Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 336 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πραγματογνωμοσύνη, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Απάτη από κοινού με όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 Ευρώ κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και άμεσα συνέργεια σ' αυτήν. Στοιχεία του εγκλήματος. Έννοια γεγονότος και χρόνος τελέσεως της απάτης. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα των κατηγορουμένων, εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι με ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις αληθινών γεγονότων προς το επενδυτικό κοινό και τις Αρχές του Χρηματιστηρίου προκάλεσαν ζημιά σε χιλιάδες επενδυτές που αγόρασαν μετοχές χωρίς αξία, ενώ ο τέταρτος παρέσχε άμεση συνέργεια στους λοιπούς στην τέλεση της απάτης. Υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το έγκλημα αυτό του πρώτου κατηγορουμένου. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό και για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, εκτός και αν από τις παραδοχές του βουλεύματος προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως όταν αναφέρονται στοιχεία του περιεχομένου της. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.




Αριθμός 336/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Δεκεμβρίου 2007, 7 Ιανουαρίου 2008, 7 Ιανουαρίου 2008 και 7 Ιανουαρίου 2008, αντίστοιχα, τέσσερις (4) τον αριθμό, χωριστές, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 116/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις με αριθμούς α) 205/18.4.2009 και β) 207/12.6.2009 (συμπληρωματική) έγγραφες προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Α). Η με αριθμό 205/18.4.2009 εισαγγελική πρόταση, η οποία έχει ως εξής: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 3071/2003 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους ως άνω τρεις πρώτους κατηγορουμένους, Χ1, Χ2 και Χ3 για απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών και τον τελευταίο Χ4 για άμεση συνέργεια σε απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Επί πλέον δε τον πρώτο Χ1 για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, από διαχειριστή ξένης περιουσίας και παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/1920. Κατά του βουλεύματος αυτού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι άσκησαν, αντιστοίχως, τις υπ' αριθμ. 652/03, 654/03, 673/03 και 688/03 εφέσεις τους , οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία με το υπ' αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατόπιν αιτήσεων αναιρέσεως που άσκησαν οι κατηγορούμενοι κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 190/05 απόφαση του δικαστηρίου σας, με την οποία αναιρέθηκε το υπ' αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για αρνητική υπέρβαση εξουσίας ως προς το έγκλημα της απάτης γιατί δεν απεφάνθη για την πράξη αυτή, όπως διαμορφώθηκε με την συμπληρωματική δίωξη ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης αυτής, για όλους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και για εκ πλαγίου παράβαση των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως προς το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση για τον αναιρεσείοντα Χ1. Έπαυσε δε οριστικώς λόγω παραγραφής την κατά του τελευταίου ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/20, και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστικές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 225/06 βούλευμά του, διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εξέδωσε το υπ' αριθμ. 2569/2007 βούλευμά του, με το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις παραπάνω εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 3071/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το διατακτικό του οποίου διόρθωσε και συμπλήρωσε ως εξής: Διορθώνει-συμπληρώνει το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπέμπονται οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός τoυ χρονικού διαστήματoς από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και 13/2/99 αντίστoιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ. Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ., Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ., Προμηθευτές -Πιστωτές 120.000.000 δρχ., Επενδύσεις 460.000.000 δρχ.,
Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ., στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΝΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΝΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.000 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές, μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών.Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α) είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς, παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και τη σταθερή ροπή των στη " διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη- διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα τού λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά το χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από την διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του. Επικυρώνει κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα.Κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 2569/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφονται ήδη οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι με τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, από πρόσωπα δικαιούμενα σε άσκηση αναιρέσεως, αφού παραπέμπονται για κακούργημα, και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και επί πλέον η αναίρεση του τρίτου Χ3, της απόλυτης ακυρότητας (αρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 στοιχ. α' και 484 § ι στοιχ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 484 § ιδ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τούτων, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να μορφώσει την κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα -και όχι μόνο μερικά από αυτά- όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα: Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 652/2003, 654/2003, 673/2003 και 688/2003 ασκηθείσες αντιστοίχως εφέσεις των κατηγορουμένων, Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, κατά του υπ' αριθμ. 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, να διορθωθεί - συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και την 13/2/99 αντίστοιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα.Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ. Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής:Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ., Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ., Προμηθευτές-Πιστωτές 120.000.000 δρχ.,
Επενδύσεις 460.000.000 δρχ., 'Εξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ., στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΚΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΝΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.00 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλική5 Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 1.85 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών.Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α. είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτική δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και την σταθερή ροπή των στη.· διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα του λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά τον χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από τη διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.00Q δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του, να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα, να διαταχθεί η σύλληψη και, όταν αυτό επιτευχθεί η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου Χ1, διατηρούμενης συνάμα της ισχύος του σε βάρος του εκδοθέντος υπ' αριθμ. 9/2006 εντάλματος συλλήψεως του Ανακριτού 19ου Τακτ. Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών και τέλος να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη της παρούσης διαδικασίας εξ EURO 210 σε βάρος ενός εκάστου των εκκαλεσάντων κατηγορουμένων.Όμως, πουθενά στο βούλευμα δεν γίνεται μια γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, ενώ από την αναφορά του βουλεύματος ότι "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων" δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1/2002, ΑΠ 97/2002), ούτε, επίσης, η αποδοχή από το Συμβούλιο Εφετών των λόγων που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν γίνεται καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά μόνον ως προς τους λόγους, δηλαδή ως προς τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων (Συμ. ΑΠ 1554/01, Συμ. ΑΠ 1608/01). Επικουρικώς, στο σημείο αυτό, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Συμβούλιό σας ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την ειδική αιτιολογία ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, το Συμβούλιο Εφετών με αυτά που διέλαβε παραπάνω, αφενός αιτιολογημένα κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση ως προς τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ'αυτή κατ' εξακολούθηση σε βαθμό, αμφότερες, κακουργήματος, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις ως άνω πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, αφετέρου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 § 2,45,46 § ιβ, 98 και 386 § 1,3 εδ. α', β' Π.Κ., χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, απορριπτομένων έτσι των προβαλλομένων από τους αναιρεσείοντες συναφώς λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών δεν απεφάνθη για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος για την οποία ασκήθηκε νόμιμη ποινική δίωξη και για την οποία ο αναιρεσείων Χ1 κρίθηκε παραπεμπτέος με το πρωτόδικο 3071/03 βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε ως προς την παραπεμπτική για την πράξη αυτή διάταξή του, αφού δεν εκθέτει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εν λόγω εγκλήματος, ούτε αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς το έγκλημα αυτό. 'Ετσι, όμως υπερέβη αρνητικά την εξουσία του ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Χ1. Τέλος, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ3 υπέβαλε αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβουλίου Εφετών.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος απ'αυτόν λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε σιωπηρά το σχετικό αίτημά του είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.Κατά ακολουθία αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προσβαλλομένου από τους αναιρεσείοντες λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και του αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου λόγου της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να γίνουν δεκτές οι υπ' αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης".
Β) Η με αριθμό 207/12.6.2009 (συμπληρωματική) εισαγγελική πρόταση, η οποία έχει ως εξής: "Επανεισάγω τη συνημμένη δικογραφία μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1102/2009 απόφασης του δικαστηρίου σας και συμπληρωματικά με την υπ' αριθμ. 205/18-4-2008 πρότασή μου εκθέτω ως προς τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 και αναφορικά με την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από διαχειριστή ξένης περιουσίας, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο με το υπ' αριθμ. 3071/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο 2569/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τα εξής:
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφερόμενο επιτρεπτά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:Η επιτροπή κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθμ. Α.Π. 12808 απόφαση της 12Ε/186/7-3-2000 συνεδρίασης του Δ.Σ. αυτής, μετά τη διαπίστωση ότι η ως άνω υπό του κατηγορουμένου Χ1 εκπροσωπούμενη και διοικούμενη εταιρεία παρέβη τα άρθρα 5 παρ. 5α του Π.Δ. 350/85, 2 και 3 Π.Δ. 360/85 και 72 παρ. 2 του Ν. 1969/91 επέβαλε σ'αυτήν συνολικό πρόστιμο 20.000.000 δρχ. Πρέπει, επίσης, στο σημείο τούτο ν'αναφερθεί ότι ο ως άνω κατηγορούμενος, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, απέστειλε στις χρηματιστηριακές αρχές την από 5-4-1999 επιστολή, με την οποία ανακοίνωσε τη λήψη απόφασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής της 4-4-1999 για νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου ύψους 4.840.000.000 δραχμών ενώ υπέβαλε στη συνέχεια και σχέδια ενημερωτικού δελτίου προς έγκριση, που όμως δεν δόθηκε, ενόψει των ελέγχων που είχαν αναληφθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την ολοκλήρωση των οποίων θα ανέμενε το ΧΑΑ, για να λάβει την σχετική απόφασή του. Η νέα αυτή αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Θεσσαλικής που δεν είχε καμιά δραστηριότητα για δύο (2) έτη τουλάχιστον, αποτέλεσε την αιτία υποβολής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 και μελών του Δ.Σ. της Θεσσαλικής, μηνυτήριας αναφοράς από τη συντονιστική επιτροπή των μετόχων της ανωτέρω εταιρίας για υπεξαίρεση του ποσού που φερόταν να έχει καταβληθεί για τη συμμετοχή σ'αυτήν μετόχων και τρίτων και το οποίο δεν είχε λογιστικοποιηθεί στα βιβλία της εταιρείας, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ορκωτού λογιστή ΑΑ, ο οποίος διενήργησε έλεγχο στη Θεσσαλική μετά την υπ' αριθμ. 23749/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε η 74η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής που συνήλθε στην Αθήνα, στις 30-6-1997, εξουσιοδότησε ομόφωνα το Δ.Σ. της εταιρείας να προβεί στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου εντός της επομένης τετραετίας μέχρι του ποσού των 1.210.000.000 δραχμών. Το Δ.Σ. της εταιρείας με το από 15-1-1998 πρακτικό της έκτακτης συνεδριάσεώς το απεφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ανωτέρω ποσό. Οι εγγραφές των μετόχων για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, έγιναν σε ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς, τον οποίο η εταιρεία άνοιξε για το σκοπό αυτό. Η περίοδος των εγγραφών της αύξησης, ήταν η 1/3/1998 με λήξη την 24/8/1998. Σύμφωνα με την από 24-8-1998 βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς στο λογαριασμό ... της Θεσσαλικής για το χρονικό διάστημα από 13-4-1998 μέχρι 10-7-1998 κατατέθηκε το ποσό των 1.301.697.469 δραχμών. Το ανωτέρω ποσό συμφωνεί και με το περιεχόμενο του ανωτέρω τηρηθέντος λογαριασμού από την Τράπεζα, από την ανάλυση του οποίου προκύπτει ότι οι καταθέσεις των μετόχων για το χρονικό διάστημα από 13/4 έως 8/7/1998 ανήλθαν στο ποσό των 1.301.697.469 δραχμών και οι αναλήψεις κεφαλαίου περιόδου 13-4 έως 22-7-1998 ανήλθαν σε 1.301.693.000 δραχμές, ενώ το μη αναληφθέν υπόλοιπο στις 22-7-1998 ήταν 4.469 δραχμές (βλ. 10η σελίδα έκθεσης Εκτάκτου Διαχειριστικού ελέγχου της "Ανώνυμης Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Εταιρείας", σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 23748/1999 απόφαση του Μον.Πρωτ. Αθ., του Ορκωτού Λογιστή ΑΑ). Επομένως υπήρξε υπερκάλυψη του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 91.697.469 δραχμές. Ο λογαριασμός της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, όμως, δεν τηρήθηκε, στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας, για την παρακολούθηση όλων των κινήσεων των καταθέσεων-αναλήψεων, σε σχέση με τις ανάλογες κινήσεις του αντίστοιχου τραπεζικού λογαριασμού, που ετηρείτο από την ως άνω Τράπεζα. 'Ετσι από τα βιβλία της εταιρείας δεν προκύπτει αν και πως έγινε η επιστροφή του επί πλέον εισπραχθέντος ποσού της αύξησης στους δικαιούχους για τα αδιάθετα υπόλοιπα 91.697.469 δραχμών (βλ. σελ. 11 της ανωτέρω έκθεσης ΑΑ). Σύμφωνα με την από 11-6-2002 ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου ορκωτού λογιστή-πραγματογνώμονα, αν και αυτός ζήτησε από τον Χ1 να του δείξει τα παραστατικά της κατάθεσης (ΕΞΤΡΕ) ο τελευταίος το αρνήθηκε και γενικά στον έλεγχο έφερνε μεγάλες δυσκολίες. Τον ρώτησε προφορικά που διέθεσε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και του απάντησε ότι το επέστρεψε στους δικαιούχους χωρίς να του επιδείξει τα αντίστοιχα παραστατικά και να του αναφέρει ονομαστικά τα άτομα, στα οποία επεστράφησαν τα επιπλέον χρήματα.Από το ποσό των 1.210.000.000 δραχμών που εισήχθη στην εταιρεία προερχόμενο από την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου διατέθηκε προς κάλυψη ανειλημμένων υποχρεώσεων της Θεσσαλικής, προς τρίτους το ποσό των 934.000.000 δραχμών, άσχετα εάν υπήρξε, όπως προαναφέρθηκε, διαφορετική τοποθέτηση των χρημάτων από αυτήν που είχε δεσμευθεί η εταιρεία, το υπόλοιπο όμως ποσό ύψους 276.000.000 δραχμών, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα (από 11-6-2002) ένορκη κατάθεση του ως άνω ορκωτού λογιστή παρέμεινε στα χέρια της θυγατρικής της Θεσσαλικής, εταιρείας ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ, και ουσιαστικά του Χ1 ο οποίος, όπως καταθέτει ο προαναφερόμενος μάρτυρας ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα υπογραφής και ανάληψης των χρημάτων από την Τράπεζα Πειραιώς. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό ο εν λόγω κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι παρακρατήθηκε από την θυγατρική εταιρία ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ για να καλύψει τις δικές της ανάγκες και δραστηριότητες πλην όμως δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό αυτό. Στην προαναφερθείσα έκθεση του ορκωτού λογιστή ΑΑ παρατηρείται σχετικά ότι "ο έλεγχος που πραγματοποίησε είχε αντικειμενική αδυναμία να ελέγξει τις ανάγκες και δραστηριότητες της ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ" για τις οποίες έγινε δήθεν η παρακράτηση από τον Χ1 του προαναφερθέντος ποσού. Επομένως υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του Χ1 για την τέλεση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση ποσού 367.697.469 δραχμών που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με την ιδιότητά του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ποσού, το οποίον αποτελείται-προέρχεται από μερικώτερα ποσά α) ύψους 91.697.469 δραχμών και β) ποσό 276.000.000 δραχμών. Το πρώτον τούτων, των 91.697.469 δραχμών προήλθεν, συγκεντρώθηκε καθ'υπέρβασιν από τους μετόχους δια την συμμετοχήν των στην αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου και προκύπτει από την αφαίρεσιν από το συγκεντρωθέν ποσόν στον ειδικόν λογαριασμόν αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1.301.697.469 δραχμών του ποσού του 1.210.000.000, κατά τα προρρηθέντα του διατεθέντα δια την κάλυψιν των υποχρεώσεων της "Θεσσαλικής", αδυνάτου όντος του προσδιορισμού του αριθμού των καταθετών (περί τους 8.131 επενδυτές κατόχους 20.740.350 μετοχών) αλλά και του κατατεθέντος ποσού, υφ'ενός εκάστου τούτων. Το έτερον δε τούτων των ποσών, των 276.000.000 δραχμών είναι τμήμα του ποσού των 978.830.000 (προερχόμενον και τούτο εκ του ποσού του 1.210.000.000 δραχμών) το οποίον είχε μεταφερθεί εις λογαριασμόν της εταιρείας "ΟΙΝΟΒΟ" χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και ενώ εκ του ανωτέρω ποσού, τμήμα 702.830.000 δραχμών εχρησιμοποιήθη δια τους σκοπούς της εταιρείας "Θεσσαλική" το ιδιαιτέρως μεγάλον υπόλοιπον (των 276.000.000 δραχμών) ουδέποτε επεστράφη ιδιοποιηθέν παρανόμως υπό του κατηγορουμένου Χ1 (βλέπετε καταθέσεις από 11.6.2002 και συμπληρωματικήν από 15.6.2006 του ορκωτού λογιστή ΑΑ) κατά κατάχρησιν της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης ιδιοκτησίας. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα αφενός αιτιολογημένα κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση ως προς την ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης σε βάρος του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Χ1 , αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 2-1 ΠΚ (όπως η παρ. 2 αντικ. με αρ. 2 παρ. α ν. 2408/96) χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμοι και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αυτού πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 307/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1κατά του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 10 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναφέρθηκε στις προαναφερόμενες εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ' αριθ. 2569/2007), οι υπό κρίση τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 31-12-2007 του Χ1, 2) από 7-1-2008 του Χ4, 3) από 7-1-2008 του Χ2 και 4) από 7-1-2008 του Χ3, ασκηθείσες με δηλώσεις των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 307/2007 και 2,3 και 4/2008 εκθέσεις αντιστοίχως.
Από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 β του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης που προβλέπεται από αυτές, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε πλάνη και από την παραπλάνηση αυτή να οδηγήθηκε ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας επήλθε σ' αυτόν ή τρίτον περιουσιακή βλάβη. Ως γεγονότα κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιώνεται και τότε το έγκλημα της απάτης. Τέλος κρίσιμος χρόνος για την τέλεση του εγκλήματος αυτού είναι ο χρόνος εκείνος κατά τον οποίο ενήργησε ο δράστης, δηλαδή ολοκλήρωσε τις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών και είναι αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος που επιχειρήθηκε από τον παθόντα η ζημιογόνα πράξη η παράλειψη, καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημιάς. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. στ' που προστέθηκε με το άρθρο 1 §1 του ν.2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράση, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η σύγχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια και είναι δυνατόν να πραγματώνεται αυτό με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συναυτουργών ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα του συμβουλίου ή στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1β'του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξης, συνδεόμενης προς αυτήν κατά τρόπο ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί. Κατά την έννοια του άρθρου 375 §1 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο, και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (τελευταίο εδάφιο της §1 άρ. 375 ΠΚ, όπως ισχύει). Ακόμη, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ιδιότητες του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ αν στην περίπτωση αυτή το αντικείμενο της πράξεως υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση (§2 του άρθρου 375 ΠΚ όπως ισχύει). Ο δράστης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ενεργεί διαχείριση, όταν ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση. Επί κατ' εξακολούθηση (άρ. 98 ΠΚ) τελούμενης υπεξαιρέσεως, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρ. 98 §2 ΠΚ ως συνεπληρώθη με άρ. 14 §1 (1.1) Ν.2721/1999). Εν τέλει είναι δυνατόν στο πρόσωπο του δράστη της υπεξαίρεσης να συνυπάρχουν οι ιδιότητες του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στο Προεδρικό Διάταγμα 348/1985 ορίζεται ότι προϋπόθεση εισαγωγής κινητών αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποτελεί η δημοσίευση του "ενημερωτικού δελτίου" (προσπέκτους), κατόπιν εγκρίσεώς του από τη Διοικούσα Επιτροπή του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Το ενημερωτικό δελτίο περιέχει τα στοιχεία τα οποία, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εκδότου και των κινητών αξιών, των οποίων ζητείται η εισαγωγή στο Χρηματιστήριο είναι απαραίτητα, ώστε όσοι προβαίνουν σε επενδύσει και οι σύμβουλοί τους επί των επενδύσεων να δύνανται να εκτιμούν την περιουσία, την χρηματοοικονομική κατάσταση, τα αποτελέσματα και τις προοπτικές του εκδότου, όπως και τα δικαιώματα που είναι ενσωματωμένα σε αυτές τις κινητές αξίες (άρθρο 5 του Π.Δ. 348/1985). Στο άρθρο 26 του Π.Δ. 348/1985, προσαρτώνται τρία παραρτήματα (Α, Β. Γ), με υποδείγματα του "ενημερωτικού δελτίου" για την εισαγωγή μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και συγκεκριμένα: Α) Πληροφορίες σχετικά με τον εκδότη και το κεφάλαιό του. Πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα του εκδότου (κύριες δραστηριότητες και κατηγορίες των πωλουμένων προϊόντων και των παρεχομένων υπηρεσιών, ανάλυση του καθαρού κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά τις τρεις τελευταίες χρήσεις, τοποθεσία, σπουδαιότης των κυρίων εγκαταστάσεων του εκδότου και σύντομες πληροφορίες περί της ακίνητης περιουσίας καθώς και άλλες πληροφορίες που αναλυτικά αναφέρονται στο κεφάλαιο 4 του παραρτήματος Α' του άρθρου 26 του Π.Δ. 348/1985, σχετικά με τη δραστηριότητα του εκδότη), Β) Πληροφορίες σχετικά με την περιουσία, την οικονομική κατάσταση και τα αποτελέσματα του εκδότη και Γ) Πληροφορίες σχετικές με τη διοίκηση, τη διεύθυνση και την εποπτεία και πληροφορίες σχετικές με την πρόσφατη εξέλιξη και τις προοπτικές του εκδότη.
Η εταιρεία της οποία οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις, κατά το άρθρο 5 του Π.Δ. 350/1985: Σε περίπτωση εκδόσεως με δημόσια εγγραφή νέων μετοχών της αυτής κατηγορίας με εκείνες που είναι ήδη εισηγμένες, η εταιρεία υποχρεούται να ζητήσει την εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εντός έτους από της εκδόσεώς τους. Η εταιρεία πρέπει να εξασφαλίζει ίση μεταχείριση των μετόχων και να εξασφαλίζει όλες τις αναγκαίες διευκολύνσεις και πληροφορίες για να καταστήσει δυνατή στους μετόχους την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Πληροφορεί τους μετόχους για της διεξαγωγή γενικών συνελεύσεων και τους παρέχει τις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου ... Η εταιρεία θέτει στη διάθεση του κοινού, το συντομότερο δυνατό, τις τελευταίες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της και την τελευταία έκθεση διαχειρίσεως. Στο Π.Δ. 360/1985 εξειδικεύεται η υποχρέωση για τη σύνταξη και δημοσίευση οικονομικών καταστάσεων. Η εταιρεία έχει υποχρέωση να πληροφορεί το συντομότερο δυνατό το κοινό για τα νέα σημαντικά γεγονότα που επέρχονται στη σφαίρα της δραστηριότητάς της, που δεν είναι προσιτά στο κοινό και τα οποία δύνανται λόγω των επιπτώσεών τους στην περιουσιακή ή οικονομική της κατάσταση ή στη γενική πορεία των υποθέσεών της, να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τιμών των μετοχών της.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Ειδικώς για την πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, η οποία αποτελεί αυτοτελές και ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το Συμβούλιο έλαβε και αυτήν υπόψη, να αναφέρεται στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, εκτός και αν η ανωτέρω βεβαιότητα προκύπτει από άλλα στοιχεία, όπως από το ότι στην αιτιολογία περιέχονται στοιχεία του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης. Τέλος λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμά του και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε τα εξής ως προς την ουσία της κατηγορίας: "Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε και την κυρία ανάκριση που επακολούθησε και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα διαλαμβανόμενα στις εκθέσεις εφέσεων και τα συνοδεύοντα αυτές υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α. Η "Ανώνυμος Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρία" εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934, λειτουργούσε μέχρι τέλους του έτους 1994 εργοστάσιο παραγωγής οινοπνεύματος-αποστάγματος και γλεύκους σταφυλιών στην οδό ... στο ... Έδρα της εταιρείας ήταν ο ... (οδός ...). Όπως προκύπτει από την με αριθμό 1/4-1-1995 δήλωση μεταγραφής και την με αριθμό 21/4-1-1995 δήλωση μεταβολής της Β' ΔΟΥ ..., η έδρα της επιχείρησης μεταφέρθηκε στην ... (..., αρμοδιότητας ΦΑΒΕ Αθηνών) και στην παλαιά έδρα λειτουργούσε υποκατάστημα. Η εν λόγω εταιρεία στις 9-5-1995 είχε βεβαιωμένα χρέη ενός δισεκατομμυρίου πεντακοσίων εκατομμυρίων (1.500.000.000) δραχμών.
Στις 23-7-1996 υπέβαλε δήλωση έναρξης δραστηριότητας με αριθμό 318/23-7-1996 στη Β' ΔΟΥ ... η επιχείρηση "ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΒΟΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με διακριτικό τίτλο "ΟΙΝΟΒΟ Α.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την εμπορία οίνων-οινοπνευματωδών και έδρα το ... (οδός ...). Σύμφωνα με το .../20-6-1996 καταστατικό σύστασης ανώνυμης εταιρείας του συμβ/φου Αθηνών Θεόφιλου Σκληρού, περίληψη του οποίου δημοσιεύτηκε στο 5622/1-8-1996 ΦΕΚ, η νέα αυτή επιχείρηση συνεστήθη στις 20-6-1996 με κεφάλαιο 10.000.000 δρχ. και μετόχους την "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε." με ποσοστό 98%. Για τις ανάγκες της έδρας της, μίσθωσε από τη ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ χώρο 25 τμ. (οικίσκο), στην οδό ... αριθμ. ... στο ..., δηλαδή στις εγκαταστάσεις του παλαιού εργοστασίου της τελευταίας. Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ δεν ασκούσε παραγωγική δραστηριότητα. Η ΟΙΝΟΒΟ Α.Ε. υποκατέστησε σχεδόν σε όλες τις δραστηριότητές της τη ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ και μίσθωσε η ίδια τις εγκαταστάσεις της τελευταίας στη ... καθώς και τις εγκαταστάσεις της ... Ο κατηγορούμενος Χ1 από την 8-4-1997, με το από 8-4-1997 πρακτικό έκτακτης συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της "Ανωνύμου Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Εταιρείας" κατέστη Γενικός Διευθυντής της εταιρείας αυτής και ανέλαβε την εκπροσώπησή της, ενώ ταυτοχρόνως εκχωρήθηκαν σ' αυτόν όλες οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες οι προβλεπόμενες από το άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρείας και ειδικότερα ο καθορισμός των γενικών και ειδικών όρων δράσης της εταιρείας και η επιχειρηματική της πολιτική γενικά, η συνομολόγηση κάθε είδους συμβάσεως στο όνομα της εταιρείας, η αγορά, πώληση ακινήτων και κινητών, μίσθωση και εκμίσθωση ακινήτων, έκδοση επιταγών, παροχή πιστώσεων και λήψη δανείων και πολλές άλλες αρμοδιότητες που αναλυτικά αναφέρονται στο ως άνω πρακτικό. Με το από 1-7-1997 πρακτικό συνεδριάσεως του Δ.Σ. της παραπάνω εταιρείας η θητεία του ως Γενικού Διευθυντή ορίστηκε μέχρι 30-6-2001.
Ο κατηγορούμενος Χ2 με το από 8-4-1997 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω αναφερόμενης εταιρείας εξελέγη αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, θέση που διατήρησε μέχρι 24-4-2000 οπότε και υπέβαλε αρμοδίως την παραίτησή του, ενώ ο συγκατηγορούμενός του Χ3, με το ίδιο πρακτικό, Πρόεδρος μέχρι τέλος Ιουνίου 1999 οπότε και αποχώρησε από την εταιρεία. Τέλος, ο κατηγορούμενος Χ4 ήταν λογιστής της εταιρείας κατά τα έτη 1998 και 1999.
Ο κατηγορούμενος Χ1, έχοντας συγκεντρώσει, κατά τα ανωτέρω, όλες τις εξουσίες, διοικούσε την εταιρεία υπό συνθήκες αδιαφανείς, ως ατομική επιχείρηση, επιτυγχάνοντας να ελέγχει τις Γενικές Συνελεύσεις της. Η εταιρεία είχε μεγάλα χρέη και η ακίνητη περιουσία της ήταν δεσμευμένη με υποθήκες και κατασχέσεις. Η βιομηχανική παραγωγή οινοπνεύματος στο εργοστάσιο του ... είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997. Η 7η Γενική Συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής που συνήλθε στην Αθήνα στις 30-6-1997 εξουσιοδότησε ομόφωνα το Δ.Σ. της εταιρείας να προβεί στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εντός της επόμενης τριετίας μέχρι του ποσού των 1.210.000.000 δραχμών. Η αύξηση αυτή θα γινόταν με έκδοση 11.000.000 κοινών ανώνυμων νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας και τιμής διαθέσεως 110 δραχμών εκάστης, με καταβολή μετρητών, με δικαίωμα προτίμησης στους παλαιούς μετόχους και με αιτιολογία μιας νέας μετοχής για κάθε μία παλαιά. Ο κατηγορούμενος Χ1 που ήταν Γενικός Διευθυντής της εταιρείας με αυξημένες αρμοδιότητες, προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μετόχων και του επενδυτικού κοινού και να δημιουργήσει κλίμα εμπιστοσύνης προς την εταιρεία, παραπλανώντας και παγιδεύοντας αυτούς, μετόχους και επενδυτές, ώστε να ανταποκριθούν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, αν και αυτή (εταιρεία) ήταν στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής και διάλυσης και στη συνέχεια να προβούν σε αθρόες αγορές μετοχών της που θα οδηγούσε στην υπερεκτίμησή τους και στην κατ' αυτό τον τρόπο αθέμιτη ενίσχυση της οικονομικής θέσης της εταιρείας, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σ' αυτούς, με τη δημοσίευση την 20-2-1998 και την 13-2-1999, αντίστοιχα, των ισολογισμών των χρήσεων των ετών αυτών (1997 και 1998), ότι είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.889 δρχ. και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των -387.983.873 δραχμών και - 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Επίσης με την από 29-1-1999 επιστολή του προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, επιβεβαίωσε δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο με ημερομηνία 22-1-1999, σύμφωνα με το οποίο η ως άνω εταιρεία, σημείωσε οριακά κέρδη για το 1998, ενώ στην πραγματικότητα αυτή, κατά τη χρήση του 1998, δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε διακοπεί από τον Ιούλιο του 1997 και επιπροσθέτως για τη χρήση του έτους 1998 είχε ζημιές ύψους 140.000.000 δραχμών.
Ο ως άνω κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ3 και Χ2 ήτοι με ενότητα δόλου και κατόπιν συνεννόησης με αυτούς και εκτελώντας το σχέδιο παραπλάνησης των μετόχων και του λοιπού επενδυτικού κοινού, (βλ. ΑΠ 1123/1981 Ποιν. Χρ. ΛΒ 471-472, Ν. Λίβου Ποινικές διατάξεις Ανωνύμων Εταιρειών, άρθρα 54-63γ Ν.2190/1920 σε: Το Δίκαιο της Ανώνυμης εταιρείας π. Ιβ Αθήνα 1991, 543, πρβλ. Επίσης ΑΠ 220/76 Ποιν. Χρ. ΚΣΤ 69, ΑΠ 88/1997 Ποιν. Χρ. ΚΖ 538, ΑΠ 1005/76 Ποιν. Χρ. ΚΖ349), στο ενημερωτικό δελτίο που η εταιρεία είχε υποχρεώσει να δημοσιεύσει σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και το οποίο εγκρίθηκε με την από 30-4-1998 απόφαση του Δ.Σ. του Χ.Α.Α., εμφάνισε την ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ως εξυγιαντική για την εταιρεία, για να χρηματοδοτηθεί δηλαδή η προγραμματισμένη ήδη μετεγκατάσταση της παραγωγικής της δραστηριότητας. Ειδικότερα μάλιστα, σύμφωνα με το από Μαΐου του 1998 ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας, τα κεφάλαια που θα αντλούνται από την αύξηση θα εχρησιμοποιούντο ως εξής: ΕΤΕ ποσό 350.000.000 δρχ. Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δραχμές, Προμηθευτές - πιστωτές 120.000.000 δρχ., επενδύσεις 460.000.000 δρχ. και έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. Στην πραγματικότητα όμως χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά ήτοι στην ΕΤΕ δόθηκαν 320.000.000 δρχ. στα Ασφαλιστικά ταμεία 72.000.000 δρχ, σε προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ, στο προσωπικό 94.000.000 δρχ, για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ και στην εταιρεία ΟΙΝΟΒΟ 276.000.000 δρχ, ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε οποιοδήποτε ποσό. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Χ1 στις από 26-4-1999 και 30-6-1999 απαντητικές επιστολές που απέστειλε προς το ΧΑΑ και την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα, συνεχίζοντας την παραπλανητική του συμπεριφορά, δήλωσε ψευδώς, όσον αφορά στη χρήση των ως άνω κεφαλαίων, ότι έγινε ως εξής: στη μεν από 26-4-1999 επιστολή του, ότι δόθηκαν στην ΕΤΕ 270 εκατομμύρια, στα Ασφαλιστικά Ταμεία 10 εκατομμύρια, σε Προμηθευτές -Πιστωτές 10 εκατομμύρια, σε επενδύσεις - αποθέματα 410.000.000 δρχ, σε έξοδα 30.000.00 δρχ, στο Ελληνικό Δημόσιο 200 εκατομμύρια και στο προσωπικό 100.000.000. Στη μεταγενέστερη δε επιστολή του δήλωσε ψευδώς ότι δόθηκαν: στην ΕΤΕ 310 εκατομμύρια, στα Ασφαλιστικά ταμεία 120 εκατομμύρια, σε Προμηθευτές - Πιστωτές 100 εκατομμύρια, σε επενδύσεις - αποθέματα 245 (ενώ προηγουμένως είχε δηλώσει 410 εκατομμύρια), σε έξοδα 30 εκατομμύρια, στο Ελληνικό δημόσιο 305 εκατομμύρια και στο προσωπικό 100 εκατομμύρια. Για το ποσό που δόθηκαν στην εταιρεία ΟΙΝΟΒΟ, θυγατρική της ανωτέρω εταιρείας, στην οποία επίσης εκπροσωπήθηκε ο ως άνω κατηγορούμενος, ούτε στο ενημερωτικό δελτίο ούτε στις ως άνω επιστολές έγινε εκ μέρους του αναφορά. Με τη συμπεριφορά τους αυτή οι ως άνω κατηγορούμενοι παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς προς το επενδυτικό κοινό, όχι ρητά, αλλά σιωπηρά, με συμπερασματικά συναγόμενη δήλωση (βλ. Χρήστου Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας σελ. 441 και 446), ότι η διάθεση του μετοχικού κεφαλαίου είχε πραγματοποιηθεί όπως είχε εξαγγελθεί, για τη χρηματοδότηση δηλαδή της μετεγκατάστασης της παραγωγικής δραστηριότητας της εισηγμένης στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) "Θεσσαλονίκης" και την εξυγίανσή της, ενώ τούτο δεν είχε συμβεί. Εγνώριζαν δε οι ως άνω κατηγορούμενοι ότι η αληθής κατάσταση της εταιρίας, περιερχόμενη σε γνώση του επενδυτικού κοινού θα ήταν αποτρεπτική της αγοράς των μετοχών της Θεσσαλικής και θα προκαλούσε σημαντική διακύμανση των τιμών των μετοχών της.
Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι η χρονική περίοδος για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετοχών για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της "Θεσσαλικής" ήταν το διάστημα από 14-5-1998 έως 16-6-1998, κατά το οποίο καλύφθηκαν από αυτούς τα 2/3 περίπου του ποσού της αύξησης, μέχρι δε την 10-7-1998 καλύφθηκε και το υπόλοιπο από τρίτους. Όμως, η προαναφερθείσα εταιρεία δια του διευθύνοντος συμβούλου της Χ1, ενώ εκκρεμούσε η άσκηση του παραπάνω δικαιώματος των παλαιών μετοχών, γνώρισε στο ΧΑΑ ότι μετέβαλε το επιχειρηματικό της σχέδιο για τη μετεγκατάσταση της παραγωγικής της δραστηριότητας στη ..., αν και αυτή αποτελούσε τον πρωταρχικό στόχο της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και ότι μίσθωσε εργοστάσιο στην περιοχή ... Το ΧΑΑ υποχρέωσε τη Θεσσαλική να προβεί σε σχετική ανακοίνωση δια του τύπου, πράγμα που έγινε, όμως, μόλις 13 ημέρες πριν από τη λήξη του ως άνω χρονικού διαστήματος, που αυτή είχε ορίσει για την άσκηση του δικαιώματος των παλαιών μετοχών. Έτσι ο κατηγορούμενος Χ1 κατόπιν συνεννόησης και συναπόφασης με τους συγκατηγορούμενους του Χ3 και Χ2με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις, αφού πέτυχαν να καλυφθεί η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, η οποία δεν είχε θεωρημένα βιβλία λόγω οφειλών της προς το Δημόσιο, εκμεταλλευόμενος και το κλίμα που επικρατούσε στην Ελληνική Κοινή γνώμη, που ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 2-7-1999, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο ΧΑΑ με απόφαση του Προέδρου του ..., σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το διάστημα αυτό υψηλή εμπορευσιμότητα, και τη τιμή της, η οποία στις 1-1-1999 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών, να διαμορφωθεί το Β' 15νθήμερο του Μαΐου 1999 στο ποσό των 1200 δραχμών, ενώ στις 2-7-1999 που συνεστάλη η διαπραγμάτευσή της στο ποσό των 702 δραχμών. Όμως οι επενδυτές δεν θα προέβαιναν στις ως άνω αγορές αν γνώριζαν ότι η Θεσσαλική είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, ότι δεν είχε κέρδη αλλά ζημίες και η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική και ότι το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγραφόνταν στο εγκριθέν από το ΧΑΑ ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί και για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί.
Από την προαναφερθείσα συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι Χ1 , Χ2 και Χ3 με την άμεση συνδρομή του λογιστή της εταιρείας Χ4, ο οποίος κατάρτισε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1998 και 1999 έβλαψαν την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής, οι οποίες πεισθέντες στις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρείας και οι οποίοι, όταν την 2-7-1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής αυτής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν ήταν σε θέση να διαπραγματευθούν την πώληση αυτής της μετοχής. Η βλάβη δε της περιουσία τους (όταν τέτοια δε νοείται και η απειλή μείωσης αυτής από τον επελθόντα εγκλωβισμό τους) είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 14.559.725.700 δρχ (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ). Προέβησαν δε αυτοί στην ανωτέρω πράξη τους σκοπεύοντας να αποκομίσει η "Θεσσαλική" παράνομα περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στη βελτίωση της οικονομικής της θέσης και κατάστασης με την αθέμιτη αύξηση της τιμής (υπερτίμηση της αξίας) της μετοχής της, που δημιουργήθηκε από τα αθρόα διάθεση των κεφαλαίων των παραπλανηθέντων παθόντων για την απόκτηση μετοχών, των οποίων η "χρηματιστηριακή" τιμή ήταν υπερβολικά διογκωμένη σε σχέση με την πραγματική τους αξία και να παραμείνει η μετοχή της υπό διαπραγμάτευση καίτοι ήταν μια εταιρεία που τελούσε σε αδράνεια και επίσης να βελτιωθεί η φήμη της και η αξιοπιστία της και ν' αποκτηθεί από αυτήν η δυνατότητα για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της και για ευχερέστερη δανειοληψία ως έχουσα αξιοσημείωτη ανοδική πορεία (ΑΠ 520/98 ΠΧ ΜΗ'σ. 1101, βλ. Π Ανδρουλάκη, Η απειλή κινδύνου χειροτερεύσεως της ενεστώσης περιουσιακής καταστάσεως ως περιουσιακή βλάβη και η αντιστοιχία ζημίας και οφέλους εν τω εγκλημάτι της απάτης, ΠΧ ΚΑ, 1 επ και ιδίως σελ. 9).
Η επιτροπή κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθ. ΑΠ 12808 απόφαση της 12 Ε/186/7-3-2000 συνεδρίασης του ΔΣ αυτής, μετά τη διαπίστωση ότι η ως άνω υπό του κατηγορουμένου Χ1 εκπροσωπούμενη και διοικούμενη εταιρεία παρέβη τα άρθρα 5 παρ. 5α του ΠΔ 350/85, 2 και 3 ΠΔ 360/85 και 72 παρ. 2 του Ν. 1969/91 επέβαλε σ' αυτή συνολικά πρόστιμο 20.000.000 δρχ. πρέπει, επίσης, στο σημείο τούτο ν' αναφερθεί ότι ο ως άνω κατηγορούμενος, υπό την πρεκτεθείσα ιδιότητάς του, απέστειλε στις χρηματιστηριακές αρχές την από 5-4-1999 επιστολή, με την οποία ανακοίνωσε τη λήψη απόφασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής της 4-4-1999 για νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου ύψους 4.840.000.000 δραχμών ενώ υπέβαλε στη συνέχεια και σχέδια ενημερωτικού δελτίου προς έγκριση, που όμως δεν δόθηκε, ενόψει των ελέγχων που είχαν αναληφθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την ολοκλήρωση των οποίων θα ανέμενε το ΧΑΑ, για να λάβει την σχετική απόφασή του. Η νέα αυτή αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Θεσσαλικής η οποία δεν είχε καμιά δραστηριότητα για δύο (2) έτη τουλάχιστον, αποτέλεσε την αιτία υποβολής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 και μελών του Δ.Σ της Θεσσαλικής, μηνυτήριας αναφοράς από τη συντονιστική επιτροπή των μετοχών της ανωτέρω εταιρίας για υπεξαίρεση του ποσού που φερόταν να έχει καταβληθεί για τη συμμετοχή σ' αυτήν μετοχών και τρίτων και το οποίο δεν είχε λογιστικοποιηθεί στα βιβλία της εταιρείας, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ορκωτού λογιστή ΑΑ, ο οποίος διενήργησε έλεγχο στη Θεσσαλική μετά την υπ' αριθ. 23749/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Β. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε η 7η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής που συνήλθε στην Αθήνα, στις 30-6-1997, εξουσιοδότησε ομόφωνα το ΔΣ της εταιρείας να προβεί στην αύξηση του μετοχικού της Κεφαλαίου εντός της επόμενης τετραετίας μέχρι του ποσού των 1.210.000.000 δραχμών. Το ΔΣ της εταιρείας με το από 15-1-1998 πρακτικό της έκτακτης συνεδριάσεώς του αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ανωτέρω ποσό. Οι εγγραφές των μετόχων για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, έγιναν ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς, τον οποίο η εταιρεία άνοιξε για το σκοπό αυτό. Η περίοδος των εγγραφών της αύξησης, ήταν η 1/3/1998 με λήξη την 24/8/1998. Σύμφωνα με την από 24-8-1998 βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς στο λογαριασμό ... της Θεσσαλικής για το χρονικό διάστημα από 13-4-1998 μέχρι 10-7-1998 κατατέθηκε το ποσό των 1.301.697.469 δραχμών. Το ανωτέρω ποσό συμφωνεί και με το περιεχόμενο του ανωτέρω τηρηθέντος λογαριασμού από την Τράπεζα, από την ανάλυση του οποίου προκύπτει ότι οι καταθέσεις των μετόχων για χρονικό διάστημα από 13/4 έως 8/7/1998 ανήλθαν στο ποσό των 1.301.697.469 δραχμών και οι αναλήψεις κεφαλαίου περιόδου 13-4 έως 22-7-1998 ανήλθαν σε 1.301.693.000 δραχμές, ενώ το μη αναληφθέν υπόλοιπο στις 22-7-1998 ήταν 4.469 δραχμές (βλ. 10η σελίδα έκθεσης εκτάκτου Διαχειριστικό ελέγχου της "Ανώνυμης Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Εταιρείας", σύμφωνα με την υπ' αριθ. 23748/1999 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθ. Του ορκωτού Λογιστή ΑΑ). Επομένως υπήρξε υπερκάλυψη του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 91.697.464 δραχμές. Ο λογαριασμός της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, όμως, δεν τηρήθηκε, στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας, για την παρακολούθηση όλων των κινήσεων των καταθέσεων - αναλήψεων, σε σχέση με τις ανάλογες κινήσεις του αντίστοιχου τραπεζικού λογαριασμού, που ετηρείτο από την ως άνω Τράπεζα. Έτσι από τα βιβλία της εταιρείας δεν προκύπτει αν και πως έγινε η επιστροφή του επί πλέον εισπραχθέντος ποσού της αύξησης στους δικαιούχους για τα αδιάθετα υπόλοιπα 91.697.469 δραχμών (βλ. σελ 11 της ανωτέρω έκθεσης ΑΑ). Σύμφωνα με την από 11-6-2002 ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου ορκωτού λογιστή - πραγματογνώμονα, αν και αυτός ζήτησε από τον Χ1 να του δείξει τα παραστατικά της κατάθεσης (ΕΞΤΡΕ) ο τελευταίος το αρνήθηκε και γενικά στον έλεγχο έφερνε μεγάλες δυσκολίες. Τον ρώτησε προφορικά που διέθεσε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και του απάντησε ότι το επέστρεψε στους δικαιούχους χωρίς να του επιδείξει τα αντίστοιχα παραστατικά και να του αναφέρει ονομαστικά τα άτομα, στα οποία επεστράφησαν τα επιπλέον χρήματα.
Από το ποσό των 1.210.000.000 δραχμών που εισήχθη στην εταιρία προερχόμενο από την αύξηση του μετοχικού της Κεφαλαίου διατέθηκε προς κάλυψη ανειλημμένων υποχρεώσεων της Θεσσαλικής, προς τρίτους το ποσό των 934.000.000 δραχμών, άσχετα εάν υπήρξε, όπως προαναφέρθηκε, διαφορετική τοποθέτηση των χρημάτων από αυτή που είχε δεσμευθεί η εταιρεία, το υπόλοιπο όμως ποσό ύψους 276.000.000 δραχμών, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα (από 11-6-2002) ένορκη κατάθεση του ως άνω ορκωτού λογιστή παρέμεινε στα χέρια της θυγατρικής, εταιρείας ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ, και ουσιαστικά του Χ1, ο οποίος, όπως καταθέτει ο προαναφερόμενος μάρτυρας ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα υπογραφής και ανάληψης των χρημάτων από την Τράπεζα Πειραιώς. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό ο εν λόγω κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι παρακρατήθηκε από την θυγατρική εταιρία ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ για να καλύψει τις δικές της ανάγκες και δραστηριότητες πλην όμως δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό αυτό. Στην προαναφερθείσα έκθεση του ορκωτού λογιστή ΑΑ παρατηρείται σχετικά ότι "ο έλεγχος που πραγματοποίησε είχε αντικειμενική αδυναμία να ελέγξει τις ανάγκες και δραστηριότητες της ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ" για τις οποίες έγινε δήθεν η παρακράτηση από τον Χ1 του προαναφερθέντος ποσού. Επομένως υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του Χ1για την τέλεση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση ποσού 367.697.469 δραχμών που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με την ιδιότητα του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ποσού, το οποίον αποτελείται - προέρχεται από μερικώτερα ποσά α) ύψους 91.697.469 δραχμών και β) ποσό 276.000.000 δραχμών. Το πρώτον τούτων, των 91.697.469 δραχμών προήλθεν, συγκεντρώθηκε καθ' υπέρβασιν από τους μετόχους δια την συμμετοχή των στη αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου και προκύπτει από την αφαίρεσιν από το συγκεντρωθέν ποσόν στον ειδικόν Λογαριασμόν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1301.697.469 δραχμών του ποσού του 1.210.000.000, κατά τα προρρηθέντα του διατεθέντος δια την κάλυψιν την υποχρεώσεων της "Θεσσαλικής" αδυνάτου όντος του προσδιορισμού του αριθμού των κατατεθών (περί τους 8.131 επενδυτές κατόχους 20.740.300 μετοχών) αλλά και του κατατεθέντος ποσού, υφ' ενός εκάστου τούτων. Το έτερον δε τούτων των ποσών, των 276.000.000 δραχμών είναι τμήμα του ποσού των 978.830.000 (προερχόμενου και τούτο εκ του ποσού του 1.210.000.000 δραχμών) το οποίον είχε μεταφερθεί εις λογαριασμόν της εταιρίας "ΟΙΝΟΒΟ" χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και ενώ εκ του ανωτέρω ποσού, τμήμα 702.830.000 δραχμών εχρησιμοποιήθη δια τους σκοπούς της εταιρίας "Θεσσαλική" το υπόλοιπον (των 276.000.000 δραχμών) ουδέποτε επεστράφη, ιδιοποιηθέν παρανόμως από τον κατηγορούμενο Χ1 (βλέπετε καταθέσεις από 11-6-2002 και συμπληρωματικήν από 15-6-2006 του ορκωτού λογιστή ΑΑ) κατά κατάχρησιν της ιδιότητος του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας. Όσον αφορά την εμπλοκή των λοιπών εκκαλούντων - κατηγορουμένων στην ως άνω (υπό στοιχείο ΙΙ περ. Α) εγκληματική δραστηριότητα του Χ1 και μάλιστα με τη μορφή της συναυτουργίας για τους εξ αυτών Χ3 και Χ2 και της άμεσης συνέργιας για τον Λογιστή Χ4, αυτή προκύπτει κυρίως από τα εξής: Ο Χ3 υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ της εταιρείας "Θεσσαλική" προσυπέγραψε μαζί με τον Χ1 και τον λογιστή Χ4 τους ισολογισμούς της εταιρείας των ετών 1997 και 1998, στους οποίους ψευδώς βεβαιωνόταν, ότι είχε καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δραχμών, αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δραχμών και 408.943.914 δραχμών, αντίστοιχα. Ούτος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αγνοούσε τον τρόπο, με τον οποίο διετέθη το ποσό που προήλθε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, επικαλούμενος προς απόδειξή του το γεγονός ότι απέστειλε στους συγκατηγορούμενους του Χ1 και Χ2 τα από 1-9-1998 και 2-9-1998 εξώδικα, αντίστοιχα, με τα οποία ζητούσε την ενημέρωσή του σχετικά με το ανωτέρω θέμα και τη διακίνηση του λογαριασμού από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός και καταρρίπτεται από το γεγονός ότι παραιτήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας περί τα τέλη Ιουνίου 1999, ήτοι προδήλως μετά την ενημέρωσε του γενικά σχετικά με την κατάσταση της εταιρείας και τη διακίνηση του ως άνω χρηματικού ποσού από αυτήν, κατόπιν της οποίας είχε προσυπογράψει στις 13-2-1999 και τον ψευδή ισολογισμό του έτους 1998. η κωλυσιεργία και η παραπλανητική συμπεριφορά του Χ1 δεν αρκούσαν σε καμιά περίπτωση να τον οδηγήσουν στην υπογραφή ισολογισμών και την ανάληψη τόσο σημαντικών ευθυνών έναντι του επενδυτικού κοινού και των μετόχων της Θεσσαλικής, δεδομένης και της εμπειρίας του ως δικηγόρου, εάν δεν ήταν γνώστης των πρακτικών και των μεθοδεύσεων του ανωτέρω συγκατηγορουμένου του προς εξαπάτησή τους και επιπροσθέτως δεν είχε και ο ίδιος πρόθεση εξαπατήσεώς τους.
Την εκδοχή αυτή ενισχύει προδήλως και το ότι η παραίτησή του από τη Θεσσαλική έλαβε χώρα μετά την αποστολή από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών του με αριθμό 14195/19-4-1999 εγγράφου του προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μαζί με ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο παρουσίαζε τις παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας από τη Θεσσαλική οι σημαντικότερες από τις οποίες ήταν οι εξής: 1) Δεν υλοποίησε τη χρήση κεφαλαίων σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ενημερωτικό δελτίο που εγκρίθηκε από το ΔΣ του Χρηματιστηρίου στις 30-4-1999 και ειδικότερα η μετεγκατάσταση της παραγωγικής δραστηριότητας δεν πραγματοποιήθηκε στη ..., αλλά σε μισθωθέν εργοστάσιο στα ... και το υπάρχον εργοστάσιο στη ... και επί πλέον στους υπόλοιπους προορισμούς των αντληθέντων κεφαλαίων υπήρχαν αποκλίσεις (Διάθεση ποσών Εθνική Τράπεζα, Ασφαλιστικά Ταμεία, Προμηθευτές - Προσωπικό κλπ), 2) εξαγόρασε την ΟΙΝΟΒΟ χωρίς να ενημερώσει γι' αυτό το επενδυτικό κοινό, 3) Κατέβαλε στην ΟΙΝΟΒΟ ως οικονομική ενίσχυση από το ποσό της αύξησης, κατά το Γ' τρίμηνο του 1998, ποσό 709.000.000 δραχμών, ενώ το ενημερωτικό δελτίο δεν προέβλεπε την καταβολή αυτή, 4) Με επιστολή της προς το χρηματιστήριο στις 29-1-1999 επιβεβαίωσε δημοσίευμα της εφημερίδας ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ με ημερομηνία 22-1-1999, το οποίο ανέφερε ότι κατά το 1989 η εταιρία σημείωσε οριακά κέρδη, ενώ είχε ζημία ύψους 140.000.000 δραχμών.
Ο εκκαλών Χ4 με την ιδιότητα του ως λογιστής "Θεσσαλικής" και ενώ ήταν υπόχρεος εκ του νόμου να ερευνά και να προβαίνει σε ακριβή αποτύπωση των στοιχείων της εταιρίας, ούτος α) συνέταξε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1998 προσυπογράφοντας τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι παρά την ανωτέρω ιδιότητά του και την κατά νόμο υποχρέωσή του, αγνοούσε το ανακριβές περιεχόμενο των ισολογισμών και β) επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχει το από Μάιου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών στην "ΟΙΝΟΒΟ" από την διαχείριση των κεφαλαίων της αύξησης και επιπροσθέτως υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αύξησης 460.000.000 δρχ. για επενδύσεις.
Ο εκκαλών Χ2 υπό την ιδιότητά του ως Αντιπροέδρου του Δ.Σ της "Θεσσαλικής" παρέμεινε στην σημαντική αυτή θέση του μέχρι 24-2-2000 οπότε υπέβαλε την παραίτηση του από την εταιρεία, ήτοι κατείχε τη θέση για ολόκληρο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα η εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού, επιδιώκοντας, εκτός των άλλων, ως παλαιός μέτοχος με γνώση και εμπειρία στα εταιρικά πράγματα και το χρηματιστηριακό "περιβάλλον"να διαμορφώσει εικόνα δήθεν βιωσιμότητας και φερεγγυότητας του σχήματος που διοικούσε και διαχειριζόταν τις τύχες της εταιρείας (ΔΣ και Γενικός Διευθυντής) και να συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στην ευχερέστερη παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού. Περαιτέρω ο προβαλλόμενος από αυτόν υπερασπιστικός ισχυρισμός της μη υπογραφής των ψευδών ισολογισμών των ετών 1997 και 1998 δεν μπορεί να ευσταθήσει, διότι τούτο δεν οφείλεται στην αντίθεσή του προς το ψευδές περιεχόμενο των ισολογισμών, αλλά στο γεγονός ότι εξ του νόμου δεν απαιτείτο η υπογραφή αυτού, ως εκ της θέσης που κατείχε. ’λλωστε αυτός παραιτήθηκε πολύ αργότερα από τον έλεγχο στην εταιρεία που διέταξε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 1-7-1999, την αναστολή της διαπραγμάτευσης της μετοχής στις 2-7-1999 και την επιβολή προστίμου σε βάρος της εταιρείας στις 7-3-2000.
Αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι οι εκκαλούντες - κατηγ/νοι ενδιαφέρονταν ιδιαιτέρως για την εμφάνιση ψευδών στοιχείων στους ισολογισμούς της εταιρείας των ετών 1997 και 1998, αποκρύπτοντας την αληθινή αρνητική της θέση, διότι εγνώριζαν ότι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, η εμφάνιση επί δύο συνεχόμενα έτη αρνητικής καθαρής θέσης της εταιρείας, καθιστούσε υποχρεωτική την αναστολή διαπραγμάτευσης της μετοχής εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, γεγονός το οποίον, εάν συνέβαινεν, όπως έπρεπε θα καθιστούσε αδύνατον την εκδήλωσιν επενδυτικού ενδιαφέροντος εκ μέρους του κοινού για την μετοχή της εταιρείας "Θεσσαλική". Κατά τον τρόπο όμως αυτόν ενεργούντες και δη από την υποδομήν, την οποίαν είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με πρόθεσιν επανειλλημένης τελέσεως της πράξεως της απάτης, με την κατάρτισιν κατά τα ανωτέρω σχεδίου, με δημοσιεύσεις ψευδών ισολογισμών, με δημοσιεύσεις, στον τύπο, ανακριβών και ψευδών πληροφοριών με την αποστολήν επιστολών στο Χρηματιστηρίων Αθηνών με ψευδές παραπλανητικόν περιεχόμενον, προκύπτει αναντιρρήτως σκοπός αυτών προς πορισμόν εισοδήματος έστω και εμμέσως και σταθερή ροπή αυτών στην διάπραξιν του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείον της προσωπικότητός των. Κατά συνέπειαν πάντων των ανωτέρω φρονούμεν ότι προκύπτουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατηγορουμένων για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις και ορθώς κατέληξε στην κρίσιν αυτή και το συμβούλιο Πλη/κων Αθηνών με το εκδοθέν βούλευμα του έστω και εάν παρέλειψε να αποφανθεί για την πράξιν της απάτης όπως αυτή είχε διαμορφωθή μετά την συμπλήρωσιν την ήδη ασκηθείσης ποινικής διώξεως με την προσθήκην της επιβαρυντικής περιστάσεως "από υπαιτίους που διαπράττουν από τα κατ' επάγγελμα και συνήθεια". Παράλειψις η οποία οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην μη απαγγελίαν της δεούσης και διαμορφωθείσης, μετά τα ανωτέρω κατηγορίας και στην μη λήψη συμπληρωματικών απολογιών των κατηγορουμένων, καίτοι δεν είχεν περαιωθή η διενέργεια της ανακρίσεως. Παράλειψις όμως η οποία εκαλύφθη με τη διαταχθείσα και διενεργηθείσα συμπληρωματικής ανάκρισης, δυνάμει του υπ' αριθμ. 225/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας, συμφώνως με τις διατάξεις των άρθρων 246 παρ. 1, 250 παρ. 1β, 308, 309, 312 και 317 - 319 Κωδ. Ποιν. Δικ., κατά την οποίαν απηγγέλθη η ορθή κατηγορία προς τους κατηγορουμένους, εκτός του Χ1 κληθέντος νομίμως και μη εμφανισθέντος νομίμως και μη εμφανισθέντος προς απολογίαν, κατά του οποίου εξεδόθη το υπ' αριθ. 9/2006 ένταλμα συλλήψεως του 19ου Τακτικού Ανακριτή Πλη/κων Αθηνών. Οι εκκαλούντες ουδέν νεώτερον και σημαντικόν επικαλούνται, αρκούμενοι στην επανάληψιν των ισχυρισμών τους οι οποίοι έχουν κατά τα ανωτέρω εκτιμήθη επιτυχώς και κριθή νομίμως. Μετά τα ταύτα πρέπει οι υπό κρίσιν εφέσεις να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και αφού συμπληρωθή το προσβαλλόμενον βούλευμα να επικυρωθή συμφώνως προς το άρθρο 319 παρ. 3 Κωδ. Ποιν. Δικ.
Επειδή πρέπει να συμπληρωθή - διορθωθή τούτο μετά και τον ορθόν χαρακτηρισμόν της πράξεως της κακουργηματικής απάτης για την οποίαν κατηγορούνται και παραπέμπονται οι εκκαλούντες, αλλά και των περιστάσεων των επιβαρυντικών, την κατ' επάγγελμα του και κατά συνήθειαν τελέσεως, αυτής, για την οποίαν προκύπτουν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις, δυνάμενες να στηρίξουν κατηγορίαν δημόσια στο ακροατήριον δι' αυτήν και πρέπει να αποφανθή το Συμβούλιον τα προς τούτο, κατ' άρθρα 318 επομ. εν συδ και προς 309 παρ. 1ε - 315 Κωδ. Ποιν. Δικονομίας. Επειδή πρέπει να διορθωθεί-συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία υπερβαίνοντα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ΕURO.
Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και την 13/2/99 αντίστοιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ.
Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε ή ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ., Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ., Προμηθευτές -Πιστωτές 120.000.000 δρχ., Επενδύσεις 460.000.000 δρχ., Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ. στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΝΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙNΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.000 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.".
Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών.
Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α) είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε. παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλλημένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και την σταθερή ροπή των στη διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα του λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά τον χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από τη διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ΕURΟ, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του, να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα...". Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθ. 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού διόρθωσε και συμπλήρωσε το πρωτόδικο αυτό βούλευμα, έτσι ώστε παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι οι μεν Χ1, Χ2 και Χ3 για από κοινού απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, ο δε Χ4 για άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στην κακουργηματική απάτη των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων του, επικυρωθέντος κατά τα λοιπά του εν λόγω πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 έχει παραπεμφθεί, επιπλέον, και για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από διαχειριστή ξένης περιουσίας.
Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενη βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για τις ως άνω πράξεις που τους αποδίδονται, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτό και αιτιολογούνται: 1) οι ψευδείς παραστάσεις και οι αθέμιτες αποκρύψεις στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 προς το επενδυτικό κοινό α) δημοσιεύοντας ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1998, β) επιβεβαιώνοντας με επιστολή στο χρηματιστήριο πληροφορίες εφημερίδας τις οποίες είχαν διοχετεύσει οι ίδιοι ότι σημείωσε η εταιρία της οριακά κέρδη, ενώ είχε ζημίες και γ) αποκρύπτοντας ότι τα ποσά της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου χρησιμοποιούσαν για άλλους σκοπούς και όχι γι' αυτούς που είχαν δεσμευθεί απέναντι στο Χρηματιστήριο, ενώ μέρος του ποσού ιδιοποιήθηκε ο Χ1, 2) η παραπλάνηση 8.131 επενδυτών οι οποίοι πείστηκαν στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της εταιρίας πράγμα που δεν θα έκαναν αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση και όταν την 2-7-1999 αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ανεστάλη η διαπραγμάτευση των μετοχών, οι επενδυτές παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν μπορούσαν να διαπραγματευθούν την πώληση των χωρίς αντίκρυσμα πλέον μετοχών και έτσι υπέστησαν ζημία ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών, αφού είχαν καταβάλει 702 δραχμές για καθεμία από τις 20.740.350 μετοχές που αγόρασαν, οι οποίες πλέον κατέστησαν άνευ αξίας, 3) η από κοινού και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δράση των ανωτέρω τριών κατηγορουμένων, οι οποίοι μετά από συναπόφαση και κοινό δόλο τέλεσαν επανειλημμένα (κατ' εξακολούθηση) την ανωτέρω πράξη της απάτης και διαμόρφωσαν υποδομή με πρόθεση επανειλλημένης τέλεσης τέλεσης της εν λόγω πράξεως, καταρτίζοντας σχέδιο δράσης, δημοσιεύοντας ψευδείς ισολογισμούς, διοχετεύοντας ψευδείς πληροφορίες στον τύπο και αποστέλλοντας επιστολή με ψευδές περιεχόμενο στο χρηματιστήριο και ότι από τα ανωτέρω αποδεικνύεται σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, 4) ότι με την προαναφερθείσα συμπεριφορά τους οι ως άνω τρεις κατηγορούμενοι σκόπευαν να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την οποία εκπροσωπούσαν καθώς και οι ίδιοι υπό την ιδιότητάς τους ως Γενικός Διευθυντής, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος αντίστοιχα αυτής, παράνομο περιουσιακό όφελος μη αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των επενδυτών, την οποία και πέτυχαν κατά τα άνω, 5) οι χρόνοι τελέσεως των μερικότερων πράξεων της απάτης, οι οποίοι εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από 20-2-1998 μέχρι 30-6-1999, κατά το οποίο οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ολοκλήρωσαν την απατηλή συμπεριφορά τους με τις ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις και πέτυχαν την παραπλάνηση των επενδυτών και δεν έχει σημασία ο μεταγενέστερος χρόνος της περιουσιακής διάθεσης από μέρους των τελευταίων (δηλαδή ο χρόνος αγοράς των μετοχών), καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της ζημίας (δηλαδή η μετά την αναστολή διαπραγμάτευσης των μετοχών αδυναμία πωλήσεώς τους και απώλεια της αξίας τους, 6) η άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη του τέταρτου κατηγορουμένου Χ4, ο οποίος, ως υπεύθυνος λογιστής και καθύλην αρμόδιος να υπογράψει τους ψευδείς ισολογισμούς και να βεβαιώσει την αλήθεια του ψευδούς ενημερωτικού δελτίου, καθώς και τη δήθεν συνεπή με τις δεσμεύσεις των συγκατηγορουμένων του διάθεση των ποσών της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, προσέδωσε με την υπογραφή του κύρος και αληθοφάνεια στα ανωτέρω ψευδή έγγραφα και έτσι κατέστησε δυνατή την εξαπάτηση των παθόντων και των Αρχών, ενεργώντας προς τούτο κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 7) Η από μέρους του κατηγορουμένου Χ1 παράνομη ιδιοποίηση του ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσού των 367.697.490 δραχμών το οποίο ανήκε στους μετόχους της εταιρίας και περιήλθε στην κατοχή του υπό την ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της ανωτέρω περιουσίας των μετόχων, προσδιορίζονται δε και οι μερικότερες πράξεις της υπεξαίρεσης των επιμέρους ποσών των 91.697.490 δραχμών και των 276.000.000 δραχμών, τα οποία είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Από τις παραπάνω σαφείς παραδοχές του βουλεύματος προκύπτει ότι είναι αβάσιμες όλες οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων μεταξύ των οποίων ιδίως: 1) Του Χ1 περί του ότι: α) δεν αναφέρεται η συγκεκριμένη βλάβη που υπέστη ο κάθε επενδυτής ώστε να προσδιοριστεί η ζημία του, ούτε αναφέρονται τα ωφελούμενα πρόσωπα από την πράξη της απάτης, β) δεν αναφέρεται ο χρόνος τέλεσης της απάτης με την μορφή της αθέμιτης απόκρυψης αληθινών γεγονότων, γ) δεν αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης των επενδυτών και μεταξύ της πλάνης αυτής και της ζημίας τους, δ) δεν προσδιορίζονται οι μερικότερες πράξεις της υπεξαίρεσης ούτε αναφέρεται το αντικείμενό τους ότι είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ε) δεν αναφέρεται ποιοι είναι οι κύριοι του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος ποσού ούτε η άρνηση αυτού (αναιρεσείοντος) να το αποδώσει σ' αυτούς. 2) Του Χ2περί του ότι: α) δεν αναφέρονται τα στοιχεία της συναυτουργίας αυτού με τους συγκατηγορούμενους του στη διάπραξη της απάτης, ούτε η γνώση του περί του ψευδούς των προαναφερθέντων περιστατικών που οδηγούσαν στην παραπλάνηση των παθόντων και β) δεν αναφέρονται περιστατικά της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης, 3) Του Χ3 περί του ότι: α) δεν αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδιδόμενης σ' αυτόν απάτης και της ζημίας των παθόντων και β) δεν αναφέρονται τα στοιχεία της κατά συναυτουργίαν και κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης και 4) Του Χ4 περί του ότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξεως της άμεσης συνέργειας στην κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεις της απάτης. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1) Σχετικά με την αιτίαση του Χ1ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, επειδή μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι λήφθηκαν υπόψη, δεν αναφέρεται η από 21-12-2000 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του ορκωτού ελεγκτή - λογιστή ΒΒ, ο οποίος διορίστηκε από την Ανακρίτρια με την υπ' αριθ. 543/2000 διάταξη της, πρέπει να λεχθεί ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ανωτέρω εκθέσεως προκύπτει με βεβαιότητα ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται στοιχεία του περιεχομένου της και συγκεκριμένα τα στοιχεία που αφορούν στην πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρίας "Θεσσαλική", τα οποία στοιχεία προκύπτουν μόνο από την ανωτέρω έκθεση και έτσι δεν θεμελιώνεται η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας. 2) Ως προς τις αιτιάσεις των Χ2 και Χ3 περί ελλείψεως αιτιολογίας, επειδή δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο τα αναφερόμενα από αυτούς στις αιτήσεις αναιρέσεως έγγραφα, πρέπει να λεχθεί, ότι από τη ρητή αναφορά στο αιτιολογικό του βουλεύματος ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα της δικογραφίας, σαφώς προκύπτει ότι λήφθηκα υπόψη και τα εν λόγω έγγραφα που προσκομίστηκαν από αυτούς και αποτέλεσαν στοιχεία της δικογραφίας και το ότι στο αιτιολογικό γίνεται ρητή αναφορά μόνο σε ένα από τα επικαλούμενα έγγραφα και συγκεκριμένα στην υπ' αριθ. 23748/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν και δεν συνεκτιμήθηκαν τα υπόλοιπα έγγραφα. 3) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι ο Χ1 διοικούσε την εταιρία με αδιαφανείς διαδικασίες και ως ατομική του επιχείρηση και της παραδοχής ότι ο Χ2 ήταν συναυτουργός της απάτης, αφού τα περιστατικά που κατά τις παραδοχές του βουλεύματος συνιστούν την κατά συναυτουργία τέλεση της απάτης, δεν αφορούν στον τρόπο διοικήσεως της εταιρίας, αλλά σε σύμπραξη των κατηγορουμένων στο συγκεκριμένο τομέα δράσης τους. 4) Δεν υπάρχει ασάφεια: α) ως προς το αν συνεδρίασε ή όχι το ΔΣ της εταιρίας στο οποίο συμμετείχε ο Χ2, προκειμένου να εγκρίνει τους ψευδείς ισολογισμούς και τις ψευδείς δημοσιεύσεις και β) ως προς το χρόνο της παραίτησης του Χ2 από το ΔΣ της εταιρίας, αν δηλαδή αυτή έλαβε χώρα πριν ή μετά την επιβολή του προστίμου στην εταιρία για τις προαναφερθείσες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, αφού τόσο η συνεδρίαση ή όχι του ΔΣ της εταιρίας όσο και ο χρόνος της παραίτησης του ανωτέρω αναιρεσείοντος δεν έχουν σημασία για την τέλεση του εγκλήματος της απάτης το οποίο στηρίζεται στα προαναφερθέντα περιστατικά που είναι άσχετα με τα ανωτέρω θέματα 5) ως προς την αιτίαση του Χ4 ότι η χρησιμοποίηση του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους είχαν δεσμευθεί οι κατηγορούμενοι με βάση τις ανακοινώσεις τους, δεν συνιστά γεγονός κατά την έννοια του νόμου, ώστε να στοιχειοθετείται εξ αυτού απάτη, πρέπει να λεχθεί ότι, όπως σαφώς δέχεται το βούλευμα, η μελλοντική αυτή διαφορετική χρησιμοποίηση των ως άνω κεφαλαίων είχε προαποφασιστεί και είχε ενταχθεί στο αρχικά καταρτισθέν σχέδιο δράσης των κατηγορουμένων, για την πραγματοποίηση του οποίου προέβησαν αυτοί στις ψευδείς ανακοινώσεις. 6) Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και έτσι είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Από τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 και 375 του ΠΚ και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ , είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιον του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινήσεως που αφορά στην υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αύξηση αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περιπτ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ3 προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Συμβούλιο Εφετών δεν απάντησε με το προσβαλλόμενη βούλευμά του και απέρριψε σιωπηρώς αίτημα που υπέβαλε νομίμως με τα από 1-9-2005 και 16-10-2007 υπομνήματά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων επί της υποθέσεως. Από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς για τη διαπίστωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών τα ανωτέρω επικαλούμενα υπομνήματα, ούτε προκύπτει η με άλλο τρόπο υποβολή αιτήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Το μόνο υπόμνημα του ανωτέρω αναιρεσείοντος που υπάρχει στη δικογραφία, είναι το από 26-1-2004 (αριθ. πρωτοκ. 3824/2004) υπόμνημα, στο οποίο όμως δεν περιέχεται αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτού ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Επομένως δεν προκλήθηκε η ως άνω επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 31-12-2007, 7-1-2008, 7-1-2008 και 7-1-2008 αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για κάθε ένα αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή