Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1442 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπεξαγωγή εγγράφων, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα (258 ΠΚ). Στοιχεία αδικήματος Υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο (242 παρ.2 ΠΚ). Πραγματική συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων. Κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία. Λαμβάνεται υπόψη του σύνολο της αξίας του αντικειμένου, ανεξάρτητα αν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση αδίκημα. Πρόκειται για μία πράξη (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Επιεικέστερες οι διατάξεις του ν. 2721/99. Έγκλημα κατ' εξακολούθηση. Αιτιολογία. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογία και νόμιμης βάσης. Δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, (άρθρο 358 ΚΠΔ). Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1442/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου - Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της 54-55/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 461/2009.

Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της § 1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ. (προ της αντικαταστάσεως της περ. γ' με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999), ''υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α') με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β') αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ') με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα''. Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει και την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 ΠΚ υπεξαιρέσεως, απαιτείται. α) ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένων (ολικά ή μερικά) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια θεωρούνται εκείνα που βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται από το αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. στ ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορο αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να ήταν κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η διάταξη της περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του ν. 2721/1999 και ορίσθηκε ότι ο υπάλληλος τιμωρείται ''με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν α) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία (συνολικά) μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.)''. Η αναφερόμενη νέα ρύθμιση, κατά το πρώτο μέρος της, είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης, αφού ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως προϋποθέτει, εκτός από τα ιδιαίτερα τεχνάσματα (που αξίωνε και η προηγούμενη) και ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ) του αντικειμένου της (πρόσθετα δηλαδή στοιχεία), ενώ κατά τα δεύτερο μέρος της, είναι δυσμενέστερη, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως, αρκείται σε ορισμένη, ιδιαίτερα μεγάλη αξία (συνολικά μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ) του αντικειμένου της, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων τεχνασμάτων.
Συνεπώς, πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του ν. 2721/ 1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 258 περίπτ. γ` ΠΚ, νοούνται ενέργειες του δράστη για την επίτευξη ή τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης. Δεν σποκλείεται τα ιδιαίτερα τεχνάσματα να συνιστούν ιδιαίτερο και αυτοτελές έγκλημα. Αυτό θα συμβεί, οσάκις το δεύτερο έγκλημα προσβάλλει άλλο έννομο αγαθό, κάθε δε ένα έγκλημα διαχωρίζεται εννοιολογικώς και η αντικειμενική του υπόσταση δεν καλύπτεται από το άλλο, το οποίο διαφοροποείται, αφού η απαξία του δεν ταυτίζεται προς το συγχρόνως τελούμενο έγκλημα και έτσι υπάρχει αληθής πραγματική συρροή. Τα εγκλήματα της υπεξαγωγής ή νόθευσης εγγράφου από υπάλληλο (άρθρ. 242 παρ. 2 ΠΚ) και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρ. 258 ΠΚ) συρρέουν αληθώς και δεν απορροφάται το πρώτο από το δεύτερο, όταν η νόθευση ή υπεξαγωγή εμφανίζεται ως ιδιαίτερο τέχνασμα της άλλης αξιόποινης πράξεως, δεδομένου ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση αυτής και δεν χρησιμεύει ούτε ως αναγκαίο μέσο εκτελέσεως αυτής, προσβάλλουσα άμα άλλο έννομο αγαθό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην αληθή πραγματική συρροή εγκλημάτων υφίστανται περισσότερες από μία αυτοτελείς πράξεις, έκαστη των οποίων απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου, το αυτό δε ισχύει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα όπου επίσης οι μερικότερες πράξεις διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την ύπαρξη έγκλησης και την παραγραφή, και όπου η καταδίκη για μία εξ αυτών δεν κωλύει την δίωξη για τις λοιπές λόγω δεδικασμένου. Όταν όμως οι πράξεις του υπαιτίου απέχουν μεν χρονικώς μεταξύ τους αλλά συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη, και δεν προσβάλλει έκαστη τούτων έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, τότε δεν υφίσταται αληθής συρροή εγκλημάτων (ή έγκλημα κατ' εξακολούθηση), αλλά μία ενιαία πράξη στην οποία η πρώτη επί μέρους ενέργεια του δράστη διευρύνεται δια προσθήκης ενός νέου τμήματος συμπεριφοράς (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 54-56/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " ...Η κατηγορουμένη Χ1 κατά τα έτη 1999 και 2000, υπηρετούσε ως ελεγκτής εσόδων και εξόδων των δήμων ... και ...του νομού .... Στα πλαίσια των υπηρεσιακών της καθηκόντων, είχε αυτή την υποχρέωση να ελέγχει και να θεωρεί τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής (Χ.Ε.Π.) που προσκόμιζαν οι δικαιούχοι αυτών, οι οποίοι, στη συνέχεια, εισέπρατταν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα αναγραφόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά. Για τους δικαιούχους χρηματικών ποσών που διέμεναν εκτός του νομού ..., τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής παρεδίδοντο από το δήμο στην κατηγορουμένη, η οποία εισέπραττε τα αναγραφόμενα σ' αυτά χρηματικά ποσά και, στη συνέχεια, τα κατέθετε σε Τράπεζα στην οποία ο δικαιούχος τηρούσε σχετικό λογαριασμό. Η κατηγορουμένη, όμως, πριν από την προσκόμιση των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για εξόφληση, προσέθετε σ' αυτά αριθμούς ή μετέβαλε τους αναγραφόμενους σ' αυτά αριθμούς και άλλα στοιχεία, σε τρόπο ώστε να αλλοιώνεται το περιεχόμενο αυτών και να εισπράττει έτσι μεγαλύτερα χρηματικά ποσά από τα αναγραφόμενα σ' αυτά και πράγματι οφειλόμενα ή ποσά μη οφειλόμενα. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη κατέθετε τα πράγματι οφειλόμενα χρηματικά ποσά στην Τράπεζα, στους υποδειχθέντες από τους δικαιούχους λογαριασμούς, ενώ κατακρατούσε για δικό της λογαριασμό τα υπόλοιπα ποσά, τα οποία και ενσωμάτωνε στην περιουσία της. Κατόπιν, με την επιστροφή των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής για αρχειοθέτηση και σύνταξη των σχετικών πινάκων και καταστάσεων, "διόρθωνε" και πάλι τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, σε τρόπο ώστε να αναγράφονται πλέον σ' αυτά τα πράγματι οφειλόμενα χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, την 18-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ..., που της είχε παραδοθεί για θεώρηση, έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "...Ο.Ε." το ποσό των 35.400 δραχμών, η κατηγορουμένη προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού, με την προσθήκη του αριθμού 1, σε 135.400 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στην δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 35.400 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 35.400 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 100.000 δραχμών. Την 30-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "...Ε.Π.Ε." το ποσό των 752.250 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 1.752.250 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 752.250 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 752.250 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 1.000.000 δραχμών. Την 25-5-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ...χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 25.370 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 125.370 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 25.370 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 25.370 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της την διαφορά των 100.000 δραχμών. Την 17-9-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." το ποσό των 34.900 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 134.900 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 34.900 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 34.900 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 100.000 δραχμών. Την 19-10-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "..." το ποσό των 300.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 380.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε τη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 300.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 300.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 80.000 δραχμών. Την 17-11-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε." το ποσό των 371.700 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 391.700 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 371.700 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε το ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 371.700 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 20.000 δραχμών. Την 17- 11-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου .... έπρεπε να καταβληθεί στην δικαιούχο εταιρεία "Βακαλόπουλος Α.Ε." το ποσό των 21.240 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 131.240 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 21.240 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 21.240 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 110.000 δραχμών. Την 12-4-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου .... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 47.731 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 447.731 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 47.731 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 47.731 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 400.000 δραχμών. Την 10-8-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ...χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "ΕΣΑΝΣ Α.Ε." το ποσό των 746.100 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του αριθμού του ανωτέρω εντάλματος σε 548 και του πληρωτέου ποσού σε 1.746.100 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 746.100 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 746.100 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 1.000.000 δραχμών. Την 25-7-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο .... το ποσό των 207.090 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 297.090 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στο δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 207.090 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 207.090 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 90.000 δραχμών. Την 19-5-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ.... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου Σκοτούσας έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο διευθυντή της Δ.Ο.Υ. ... το ποσό των 216.300 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 860.300 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στο δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 216.300 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 216.300 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 644.000 δραχμών. Την 17-5-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "RΑΝΚ ΧΕRΟΧ Α.Ε." το ποσό των 39.530 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 249.530 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 39.530 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 39.530 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 210.000 δραχμών. Την 27-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "Ταχλανίδης Αλέξανδρος και υιοί Α.Ε." το ποσό των 244.233 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 254.233 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 244.233 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 244.233 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 10.000 δραχμών. Την 28-8-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ.... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "... Ο.Ε." το ποσό των 71.567 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 171.567 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 71.567 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 71.567 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 100.000 δραχμών. Την 5-11-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 25.370 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 125.370 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο/ποσό των 25.370 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 25.370 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά του 100.000 δραχμών. Την 14-10-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ.... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου.... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ... το ποσό των 47.200 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 54.280 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 47.200 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 47.200 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 7.080 δραχμών. Την 31-12-1999, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 202.500 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 238.950 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 202.500 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 202.500 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 36.450 δραχμών. Την 24-3-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ...το ποσό των 365.120 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 825.120 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 365.120 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 365.120 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 500.000 δραχμών. Την 5-4-2000, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 80.361 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 94.825 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στο δικαιούχο το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 80.361 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 80.361 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 14.464 δραχμών. Την 30-3-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. .... χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου... έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο εταιρεία "HEROX HELLAS A.E." το ποσό των 25.370 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 825.370 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 25.370 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 25.370 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 800.000 δραχμών. Την 8-6-2000, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 413.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 493.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 413.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 413.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 80.000 δραχμών. Την 4-8-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ....χρηματικού εντάλματος πληρωμής του δήμου ....έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ... το ποσό των 98.800 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 798.800 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 98.800 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 98.800 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 700.000 δραχμών. Την 27-12-1999, ενώ δυνάμει του υπ'αριθμ. ...χρηματικού εντάλματος πληρωμής της Φιλαρμονικής του δήμου ... έπρεπε να καταβληθεί στο δικαιούχο ... το ποσό των 708.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 988.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 708.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 708.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 280.000 δραχμών. Την 6-9-2000, ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... χρηματικού εντάλματος πληρωμής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης ...έπρεπε να καταβληθεί στη δικαιούχο ... το ποσό των 390.000 δραχμών, αυτή προέβη σε παραπλανητική διόρθωση του πληρωτέου ποσού σε 890.000 δραχμές και έλαβε από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, ακολούθως δε κατέβαλε στη δικαιούχο εταιρεία το πράγματι οφειλόμενο ποσό των 390.000 δραχμών, αφού προηγουμένως ξαναέγραψε στο ανωτέρω χρηματικό ένταλμα ως πληρωτέο ποσό αυτό των 390.000 δραχμών και έτσι, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της τη διαφορά των 500.000 δραχμών. Την 23-7-1999, ενώ το υπ' αριθμ.... χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου ... για ποσό 706.584 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 3-6-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή, εισέπραξε το ανωτέρω ποσό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Την 30-7-1999, ενώ το υπ' αριθμ.... χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου ..., για ποσό 200.600 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 9-6-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή και σε παραπλανητική διόρθωση του ποσού σε 280.600 δραχμές, εισέπραξε το ποσό αυτό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Την 27-8-1999, ενώ το υπ' αριθμ.....χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου ... για ποσό 566.400 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 28-6-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή και σε παραπλανητική διόρθωση του ποσού σε 568.400 δραχμές, εισέπραξε το ποσό αυτό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Τέλος, την 27-8-1999, ενώ το υπ'αριθμ.... χρηματικό ένταλμα πληρωμής του δήμου..., για ποσό 141.600 δραχμών, είχε εξοφληθεί την 2-7-1999, αυτή, αφού προέβη σε παραπλανητική σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή και σε παραπλανητική διόρθωση του ποσού σε 144.600 δραχμές, εισέπραξε το ποσό αυτό από τον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο και, χωρίς δικαίωμα, ενσωμάτωσε στην περιουσία της. Τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία ιδιοποιήθηκε η κατηγορουμένη με τη χρήση των προαναφερθέντων ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, ανέρχονται συνολικώς σε 8.682.178 δραχμές και, συνεπώς, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 14.673, 51 ευρώ. Αυτή, με την προσθήκη αριθμών στα αναγραφόμενα στα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα πληρωμής των δήμων ... και ...ποσά και τη σβέση των υπογραφών του λαβόντος δικαιούχου και του διαχειριστή στα ως άνω εξοφλημένα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, αλλοίωνε το περιεχόμενο αυτών και προσέδιδε έτσι σ' αυτά περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι είχαν εκφράσει οι εκδότες τους. Μετέβαλε, δηλαδή, με τις ως άνω προσθήκες και σβέσεις, η κατηγορουμένη το πνευματικό περιεχόμενο αυτών, εμφανίζοντας, με τον τρόπο αυτό, στον ταμία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ότι το ποσό που ήθελε ο εκδότης αυτών ήταν το εμφανιζόμενο από αυτήν και εισέπραττε έτσι, με τα τεχνάσματα αυτά, τα υπέρτερα ποσά που ήθελε η ίδια να εμφανίσει με τις επεμβάσεις της. Απέδιδε, στη συνέχεια, αυτή στους δικαιούχους τα πράγματι οφειλόμενα σ' αυτούς ποσά, τα οποία κατέθετε στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους και παρακρατούσε, αντιστοίχως, τα επί πλέον αναγραφόμενα στα εντάλματα ποσά, που προέκυπταν από τις επεμβάσεις της στα χρηματικά εντάλματα πληρωμής. Η κατηγορουμένη, με τις ανωτέρω επεμβάσεις της στα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το προαναφερθέν, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, συνολικό χρηματικό ποσό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή της λόγω της υπαλληλικής της ιδιότητας ως υπολόγου των Ο.Τ.Α. ....και ..... Περαιτέρω, όπως, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι, η κατηγορουμένη, μετά την αποκάλυψη των πράξεων της, απέκρυψε (υπεξήγαγε) δημόσια έγγραφα, τα οποία ήταν προσιτά σ' αυτήν λόγω της ανωτέρω ιδιότητας της. Συγκεκριμένως, απέκρυψε αυτή, την 9-2-2001, με πρόθεση, τα υπ'αριθμ...., ..., ..., ..., ... και ... χρηματικά εντάλματα πληρωμής του δήμου ...και τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... και ... χρηματικά εντάλματα πληρωμής του δήμου ... καθώς και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις ημερησίων πληρωμών των ετών 1999 και 2000, έγγραφα που ήταν προσιτά σ' αυτήν λόγω της υπηρεσίας της και τα οποία, ενώ είχε υποχρέωση να τα παραδώσει στον Επιθεωρητή Κεντρικής Μακεδονίας και τους λοιπούς προϊσταμένους της, που τα ζήτησαν για τη διενέργεια ελέγχου προς ανακάλυψη της αλήθειας σχετικώς με τις καταγγελθείσες σε βάρος της πράξεις, δεν τα παρέδωσε, αλλά τα εξαφάνισε (υπεξήγαγε).... ". Κατ' ακολουθία του πιο πάνω αιτιολογικού, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη αναιρεσείουσα για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα με αντικείμενο της πράξης συνολικά 8.682.178 δρχ , δηλαδή, πλέον των 15.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 13γ, 84 παρ.2α και δ, 94 παρ.1 , 242 παρ.2-1, 258 περ.γ στοιχ.α, 263Α ΠΚ, ενώ της αναγνωρίσθηκαν τα ελαφρυντικά του αρθ. 84 παρ. 2 περ. α' και δ του Π.Κ και το Δικαστήριο της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία, ενώ έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για μερικότερες πράξεις νόθευσης εγγράφων ως υπαλλήλου.

ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσίας (αρ. 258 περ. γ ΠΚ) και της υπεξαγωγής εγγράφων από υπάλληλο ( 242 παρ.2-1 ΠΚ), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη.
ΙV. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο από το άθρο 510 παρ.1 περ. Α λόγο αναίρεσης, προβάλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 258 ΠΚ και 94 επ. του ΠΚ, καθόσον, όπως, κατά λέξη αναφέρει, "τόσο η νόθευση των ενταλμάτων, όσο και η δήθεν μεταγενέστερη υπεξαγωγή τους, δεν αποτελούσαν αυτοτελή εγκλήματα, ώστε να καταδικασθώ σε αυτοτελείς ποινές για εκάστη εξ αυτών, αλλά συγκαλυπτικές πράξεις του βασικού εγκλήματος της υπεξαιρέσεως" και, συνεπώς, έπρεπε να απορροφηθούν από αυτήν. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Τα εγκλήματα της νόθευση ή υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο (άρθρ. 242 παρ. 2 ΠΚ) και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρ. 258 ΠΚ), όπως ήδη αναφέρθηκε, συρρέουν αληθώς και δεν απορροφάται το πρώτο από το δεύτερο, όταν η υπεξαγωγή ή η νόθευση εμφανίζεται ως ιδιαίτερο τέχνασμα της άλλης αξιόποινης πράξεως, δεδομένου ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση αυτής και δεν χρησιμεύει ούτε ως αναγκαίο μέσο εκτελέσεως αυτής, προσβάλλουσα άμα άλλο έννομο αγαθόν. Ανεξαρτήτως τούτων, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ιδιαίτερα τεχνάσματα απετέλεσαν μόνο οι επεμβάσεις, που επέφερε η αναιρεσείουσα (νόθευση) στα χρηματικά εντάλματα, και για τις πράξεις αυτές (νόθευσης) η αναιρεσείουσα δεν καταδικάστηκε (η ποινική δίωξη γι' αυτές έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής). Τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα ότι "το ορθό θα ήταν να θεωρηθεί και η υπεξαγωγή τινών εκ των ενταλμάτων, που αναφέροντο στα υπεξαιρεθέντα ποσά ως "μέρος του σχεδίου μου" και να εκτιμηθεί η υπεξαγωγή επίσης ως ιδιαίτερο τέχνασμα, καθώς στο σχεδιασμό του τρόπου εκτελέσεως της αδίκου πράξεως περιλαμβάνεται και η προσπάθεια αποφυγής της αποκαλύψεώς του δράστου, είναι αβάσιμα και στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης, η υπεξαγωγή ορισμένων εγγράφων από την αναιρεσείουσα, πράξη για την οποία καταδικάστηκε, δεν συνδέεται με την υπεξαίρεση, αλλά αποτελεί μεταγενέστερο αυτοτελές έγκλημα, τα όσα δε περί του αντιθέτου αναφέρει η αναιρεσείουσα στην αίτησή της, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, ορθά δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεταξύ των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα, υφίσταται αληθής συρροή και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο να απορριφθεί ως αβάσιμος. V. Mε τον δεύτερο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και αφετέρου εφαρμόσθηκε εσφαλμένα η ποινική διάταξη του άρθρο 222 ΠΚ περί υπεξαγωγής, καθόσον, όπως αναφέρει, δεν αιτιολογεί "πώς τα περισσότερα από τα υποτίθεται εξαφανισθέντα (υπεξαχθέντα) έγγραφα κατέστησαν αναγνωστέα και περιελήφθησαν στο σχετικό κατάλογο", (στην αίτησή του μνημονεύει σαράντα περιπτώσεις αναγνωσθέντων εγγράφων). Το Πενταμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υπεξήγαγε μερικά από τα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα και ειδικότερα ότι "με πρόθεση απέκρυψε με το να κατακρατήσει και να τοποθετήσει σε σημείο ώστε να είναι αδύνατη η φανέρωση τους σε άλλους..." και όχι ότι τα κατάστρεψε, ώστε να δημιουργείται αντίφαση από το ότι έλαβε υπόψη της, για την περί ενοχής κρίση της κατηγορουμένης, έγγραφα που ανέγνωσε, ενώ δέχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά είχαν καταστραφεί. Είναι προφανές λοιπόν ότι τα αναφερόμενα στην αίτηση υπεξαιρεθέντα από την κατηγορουμένη έγγραφα τελικώς βρέθηκαν και έτσι κατέστη εφικτή η ανάγνωσή τους, χωρίς το δικαστήριο να υποχρεούται να διαλάβει περί τούτου ειδική αιτιολογία. Επομένως ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. VI. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι η η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "παραβίασε την έννοια του νόμου (άρθρο 98 ΠΚ), που εφήρμοσε σιωπηρώς και τελείως εσφαλμένως, ενώ άλλως όφειλε να θεωρήσει ως αντικείμενο της υπεξαιρέσεως το αντικείμενο της καθεμιάς μερικότερης πράξεως και όχι το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων, αυτό θα είχε ως συνέπεια τη διαφοροποίηση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκα από κακούργημα σε πλημμέλημα" και ότι η απόφαση δεν περιέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το δόλο περί την υπεξαίρεση, ειδικότερα δε, όπως αναφέρει, απέφυγε να αιτιολογήσει εάν ο δόλος της ήταν ενιαίος για την εκτεινόμενη σε περίοδο ενός και ήμισυ έτους, (όπως απαιτείται από την παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ) ή ενεργούσε με βάση διαφορετική απόφαση σε κάθε μία από τις 28 περιπτώσεις. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναπτυχθεί πιο πάνω (παρ. Ι), μετά την ισχύ του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ Α'112/3-6-99), με το άρθρο 14 παρ.5α, με το οποίο αντικαταστάθηκε η περ. γ του άρθρου 258 του ΠΚ, που εφαρμόζεται, ως επιεικέστερη, και στην κρινόμενη υπόθεση και ως προς τις επί μέρους πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του νόμου αυτού (πρόκειται για τις τρεις πράξεις που τελέστηκαν τον Μάϊο του 1999), για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, ανεξαρτήτως του αν, όλες ή μερικές επί μέρους πράξεις τελέστηκαν πριν ή μετά την ισχύ του νόμου αυτού. Στην προκειμένη δε περίπτωση, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσείουσα, αφενός μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και, αφετέρου, το συνολικό αντικείμενο των επί μέρους πράξεων υπεξαίρεσης που τέλεσε, ανέρχεται σε 8.682.178 δραχμές, ποσό που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ. Ο δόλος της αναιρεσείουσας στην τέλεση της πράξεως αυτής πλήρως αιτιολογείται με τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, η αιτίαση δε αυτής ότι έπρεπε να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, σύμφωνα με την παρ.2 του άρ.98 του ΠΚ, η ενότητα του δόλου της, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι όλες οι επί μέρους πράξεις συνιστούν κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Αντίθετα, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για την τέλεση μιας και μόνο πράξεως. Τούτο δεν είναι αντίθετο με τη διάταξη του άρθρου 258γ του ΠΚ, όπου στοιχειοθετείται μία και μόνο κακουργηματική πράξη υπεξαίρεσης, εφόσον η συνολική αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει το αναφερόμενο σε αυτή ποσό, ανεξαρτήτως του αν οι επί μέρους πράξεις έχουν και τον χαρακτήρα του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ή όχι. Στην προκειμένη δε περίπτωση το Δικαστήριο προφανώς έκρινε, ότι οι πράξεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες απέχουν μεν χρονικώς μεταξύ τους, αλλά συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη, και δεν προσβάλλει έκαστη τούτων έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, συνιστούν μία ενιαία πράξη (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Η παραδοχή αυτή είναι επιεικέστερη για την αναιρεσείουσα (αφού στην κατ' εξακολούθηση τέλεση πρόκειται για πλείονα εγκλήματα, χωρίς να αναιρείται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης) και, συνεπώς, αυτή δεν έχει έννομο συμφέρον να την προσβάλλει. Επομένως ο εξεταζόμενος τρίτος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
VII. Από την διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ, που ορίζει ότι, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, προκύπτει ότι δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Άρα εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος, από την εκπροσωπούμενη από το συνήγορό της κατηγορουμένη, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, για να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά της και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
VIII. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 1962/4-3-2009) της Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση της 54-55/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή