Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 221 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α..




Περίληψη:
Κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με ζημία άνω 15.000 €. Άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης κατ' επάγγελμα και κατ΄ εξακολούθηση. Απορριπτέοι κατ' ουσίαν: 1) ο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση του 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ΑΠΔ, από την αποδεικτική αξιοποίηση της ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου στην προδικασία, κατά την αστυνομική προανάκριση γιατί δεν του χορηγήθηκε αιτηθείσα 48ωρη προθεσμία, πριν απολογηθεί διότι η απόλυτη ακυρότητα η οποία δημιουργείται, σύμφωνα με τα άρθρα 102, 104 και 105 παρ.2 ΚΠΔ, από τη λήψη υπόψη και την αξιολόγηση από το δικαστικό συμβούλιο της ένορκης καταθέσεως, που λήφθηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ), από τον εξεταζόμενο ως κατηγορούμενο για την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη, δεν επέρχεται όταν ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του στη συνέχεια ενώπιον του ανακριτή, αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της καταθέσεως του αυτής, θέλοντας όπως αυτή αποτελέσει οργανικό περιεχόμενο της ανακριτικής του απολογίας και να ενσωματωθεί με αυτή (ΑΠ 1371/2007) και 2) ο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2ος και 3ος λόγος αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 221/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντινο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 378/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 216/22.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 9/2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 5/2008 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 181/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, με το οποίο παραπέμπεται να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (κακουργημάτων) για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους στους συγκατηγορουμένους του, βλάπτοντας τρίτους, του οφέλους και της αντιστοίχου ζημίας ανερχομένων σε ποσό πάνω από 15.000 Ευρώ και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Α) Η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον έχοντα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα Δικηγόρο Βόλου Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου και στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 §§1,3 Κ.Π.Δ., ενώ περιέχει και συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, την απόλυτη ακυρότητα και την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας (άρθρ. 484 §1 στοιχ. α' και δ' του Κ.Π.Δ. σε συνδ. με το άρθρ. 6 §3 της ΕΣΔΑ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστούν οι προβαλλόμενοι λόγοι, στην ουσία.
Β) Ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας (άρθρ. 171 αρ. 1 Κ.Π.Δ.) συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων, εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων ΑΑ και ΒΒ της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας ..., ζήτησε να του παρασχεθεί προθεσμία μέχρι 48 ωρών, η οποία δεν του παρασχέθηκε. Ότι έτσι αποστερήθηκε θεμελιώδους υπερασπιστικού του δικαιώματος που παράγει απόλυτη ακυρότητα της προανακριτικής του απολογίας (βλ. την έκθεση αναίρεσης).
Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το πρωτόδικο βούλευμα, αλλά και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται, η επίμαχη "έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου" συντάχθηκε στις 5-4-2007, στα πλαίσια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης που ακολούθησε την επ' αυτοφώρω σύλληψη του συγκατηγορούμενου Χ2 στις 4-4-2007.
α) Κατά το άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ. "Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο Εισαγγελέας αφού λάβει τις εκθέσεις ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 43 κ.ε.".
Κατά το άρθρ. 275 §1 Κ.Π.Δ. "Προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρ. 33 και 34 καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα να συλλάβουν το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 Κ.Π.Δ. για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα".
Κατά το άρθρ. 279 §1 Κ.Π.Δ. "ο συλλαμβανόμενος επ' αυτοφώρω ... οδηγείται χωρίς αναβολή στον αρμόδιο εισαγγελέα, το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψή του ...".
Το πρόσωπο που συλλαμβάνεται κατ' άρθρ. 275 §1 Κ.Π.Δ. δεν είναι κατηγορούμενος, με την έννοια του άρθρου 72 Κ.Π.Δ. και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "οιονεί" κατηγορούμενος ή "ύποπτος". Την ιδιότητα αυτή συναντούμε και στο άρθρο 31 §2 Κ.Π.Δ., κι' αυτό διότι εάν μετά την αυτεπάγγελτη ή έκτακτη ή αστυνομική προανάκριση που διενεργείται κατ' άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ. ή την προκαταρκτική εξέταση δεν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του συλληφθέντος, στην πρώτη περίπτωση ή του καθ' ου η μήνυση ή η αναφορά ή έγκληση, δεν θα απαγγελθεί κατηγορία και ο αρμόδιος εισαγγελέας θα θέσει την δικογραφία στο αρχείο (άρθρ. 43 §2) και θα ανακοινώσει στον εισαγγελέα εφετών το λόγο για τον οποίο ενέργησε έτσι ή, αν υπάρχει έγκληση, θα εκδώσει αιτιολογημένη διάταξη με την οποία θα την απορρίψει (άρθρ. 47 §§1,2 Κ.Π.Δ.) και αντίγραφό της θα επιδώσει στον εγκαλούντα.
Η απαίτηση του "οιονεί κατηγορούμενου" όπως λάβει προθεσμία 48 ωρών, στην περίπτωση που η αστυνομική προανάκριση διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ., είναι ασύμβατη με τη διάταξη του άρθρ. 279 §1 Κ.Π.Δ. που απαιτεί την προσαγωγή του συλληφθέντα στον αρμόδιο εισαγγελέα μέσα σε 24 ώρες.
β) Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από την αποδεικτική αξιολόγηση της ένορκης ή ανωμοτί κατάθεσης του κατηγορουμένου κατά την προδικασία, αν ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του ενώπιον του ανακριτή αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενό της (Α.Π. 1371/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Βόλου, στις 5-4-2007 και στις 7-4-2007, με παρουσία συνηγόρων αναφέρθηκε και πάλι στο περιεχόμενο της από 5-4-2007 προανακριτικής του "απολογίας" στην Υ.Α. ... (βλ. απολογία του ενώπιον του Ανακριτή).
γ) Οι διατάξεις του άρθρ. 6 §3 της ΕΣΔΑ και του άρθρ. 14 εδ. α' και ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφορούν κατηγορούμενο, δηλαδή πρόσωπο που έχει αποκτήσει την ιδιότητα αυτή κατά τα άρθρα 72 και 73 Κ.Π.Δ. και όχι "ύποπτο" ή "οιονεί κατηγορούμενο". Ειδικώς το δικαίωμα "μη αυτοενοχοποίησης" του αναιρεσείοντα προστατεύθηκε με τον καλύτερο τρόπο στην προκειμένη περίπτωση, αφού εξετάσθηκε "ως κατηγορούμενος" οπότε είχε το δικαίωμα σιωπής και όχι ενόρκως, ως μάρτυρας, ή ανωμοτί, ως ύποπτος. Είναι συνεπώς αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας.
Γ) Αναφορικά με το δεύτερο προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και ειδικότερα α) την έλλειψη αιτιολογίας του δόλου του αναιρεσείοντα ως άμεσου συνεργού στις πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης και κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Χ2 και β) την έλλειψη αιτιολόγησης του στοιχείου της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων του κατηγορουμένου. Τόσο το δευτεροβάθμιο συμβούλιο, όσο και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, στις σκέψεις του οποίου γίνεται ευθέως και ρητώς παραπομπή με το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχονται, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση τους, ότι ο αναιρεσείων όχι μόνο προμήθευσε τον συγκατηγορούμενό του με σειρά πλαστών εγγράφων, αλλά ήταν και αυτός που συμβούλευσε τον συγκατηγορούμενό του αυτουργό και του υπέδειξε τον τρόπο πώς να μπορέσει να παραπλανήσει άλλους για να πάρει τα επίμαχα δάνεια (βλ. σελ 11 και 12 του προσβαλλομένου βουλεύματος). Η παραδοχή αυτή υπερκαλύπτει την αιτιολόγηση της απλής γνώσης ότι παρέχει συνδρομή κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης.
Τέλος για τη στήριξη της κρίσης περί "κατ' επάγγελμα" τέλεσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με παραπομπή και στο πρωτόδικο βούλευμα διαλαμβάνει τ' ακόλουθα: "Εξάλλου από την επανειλημμένη και επίμονη τέλεση των εν λόγω πράξεων προκύπτει σαφώς ο σκοπός του κατηγορουμένου Χ2, όσον αφορά δε στον κατηγορούμενο Χ1 ναι μεν δεν προέκυψε επαρκώς ότι θα ελάμβανε κάποιο συγκεκριμένο ποσό, πλην όμως από την επανειλημμένη τέλεση πλαστογραφιών συνοδευόμενων από χρήση των πλαστών εγγράφων, την προθυμία και ετοιμότητά του προς τέλεση αυτών, χαρακτηριστικό παράδειγμα της οποίας είναι η ευκολία με την οποία χορήγησε την από 2-4-2007 έγγραφη βεβαίωση και την από 31-3-2007 πληρωμής μισθού αμέσως μόλις χρειάστηκε αυτές ο κατηγορούμενος Χ2, αλλά και την εκμετάλλευση της επαγγελματικής του ιδιότητας και της σχετικής υποδομής του λογιστικού γραφείου που διατηρούσε προς τέλεση της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, με παροχή μάλιστα και σχετικών συμβουλών σε πελάτες, όπως εν προκειμένω, προκύπτει όχι μόνο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του".
(βλ. φύλλο 15 σελ. α του πρωτοδίκου βουλεύματος και σελ. 13 και 17 του προσβαλλομένου βουλεύματος).
Τα παραπάνω συνιστούν την απαιτούμενη από το άρθρ. 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως εκ τούτου ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο δεύτερος από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης από το άρθρ. 484 §1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 9/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 5-6-2009 Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 102 και 104 του ΚΠοινΔ, ο κατηγορούμενος, τόσο στην κύρια ανάκριση, όσο και στην προανάκριση, έχει το δικαίωμα να ζητήσει προθεσμία έως 48 ωρών, πριν από την παρέλευση της οποίας δεν έχει υποχρέωση να απολογηθεί. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος. Όμως, η απόλυτη ακυρότητα η οποία δημιουργείται, σύμφωνα με τα άρθρα 102, 104 και 105 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τη λήψη υπόψη και την αξιολόγηση από το δικαστικό συμβούλιο της απολογίας, που λήφθηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρ. 243 παρ. 2 ΚΠοινΔ), από τον εξεταζόμενο ως μάρτυρα ύποπτο και στη συνέχεια από τον κατηγορούμενο για την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη, δεν επέρχεται όταν ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του στη συνέχεια ενώπιον του ανακριτή, αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της καταθέσεώς του αυτής, θέλοντας να αποτελέσει οργανικό περιεχόμενο της ανακριτικής του απολογίας και να ενσωματωθεί με αυτή. Είναι δε επιτρεπτή η αναφορά αυτή από τον κατηγορούμενο, στην ένορκη ή ανώμοτη κατάθεσή του, ως μάρτυρα και ως υπόπτου εξετασθέντος ή και ως κατηγορουμένου, σε τέτοια προανάκριση, δεδομένου ότι η απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη και της καταθέσεως αυτής δεν επέρχεται ευθέως, αφού ο νόμος (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ) δεν απαγγέλλει ακυρότητα, αλλά σε σχέση με τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα να ζητήσει 48ωρη αναβολή ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Ολ.Α.Π. 2/1999). Στην περίπτωση αυτή νομίμως λαμβάνεται υπόψη και αξιολογείται η κατάθεση αυτή ως αποδεικτικό μέσο και στην προδικαστική διαδικασία, αφού η παράλειψη ή ο αποκλεισμός από το δικαστικό συμβούλιο της καταθέσεως αυτής θα επέφερε έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος, το οποίο στην περίπτωση αυτή δεν θα λάμβανε υπόψη μέρος της απολογίας του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, για να καταλήξει με το προσβαλλόμενο βούλευμα στην παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την από 5-4-2007 έκθεση εξετάσεώς του ως κατηγορουμένου, ενώπιον των προανακριτικών αστυνομικών υπαλλήλων της Υποδ/νσεως Ασφαλείας ..., ΑΑ και ΒΒ, δοθείσα, κατά παράβαση του άρθρου 102 ΚΠοινΔ, χωρίς την παροχή της αιτηθείσας 48ωρης προθεσμίας προς απολογία, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανακρίσεως, κατά την οποία είχε καταστεί κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διαπιστώσει την ύπαρξη και τη βασιμότητα ή μη λόγου αναιρέσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Αντίθετα, κατά την επιακολουθήσασα κυρία ανάκριση ο κατηγορούμενος, στις από 7-4-2007 και από 30-11-2007 απολογίες του ενώπιον του Ανακριτή Βόλου, που έδωσε για την διωκόμενη αξιόποινη πράξη, με την παρουσία νομικού συμπαραστάτη, αναφέρθηκε ρητά και στο περιεχόμενο της παραπάνω προανακριτικής απολογίας του στην Υποδ/νση Ασφαλείας ..., ενώ κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστικού Συμβουλίου, δεν πρότεινε την ακυρότητα της άνω προανακριτικής του απολογίας.
Άλλωστε η επανάληψη της ως άνω άκυρης προανακριτικής απολογίας (άρθρο 176 παρ. 2 ΚΠοινΔ), μετά την επακολουθήσασα κυρία ανάκριση, δεν είναι δυνατή και η ως άνω αναφορά του κατηγορουμένου κατά των απολογία του στον Ανακριτή στην ακύρως δοθείσα προανακριτική απολογία του, θεωρείται ότι εγκυροποίησε την τελευταία (ΑΠ 645/2004).
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ και το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 εδ.α, ζ του ΔΣ/ΑΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, απαιτείται πλέον, κατά την παράγραφο 3 α, β του άρθρου 216 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ή διάπραξη πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Ειδικά για το δόλο, που, ως υποκειμενικό στοιχείο, ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ.1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως σκοπό οφέλους, στα λεγόμενα εγκλήματα υπερχειλούς υποστάσεως, όπως είναι το παραπάνω έγκλημα της πλαστογραφίας, στο οποίο δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα και στην οποία αναφέρονται κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2), ήτοι:
"Το καλοκαίρι του 2006 ο εκκαλών (εννοείται ο αναιρεσείων) Χ1, ο οποίος διατηρούσε λογιστικό γραφείο στη ... "έδωσε μία συμβουλή" στον πελάτη του και συγκατηγορούμενό του Χ2, σχετικώς με τον τρόπο που θα μπορούσε να λάβει τραπεζικό καταναλωτικό δάνειο σημαντικού ποσού. Και η "συμβουλή" αυτή ήταν αναγκαία διότι τα εισοδήματα του συγκατηγορουμένου του εκκαλούντος ήταν πολύ χαμηλά και δεν θα ενεκρίνετο δάνειο μεγάλου ποσού. Έτσι τον συμβούλεψε να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φόρου εισοδήματος στην Εφορία με την οποία να εμφανίζει αυξημένα εισοδήματα προερχόμενα δήθεν από μισθωτές υπηρεσίες. Ο εκκαλών πρότεινε στον συγκατηγορούμενό του να του χορηγήσει και βεβαίωση από την οποία θα προέκυπτε η απασχόληση του σε κατονομαζόμενο συγκεκριμένο εργοδότη. Το ύψος δε των μηνιαίων αποδοχών του θα προέκυπτε επακριβώς από την ίδια βεβαίωση. Έτσι προσκομίζοντας ο Χ2 αυτή τη βεβαίωση μαζί με το εκκαθαριστικό της Εφορίας στην αρμόδια Τράπεζα απ' την οποία θα ζητούσε το δάνειο θα επαληθεύονταν τα δηλωθέντα εισοδήματα και με τον τρόπο αυτό θα προκαλούνταν παραπλάνηση των υπαλλήλων της και θα εγκρίνονταν η χορήγηση του δανείου, αφού θα στηρίζονταν οι υπάλληλοι της Τράπεζας σε ψευδή δεδομένα και στοιχεία περί των αποδοχών του αιτούντος το δάνειο συγκατηγορουμένου του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Τελικά ο Χ2 δέχθηκε την πρόταση αυτή του εκκαλούντος. Έτσι στη συνέχεια υπέβαλε στην Α' ΔΟΥ ... συμπληρωματική δήλωση φόρου εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2006, δηλώνοντας εισόδημα - για το έτος 2005 - 16.639,90 ευρώ με πηγή εισοδήματος τις μισθωτές υπηρεσίες και 938,24 ευρώ με φερόμενη πηγή εισοδήματος "εμπορικές επιχειρήσεις". Κατόπιν αυτών έλαβε και το σχετικό ανάλογο εκκαθαριστικό σημείωμα της ως άνω ΔΟΥ. Ο εκκαλών είχε πελάτη του λογιστικού του γραφείου τον ΑΑ, ο οποίος δραστηριοποιούνταν παλαιότερα στο ... με αντικείμενο το γενικό εμπόριο, αλλά στη συνέχεια η επιχείρηση του είχε μετεγκαταοταθεί. Ο εκκαλών λογιστής, λόγω της σχέσεως του αυτής με τον πελάτη του ΑΑ είχε στην κατοχή του στο γραφείο του όλα τα στοιχεία του και την σφραγίδα του. Αξιοποιώντας αυτά ο εκκαλών συνέταξε και χορήγησε στον συγκατηγορούμενό του Χ2 βεβαίωση αποδοχών με ημερομηνία 12-7-2006 με την οποία ο ως άνω επιχειρηματίας ΑΑ με την ιδιότητα του εργοδότη φερόταν να βεβαιώνει ότι ο Χ2 εργαζόταν στην επιχείρηση του από την 1-1-2005 ως περιοδεύων πωλητής - αντιπρόσωπος με καθαρές αποδοχές 1.188,56 ευρώ μηνιαίως. Έθεσε δε ο εκκαλών κατηγορούμενος χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα και χωρίς την έγκριση του ως άνω ΑΑ κατά απομίμηση την υπογραφή αυτού στην εν λόγω βεβαίωση και επ' αυτής την σφραγίδα επίσης του ΑΑ την οποία κατείχε. Το ότι ο ΑΑ όχι μόνον δεν συναίνεσε ούτε ενέκρινε την θέση της υπογραφής του και της σφραγίδα του στην ως άνω βεβαίωση η οποία συνεπώς είναι πλαστή καταρτισθείσα ως τέτοια από τον εκκαλούντα αλλά επί πλέον και ούτε καν είχε γνώση περί όλων αυτών προκύπτει ευθέως από την από 25-5-2007 ένορκη κατάθεση του. Σε αυτήν ο ΑΑ τόνισε ότι σε όλα τα έγγραφα της παρούσης υποθέσεως που αφορούν στους δύο κατηγορουμένους Χ2 και εκκαλούντα Χ1, παραπεμπόμενους γιαυτήν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας με το εκκαλούμενο Βούλευμα, η τεθείσα υπογραφή ως δήθεν προερχομένη απ' αυτόν δεν είναι δική του, και συνεπώς αυτά είναι πλαστά, αφού όπως ειδικότερα διευκρίνισε στην ίδια κατάθεση πέραν της απολύτου αγνοίας του ιδίου περί αυτών, ο εκκαλών λογιστής του σε αυτή την υπόθεση ενήργησε απολύτως έξω από το πλαίσιο εντολής που του είχε δώσει κατά τη συνεργασία τους. Τα παραπάνω γεγονότα επιβεβαιώνονται ως αληθή και από την από 4-4-2007 απολογία του κατηγορουμένου Χ2 στην οποία αυτός αφού ομολόγησε την σε βάρος του κατηγορία για την οποία και παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα, παραδέχθηκε και την παράνομη συμπεριφορά του εκκαλούντος συγκατηγορουμένου του για να τον βοηθήσει άμεσα στην τέλεση των εγκλημάτων που διέπραξε. 'Ετσι στην απολογία του αυτή τόνισε ότι επειδή σκόπευε να πάρει ένα καταναλωτικό δάνειο, τέτοιου ύψους που δεν του επέτρεπε η οικονομική του κατάσταση και θα απορριπτόταν γιαυτό το λόγο η σχετική αίτηση του από οποιαδήποτε Τράπεζα το ζητούσε, θέλοντας γι' ατό το λόγο να εμφανίσει ψευδώς ότι είχε δήθεν σημαντικά μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από όση υφίστατο με βάση το πραγματικό του εισόδημα, δέχθηκε τη συμβουλή του εκκαλούντος και τότε λογιστή του με την τέλεση των εγκλημάτων που περιγράφονται στην παρούσα πρόταση και στο εκκαλούμενο Βούλευμα <<"να ανεβάσει" στην εφορία το εισόδημα του>> για να μπορέσει έτσι με επίκληση ψευδών στοιχείων να πάρει δάνειο ύψους που δεν εδικαιούτο από το πραγματικό εισόδημα του. Στο πλαίσιο αυτού του παράνομου σχεδίου τέλεσε ο εκκαλών κατηγορούμενος τα εγκλήματα για τα οποία ορθά παραπέμπεται στο αρμόδιο Δικαστήριο από το εκκαλούμενο Βούλευμα (βλ. αναλυτική παράθεση γεγονότων που επιβεβαιώνονται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας στην ως άνω από 4-4-2007 απολογία του κατηγορουμένου Χ2). Ενόψει όλων αυτών οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος κατηγορουμένου στις απολογίες του και στην υπό κρίση έφεση του καταρρίπτονται ως ουσιαστικά βάσιμοι. Σε υλοποίηση του παρανόμου αυτού σχεδίου με σκοπό την παράνομη λήψη δανείου από τον 1° κατηγορούμενο (κατά τη σειρά στο εκκαλούμενο Βούλευμα) Χ2 με εξαπάτηση των υπαλλήλων αρχικά της αρμοδίας ΔΟΥ και μετέπειτα των υπαλλήλων των Τραπεζών από τις οποίες αυτός θα ζητούσε το δάνειο, κάνοντας προς παραπλάνηση των παραπάνω υπαλλήλων διαδοχικά χρήση των πλαστών εγγράφων τα οποία εν γνώσει όλων αυτών και για υλοποίηση του αυτού στόχου είχε καταρτίσει ως πλαστά εξ υπαρχής ο εκκαλών και 2ος κατηγορούμενος (κατά σειρά στο εκκαλούμενο Βούλευμα) Χ1 ο τελευταίος προέβη και στις εξής πράξεις, σε διαρκή συνεργασία με τον παραπάνω συγκατηγορούμενό του, όπως αυτές και τα περαιτέρω περιγραφόμενα γεγονότα συνάγονται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και που έγιναν ορθώς δεκτές από το εκκαλούμενο Βούλευμα και την σύμφωνη με αυτό Εισαγγελική πρόταση. Οι πράξεις αυτές από τον εκκαλούντα έγιναν με σχεδιασμό επανειλημμένα με οργάνωση και υποδομή που είχε σχεδιάσει στο λογιστικό του γραφείο χάριν παράνομου βιοπορισμού του από προφανή προμήθεια που του έδινε ο συγκατηγορούμενός του, για την βοήθεια του, ρέποντας μάλιστα προς τις πράξεις αυτές ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Στις 16-8-2006 ο Χ2, μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας με την επωνυμία "Εurobank" που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... της ... και υπέβαλε αίτηση για χορήγηση ανοικτού καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ, καθώς και πιστωτικών καρτών Visa, Μastercard και Εuroline προσκομίζοντας μεταξύ των δικαιολογητικών που του ζητήθηκαν για την έγκριση του αιτηθέντος δανείου: ι) το ως άνω εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2006 της Α' Δ.Ο.Υ. ..., όπου εμφανιζόταν να έχει δήθεν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 16.639,90 ευρώ, γεγονός ψευδές καθώς ουδέποτε είχε αποκτήσει τέτοιο εισόδημα εντός του έτους 2005 και ιι)την προαναφερόμενη από 12-7-2006 πλαστή βεβαίωση εργοδοσίας του ΑΑ. Ακολούθως, στις 22-9-2006 μετέβη στο υποκατάστημα της ιδίας ως άνω Τράπεζας στο ... (ΟΡΕΝ 24) όπου υπέβαλε αίτηση χορήγησης προσωπικού δανείου ποσού 10.000 ευρώ προσκομίζοντας μεταξύ των σχετικών δικαιολογητικών που του ζητήθηκαν το ίδιο εκκαθαριστικό και την ίδια ως άνω βεβαίωση εργοδοσίας. Στις δε 14-12-2006, μετέβη εκ νέου στο υποκατάστημα της ανωτέρω Τράπεζας που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... της ... και υπέβαλε νέα αίτηση για χορήγηση καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ, προσκομίζοντας και πάλι μεταξύ των δικαιολογητικών το προαναφερόμενο εκκαθαριστικό της Α' Δ.Ο.Υ. ... και την προμνησθείσα πλαστή βεβαίωση. Ωστόσο, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η προσπάθεια του να πείσει-εξαπατήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας και να λάβει ως δάνειο τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά δεν απέδωσε διότι, κατόπιν των ελέγχων που διενεργούσαν κάθε φορά οι ως άνω υπάλληλοι, διαπιστωνόταν ότι η προαναφερόμενη βεβαίωση δεν είχε εκδοθεί από τον ΑΑ και ως εκ τούτου ήταν πλαστή. Παρόλα αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος εξακολούθησε την εν λόγω δραστηριότητα του και σε μη διακριβωθείσα επακριβώς χρονολογία αλλά πάντως εντός του μηνός Μαρτίου του έτους 2007, κατόπιν αιτήσεως του στο τηλεφωνικό κέντρο ... της Εθνικής Τράπεζας πέτυχε την προέγκριση επ' ονόματι του δανείου ποσού 20.000 ευρώ. Ακολούθως στις 28-3-2007 μετέβη στο υποκατάστημα που διατηρεί η ως άνω Τράπεζα στη ... επί της συμβολής των οδών ... και ... και, προκειμένου να εκταμιευθεί το εν λόγω δάνειο, προσκόμισε μεταξύ των λοιπών απαιτούμενων δικαιολογητικών: α) το προαναφερόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2006 από το οποίο προέκυπτε ότι είχε εισόδημα 16.639,90 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 938,24 ευρώ από εμπορικές επιχειρηθείς, β) την από 13-12-2006 έγγραφη βεβαίωση του επιχειρηματία ΑΑ, με αντικείμενο επιχείρησης "γενικό εμπόριο - αντιπροσωπείες - εισαγωγές - εξαγωγές" με σφραγίδα και την υπογραφή του, δια της οποίας φερόταν να βεβαιώνει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργαζόταν στην επιχείρηση του από την 1-1-2005 με την ειδικότητα του περιοδεύοντος πωλητή -αντιπροσώπου και αμειβόταν με καθαρές αποδοχές 1.186,56 ευρώ μηνιαίως και γ) την από 31-1-2007 απόδειξη πληρωμής μισθού του ιδίου ως άνω επιχειρηματία όπου επίσης υπήρχε η υπογραφή και σφραγίδα του, φερόταν δε σε αυτή να έχει λάβει ο ως άνω κατηγορούμενος ως αμοιβή του για την χρονική περίοδο 1-1-2007 έως 31-1-2007 το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό (1.186,56 ευρώ). Τόσο η από 13-12-2006 βεβαίωση όσο και η από 31-1-2007 απόδειξη ήταν ομοίως πλαστές, καθώς είχαν καταρτισθεί από τον δεύτερο κατηγορούμενο με τον ίδιο τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω (υπογραφή και θέση της σφραγίδας του ΑΑ) και στη συνέχεια χορηγήθηκαν από αυτόν στον ως άνω συγκατηγορούμενό του. Ο ακριβής χρόνος σύνταξης και χορήγησης των εν λόγω πλαστών εγγράφων δεν διακριβώθηκε κατά την ανάκριση, αλλά πάντως οπωσδήποτε εντοπίζεται κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2006 έως την 28-3-2007. Μετά από την υποβολή των παραπάνω εγγράφων και δοθέντος ότι από τον σχετικό έλεγχο που διενήργησαν οι υπάλληλοι της εν λόγω Τράπεζας, προέκυψε ότι οι αριθμοί τηλεφώνου του φερόμενου ως εργοδότη ΑΑ, που αναγράφονταν στις προαναφερόμενες βεβαιώσεις (... και ...) δεν απαντούσαν σε σχετικές τηλεφωνικές κλήσεις, μάλιστα δε ο πρώτος από τους εν λόγω αριθμούς ανήκε, όπως διαπιστώθηκε, σε άλλο πρόσωπο, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το εισόδημα που δήλωσε ο Χ2 ως προερχόμενο από εμπορικές επιχειρήσεις ήταν ιδιαίτερα χαμηλό προκάλεσαν υποψίες στο Διευθυντή της Τράπεζας, ο οποίος ζήτησε να προσκομιστούν από αυτόν πρόσθετα δικαιολογητικά για την εκταμίευση του δανείου. Πράγματι, στις 2-4-2007 ο πρώτος κατηγορούμενος, μετέβη και πάλι στο ως άνω κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας προσκομίζοντας: α) την από 2-4-2007 έγγραφη βεβαίωση εργοδοσίας του ΑΑ και β) την από 31-3-2007 απόδειξη πληρωμής μισθού του ιδίου εργοδότη. Το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων ήταν παρόμοιο με εκείνα που είχαν προσκομιστεί στις 28-3-2007, αμφότερες δε ήταν πλαστές, είχαν δε καταρτισθεί και χορηγηθεί σε αυτόν από τον δεύτερο κατηγορούμενο - εκκαλούντα με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω κατά το χρονικό διάστημα από 28-3-2007 έως 2-4-2007. Η πλαστότητα, των ανωτέρω εγγράφων διαπιστώθηκε εγκαίρως από τους υπαλλήλους της εν λόγω Τράπεζας, με αποτέλεσμα στις 4-4-2007, όταν δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου σε αυτή προς εκταμίευση του ποσού του δανείου, να συλληφθεί από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας ..., που είχαν ειδοποιηθεί σχετικά. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ως προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1 την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εξής εγκλημάτων ως προς τα οποία από τα προεκτεθέντα σαφώς προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι αυτός τα τέλεσε: α) της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα της οποία το συνολικό όφελος θα υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό προσπορισμού παρανόμου οφέλους το συνολικό ποσό του οποίου θα υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ που συρρέουν αληθινά και που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 386 παρ/φοι 3 περ. α, 1, 216 παρ/φοι 3 περ. β-α, 1,13 γ', στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 περ. β', 42 παρ. 1, 94, 98 ΠΚ. Αφού λοιπόν και το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο στις νομικές και πραγματικές σκέψεις του οποίου και εμείς κατά τα λοιπά αναφερόμαστε με το προσβαλλόμενο βούλευμα του τα ίδια δέχθηκε πραγματικά περιστατικά σε τίποτε δεν έσφαλε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και στη συνέχεια αποφάνθηκε για την παραπομπή του εκκαλούντος και του ως άνω συγκατηγορουμένου του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας. Επειδή μετά τα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτουν, ως ελέχθη, επαρκείς ενδείξεις ικανές για στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου και του ως άνω συγκατηγορουμένου του για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται σ' αυτούς. Ως εκ τούτου πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, για να δικαστεί ως υπαίτιος, α) της πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας (με τη μορφή της εξυπαρχής καταρτίσεως) μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον, στον συμπαραπεμπόμενο και συγκατηγορούμενό του Χ2, όφελος, με αντίστοιχη ζημία Τραπεζών, ποσού υπερβαίνοντος τις 15.000 ευρώ και β) για άμεση συνδρομή στον παραπάνω συγκατηγορούμενό του, σε απόπειρα απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος υπερβαίνον τις 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, στ', 14, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,2, 42, 46 παρ.1β, 94 παρ.1, 98, 216 παρ. 1, 2, 3 α-β και 386 παρ.1, 3 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας βεβαιώσεων αποδοχών και αποδείξεως καταβολής μισθού, μετά χρήσεως και της άμεσης συνέργειας, δια της παραδόσεως των άνω πλαστών εγγράφων, σε απόπειρα απάτης του άνω συγκατηγορουμένου του, κατά τραπεζών, προκειμένου ο τελευταίος να επιτύχει χορήγηση καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, για την εκταμίευση ποσού 20.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος αυτού και αντίστοιχη ζημία των τραπεζών, ποσού υπερβαίνοντος τις 15.000 ευρώ και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του άνω συγκατηγορουμέ-νου του, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον τους κατηγορία, για τις παραπάνω δύο πράξεις αυτές. Σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι: α) αιτιολογεί πλήρως και επαρκώς το δόλο του αναιρεσείοντος λογιστή στις πλαστογραφίες και δη το σκοπό του κατηγορουμένου να προσπορίσει στο συγκατηγορούμενό του περιουσιακό όφελος, άνω των 15.000 ευρώ, βλάπτοντας τις τράπεζες και το δόλο αυτού ως αμέσου συνεργού σε σειρά από απόπειρες απάτης του συγκατηγορουμένου του Χ2, σε βάρος τραπεζών, με την πρόταση ολόκληρου σχεδίου και παροχή σε αυτόν συμβουλών και παράδοση σειράς πλαστογραφημένων από αυτόν εγγράφων μισθοδοσίας, με κέρδος του ιδίου προμήθεια, με σκοπό την παραπλάνηση των υπαλλήλων των τραπεζών, ώστε με τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων δικαιολογητικών, περί δήθεν μεγάλου εισοδήματος μισθοδοσίας του τελευταίου, να χορηγήσουν οι τράπεζες τα αιτηθέντα καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, με πολλαπλές αιτήσεις δανείων, που αφορούσαν σε μεγάλα ποσά, που επεδίωκαν, άνω των 15.000 ευρώ, σε γνώση του κατηγορουμένου λογιστή, ότι βάσει του πραγματικού του εισοδήματος δεν εδικαιούτο ο Χ2 τέτοια δάνεια, β) αιτιολογεί επαρκώς την κατ'επάγγελμα τέλεση των άνω εγκλημάτων, με το σχεδιασμό, την παροχή συμβουλών και την επανειλημμένη τέλεση των άνω πλαστογραφιών, με οργάνωση και υποδομή που είχε σχεδιάσει στο λογιστικό του γραφείο, χάριν παρανόμου βιοπορισμού του από προμήθεια που του έδινε ο δανειολήπτης συγκατηγορούμενός του, για τη βοήθειά του, να εισπράξει καταναλωτικά δάνεια από διάφορες τράπεζες ποσών, άνω των 15.000 ευρώ, ρέποντας μάλιστα προς τις πράξεις αυτές, με σκοπό πορισμού παρανόμου εισοδήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσία και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθμό εκθ. 9/13-2-2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του με αριθμό 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή