Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 57 / 2017    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 57/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χ. του Ιωάννη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. Α15, 16, 17/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Mε πολιτικώς ενάγουσα την ‘ Ο. Χ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Νόμου 1414/1984, ορίζεται ότι "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς την θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, η οποία συνίσταται σε φυσική δύναμη που δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς την θέλησή του, ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει την γνώση ότι ο άλλος, δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η χρησιμοποίηση των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων). Υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντιστάσεως ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στην σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σε αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξεως (Α.Π. 291/2015). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι "κατ’ εξακολούθηση έγκλημα" είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς εκτέλεσή τους, αποφάσεως (Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 274/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχείο Ε του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. 131/2016, Α.Π. 965/2015). Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχείο Δ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως δεν αφορά μόνον την κυρία απόφαση, δηλαδή την επί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται ανεξαιρέτως σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Εκ τούτου έπεται ότι και η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι αιτιολογημένη, η εν λόγω δε αιτιολογία συνίσταται στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση (Ολ. Α.Π. 7/2005, Α.Π. 184/2014, Α.Π. 1014/2012, Α.Π. 1184/2010). Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσεως, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της αξιόποινης πράξεώς του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με ις παραδοχές της αποφάσεως ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών, με την γνώση αυτή, περιστατικών (Α.Π. 241/2015, Α.Π. 278/2014). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 16/2015 προσβαλλομένης αποφάσεώς του, μετά την παράθεση των προαναφερομένων νομικών σκέψεων και μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ειδικότερα "Επειδή από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών και της απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Π. Χ. του Σ., γεννηθείς το 1953, ο οποίος είναι πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού, στο ... Αιτωλοακαρνανίας, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως τα τέλη περίπου του Νοεμβρίου του έτους 2002 και σε ημερομηνίες που δεν διαπιστώθηκαν επακριβώς, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με την χρήση σωματικής βίας και κυρίως με την απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξανάγκαζε την, τότε ανήλικη, θυγατέρα του Ό. Χ., γεννηθείσα στις 28-11-1988, η οποία διένυε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα το ενδέκατο έως και το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας της, αφενός να ανέχεται διάφορες ασελγείς πράξεις που επιχειρούσε αυτός εις βάρος της και αφετέρου να επιχειρεί η ίδια ασελγείς πράξεις σ’ εκείνον, παρά την θέλησή της. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, ο κατηγορούμενος, όταν η, ως άνω θυγατέρα του ήταν περίπου επτά-οκτώ ετών, άρχισε να εκδηλώνει τις ερωτικές του διαθέσεις προς αυτήν και συγκεκριμένα, όταν επέστρεφε από τα ταξίδια του, προφασιζόμενος ότι, δήθεν, ήθελε να διαπιστώσει πόσο μεγάλωσε, ανασήκωνε την μπλούζα της και την χάιδευε στο στήθος της, καθώς επίσης το ίδιο έκανε και στην περιοχή των γεννητικών της οργάνων, κατεβάζοντας το παντελόνι της. Περί το ένατο δε, έτος της ηλικίας της θυγατέρας του, κατέβαζε και εκείνος το παντελόνι του και της ζητούσε να τον χαϊδεύει στα γεννητικά του όργανα. Η ανωτέρω παθούσα, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα δεν αντιδρούσε λόγω της μικρής ηλικίας της, αλλά κυρίως, εξαιτίας του ότι θεωρούσε πως οι παραπάνω ασελγείς πράξεις του πατέρα της αποτελούσαν φυσιολογική συμπεριφορά και εκδήλωση της πατρικής αγάπης, ενόψει μάλιστα και του ιδιαίτερα στενού μεταξύ τους δεσμού και της αδυναμίας που έτρεφε στο πρόσωπό του. Με την πάροδο, ωστόσο, του χρόνου, ο κατηγορούμενος προχωρούσε στη διενέργεια συχνότερων και εντονότερων ασελγών πράξεων σε βάρος της θυγατέρας του και δη, κατά το χρονικό διάστημα που η παθούσα διένυε το ενδέκατο έως και το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας της. Συγκεκριμένα, όταν ο κατηγορούμενος επέστρεφε από τα ταξίδια του, διαμένοντας για διάστημα τεσσάρων περίπου μηνών κάθε έτους στην οικία τους στο ..., κυρίως τα καλοκαίρια, στη διάρκεια των οποίων η οικογένεια διέμενε το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο εξοχικό τους στο ..., κατά τις βραδινές ώρες που τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας κοιμόταν, έμπαινε στο δωμάτιο της κόρης του, την θώπευε σε διάφορα σημεία του σώματός της, στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα, προκειμένου να διεγερθεί σεξουαλικά, απαιτώντας και από εκείνη να του χαϊδεύει τα γεννητικά του όργανα, της έλεγε ότι ήταν η μοναδική γυναίκα "που τον τρέλαινε με την μυρωδιά των υγρών της" και ότι καμία γυναίκα δεν μπόρεσε να τον διεγείρει έτσι, την γύμνωνε, την τραβούσε φωτογραφίες με προκλητικά εσώρουχα τα οποία ο ίδιος αγόραζε, ενώ της έφερε και συσκευή μασάζ και δονητή για να ικανοποιείται τους μήνες που ήταν στο καράβι. Ακόμη τη φιλούσε στο αιδοίο της, ενώ επίσης την ανάγκαζε να γλείφει το πέος του και να ανέχεται να εκσπερματίζει πάνω της, στο κορμί της, στα μαλλιά της και στο πρόσωπό της. Επιπλέον υπήρξαν φορές που επιχείρησε, με την χρήση προφυλακτικών, να εισχωρήσει το πέος του στο αιδοίο της, χωρίς τελικά να επιτευχθεί συνουσία, γιατί η παθούσα αντιδρούσε από τον πόνο που ένιωθε, ενώ το ίδιο έκανε και στον πρωκτό της, επιδιώκοντας παρά φύση συνουσία μαζί της, πλην όμως αναγκαζόταν να σταματήσει την διείσδυση, εξαιτίας του αφόρητου πόνου που προκαλούνταν στην ανήλικη. Ο κατηγορούμενος ενεργούσε τις παραπάνω ασελγείς πράξεις σε βάρος της θυγατέρας του και την ανάγκαζε, τόσο να τις ανέχεται όσο και να επιχειρεί και η ίδια τις πράξεις σ’ εκείνον, κυρίως εκτός της οικίας τους σε διάφορα άλλα μέρη. Ειδικότερα, φρόντιζε και κατάφερνε συχνά να βρίσκεται μόνος του με την παθούσα, χρησιμοποιώντας διάφορες προφάσεις, όπως να τη συνοδεύει στο σχολείο της με το αυτοκίνητο, να πηγαίνουν βόλτες ή σε διάφορα καταστήματα για να της αγοράσει δώρα που επιθυμούσε η ανήλικη ή για να φάνε μαζί και έτσι κατάφερνε να την οδηγεί σε ερημικές τοποθεσίες, όπου, εντός του αυτοκινήτου την ανάγκαζε να ανέχεται τις παραπάνω πράξεις και να τις κάνει και η ίδια σ’ αυτόν, τούτο δε, συνέβαινε με συχνότητα και όταν, κατά τις θερινές τους διακοπές, έπαιρνε την ανήλικη συστηματικά για βόλτα στον ... σε εγκαταλελειμμένο περίπτερο ή για ψάρεμα με το σκάφος που διατηρούσε. Παρότι, κατά το πρώτο διάστημα, η παθούσα δεν αντιδρούσε, καθώς πίστευε ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι η συνήθης μεταξύ πατέρα και κόρης, μεγαλώνοντας και διανύοντας την προεφηβική και εφηβική της ηλικία και έχοντας συναίσθηση του ανάρμοστου των παραπάνω πράξεων, άρχισε να αντιδρά και να αρνείται την ανοχή και τη διενέργειά τους. Πλην όμως ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να την αναγκάζει σ’ αυτές και να κάμπτει τις αντιστάσεις της με την χρήση σωματικής και ψυχολογικής βίας και με την απειλή σπουδαίων και αμέσων, για την ίδια και για τα μέλη της οικογένειάς τους, κινδύνων. Ειδικότερα την έπιανε από τα μαλλιά και "της έριχνε κατακέφαλα" για να την αναγκάσει να γλείφει το πέος του και να εκσπερματίζει πάνω στο σώμα της, ενώ όταν εκείνη του έλεγε ότι δεν αντέχει και ότι θα μιλήσει για όλα αυτά που συνέβαιναν στη μητέρα της, ο κατηγορούμενος την απειλούσε και της προξενούσε φόβο και τρόμο, λέγοντάς της, ότι δεν θα την πιστέψει κανείς, θα σε βγάλουν τρελή, "εσύ θα βγεις πουτάνα και θα φύγεις από το σπίτι και θα σε βρω όπου και αν πας", ότι η μάνα της δεν θα την πιστέψει και θα την κλείσει σε ψυχιατρείο, ενώ επίσης την απειλούσε και για την σωματική ακεραιότητα της μητέρας της λέγοντάς της ότι θα σκοτώσει τη μάνα της για να είναι μαζί του. Έτσι εκμεταλλευόμενος την έντονη ψυχική πίεση που δεχόταν από τις ανωτέρω απειλές οι οποίες εκλαμβάνονταν από την παθούσα ως σπουδαίες και άμεσες λόγω της κυριαρχίας που ασκούσε πάνω της, της μικρής ηλικίας της, της αδυναμίας που έτρεφε γι’ αυτόν και την σύγχυση που επικρατούσε στον ψυχικό και συναισθηματικό της κόσμο ο κατηγορούμενος έκαμπτε τις αντιστάσεις της και την έπειθε να ανέχεται τις παραπάνω πράξεις σε βάρος της και να τις πραγματοποιεί και η ίδια σ’ εκείνον. Το καλοκαίρι του έτους 2002 στις 15 Αυγούστου, ανήμερα της ονομαστικής εορτής του κατηγορουμένου, επιστρέφοντας με την σύζυγό του και την κόρη του από ένα κέντρο διασκέδασης στο εξοχικό τους, είπε στην ανήλικη να πάνε βόλτα οι δυο τους με το αυτοκίνητο και αφού πήγαν στη ..., γδύθηκε ο ίδιος στο αυτοκίνητο και της είπε να την γλείψει "για να της φύγουν οι καύλες", πλην όμως η ανήλικη θυγατέρα του αρνήθηκε φωνάζοντας και ουρλιάζοντας και αυτός αναγκάστηκε να φύγει οδηγώντας δε απότομα το αυτοκίνητο, η παθούσα χτύπησε το κεφάλι της. Πρέπει να σημειωθεί ότι η παθούσα πριν το ανωτέρω περιστατικό είχε στείλει γράμμα στον πατέρα της στο οποίο τον απειλούσε ότι θα τα πει στη μητέρα της και αυτός της απάντησε ότι δεν θα το ξανακάνει και στην συνέχεια την έβαλε να κάψει το γράμμα. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους και συγκεκριμένα περί τις 20 Νοεμβρίου 2002 ο κατηγορούμενος αναχώρησε και πάλι για ταξίδι και τότε ήταν η πρώτη φορά που η ανήλικη εκδήλωσε στη μητέρα της την ανακούφιση που ένιωσε, χωρίς ωστόσο εκείνη την χρονική στιγμή να της μιλήσει για όλα τα παραπάνω. Τελικά στις 12 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους μην αντέχοντας άλλο κατάφερε να ξεπεράσει τις αναστολές και τους φόβους της και αποκάλυψε όλα όσα συνέβαιναν με τον κατηγορούμενο στη μητέρα της, η οποία δεν είχε αντιληφθεί τίποτα, καθώς πάντα ο κατηγορούμενος υπήρξε πάντα διαχυτικός και ζεστός με τα παιδιά του και ιδιαίτερα με την ανήλικη Ό. και δεν μπορούσε να υποψιασθεί ή διανοηθεί οτιδήποτε άλλο. Κατά την εξιστόρηση των γεγονότων η παθούσα ανέφερε στη μητέρα της τα λόγια σεξουαλικού περιεχομένου που της έλεγε ο πατέρας της, που σε αυτήν την ηλικία ένα παιδί δεν μπορούσε να έχει αυτή την ενημέρωση αλλά και τα οποία ήταν ίδια με αυτά που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος στις σεξουαλικές συνευρέσεις μαζί της, γεγονός που συνέτεινε η μητέρα της παθούσας να πιστέψει αμέσως ότι η κόρη της έλεγε την αλήθεια. Τις αμέσως επόμενες ημέρες η μητέρα της παθούσας ανησύχησε και πήγε την παθούσα στον γυναικολόγο Μ. στο Γ.Ν.Π. ο Άγιος Ανδρέας (βλ. την από 19-12-2002 τριπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών), από την εξέταση δε αυτός δεν διαπίστωσε ευρήματα συνουσίας. Ακολούθως απευθύνθηκε στην παιδοψυχίατρο Α. Σ. με την οποίαν η ανήλικη πραγματοποίησε 60 συνεδρίες σε τακτική εβδομαδιαία βάση, από τις 24-12-2002 έως τις 26-11-2003. Στην ανωτέρω ιατρό, όπως η τελευταία βεβαιώνει στην από 18-11-2003 βεβαίωση παιδοψυχιατρικής εκτίμησης και παρακολούθησης, η ανήλικη Ό. ανέφερε με ανησυχία και φόβο καθώς και με λεπτομέρειες, επανειλημμένα επεισόδια σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της ο οποίος την παρέσυρε σε χώρο που ήταν μόνοι τους (σε βόλτα, στην εξοχή, στο δωμάτιό της τη νύχτα, στο αυτοκίνητο) όπου την θώπευε στο θώρακα, τους μαζικούς αδένες, τα γεννητικά όργανα, την γύμνωνε, επιδείκνυε τα γεννητικά του όργανα, την χάιδευε στην γεννητική της περιοχή, της τραβούσε φωτογραφίες, της ζητούσε να του κάνει πίπες και επιπρόσθετα περιγράφει περιστατικά εκσπερμάτωσης σε όλο της το κορμί ενώ πριν την ανάγκαζε με βία και απειλή να γυμνωθεί ενώ τονίζει ότι όλα γίνονταν αφού πρώτα την απειλούσε και κινητοποιούσε φόβο τιμωρίας από τον ίδιο ή απώλειας της μητέρας της καθώς και ενοχές ότι θα κλειστεί φυλακή ή θα διαβάλλει αυτά που ενδεχόμενα αποκαλύψει "αυτή θα μείνει μόνη επειδή θα πιστέψουν αυτόν και αυτή θα βγει η πουτάνα" (όπως λέει ότι την αποκαλούσε όταν θύμωνε), ενώ επίσης ανέφερε επεισόδια όπου της χτυπούσε το κεφάλι στο κάθισμα του αυτοκινήτου για να την "βιάσει". Επιπροσθέτως ο κατηγορούμενος σε συνάντηση που ο ίδιος ζήτησε να έχει με την παραπάνω ιατρό, για να ενημερωθεί για την Ό. "αποδέχθηκε ότι έκανε όλα τα παραπάνω που λέγονται από την Ό. σχετικά με την σεξουαλική παρενόχληση δηλώνοντας ότι το κίνητρό του ήταν να διδάξει την κόρη του ο ίδιος κάποια πράγματα για να την προστατέψει από πιθανούς κινδύνους από άλλους άνδρες", το ανωτέρω δε, βεβαιωθέν από την παραπάνω ιατρό γεγονός, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, δοθέντος ότι αυτός δεν προέβη σε καμία ενέργεια προσβολής της γνησιότητας της εν λόγω ιατρικής βεβαίωσης. Η παθούσα ηλικίας, κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, είκοσι επτά ετών κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου για όλα τα παραπάνω περιστατικά, το γεγονός δε ότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη της ακριβείς χρονολογίες ουδόλως αναιρεί την αξιοπιστία της, ενόψει του διαδραμόντος μακρού χρονικού διαστήματος από την τέλεση των συμβάντων αλλά και της έντονης συναισθηματικής της φόρτισης κατά την περιγραφή των παραπάνω, ιδιαίτερα τραυματικών, για τον ψυχισμό της, περιστατικών. Την αξιοπιστία της παθούσας δεν δύναται να αναιρέσει το από 7-12-2002 γράμμα που απέστειλε η ίδια λίγο πριν αποκαλύψει τα γεγονότα, στον πατέρα της και αναφέρεται τρυφερά προς αυτόν, διότι αυτό οφείλετο στο ότι η ψυχολογία της ήταν διχασμένη, ένα κομμάτι της δηλαδή αγαπούσε τον πατέρα και με αυτό εκφράζεται στο γράμμα και το άλλο τον σιχαινόταν, αισθήματα που έχει όπως κατέθεσε και σήμερα για τον κατηγορούμενο. Ακόμη πρέπει να επισημανθεί η έντονη συναισθηματική φόρτιση της παθούσας στο ακροατήριο από την απουσία του πατέρα της στο παρόν δικαστήριο αλλά και στα προηγούμενα επί 10 χρόνια από τον οποίον ζητάει όπως ανέφερε ένα συγγνώμη, το οποίο πιστεύει θα την ανακουφίσει και θα της επιτρέψει να γυρίσει σελίδα στην ζωή της. Έτι περαιτέρω, όλα τα ανωτέρω κατατέθηκαν και από τη μητέρα της παθούσας Α. Μ. η οποία ανέφερε τα περιστατικά που της αποκάλυψε η θυγατέρα της, επίσης, κατέθεσε για την πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση και την συναισθηματική κατάρρευση της τότε ανήλικης Ό. η οποία από τις 20-2-2003 έως τις 13-3-2007 παρακολουθείτο στα εξωτερικά ιατρεία της Παιδοψυχιατρικής Μονάδας της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών πάσχουσα από μετατραυματική διαταραχή, στρες και κατάθλιψη με βαριά κλινική εικόνα και συνοδό έκπτωση συγκέντρωσης προσοχής και λοιπών γνωσιακών λειτουργιών με αποτέλεσμα έκπτωση στην συνολική σχολική λειτουργικότητα, ενώ πέραν της παρακολούθησης ψυχοθεραπευτικά της συστήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα και φαρμακευτική αγωγή (βλ. προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά του ανωτέρω Νοσοκομείου). Ακόμη αποδείχθηκε ότι η παθούσα αποπειράθηκε τρεις φορές να αυτοκτονήσει, ενώ τελείωσε το σχολείο συνεπεία της καταστάσεώς της με κατ’ οίκον διδασκαλία. Επιπλέον η μητέρα της κατέθεσε ότι κατόπιν σχετικών υποδείξεων της προαναφερθείσας παιδοψυχιάτρου μίλησε στον κατηγορούμενο-τότε σύζυγό της-μετά την παρέλευση τριμήνου. Συγκεκριμένα, σε τηλεφωνική της επικοινωνία με τον κατηγορούμενο περί τα μέσα Μαρτίου του έτους 2003, του είπε ότι η κόρη τους της είχε αποκαλύψει όλα τα ανωτέρω συμβάντα και εκείνος, όχι μόνον δεν τα αρνήθηκε αλλά της είπε χαρακτηριστικά "τι ήθελες να την αφήσω να την γκαστρώσει άλλος;". Επίσης και ο αδελφός της παθούσας Σ. Χ. κατέθεσε ότι και εκείνος, όταν πληροφορήθηκε τον Μάρτιο του 2003 όλα τα ανωτέρω και σε ανοικτή τηλεφωνική ακρόαση των γονιών του άκουσε τον πατέρα του να λέει "συγγνώμη δεν μπορούσα να σταματήσω", μίλησε ο ίδιος με τον πατέρα του στην Αθήνα, όπου σπούδαζε στο πρώτο έτος και του ζήτησε να του εξηγήσει τι συνέβη και εκείνος του εξιστόρησε όλο το παραβατικό του κομμάτι, του είπε ότι του είχε ξανασυμβεί στον πρώτο του γάμο σε μια εξαδέλφη της πρώτης γυναίκας του και επειδή τον έπιασε στα πράσα τον χώρισε. Ακόμη ότι όταν η Ό. ήταν 5 χρονών μπήκε στο μπάνιο και την είδε γυμνή και ήθελε να την επεξεργαστεί. Ότι όσο περνούσαν τα χρόνια, δεν μπορούσε να το σταματήσει και γι’ αυτό έλλειπε περισσότερο χρόνο. Άρχισε να του εξηγεί ότι "με το χρόνο γινόταν πιο έντονο και πιο δυνατό και ήθελε κι άλλο-κι άλλο" και ότι "έτσι πρέπει να κάνουν οι πατεράδες για να μην την πηδάνε άλλοι όταν μεγαλώσει" και σε ερώτησή του αν γύριζες τον χρόνο πίσω τι θα έκανες, του απάντησε ότι δεν θα άλλαζε τίποτα, έτσι έπρεπε, ενώ σε συνάντησή τους στην Πάτρα του είπε "θα κάνω ότι μπορώ όχι για να διορθώσω το λάθος μου αλλά για να το μετριάσω". Ακόμη κατέθεσε ότι ο πατέρας του, του πρότεινε να του δώσει χρήματα προκειμένου να μην καταθέσει στο δικαστήριο και ο ίδιος αρνήθηκε, για να βοηθήσει την αδελφή του να δικαιωθεί, ενώ μετά την αποκάλυψη προτιμά να πληρώνει τις ποινές που του επιβάλλονται από τα δικαστήρια και όχι τις διατροφές που δικαιούνταν τα παιδιά του, για τη διαβίωσή τους, προκειμένου να τους κάμψει, με την οικονομική εξαθλίωση στην οποίαν έχουν περιέλθει, την αντίσταση. Επίσης τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τη μάρτυρα Ζ. Γ., θεία της παθούσας, αδελφή της μητέρας της η οποία συνομίλησε με την ανιψιά της και διαπίστωσε ότι η Ό. στην ηλικία των 14 ετών ανέλυε ερωτικές περιπτύξεις με κάθε λεπτομέρεια, ενώ μετά την αποκάλυψη συνέδεσε τα γεγονότα και ανέφερε περιστατικό το θέρος του 2002 κατά το οποίο η Ό. ενώ καθόταν στο σαλόνι πήγε στο μπάνιο και είπε ότι δεν είναι καλά και ότι στον πρωκτό της είχε αίμα και "της λέω τι έπαθες μήπως έχεις δυσκοιλιότητα", ενώ όπως της είπε η ανιψιά της εκ των υστέρων είχε προηγηθεί βιασμός από τον πατέρα της. Η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι είναι σίγουρη ότι ο κατηγορούμενος είναι παιδόφιλος, πεποίθηση η οποία εδραιώνεται από επιστολή με ερωτικό περιεχόμενο που ο ίδιος απέστειλε τον Ιανουάριο του 1996 στην κόρη της Φ., όταν αυτή ήταν 13 ετών. Ειδικότερα στην επιστολή αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρει "Φ. μου σε φιλώ.... Σε είδα το καλοκαίρι ότι άρχισες να γυναικεύεις..... δηλαδή άρχισαν ορισμένες μεταβολές στο κορμάκι σου..... τα βυζάκια σου έκαναν την πρώτη εμφάνιση και όλα τα άλλα.... Αλλά δεν είναι αρκετά για να πάρουν την τελική μορφή τους χρειάζονται κάποιο χρόνο.... Φυσικά έχουν αυξηθεί οι γενετήσιες ορμές σου και γυναικίστικες απαιτήσεις σου.... Όλα αυτά τα σέβομαι και μετά εγώ προσωπικά δεν σε υποτιμώ.... Γνωρίζω τις ανάγκες σου και μάλιστα "τις γυναικίστικες" ανάγκες.... Είσαι ένα μεγάλο μικρούλικο κορίτσι-ΓΥΝΑΙΚΑ που ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ... ΕΓΩ ΒΕΒΑΙΑ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΩ ΜΕ ΒΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑΡΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΟ…... ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΗΜΟΥΝΗ 20 χρόνια νεότερος να σε κλέψω.... Σε φιλώ με απέραντη αγάπη Ο πρώτος εραστής σου Π.-Για πάντα δικός σου Γ. μου". Οι παραπάνω καταθέσεις αλλά και η προαναφερθείσα ιατρική βεβαίωση της παιδοψυχιάτρου και λοιπές ιατρικές βεβαιώσεις δεν αναιρούνται, ούτε δύνανται να ανατραπούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Σ., Μ. Χ., Σ. Π., Γ. Π., Β. Λ. και Ε. Μ., οι οποίοι δεν έχουν ιδίαν αντίληψη για τα γεγονότα, δεν διατηρούν κάποια σχέση με την παθούσα, ούτε έχουν μιλήσει μαζί της, περιορίζονται δε σε γενικόλογες κρίσεις για τις εν γένει σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, ενώ ειδικότερα, όσον αφορά την κατάθεση του ιατρού-νευρολόγου-ψυχιάτρου Ε. Μ. σημειώνεται ότι ο τελευταίος διατύπωσε κάποιες κρίσεις και εικασίες, χωρίς ωστόσο, να έχει εξετάσει, στα πλαίσια της ειδικότητάς του, ούτε τον κατηγορούμενο, ούτε την παθούσα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι όλα τα σε βάρος του καταγγελθέντα αποτελούν μία σκευωρία της πρώην συζύγου του, στην οποίαν έχει συμπαρασύρει και τα παιδιά τους, προκειμένου να αποκομίσει εκείνη περιουσιακό όφελος. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, μετά τις αποκαλύψεις των παραπάνω γεγονότων η οικονομική κατάσταση των τριών μελών της οικογένειας (ήτοι της μητέρας και των δύο τέκνων) είναι δεινή όπως προαναφέρθηκε, σε αντίθεση με εκείνη που απολάμβαναν όλοι τους πριν η παθούσα προβεί στην αποκάλυψη των εν λόγω συμβάντων. Εξάλλου οι καταθέσεις των παιδιών Ό. και Σ. είναι παραστατικές και αναλυτικές σε βαθμό που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν αποτέλεσμα υποβολής. Ούτε αντέχει στη λογική μία μητέρα, προκειμένου να πάρει διαζύγιο, που πριν την αποκάλυψη των γεγονότων δεν προέκυψε και ότι υπήρχε κλονισμός της σχέσης των συζύγων, να διασύρει την κόρη της με τη διάδοση των ανωτέρω γεγονότων. Ειδικότερα η σύζυγος του κατηγορουμένου υπέβαλε αγωγή διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της σχέσης των συζύγων από το γεγονός και μόνον της σεξουαλικής κακοποίησης της Ό. από τον πατέρα της και λύθηκε ο γάμος για τον λόγο αυτόν δυνάμει της υπ’ αριθμ. 101/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ’ αριθμ. 728/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου. Η σύζυγος του κατηγορουμένου δεν υπέβαλε μήνυση σε βάρος του συζύγου της αλλά η ποινική διαδικασία κινήθηκε αυτεπάγγελτα, αφού με την υπ’ αριθμ. 101/2004 ανωτέρω απόφαση, επειδή προέκυψε έγκλημα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, διατάχθηκε η διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου των σχετικών εγγράφων της δικογραφίας. Επίσης η σύζυγος του κατηγορουμένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1353/2007 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου κρίθηκε αθώα για το αδίκημα της απόπειρας εκβίασης σε βάρος του κατηγορουμένου, ο οποίος ισχυρίσθηκε στη μήνυσή του, ότι όλα τα παραπάνω είναι ψευδή και εντάσσονται στο εκβιαστικό σχέδιο που εφάρμοσε εναντίον του η σύζυγός του καταγγέλλοντάς τον για βιασμό, προκειμένου να καρπωθεί την ακίνητη και κινητή περιουσία του καθώς και για να της καταβάλει μηνιαία διατροφή 7.000 ευρώ. Ακόμη η αγωγή που άσκησε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου ζητώντας χρηματική ικανοποίηση από την σύζυγό του για την ηθική βλάβη που υπέστη στην προσωπικότητά του, αναφέροντας τα ίδια περιστατικά, απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 68/208 απόφαση του άνω δικαστηρίου που κατέστη τελεσίδικη με την υπ’ αριθμ. 17/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αγρινίου. Τέλος τα μηνύματα που απέστειλε η σύζυγος του κατηγορουμένου προς αυτόν με το κινητό της τον Αύγουστο του 2014 δεν δύνανται να αναιρέσουν τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα με τα μηνύματα αυτά στα οποία αναφέρεται προς τον κατηγορούμενο η σύζυγός του με ωραίο τρόπο είχαν σκοπό να πείσουν τον κατηγορούμενο να έρθει στην συστηματική θεραπεία που θα είχε όλη η οικογένεια με ψυχολόγο στην Ζάκυνθο, συνάντηση την οποίαν είχε κανονίσει ο γιός της στα πλαίσια προσπάθειας επανάκτησης της ισορροπίας της δικής του και της αδελφής του και με την οποίαν θα ζητούσαν την εξιλέωση, όπως εξήγησε στο Δικαστήριο, από το μίσος που έτρεφαν γι’ αυτόν τόσα χρόνια, επεδίωκε δηλαδή να αισθανθεί ο κατηγορούμενος ένα αίσθημα ασφάλειας και να λάβει μέρος στην συνάντηση αυτή που ήταν απολύτως αναγκαία για την ψυχική υγεία των παιδιών της. Σε ακολουθία των ανωτέρω σκέψεων και παραδοχών αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη του βιασμού κατ’ εξακολούθηση και επομένως, πρέπει, απορριπτομένου ως αβασίμου του επικουρικώς προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του, περί μεταβολής της σε βάρος του κατηγορίας στην κατ’ άρθρο 346 του Π.Κ. πλημμεληματική πράξη της ασέλγειας μεταξύ συγγενών, να κηρυχθεί ένοχος για την τέλεση της πράξης του βιασμού κατ’ εξακολούθηση. Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά, ένοχο της αξιόποινης πράξεως του βιασμού κατ’ εξακολούθηση, ήτοι του ότι: "Στο ... και στον ... Αιτωλοακαρνανίας, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως τα τέλη Νοεμβρίου 2002 και σε ημερομηνίες που δεν διακριβώθηκαν, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σωματική βία και απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, εξανάγκαζε άλλον σε ανοχή και επιχείρηση ασελγών πράξεων. Ειδικότερα, εξανάγκαζε την θυγατέρα του Ό. Χ., η οποία γεννήθηκε στις 28-11-1988, να ανέχεται ασελγείς πράξεις εκ μέρους του σε βάρος της (αιδοιολειχία, εκσπερμάτωση επί του σώματός της, θωπείες του στήθους και των γεννητικών της οργάνων), καθώς και να επιχειρεί η ίδια ασελγείς πράξεις σε αυτόν (πεολειχία), χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, τις οποίες η παθούσα δεν μπορούσε να αποκρούσει και απειλές κατά της ζωής της ιδίας και της μητέρας της, κατά της προσωπικής της ελευθερίας (εγκλεισμό σε ψυχιατρικό κατάστημα, αν αποκάλυπτε την αλήθεια) ή ακόμη ότι θα εκδιωχθεί από την οικία τους". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την απαιτουμένη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος του βιασμού κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27, 51, 52, 60, 79, 98 και 336 παρ. 1 του Π.Κ., όπως η παρ. 1 του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Νόμου 1414/1984, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως της ανωτέρω πράξεως, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις και αναφέρεται η άσκηση της σωματικής και ψυχολογικής βίας, η απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου προς επίτευξη του σκοπού του αναιρεσείοντος, οι ασελγείς πράξεις που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του βιασμού κατ’ εξακολούθηση, η επιλογή των ερημικών τοποθεσιών από τον τελευταίο, η επίσκεψή του κατά τις νυχτερινές ώρες στο δωμάτιο της παθούσας, καθώς και οι παραδοχές του ενώπιον της παιδοψυχιάτρου και του υιού του Σ. Χ.. Τέλος, η απαιτουμένη από τις διατάξεις 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ., ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων και οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ., με στοιχεία α και ε, ήτοι α) το ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και β) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι συνήγοροι υπερασπίσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος κατέθεσαν εγγράφως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ανέπτυξαν προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφίων α και ε της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του Π.Κ. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Στο αιτιολογικό της ανωτέρω αποφάσεώς του, δέχθηκε το δικαστήριο ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι τον χρόνο τελέσεως της πιο πάνω αξιοποίνου πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α του Π.Κ. ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Το γεγονός ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο ότι έζησε έντιμη ζωή. Εξάλλου τα λοιπά περιστατικά που επικαλείται ήτοι την δημιουργία οικογένειας και ότι από το έτος 1987 μέχρι σήμερα εργάζεται ως πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού, τίμησε το επάγγελμά του και δεν υπέπεσε στην παραμικρή παράβαση, ενώ παρείχε τα αναγκαία μέσα βιοπορισμού στην οικογένειά του δεν είναι επαρκή για την αναγνώριση σ’ αυτόν του ανωτέρω ελαφρυντικού, ενόψει του ότι όπως ήδη έχει εκτεθεί πριν από την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της οποίας κηρύχθηκε ένοχος (βιασμός σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας του κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως τα τέλη του Νοεμβρίου 2002) και συγκεκριμένα από τότε που η θυγατέρα του ήταν στην ηλικία των 7 ετών ήτοι από το 1995 προέβαινε σε ανοίκειες πράξεις σε βάρος της, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, ενέργειες οι οποίες κλονίζουν εκ βάθρων κάθε σκέψη για έντιμη ζωή του, κυρίως στον οικογενειακό τομέα συμπεριφοράς του. Εξάλλου η ανάμιξή του στην κοινωνική ζωή ως Πρόεδρος της τοπικής ομάδας του χωριού … Μεσολογγίου, ως Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου είναι μετά την τέλεσή της τα έτη 2012-2013 και δεν αξιολογείται για την χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού, αλλά κρίνεται και προσχηματική. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος επικαλείται για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. ε του Π.Κ.) ότι μέχρι σήμερα δεν έχει κατηγορηθεί για οιανδήποτε αιτία, πολλώ δε μάλλον διά παρόμοιες πράξεις. Ο παραπάνω ισχυρισμός τυγχάνει αόριστος, καθόσον για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού δεν αρκεί η επίκληση και απόδειξη καλής και συνήθους συμπεριφοράς, αλλά απαιτείται η επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών θετικών και δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεως του δράστη επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του (Α.Π. 364/2013) και εν προκειμένω ο κατηγορούμενος δεν παραθέτει σαφή και συγκεκριμένα τέτοια περιστατικά καλής συμπεριφοράς του, κατά το διάστημα από την τέλεση της πράξης μέχρι την ημέρα της δίκης στο παρόν Δικαστήριο. Πέραν δε της ανωτέρω αοριστίας του, είναι και ουσία αβάσιμος, δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης υπήρξε φυγόδικος, επειδή δεν συμμορφώθηκε με δικαστικές αποφάσεις για την καταβολή διατροφής των τέκνων του και ουδέποτε στήριξε αυτή ή τους παρείχε οποιαδήποτε άλλη συνδρομή". Η αιτιολογία αυτή, πέραν της, περί της ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος αιτιολογίας και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, οι συναφείς περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους. Οι δε λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2015 και με αριθμό εκθέσεως …/18 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση (ορθώς δήλωση) του Π. Χ. του Σ. και της Ό., κατοίκου της Τοπικής Κοινότητας … της Δημοτικής Ενότητας … του Δήμου Μεσολογγίου, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Π. Σ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 15-17/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή