του ιδίου ως άνω άρθρου "ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί". Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι τον προσδιορισμό της αορίστου νομικής εννοίας της καταχρηστικότητας του γενικού όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως ο νόμος εξαρτά εξ ορισμένων στοιχείων, τα οποία πρέπει να τεθούν υπ' όψη του δικαστηρίου, ώστε τούτο να κρίνει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός. Η απαγόρευση δηλαδή της εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, σε περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρεία προβάλλει κατά της αγωγής του καταναλωτή για επιδίκαση του ασφαλίσματος ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής βάσει κάποιου γενικού όρου του ασφαλιστηρίου, ο ενάγων δύναται να επικαλεσθεί με αντένσταση την ακυρότητα του όρου αυτού ως καταχρηστικού (ΑΠ 1599/2001). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, λόγω της ερημοδικίας του, κατά της υπ' αριθμό 3933/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ώστε αυτή θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση και τα τυχόν σφάλματα της πρωτοβάθμιας απόφασης, αφού επικυρώνονται από τη δευτεροβάθμια, μπορούν να προταθούν ως σφάλματα αυτής, με την αίτηση αναιρέσεως (Ολομ.ΑΠ 16/1990), έκρινε, επί της υποθέσεως, ότι ο ενάγων καθ' υποφορά, με την αγωγή του, ισχυρίζεται ότι η υπαγωγή της ασφαλιστικής συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, στο αγγλικό δίκαιο, είναι καταχρηστική και αντίθετη με το νόμο περί προστασίας του καταναλωτή. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτόν του ενάγοντος έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο που καταρτίσθηκε μεταξύ του Κ. Α., του πατέρα του ενάγοντος Α. Ρ. και της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, η τελευταία, κάλυψε ασφαλιστικά για ίδιες ζημίες, σώμα και εξοπλισμό και για ευθύνη έναντι τρίτων, το υπό Ελληνική σημαία επιβατηγό τουριστικό σκάφος με το όνομα "Κ... Α...", για το χρονικό διάστημα από 10.5.2006 έως 10.11.2006. Το συμβόλαιο αυτό ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 10.11.2006 μέχρι 10.11.2007, με ασφαλισμένο πλέον τον ενάγοντα Α. Ρ. και όχι τον πατέρα του, όπως το αρχικό συμβόλαιο. Στο αρχικό ασφαλιστήριο και στο ανανεωτήριο αυτού ανεγράφη ότι δεν ισχύουν για την προκειμένη ασφάλιση οι όροι 3.2, 10.1, 10.6, 10.10, 21 και 22 των Ρητρών του Ινστιτούτου για την ασφάλιση σκαφών αναψυχής, ενώ ορίσθηκε ότι Ή ασφάλιση υπόκειται στον Αγγλικό νόμο και στην πρακτική αλλά στη δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων (Πειραιάς)". Λόγω της τοιαύτης διατυπώσεως του ως άνω όρου η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης, ως και των όρων αυτής θα κριθεί με βάση το αγγλικό δίκαιο, εφ' όσον αυτό διέπει την επίδικη σύμβαση. Κατά το δίκαιο τούτο θα κριθεί και η έννοια της καταχρήσεως του δικαιώματος, ακολούθως δε και επειδή τόπος καταρτίσεως της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης είναι η Αττική, θα ελεγχθεί ο επικαλούμενος όρος περί εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου υπό το πρίσμα των διατάξεων του Ν 2251/1994.Υπό τα ως άνω δεδομένα η υποβολή της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης στις διατάξεις του Αγγλικού δικαίου βάσει του περιληφθέντος σ' αυτήν σχετικού όρου, που απετέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως, υπήρξε καθ' όλα νόμιμος, δοθέντος ότι αποτελεί καθιερωθείσα συναλλακτική πρακτική οι εν Ελλάδι συναπτόμενες ασφαλιστικές συμβάσεις, αφορώσες πλωτά ναυπηγήματα (σκάφη) και πλοία, να διέπονται από το Αγγλικό δίκαιο και την Αγγλική πρακτική, λόγω της ευελιξίας του δικαίου τούτου, της αυστηρότητάς του, της απαρέγκλιτης τήρησης των υποχρεώσεων, τις οποίες επιβάλλει στους συμβαλλομένους, την επί σειρά ετών νομολογιακή διαμόρφωσή του και την καθιέρωσή του στην παγκόσμια ναυτιλιακή πρακτική, εντεύθεν δεν τίθεται ζήτημα επιλογής του δικαίου τούτου κατά κατάχρηση δικαιώματος, ως ισχυρίζεται ο ενάγων, εφ' όσον δεν φαλκιδεύθηκαν τα δικαιώματά του ως ασφαλισμένου, ούτε η ασφαλιστική σύμβαση αποτέλεσε τοιαύτη προσχωρήσεως, αλλά διαμορφώθηκε και μπορούσε περαιτέρω να τροποποιηθεί με διαπραγματεύσεις. Αποδεικτικό προς τούτο στοιχείο είναι όχι μόνο η διαγραφή των προαναφερθεισών ρητρών αλλά και η σύναψη ειδικών πρόσθετων συμφωνιών μεταξύ των μερών, τις οποίες ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του. Επομένως η προβληθείσα εκ μέρους της πρώτης εναγομένης ένσταση περί εφαρμογής στην ένδικη σύμβαση του Αγγλικού δικαίου, είναι νόμιμη, βασιζόμενη στη διάταξη του άρθρου 25 εδαφ α' ΑΚ- καθ' όσον εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής η Κοινοτική Σύμβαση της Ρώμης του 1980 "περί του εφαρμοστέου δικαίου στις συμβατικές ενοχές", κυρωθείσα δια του Ν1792/1988, διότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της κατ' άρθρ 1 παρ 3 αυτής- εν συνδυασμώ προς άρθρ. 3 παρ. α' του ΝΔ 551/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως πλοίων και αεροσκαφών" αποδεικνύεται δε και ως κατ' ουσία βάσιμη, ενώ κατ' ουσία αβάσιμη, και άρα απορριπτέα τυγχάνει η αναφερθείσα αντένσταση του ενάγοντος περί καταχρήσεως του δικαιώματος κατά την επιλογή του αλλοδαπού δικαίου και καταχρηστικότητος του σχετικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 35Α, του νόμου "Supreme Court Act 1981", το Δικαστήριο, αν δεν υπάρχει συμβατική ρύθμιση, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα, μπορεί να επιδικάσει τόκους σε ποσοστό που θεωρεί δίκαιο, στο σύνολο ή μέρος της οφειλής και για το όλο ή μέρος του χρονικού διαστήματος από της ημερομηνίας της απώλειας ή βλάβης μέχρι της εκδόσεως της απόφασης. Το σύνηθες στην πρακτική των αγγλικών Δικαστηρίων είναι να επιδικάζονται τόκοι από την ημερομηνία κατά την οποία τα χρήματα θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί. Επιδικάζεται δε συνήθως το εμπορικό επιτόκιο, δηλαδή το επιτόκιο το οποίο ο ενάγων θα πλήρωνε για να δανειστεί χρήματα και το οποίο δεν απέχει πολύ από το ποσοστό τόκου, το οποίο φέρουν οι δικαστικές αποφάσεις από την έκδοσή τους. Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι τα παραπάνω αναφέρονται στο ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι τόκοι υπερημερίας, προκειμένου όμως περί των τόκων επιδικίας, που αρχίζουν από το χρόνο άσκησης της αγωγής μέχρι την εξόφληση του ποσού που θα επιδικασθεί, αυτοί κρίνονται κατά το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori) και στην προκειμένη περίπτωση κατά το ελληνικό τοιούτο (άρθρο 346 Α.Κ.). Το ίδιο, εντούτοις, πρέπει να ισχύσει (εφαρμογή της lex fori) και στην περίπτωση τροπής του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, διότι ναι μεν στην περίπτωση αυτή δεν οφείλονται πλέον τόκοι επιδικίας κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και διατηρούνται οι συνέπειες της επιδόσεως της αγωγής ως οχλήσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 488/2002, ΑΠ 1174/2001, ΑΠ 1122/2000, ΑΠ 679/1999, ΑΠ 518/1999, ΑΠ 787/1998, ΑΠ 209/1997), πλην όμως η συνέπεια αυτή συνιστά άμεσο αποτέλεσμα του δικονομικού χαρακτήρας περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, δηλαδή αποτελεί δικονομικό και όχι ουσιαστικό ζήτημα και ως εκ τούτου διέπεται από τη lex fori, ήτοι το ελληνικό δίκαιο. Ότι ενόψει όλων των προαναφερομένων η κρινόμενη αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων είναι νόμιμη βασιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 16, 22-24, 55, 67 και 72 της MARINE INSURANCE ACT 1906, της μνημονευομένης αγγλικής νομολογίας και της τοιαύτης πρακτικής σχετικά με τα θέματα της θαλάσσιας ασφάλισης που αφορούν την ερευνώμενη υπόθεση, καθώς και σ' αυτές των άρθρων 346 Α.Κ., και 176 Κ.Πολ.Δ. Ως προς δε τον δεύτερο εναγόμενο για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου, καθώς ως προς αυτόν η ένδικη διαφορά δεν έχει στοιχεία αλλοδαπότητας, η ένδικη αγωγή βασίζεται στις διατάξεις των άρθρων που ρυθμίζουν τη σύμβαση έργου και παρακαταθήκης. Ως προς τη θεμελίωσή της αυτή, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ που ρυθμίζουν τη σύμβαση μίσθωσης έργου απορρέουν για τον εργολάβο, πέραν των αμέσως υπό του νόμου προβλεπομένων κυρίων ή παρεπομένων υποχρεώσεων και παρεπόμενες υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν και αποτελούν εκδήλωση της διέπουσας ολόκληρο το δίκαιο αρχής της καλής πίστεως (αρθ. 288 ΑΚ). Στην τελευταία αυτή κατηγορία παρεπομένων υποχρεώσεων του εργολάβου περιλαμβάνεται και η υποχρέωση αυτού προς διαφύλαξη από κινδύνους κλοπής των κινητών πραγμάτων του εργοδότη, τα οποία περιέχονται στην κατοχή του επ' ευκαιρία της εκτελέσεως του συμφωνηθέντος έργου. Η εκ μέρους του εργολάβου παράβαση της ανωτέρω παρεπόμενης υποχρεώσεως του, εφ' όσον έχει ως αποτέλεσμα την κλοπή του επισκευαζόμενου πράγματος του εργοδότη, συνιστά πλημμελή εκπλήρωση της παροχής του και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση κατ' αρθ. 382 ΑΚ, η οποία περιλαμβάνει το θετικό διαφέρον του εργοδότη για την προσγενομένη σ' αυτόν ζημία. Στην ανωτέρω περίπτωση, στην οποία η υποχρέωση διαφυλάξεως δεν αποτελεί την κυρία υποχρέωση, απορρέουσα για τον εργολάβο εκ μιας συμβάσεως παρακαταθήκης, συναφθείσας μεταξύ αυτού και του εργοδότη, αλλά απλώς την παρεπόμενη υποχρέωση, την απορρέουσα εκ μιας συμβάσεως μισθώσεως έργου, δεν υπάρχει η υπό των άρθρων 822 επ. ΑΚ ρυθμιζόμενη σύμβαση παρακαταθήκης και δεν δύναται να γίνει λόγος περί εφαρμογής των περί αυτής διατάξεων όχι μόνον άμεσα, αλλ' ούτε και κατ' αναλογίαν. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η αγωγή κατά το μέρος που στηρίζεται στη σύμβαση παρακαταθήκης, για την οποία σημειωτέον δεν αναφέρει ούτε χρόνο σύναψης, ούτε όρους αυτής, ούτε εάν θα ήταν επ' αμοιβή ή όχι του θεματοφύλακα, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Κατά το μέρος της που στηρίζεται στη σύμβαση έργου είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, βασιζόμενη στις διατάξεις που σε αυτήν εκτίθενται. Ότι η πρώτη εναγομένη κατ' εκτίμηση των εκτιθέμενων με τις έγγραφες προτάσεις της προς απόκρουση της αγωγής, συνομολογεί το περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης, αλλά ισχυρίζεται ότι απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση του ενάγοντος, αφενός επειδή ο ενάγων παραβίασε εγγυητικούς όρους της σύμβασης ασφάλισης που είχαν συμφωνηθεί ως ουσιώδεις, ήτοι την εγγύηση του ελλιμενισμού του πλοίου στη Μαρίνα Αλίμου, της επί 12μηνο κίνησης του, της φύλαξης του σε κλειστό αποθηκευτικό χώρο, και αφετέρου επειδή παραβίασε την επιβαλλόμενη αρχή της "υπέρτατης καλής πίστης" (uberrimae fides ) που σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο διέπει την ασφαλιστική σύμβαση, δια της αποσιώπησης (non-disclosure) και της εσφαλμένης απεικόνισης (misrepresentation) κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, σχετιζομένων με την ασφαλιστική αξία του σκάφους κατά το χρόνο της τελευταίας ετήσιας ανανέωσης της ασφαλιστικής κάλυψης, τα οποία (περιστατικά) θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση τους για κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου και του ύψους του ασφαλίστρου αλλά και της παραβιάσεως του όρου για την εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ειδοποίηση της για την απώλεια του σκάφους. Επί των ισχυρισμών αυτών της πρώτης εναγομένης πρέπει να αναφερθούν ειδικότερα τα εξής: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 και 35 του νόμου ΜΙΑ 1906 και των ρητρών INSTITUTE YACHTS CLAUSES, στη σύμβαση ασφαλίσεως πλοίου επιτρέπεται στους συμβαλλόμενους να θεωρούν ορισμένους όρους αυτής ουσιώδεις "warranty", οι οποίοι περιέχονται ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (express warranty) ή και εξυπακούονται (implied warranty) και αποτελούν υποσχετικές εγγυήσεις του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή, για την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων σε σχέση με την κατάσταση του ασφαλισμένου πλοίου, κατά τρόπο ώστε η παράβαση οιουδήποτε από αυτούς τους όρους, από τον τελευταίο να συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή από τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από το ασφαλιστήριο. Η επέλευση της αυστηρής αυτής έννομης συνέπειας δεν εξαρτάται από το αν η μη συμμόρφωση συνετέλεσε καθ οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση της ζημίας, ούτε επηρεάζεται από το αν η παράβαση ήρθη ενδεχομένως προ πάσης ζημίας. H απαλλαγή από την ευθύνη είναι αυτόματη και δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε δήλωση του ασφαλιστή περί περατώσεως της ασφαλιστικής σύμβασης. Γενικός κανόνας είναι ότι τίποτε δεν δικαιολογεί τη μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση. Αναφέρεται, συγκεκριμένως, ότι καμία αιτία, οσονδήποτε επαρκής, κανένα κίνητρο, οσονδήποτε αγαθό, καμία ανάγκη, οσονδήποτε επαρκής, καμία ανάγκη, οσονδήποτε αναπόφευκτη, δεν δικαιολογεί μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση. Εξαιρέσεις από τον γενικό αυτό κανόνα προβλέπονται στο άρθρο 34, το οποίο ορίζει τα εξής: "1. Μη συμμόρφωση προς μία εγγύηση δικαιολογείται, όταν, λόγω αλλαγής των συνθηκών, η εγγύηση παύει να είναι εφαρμοστέα στις συνθήκες της συμβάσεως ή όταν η συμμόρφωση προς την εγγύηση καθίσταται παράνομη δυνάμει οποιουδήποτε μεταγενέστερου νόμου. 2. Όταν μια εγγύηση παραβιάζεται, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να προβάλλει την άμυνα ότι έγινε επανόρθωση της παραβιάσεως και συμμόρφωση προς την εγγύηση πριν από τη ζημία. 3. Ο ασφαλιστής μπορεί να παραιτηθεί από την επίκληση παραβιάσεως της εγγυήσεως. Μόνη η παράβαση, καθ' εαυτήν, παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να αρνηθεί την ευθύνη από την ασφαλιστική σύμβαση, έτσι ώστε ο ασφαλιστής να ελευθερώνεται από την ημερομηνία της παραβάσεως. Το βάρος δε της απόδειξης της παράβασης φέρει ο ασφαλιστής. Τέλος τέτοιος επιτρεπόμενες ουσιώδης όρος τυγχάνει κατά το άρθρο 41 του ανωτέρω νόμου ΜΙΑ 1906 αυτός περί της νομιμότητας της ασφαλισθείσας περιπέτειας υπό την έννοια ότι, εφόσον ο ασφαλιζόμενος δύναται να ελέγξει τούτο, η περιπέτεια θα διεκπεραιωθεί κατά νόμιμο τρόπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 του "Μ.Ι.Α. 1906" ορίζεται ότι: "1. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν ολοκληρωθεί το συμβόλαιο, οποιοδήποτε ουσιώδες περιστατικό (material circumstance) που είναι γνωστό στον ασφαλιζόμενο και ο ασφαλιζόμενος θεωρείται ότι είναι γνώστης όλων των περιστατικών που κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών, θα έπρεπε να του είναι γνωστά. Αν ο ασφαλιζόμενος παραλείψει να προβεί σε τέτοια αποκάλυψη, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2. Κάθε περιστατικό θεωρείται ουσιώδες, εφόσον μπορεί να επηρεάσει ένα συνετό ασφαλιστή στον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή στην απόφαση του να αναλάβει τον κίνδυνο. 4. Κατά πόσον ένα περιστατικό συγκεκριμένο, το οποίο δεν ανακοινώθηκε είναι ή όχι ουσιώδες, κρίνεται κατά περίσταση". Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 του ΜΙΑ 1906: 1. Οποιαδήποτε ουσιώδης απεικόνιση που δίνεται από τον ασφαλιζόμενο ή τον πράκτορα του στον ασφαλιστή, κατά τη διαπραγμάτευση του συμβολαίου και πριν αυτό οριστικοποιηθεί, πρέπει να είναι αληθής. Εάν είναι αναληθής, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2. Η απεικόνιση είναι ουσιώδης, εφόσον θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή ως προς τον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή ως προς την ανάληψη του κινδύνου, όπως π.χ. σε περίπτωση δήλωσης από τον ασφαλιζόμενο αξίας μεγαλύτερης από την πραγματική αναφορικά με θαλαμηγό σκάφος. Η υποχρέωση του ασφαλιζόμενου συνεχίζεται και για κάθε μεταγενέστερη ανανέωση ήδη συναφθείσας ασφάλισης. Τόσο δε η παράλειψη ανακοίνωσης (non disclosure) που αναφέρεται στο άρθρο 18 του ΜΙΑ 1906, όσο και η εσφαλμένη ή πεπλανημένη απεικόνιση (misrepresentation) του άρθρου 20 του ΜΙΑ 1906, οι οποίες αμφότερες είναι αρχές που απορρέουν και έχουν τις ρίζες τους στην απόλυτη καλή πίστη, έχουν ως συνέπεια, σε περίπτωση παραβάσεως τους, ότι καθιστούν τη σύμβαση ακυρώσιμη κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του βλαπτομένου μέρους (κατά λεκτική δε κυριολεξία να αποφύγει το ασφαλιστήριο - "to avoid the contract").Τέλος, στο αγγλικό δίκαιο και ειδικότερα στο άρθρο 17 του ΜΙΑ 1906 ορίζεται ότι "η ναυτική ασφάλιση βασίζεται επί της αρχής της υπέρτατης καλής πίστης (uberrima fides) και αν η υπέρτατη καλή πίστη δεν τηρηθεί από οποιοδήποτε των συναλλασσομένων μερών, η σύμβαση δύναται να ακυρωθεί από το άλλο μέρος". Η έννοια της "απόλυτης καλής πίστης" εκτείνεται πολύ πέρα από την έννοια του δόλου (fraud) και δη έχει ως αφετηρία απλώς την αποσιώπηση ή την απόκρυψη ενός ουσιώδους περιστατικού ή τη λανθασμένη ή πεπλανημένη δήλωση ή, σε επίγνωση του ασφαλιζομένου, τη μη τήρηση ορισμένων βασικών προϋποθέσεων, αδιάφορα αν αυτές οι παραλείψεις ή οι εσφαλμένες απεικονίσεις, έγιναν με δόλια πρόθεση, από απλή αμέλεια, εκ παραδρομής ή από αδιαφορία. Με βάση τα παραπάνω, οι ισχυρισμοί της πρώτης εναγομένης συνιστούν νόμιμες καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις, στηριζόμενες στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 17, 18, 20,30 και 33 Μ.Ι.Α. 1906 και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Ότι, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων είναι κύριος του επιβατηγού- τουριστικού-ιστιοφόρου υπό ελληνική σημαία πλοίου με το όνομα "Κ... Α...", με αριθμό νηολογίου Ηρακλείου Κρήτης, 120. Το παραπάνω σκάφος αγοράστηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "Ocean yachts Α.Ε", και ασφαλίστηκε στην πρώτη εναγομένη, με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τους όρους που προαναφέρθηκαν. Από την αγορά του και μέχρι την 24.10.2006 το εν λόγω σκάφος ελλιμενιζόταν στη Μαρίνα του Ηρακλείου Κρήτης, όπου είναι και ο μόνιμος τόπος κατοικίας του ενάγοντος και των γονέων του, οι οποίοι είναι και οι διαχειριστές του σκάφους. Την 25.10.2006, το σκάφος πλοηγούμενο από τους γονείς του ενάγοντος κατέπλευσε στη Μαρίνα Αλίμου, προκειμένου να γίνουν σε αυτό εργασίες συντήρησης και επισκευής, από τον δεύτερο των εναγομένων, μετά από την αποδοχή σχετικής προσφοράς του από τον ενάγοντα και τους γονείς του. Την 26.10.2006 παρουσία και του ενάγοντος το σκάφος ανελκύστηκε και μεταφέρθηκε στις χερσαίες εγκαταστάσεις της Μαρίνας Αλίμου, ενώ την επόμενη ημέρα ο ενάγων επισκέφθηκε το σκάφος για να διαπιστώσει την έναρξη των εργασιών. Μέχρι την 17.11.2006, το σκάφος παρέμεινε στον χερσαίο χώρο αποθήκευσης σκαφών της εν λόγω Μαρίνας. Τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας και επειδή είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες που απαιτούσαν την παραμονή του σκάφους στην ξηρά, ο δεύτερος των εναγομένων με το βοηθό του και με τη χρήση γερανού, που χειριζόταν ο Σ. Π., καθέλκυσε το σκάφος στην προβλήτα 3 και εν συνεχεία το μετέφερε στην προβλήτα 8, στη θέση του σκάφους "Ρ…", ιδιοκτησίας του Ν. Σ.. Στην παραπάνω θέση την ίδια ημέρα είδε το σκάφος και ο Κ. Σ., ο οποίος μετέβη στη Μαρίνα Αλίμου, επειδή είχε συνάντηση με τον δεύτερο εναγόμενο. Έκτοτε το σκάφος δεν βρίσκεται καταγεγραμμένο στις καταμετρήσεις που πραγματοποίησαν οι υπάλληλοι της Μαρίνας Αλίμου, τόσο στις χερσαίες εγκαταστάσεις της, όσο και στις προβλήτες αυτής, ούτε κάποιος μάρτυρας στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε μετά από μήνυση του ενάγοντα για την κλοπή του σκάφους, αντιλήφθηκε την παρουσία του μετά την 17η Νοεμβρίου 2006. Ο δεύτερος των εναγομένων βεβαίως ισχυρίσθηκε ότι την 21.12.2006 μετέβη στο σκάφος, παρέλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα και εξόφλησε τα τέλη ελλιμενισμού αυτού, μέχρι την 17η Νοεμβρίου, οπότε αυτό είχε παραμείνει στις χερσαίες εγκαταστάσεις της Μαρίνας Αλίμου. Ο παραπάνω ισχυρισμός του δευτέρου των εναγομένων δεν κρίνεται πειστικός, καθώς αφενός δεν επιβεβαιώνεται από άλλες μαρτυρίες για την παρουσία του σκάφους στη Μαρίνα Αλίμου το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε και αφετέρου η υπεύθυνη για την είσπραξη των τελών υπάλληλος της Μαρίνας Αλίμου, κατέθεσε στα πλαίσια της ίδιας προανάκρισης ότι κατά την πληρωμή των τελών δεν ήταν απαραίτητη η προσκόμιση των ναυτιλιακών εγγράφων του σκάφους και σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος δεν της προσκόμισε τέτοια κατά την πληρωμή. Το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, ο ενάγων, αφού είχε ενημερωθεί από τον δεύτερο των εναγομένων, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, ότι το σκάφος ήταν ελλιμενισμένο στην προβλήτα 8 της Μαρίνας Αλίμου, μετέβη στο χώρο για να δει το σκάφος, χωρίς όμως να μπορέσει να το εντοπίσει. Σε άμεση τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον δεύτερο των εναγομένων που βρισκόταν στο Βόλο για δουλειές, ο τελευταίος επιβεβαίωσε ότι το σκάφος ήταν ελλιμενισμένο στην ως άνω προβλήτα, χωρίς όμως ο ενάγων να καταφέρει να το εντοπίσει. Εν συνεχεία ο ενάγων αποχώρησε από τη Μαρίνα Αλίμου, χωρίς να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διερευνηθεί και να διαπιστωθεί η ακριβής θέση ελλιμενισμού του σκάφους του. Επέστρεψε δε στον εν λόγω χώρο την 4.1.2007, καθώς πλησίαζαν οι μέρες που θα παραλάμβανε το σκάφος, περατωθείσας της επισκευής αυτού χωρίς και πάλι να ανευρεθεί αυτό στην προβλήτα 8. Εν συνεχεία την απώλεια του σκάφους επιβεβαίωσε και ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος μετά από σχετική κλήση του ενάγοντα μετέβη στην προβλήτα 8. Παρά την αναγγελία της κλοπής στην αστυνομία, την 5.1.2008 και την υποβολή της σχετικής μήνυσης δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί το εν λόγω σκάφος, ενώ η σχετική μήνυση κατά αγνώστων δραστών, ετέθη στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε η παραβίαση από τον δεύτερο των εναγομένων της παρεπόμενης υποχρέωσής του για τη φύλαξη του σκάφους του ενάγοντος, καθώς, όπως και ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί, ο δεύτερος των εναγομένων, όταν τελείωσαν οι εργασίες επισκευής που απαιτούσαν την παραμονή του σκάφους στην ξηρά, προέβη την 17η Νοεμβρίου 2006 στην καθέλκυση του σκάφους, σε θέση ελλιμενισμού φυλασσόμενης Μαρίνας, έχοντας ενημερώσει προς τούτο τον ενάγοντα, καθώς στις αρχές Δεκεμβρίου κατά τη μετάβασή του στη Μαρίνα Αλίμου είχε πληροφορηθεί ότι το σκάφος είχε καθελκυσθεί στην προβλήτα 8, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, και τις ομολογίες του ενάγοντος συνάγεται ότι ο δεύτερος των εναγομένων είχε λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την καλόπιστη εκπλήρωση της παρεπόμενης συμβατικής υποχρέωσης του, της φύλαξης του σκάφους του ενάγοντος κατά τη διάρκεια των εργασιών επισκευής αυτού. Το γεγονός ότι είχε καθελκύσει το επίδικο σκάφος σε φυλασσόμενη Μαρίνα, σε ειδικά προβλεπόμενο χώρο ελλιμενισμού, συνιστά εκπλήρωση της υποχρέωσής του για τη φύλαξή του, σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη. Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγομένων, είχε αναλάβει ιδιαίτερη υποχρέωση έναντι του ενάγοντος, για λήψη επιπλέον μέτρων ασφαλείας σε σχέση με το επίδικο σκάφος, ούτε ότι ο τελευταίος μετά την πληροφόρησή του για την καθέλκυση του: σκάφους, ζήτησε από τον δεύτερο των εναγομένων επιπλέον μέριμνα για τη φύλαξη του σκάφους. Η δε μάρτυρας του ενάγοντος στο ακροατήριο χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι δεν υπήρχε ανάγκη επιπλέον φύλαξης του σκάφους από τον δεύτερο των εναγομένων αφού ήταν ελλιμενισμένο σε μια Μαρίνα (σελ. 3 των ταυτάριθμων με την παρούσα πρακτικών του Δικαστηρίου), αποδεχόμενη εμμέσως πλην σαφώς την πλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης της φύλαξης του σκάφους από τον δεύτερο εναγόμενο με τον ασφαλή ελλιμενισμό του σκάφους. Πρέπει, επομένως να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή σε ό,τι αφορά την συμβατική ευθύνη του δεύτερου των εναγομένων για την απώλεια του επίδικου σκάφους, ως ουσιαστικά αβάσιμη, και μη υπάρχουσας άλλης βάσης της αγωγής περί τυχόν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου αυτού, να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, ως προς τον εναγόμενο αυτό. Σε ό,τι αφορά την ευθύνη της πρώτης εναγομένης για την καταβολή στον ενάγοντα της ασφαλιστικής αποζημίωσης, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση και με τις προβληθείσες από την εναγομένη αυτή ενστάσεις περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίστρου: Σύμφωνα με τον όρο 13 των ρητρών YIC, 1.11.1985, που ρυθμίζει μεταξύ άλλων την ειδοποίηση απαιτήσεων, ο ασφαλισμένος έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει πάραυτα, ήτοι εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος άνευ υπαίτιας καθυστέρησης, τον ασφαλιστή στην περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε συμβάν είναι δυνατό να δώσει αφορμή για να εγερθεί απαίτηση από την ασφάλιση. Στην κρινόμενη περίπτωση, η συγκεκριμένη ρήτρα, εξακολουθεί να ισχύει παρά την πρόσθετη με ειδική συμφωνία ρήτρα για την ακολουθούμενη διαδικασία σε περίπτωση ζημίας, καθώς η τελευταία ρητά αναφέρει ότι πέρα από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις παραγράφους 13 και 15 των ρητρών του Ινστιτούτου για Ασφάλιση σκαφών αναψυχής, ο ασφαλισμένος πρέπει να παραδώσει στην εταιρεία εντός 8 ημερών από την ημερομηνία της ζημίας όλες τις λεπτομέρειες του συμβάντος. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά ο ενάγων μετέφερε το επίδικο σκάφος από την Κρήτη στη Μαρίνα Αλίμου, για τη διενέργεια επισκευών που θα διαρκούσαν περί τους τρεις μήνες, κατά τους οποίους το σκάφος θα παρέμενε σε ακινησία. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ρήτρες της ασφαλιστικής σύμβασης για την ειδοποίηση του ασφαλιστή, την αρχή της υπέρτατης καλής πίστης, η οποία διέπει τη σύναψη και τη λειτουργία της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά και της εγγύησης ότι το σκάφος θα βρίσκεται 12 μήνες σε κίνηση, ο ενάγων όφειλε να ενημερώσει την πρώτη εναγομένη, ότι εξαιτίας της διενέργειας απαραίτητων επισκευών το επίδικο σκάφος δεν θα ήταν σε κίνηση κατά τη διάρκεια τριών μηνών, που θα εκτελούνταν οι εργασίες αλλά θα βρισκόταν στον χερσαίο χώρο της Μαρίνας Αλίμου. Περαιτέρω, το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου 2006, ο ενάγων ενώ επισκέφτηκε τη Μαρίνα Αλίμου και δεν εντόπισε το επίδικο σκάφος στην προβλήτα 8, όπου θα έπρεπε να είναι ελλιμενισμένο, αρκέσθηκε στη δήλωση του δεύτερου εναγόμενου ότι το σκάφος ήταν εκεί και αποχώρησε, χωρίς να ζητήσει από τους αρμοδίους της Μαρίνας, οι οποίοι, προβαίνοντας στις σχετικές καταμετρήσεις, γνωρίζουν σε ποιο σημείο ελλιμενίζεται κάθε σκάφος, να ελέγξουν και να τον ενημερώσουν. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν είχε χρόνο για να προβεί σε έλεγχο δεν ευσταθεί, καθώς μπορούσε να υποβάλλει σχετικό αίτημα στους αρμόδιους της Μαρίνας και να ενημερωθεί για την έκβαση της έρευνάς τους αργότερα. Επίσης δε δικαιολογείται το γεγονός ότι αρκέσθηκε στην τηλεφωνική επιβεβαίωση του δευτέρου των εναγομένων για την παρουσία του σκάφους, ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη προ ημερών είχε αναχωρήσει από την Αθήνα, και βρισκόταν στο Βόλο, και συνεπώς δεν μπορούσε να έχει ιδία γνώση γι αυτό, λόγω της απουσίας του. Κατ' ακολουθίαν τούτων είναι ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση της πρώτης εναγομένης περί απαλλαγής της από την ασφαλιστική κάλυψη (ευθύνη) λόγω της θέσης σε ακινησία του επίδικου σκάφους επί τρεις μήνες λόγω επισκευών, παρά την εγγύηση του ενάγοντα για την κίνηση του επί δωδεκάμηνο και την παράλειψη ειδοποίησης της για το γεγονός αυτό, αλλά και για την μη άμεση ειδοποίηση της από τον ενάγοντα της αδυναμίας του να εντοπίσει το σκάφος στη Μαρίνα Αλίμου κατά το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου. Περαιτέρω είναι ουσιαστικά αβάσιμη η αντένσταση του ενάγοντος περί καταχρηστικότητας των παραπάνω ρητρών και όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω αντίθεσής τους στο άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2251/1994, καθόσον η συνομολόγηση των όρων αυτών δεν συνιστά υπέρμετρη δέσμευση του ασφαλισμένου ενάγοντος. Και τούτο, διότι οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ήταν ελεύθερα διαπραγματεύσιμοι και αποδείχθηκε ότι αποτέλεσαν πράγματι αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Συνεπώς στην κρινόμενη περίπτωση η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση δεν συνιστά σύμβαση προσχώρησης με προδιατυπωμένους όρους, στην οποία κατ' ανάγκην και χωρίς διαπραγμάτευση προσχώρησε ο ασφαλισμένος ενάγων και επομένως δεν είναι αντίθετη με το περιεχόμενο του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 2251/1994. Αφού λοιπόν ο ενάγων παραβίασε ασφαλιστικά βάρη (εγγυήσεις) και την αρχή της υπέρτατης καλής πίστης, δε δικαιούται να αξιώσει την καταβολή της συμφωνημένης με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλιστικής αποζημίωσης και η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν υποχρεούται να την καταβάλει. Ακολούθως απέρριψε την αγωγή. Με τις προπαρατεθείσες κρίσεις και παραδοχές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες και μόνον ήταν εφαρμοστέες, δεν παραβίασε τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρ. 173 και 200 ΑΚ), έλαβε υπόψη όλους τους ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πραγματικούς ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος αλλά απέρριψε αυτούς, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και έχει πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως και οι πέντε, εκ του άρθρου 559 αρ. 1,8 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-7-2010 αίτηση του Α. Α. Ρ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 438/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και της υπ' αριθμό 3933/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή