Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1521 / 2013    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1521/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τιμαγένη.
Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρείας με την επωνυμία "O.W. BUNKER MALTA LTD", που εδρεύει στην ... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στον …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά (Τμήμα Ναυτικών διαφορών). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1373/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 217/2007 του Εφετείου Πειραιά (Τμήμα Ναυτικό). Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 9/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (217/2007) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Πειραιά εξέδωσε την 369/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την 5 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της 369/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 369/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1373/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία απόφαση έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η με αριθ. κατάθεσης 7795/2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης σε βάρος των: 1) "CEDAR ENTERPRISES INC", 2) "PRIMROSE VENTOURES S.A", 3) "OSPREY MARITIME INC" KAI 4) του Ν. Π., ήδη αναιρεσείοντος. Συγκεκριμένα με την αγωγή αυτή ενάγονταν οι τρεις (3) πρώτες εναγόμενες πλοιοκτήτριες εταιρείες, οι οποίες, κατά το δικόγραφο της αγωγής, είχαν την πραγματική έδρα τους στον …, επί της οδού …αρ…, για απαιτήσεις από οφειλόμενο τίμημα πώλησης καυσίμων ή λιπαντικών, τα οποία παραδόθηκαν στο πλοίο καθεμιάς. Η ίδια αξίωση για καταβολή του σχετικού τιμήματος ασκήθηκε και κατά του τετάρτου εναγομένου (αναιρεσείοντος), ως αυτοτελώς και σε ολόκληρο ευθυνόμενου, με τις πιο πάνω εταιρείες, διότι, ως κυρίαρχος εταίρος, χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα τους για ν' αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι. Το Εφετείο Πειραιώς με την 217/2007 απόφασή του δέχτηκε κατ' ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αναίρεση η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη. Ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 9/2009 απόφασή του δέχτηκε κατ' ουσίαν την αίτηση και αναίρεσε την προσβληθείσα απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την απόφασή του., με την οποία δέχτηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή. H αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 552, 553, 556, 558, 564. 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 215, 221, 226, 229, 233, 271 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής απαιτεί διαδικασία που ολοκληρώνεται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και την επίδοση αντιγράφου του δικογράφου τούτου στον εναγόμενο. Η κατάθεση συνεπάγεται τις δικονομικές συνέπειες της αγωγής (εκκρεμοδικία, αμετάβλητο της δικαιοδοσίας κλπ.). Η επίδοση δε, τα αποτελέσματα που προβλέπονται από το ουσιαστικό δίκαιο ότι επέρχονται από την έγερσή της. Η επέλευση των δικονομικών συνεπειών επέρχεται από μόνη την κατάθεση της αγωγής και άσχετα με το αν επακολουθήσει ή όχι επίδοση στον εναγόμενο. Η παράλειψη της επίδοσης ή η άκυρη επίδοση παρεμποδίζουν τη γένεση των ουσιαστικών μονάχα συνεπειών της αγωγής. Κατά συνέπεια η επίδοση, αν και αποτελεί και αυτή όρο της ολοκλήρωσης της άσκησης της αγωγής, δεν αποτελεί και απαραίτητη προϋπόθεση του υποστατού της αγωγής, ώστε έτσι πριν από την συντέλεσή της να θεωρείται η αγωγή παντελώς ανυπόστατη και να είναι ανέφικτη η δικαστική αξιολόγησή της, ως παραδεκτής ή απαράδεκτης ή νομικώς και ουσιαστικώς βάσιμης ή αβάσιμης διαδικαστικής πράξεως. Έξαλλου, όπως, σαφώς προκύπτει από το άρθρο 229 του ΚΠολΔ (το οποίο στο Κεφάλαιο Δ` του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ με το τίτλο "Εισαγωγή της αγωγής προς συζήτηση"), η επίδοση της αγωγής απαιτείται όχι μόνο για την επέλευση των ουσιαστικών εννόμων συνεπειών, αλλά και για την νόμιμη κλήτευση του εναγομένου προς συζήτησή της, αναγκαίο όρο της οποίας αποτελεί επίσης και η εγγραφή της στο πινάκιο. Από την άποψη αυτή, η παράλειψη ή η ακυρότητα της επίδοσης συνεπάγονται απαράδεκτο της κλήτευσης και περαιτέρω της συζήτησης της αγωγής μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εάν δηλαδή η παράβαση αυτή επέφερε στο διάδικο που την επικαλείται βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο. Ως βλάβη νοείται η αδυναμία ή δυσχέρεια του διαδίκου, που την επικαλείται, να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση κατά της αγωγής προβάλλοντας τους κατ' αυτής ισχυρισμούς του. Έτσι, θεωρείται ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από τη σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου ή της άσκησης του ενδίκου μέσου. Επίσης, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, από τη μη επίδοση ή μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου στο διάδικο, όταν αυτός παρέστη στη συζήτηση. Σε σχέση λοιπόν με την επέλευση ή μη των ουσιαστικών συνεπειών της αγωγής, νοείται και πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παράλειψη της επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο, ενόψει και του σκοπού της επίδοσης που έγκειται στην ενημέρωση τούτου, αναπληρώνεται (με την έννοια ότι δεν παρεμποδίζεται πλέον η πρόκληση των συνεπειών τούτων), εάν ο τελευταίος επισπεύσει αυτός τη συζήτηση ή συμμετάσχει στη συζήτηση χωρίς να εναντιωθεί ή αν η εναντίωση του απορριφθεί από το δικαστήριο λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ, οπότε τα παραπάνω ουσιαστικά αποτελέσματα της αγωγής επέρχονται αντίστοιχα από το χρόνο της επίσπευσης της συζήτησης της αγωγής από τον εναγόμενο ή της συζήτησης της αγωγής. Οι απόψεις αυτές δεν ανατρέπονται από τη διατύπωση του άρθρου 221 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "Με την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια α) εκκρεμοδικία, β) το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του δικαστηρίου, γ) την προτίμηση ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, και η επίδοση της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής". Τούτο διότι, ο νομοθέτης με τη διάταξη αυτή θέλησε, λαμβάνοντας υπόψη την περίπτωση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας της άσκησης της αγωγής, να καθορίσει τα αποτελέσματα της κάθε μιας από τις επί μέρους πράξεις της κατάθεσης και επίδοσης και όχι να εξαρτήσει τα αποτελέσματα της πρώτης και μάλιστα αναδρομικώς από τη συντέλεση της δεύτερης (βλ. Εισηγ. Έκθεση της Επιτροπής του ν.δ. 958/1971 άρθρο 224). Τούτο συνάγεται σαφώς, από τη διατύπωση και την όλη οικονομία των σχετικών με την έγερση, συζήτηση και παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής, καθώς και την εκκρεμοδικία διατάξεων. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η κατάθεση της αγωγής, η οποία μάλιστα συνδέεται αυτοτελώς, άσχετα δηλαδή με την επίδοσή της και με άλλες συνέπειες ή διαδικαστικές ενέργειες (όπως λ.χ. η υποχρέωση κατά το άρθρο 226 προσδιορισμού δικασίμου και εγγραφής στο πινάκιο, η κατά το άρθρο 220 εγγραφή στα βιβλία των διεκδικήσεων σε προθεσμία που αρχίζει από τη κατάθεση κλπ.), είναι απόλυτα συμβατή με την άμεση επέλευση των δικονομικών αποτελεσμάτων της. Αντίθετα, με την εκδοχή δηλαδή ότι η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής δημιουργεί ανυπόστατο της αγωγής, θα έπρεπε, ενόψει της φύσης και των "συνεπειών" του ανυπόστατου των διαδικαστικών πράξεων, η πραγμάτωση του οποίου δεν μπορεί κατ` ανάγκη να συντελεστεί, παρά μόνο με τον τρόπο που ορίζει ο νομοθέτης, να ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Δηλαδή, ασχέτως, με το αν ο διάδικος δικάζεται ερήμην ή αντιμωλία και στην περίπτωση έλλειψης έγκυρης επίδοσης το δικαστήριο να περιορίζεται στη διαπίστωση του ανυπόστατου και να απέχει από την εκδίκαση της υπόθεσης κι αν ακόμη ο ενδιαφερόμενος διάδικος δεν προβάλλει εναντίωση. Τούτο διότι, το ανυπόστατο δεν μπορεί να γίνει υποστατό από μόνη τη μη επίκλησή του από το διάδικο, ούτε και νοείται παραίτηση από αυτό. Η άποψη, όμως αυτή, εκτός από το πλήθος των πρακτικών και θεωρητικών ζητημάτων που μπορεί ασκόπως να προκαλέσει (όπως λ.χ. η απόκτηση της ιδιότητας του διαδίκου, η φύση της απόφασης, που τυχόν εκδόθηκε παρά την έλλειψη επίδοσης κ.α.), όχι μόνο δεν προβλέπεται ειδικά, όπως θα ήταν φυσικό, εάν ο νομοθέτης αξίωνε την επίδοση ως όρο του υποστατού της, αλλά και δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις των άρθρων 242, 271, 272 του ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κι αν δεν έχει καθόλου επιδοθεί ή δεν επιδόθηκε νόμιμα η αγωγή στον εναγόμενο, το δικαστήριο στη μεν αντιμωλία συζήτηση δικάζει την υπόθεση, στη δε ερήμην οφείλει να κηρύξει απλώς απαράδεκτη τη συζήτηση έναντι του ενάγοντα ή του εναγομένου, ανάλογα με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 271 ή 272 του ΚΠολΔ. Ενόψει όλων αυτών η μη επίδοση ή μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον διάδικο κατά του οποίου απευθύνεται δεν έχει, ως συνέπεια το ανυπόστατο αυτής (αγωγής), όταν ο τελευταίος παρέστη κατά τη συζήτηση. Περαιτέρω, η ακυρότητα που προκαλείται από την παράλειψη ή μη προσήκουσα επίδοση της αγωγής, και αποτελεί παράβαση των περί επιδόσεως διατάξεων, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, όταν παρίσταται ο εναγόμενος. Την ακυρότητα, όμως, αυτή που αφορά διαδικαστική πράξη, απαγγέλλει πάντοτε το δικαστήριο, μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης, κρίνει, ότι η παράβαση προκάλεσε βλάβη, υπό την προεκτεθείσα έννοια (αδυναμία ή δυσχέρεια του διαδίκου, που την επικαλείται, να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση κατά της αγωγής προβάλλοντας τους κατ' αυτής ισχυρισμούς του), στον προτείνοντα διάδικο (άρθρα 106 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ), που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 περ. γ' ΚΠολΔ). Έτσι, θεωρείται ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, όταν από τη σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου ή της άσκησης του ενδίκου μέσου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ. ( πρβ. Ολ ΑΠ 12/2000). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφ' όσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 της 22-12-2000 του Συμβουλίου, "για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος αντικατέστησε από 1-3-2002 τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27-9-1968 που κυρώθηκε με τον ν. 1814/1988 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους". Κατά το άρθρο 5 του, ως άνω, Κανονισμού, ορίζεται, "πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι, εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων. Κατά το άρθρο 6, του ίδιου Κανονισμού, "το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί, αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασής τους". Τέλος, κατά το άρθρο 60§1 του ίδιου Κανονισμού, "για την εφαρμογή του κανονισμού, εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο έχει την κατοικία της στον τόπο στον οποίο έχει: α)την καταστατική της έδρα ή β) την κεντρική της διοίκηση ή γ) την κύρια εγκατάστασή της". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: Α) τα πρόσωπα που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος, χωρίς να έχουν την ιθαγένεια του μέλους αυτού, υπάγονται, στο κράτος αυτό, σύμφωνα με τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται και στους ημεδαπούς, δηλαδή ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο οποίο κατοικούν. Β) για τις διαφορές από τη σύμβαση πωλήσεως εμπορευμάτων μεταξύ προσώπων - κατοίκων των χωρών που έχουν προσχωρήσει στην ανωτέρω Σύμβαση των Βρυξελλών (ήδη Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου), όπως η Ολλανδία και η Ελλάδα, ιδρύεται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εφόσον η παράδοση των εμπορευμάτων κατά τη σύμβαση έγινε ή έπρεπε να γίνει στην Ελλάδα και δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, και Γ) ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του επί εδάφους κράτους - μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος, για τις αναφερόμενες στο άρθρο 5 διαφορές, εάν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών, ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου ν' αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν απ' τη χωριστή εκδίκασή τους. και Δ) αλλοδαπή τυπικά εταιρεία, της οποίας η διοίκηση ασκείται στην Ελλάδα, όπου βρίσκεται η πραγματική έδρα της, αρμοδίως ενάγεται ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, η αρμοδιότητα και η διεθνής δικαιοδοσία των οποίων καθορίζεται με βάση τον τόπο της πραγματικής έδρας της εναγομένης εταιρεία. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον για την ίδια, από τη σύμβαση διαφορά, ενέχεται και άλλο πρόσωπο, που κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους-μέλους, εγκύρως ενάγεται στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο αποκτά και γι' αυτό διεθνή δικαιοδοσία, εφόσον πρόκειται για διαφορά που επιδέχεται ενιαία ρύθμιση και προς αποτροπή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με την έφεσή του, ισχυρίστηκε :1) ότι η βάρος του ασκηθείσα αγωγή, ήταν ανυπόστατη, λόγω έλλειψης προδικασίας, καθόσον η προς αυτόν επίδοσή της, έγινε στον …στη διεύθυνση …αρ…, στην οποία αυτός δεν είχε κατοικία ή επαγγελματική εγκατάσταση. και 2) ότι τα Ελληνικά δικαστήρια δεν είχαν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της κρινόμενης διαφοράς, καθόσον αυτός δεν είχε μόνιμη κατοικία ή επαγγελματική εγκατάσταση στην Ελλάδα αλλά ήταν μονίμως εγκατεστημένος στο Λονδίνο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά το ενδιαφέρον τους ως άνω ισχυρισμούς, μέρος της δέχτηκε τα εξής: 1) όσον αφορά τον πρώτο : "....Στην προκειμένη περίπτωση, ο νομότυπα παραστάς, κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τέταρτος των εναγομένων (ήδη αναιρεσείων), ισχυρίσθηκε ότι δεν υφίσταται νόμιμα εγερθείσα αγωγή και ότι η συζήτηση αυτής ήταν απαράδεκτη, λόγω έλλειψης προδικασίας, κατ' άρθρο 111 ΚΠολΔ, καθόσον η επίδοση αντιγράφου της έγινε στον …, στη διεύθυνση ... αριθ…, στην οποία αυτός δεν είχε κατοικία ή επαγγελματική εγκατάσταση. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, χωρίς την επίκληση δικονομικής βλάβης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως, δεν είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, νόμιμος..." . και 2) για το δεύτερο, μετά τη συνεκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων, "..Οι τρεις πρώτες εναγόμενες είχαν μεν συσταθεί κατά το νόμο της Λιβερίας, πλην, όμως, αυτές ήταν εταιρείες του ομίλου Π. και είχαν την πραγματική έδρα τους στον …, επί της οδού ... αριθ…, όπου ασκείτο η διοίκηση και διαχείριση αυτών, όπως και των λοιπών εταιρειών του ομίλου. Επίσης, αποδεικνύεται ότι, αν και, κατά το χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής, είχε ανακληθεί η Υπουργική Απόφαση σχετικά με την εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείου της διαχειρίστριας εταιρείας "ARROW CO. LTD", η πραγματική έδρα των παραπάνω εταιρειών δεν μεταβλήθηκε. Κατά συνέπεια, υφίστανται, τα συνδετικά στοιχεία για τη θεμελίωση της κατά τόπο αρμοδιότητας και εντεύθεν της διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής κατά των εναγομένων αυτών. Επομένως, εφόσον οι τρεις πρώτες εναγόμενες είχαν, όπως προαναφέρθηκε, την πραγματική έδρα τους στον …, θεμελιώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, η ειδική διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων, που καθιερώνεται απ' τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του προαναφερθέντος Κανονισμού, καθόσον αφορά τις εναγόμενες αυτές. Παραπέρα δε και ως προς τον τέταρτο των εναγομένων, και αν ακόμη αυτός είναι κάτοικος ..., όπως υποστηρίζει, ιδρύεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 του παραπάνω Κανονισμού, αφού προϋπόθεση για την ατομική ευθύνη του τετάρτου των εναγομένων για τα χρέη των τριών πρώτων των εναγομένων αποτελεί η ύπαρξη των χρεών αυτών και, επομένως, μεταξύ των σωρευομένων αξιώσεων κατά των τριών πρώτων των εναγομένων αφενός και κατά του τετάρτου των εναγομένων αφετέρου, υπάρχει τόσο στενή συνάφεια, ώστε να υπάρχει συμφέρον για κοινή εκδίκαση, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να ήταν ασυμβίβαστες, αν εκδικάζονταν χωριστά...". Με βάση αυτά, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό περί ανυποστάτου της αγωγής και ως κατ' ουσία αβάσιμο εκείνο, για την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας. Με τις κρίσεις του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, καθόσον, η μη προσήκουσα, κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα), επίδοση της αγωγής δεν συνεπάγεται το ανυπόστατο αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος, και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος του, υποστηρίζει και τα εξής: "...σε κάθε περίπτωση υπέστην δικονομική βλάβη που την πρότεινα αφού προέκυπτε από τις προτάσεις μου όπου επεκαλούμην έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών δικαστηρίων (Επειδή κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήμουν κάτοικος ... και ακόμη είμαι κάτοικος εξωτερικού) και με αυτή την παράβαση (δηλαδή με το ότι δέχθηκε το Δικαστήριο ότι είχε, ασκηθεί νόμιμα αγωγή) απορρίφθηκε η ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας και εκδικάστηκε η αγωγή στην Ελλάδα λόγω συνάφειας προς άλλες αγωγές που εκκρεμούσαν. Ενώ αν εγίνετο δεκτό ότι δεν έχει ασκηθεί νόμιμα αγωγή δεν θα υφιστάμην αυτή τη δικονομική βλάβη (ήτοι να μου απορριφθεί η ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας) η οποία προέκυπτε σαφώς από τις προτάσεις μου". Τα ως άνω, όμως, υποστηριζόμενα δεν θεμελιώνουν δικονομική βλάβη υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια. Τούτο διότι, εφόσον αυτός παραστάθηκε κατά τη συζήτηση, δεν θεωρείται ότι υπέστη δικονομική βλάβη. Ούτε, εξάλλου, από την κατ' αυτόν σημειωθείσα παράβαση, επηρεάστηκε η δυνατότητα της άμυνάς του, αφού τον ισχυρισμό του αυτό τον προέβαλε με τις προτάσεις του πρωτοδίκως και το δικαστήριο αφού τον ερεύνησε τον απέρριψε, ως κατ' ουσία αβάσιμο, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Αφού λοιπόν τα ως άνω υποστηριζόμενα, με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου λόγου δεν θεμελίωναν δικονομική βλάβη, ορθώς το δικαστήριο της ουσίας, δεν τα αξιολόγησε, από την άποψη αυτή και συνακόλουθα ορθώς δεν κήρυξε προσωρινό απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής. Επομένως ο πρώτος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει, από τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η απόρριψη του ισχυρισμού του αυτού, δεν έγινε όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, λόγω της παραδοχής ότι η αγωγή είχε ασκηθεί νομίμως (υπό την έννοια ότι η κατοικία του, όπου επιδόθηκε η αγωγή ήταν ο …), αλλά διότι συνέτρεχαν οι όροι του προαναφερόμενου Κανονισμού, σύμφωνα με τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, στα Ελληνικά Δικαστήρια, μπορεί να εναχθεί και κάτοικος άλλης χώρας της ΕΚ, όπως ο αναιρεσείων, εφόσον μετέχει έννομης σχέσης με άλλα πρόσωπα, για τα οποία υπάρχει αρμοδιότητα των Ελληνικών Δικαστηρίων, όπως και δέχτηκε, ανελέγκτως το Εφετείο για τις λοιπές συνεναγόμενες του, χωρίς οι κρίσεις του αυτές να πλήττονται με λόγο της κρινόμενης αίτησης. Μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου, που ασκήθηκε επικουρικά, υπό την προϋπόθεση παραδοχής του πρώτου, κατά το υπόλοιπο μέρος του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2011 αίτηση για αναίρεση της 369/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή