Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1411 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία και υπεξαίρεση. Λόγοι αναίρεσης. Ανάγνωση εκθέσεων ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και έκθεσης αυτοψίας και κατάσχεσης, χωρίς να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα. Προκύπτει, εντούτοις, ότι λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Τι απαιτείται για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής. Αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών για τέλεση του εγκλήματος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ. 2γ. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη όλων των ισχυρισμών. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1411/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 315-319/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ..... ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της .... και ....., 2. Ζ2 , 3. Ζ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Βαλτούδη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 124/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και τα κυνηγετικά όπλα (παρ.1στοιχ. β), κατά δε τα άρθρα 10 παρ.3, 13, και 14 του Ν. 2168, τιμωρείται με τις στις διατάξεις αυτές προβλεπόμενες ποινές, όποιος, το μεν φέρει όπλα (οπλοφορεί), χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, το δε, με χρήση όπλου, διαπράττει κακούργημα ή πλημμέλημα, από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί. Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ. α', όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου (ολικά ή μερικά) κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε, δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η δόλια αυτή προαίρεση του δράστη να ιδιοποιηθεί παρανόμως το ξένο πράγμα, κατά το χρόνο που αυτό βρίσκεται στην κατοχή του, εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης 315-319/2007 απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο), της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και υπεξαίρεσης. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε, τα εξής. "Από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων .... χήρας Ζ1 , Ζ3 και Ζ2 , τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο, από το Δικαστήριο τους πολιτικώς ενάγοντες και τον κατηγορούμενο, από την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά το έτος 2000 ο Ζ2 με τη συνεργασία του πατέρα του Ζ3 και του αδερφού του Ζ1 εκμεταλλευόταν επιχείρηση εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που βρισκόταν εδώ στη Θεσσαλονίκη και στεγαζόταν στο επί της οδού ...... κείμενο κατάστημα. Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2000 ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνωριζόταν από παλιά με τους τρεις ως άνω εμπόρους αυτοκινήτων, λόγω του ότι όλοι κατοικούσαν στο ...... και ο αδερφός του ...... -συνδεόταν φιλικά με τον Ζ1 επώλησε προς αυτούς ένα παλιό αυτοκίνητο του μάρκας ΤΟΥΟΤΑ αντί τιμήματος 400.000 δραχμών που του καταβλήθηκαν. Στη συνέχεια αυτός συμφώνησε με αυτούς την υπ' αυτού αγορά ενός άλλου μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, μάρκας ΒΜW, τύπου 316 με αριθμό κυκλοφορίας ....., το οποίο είχε παραδώσει σ' αυτούς προς πώληση ο συνάδελφος τους (έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων) Φ1, αντί του ποσού των 5.000.000 δραχμών, χάριν της καταβολής του οποίου αυτός αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές ποσού 4.000.000 δραχμών και 1.000.000 δραχμών, αντιστοίχως, που εξέδωσε σε διαταγή του ο Ζ2 , με ημεροχρονολογία λήξεως την 20-1-2001. Ο κατηγορούμενος παρέλαβε στην κατοχή του το κατά τα άνω αγορασθέν από αυτόν αυτοκίνητο μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του με παρακράτηση της κυριότητας αυτού υπέρ του μέχρι τότε κυρίου αυτού (είτε του Φ1 είτε εκείνων που επώλησαν αυτό στον Φ1). Μετά την κατάρτιση της ως άνω αγοραπωλησίας ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το παραπάνω αυτοκίνητο εμφάνιζε κάποια ελαττώματα σχετικά με την λειτουργία ενός παραθύρου, με την άνευ λόγου αφή του δείκτη λειτουργίας αερόσακκου και το σχίσιμο του επενδύτη κάποιου καθίσματος και γι' αυτό το λόγο οι πωλητές αυτού του υπέδειξαν να οδηγήσει το εν λόγω αυτοκίνητο στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων του ..., προκειμένου να γίνει έλεγχος αυτού και επακολουθήσει η οποιαδήποτε αναγκαία επισκευή αυτού με δαπάνες τους. Ο κατηγορούμενος, ναι μεν οδήγησε το εν λόγω αυτοκίνητο στο παραπάνω συνεργείο, πλην όμως ουδεμία επισκευή αυτού εμφιλοχώρησε σ' αυτό. Ακολούθως ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε οικονομική δυσπραγία, προέβη στην πώληση του ως άνω αυτοκινήτου προς τον ...., αντί τιμήματος 2.300.000 δραχμών εξαπατώντας αυτόν δια της παραστάσεως προς αυτόν ότι αυτός (πωλητής κατηγορούμενος) ήταν κύριος του εν λόγω αυτοκινήτου και ότι στην άδεια κυκλοφορίας του δεν υπήρχε παρακράτηση της κυριότητας αυτού υπέρ άλλου προσώπου Φ1 ή άλλου αληθινού κυρίου αυτού). Ο κατηγορούμενος όμως και λόγω της οικονομικής του αδυναμίας να καταβάλει το προαναφερθέν ποσό των 5.000.000 δραχμών στον Ζ2 κατά τα προεκτεθέντα, αποφάσισε να σκοτώσει είτε τον Ζ2 είτε τον Ζ1 και δη εκείνον που στην κρίσιμη στιγμή θα είχε στην κατοχή του τις δύο ως άνω συναλλαγματικές, προκειμένου στη συνέχεια να αφαιρέσει εξ αυτού τις συναλλαγματικές αυτές και, αφού εξαφάνιζε το πτώμα εκείνου που τελικώς θα εσκότωνε, θα ισχυρίζετο στον Ζ3 και στον επιζώντα υιό αυτού ότι αυτός εξόφλησε κανονικώς την ως άνω οφειλή του δια καταβολής του οφειλομένου ποσού προς τον νεκρό και γι' αυτό το λόγο δήθεν αποδόθηκαν σ' αυτόν οι ως άνω συναλλαγματικές. Προς εκτέλεση του ως άνω σχεδίου του ο κατηγορούμενος προέβη στις 14-1-2001 στην αγορά του με αριθμό ....μονόκαννου κυνηγετικού όπλου τύπου COLIBRI ΡΗΑΝΤΟΜ από τον έμπορο ειδών αλιείας και κυνηγίου ..... καθώς και μιας σφαίρας, τα οποία εφύλασσε στο χώρο αποσκευών (πορτ-μπαγκάζ) ενός άλλου μισθωμένου από αυτόν αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής FΙΑΤ τύπου ΡUΝΤΟ με αριθμό κυκλοφορίας ....., το οποίο χρησιμοποιούσε πλέον για τις μετακινήσεις του. Την Παρασκευή 19-1-2001 ο Ζ2 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο να του υπενθυμίσει την υποχρέωσή του προς εξόφληση των ως άνω συναλλαγματικών κατά την επαύριο 20-1-2001 ημέρα Σάββατο. Ο κατηγορούμενος, ενώ δεν είχε αυτή την πρόθεση ούτε τη δυνατότητα καταβολής του ως άνω ποσού των 5.000.000 δραχμών και προκειμένου να παγιδέψει το μελλοντικό του θύμα, διαβεβαίωσε τον Ζ2 ότι αυτός θα κατέβαλε την ως άνω οφειλή του την Δευτέρα 21-1-2001, είτε σ' αυτόν είτε στον αδερφό του Ζ1 και προέτρεψε αυτόν τη Δευτέρα 21-1-2001 να έχει έτοιμα τα χαρτιά της εξοφλήσεως του αυτοκινήτου και τις συναλλαγματικές για να πάνε μαζί στην Τράπεζα, ή με τον αδερφό του Ζ1 για να του δώσει τα χρήματα του. Τις πρωϊνές ώρες της Δευτέρας 21-1-2001 ο κατηγορούμενος μετέβη στο κατάστημα του Ζ2 και μη ευρών τον ίδιο εκεί συνομίλησε με τους Ζ3 και τον Ζ1 και έπεισε τον τελευταίο να μεταβούν μαζί στο πλησιέστερο κατάστημα της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ προκειμένου αυτός, αφού προηγουμένως προέβαινε σε ανάληψη χρημάτων από την ως άνω Τράπεζα, ακολούθως να κατέβαλε σ' αυτόν (Ζ1) το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ο τελευταίος πλέον θα του παρέδιδε εξοφλητική απόδειξη καθώς και τα σώματα των συναλλαγματικών. Κατ' αλήθειαν όμως ο κατηγορούμενος ουδέν χρηματικό ποσό είχε κατατεθειμένο στην ως άνω Τράπεζα και η μετάβαση τους εκεί αποσκοπούσε στο να κατορθώσει ο κατηγορούμενος να παγιδεύσει τον Ζ1 για να σκοτώσει αυτόν και εν συνεχεία αφαιρέσει από αυτόν τα ως άνω έγγραφα. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια προφασισθείς ότι έφερε μεθ' εαυτού, από παραδρομή δήθεν, βιβλιάριο άλλης Τράπεζας, αναχώρησε από το κατάστημα της ΕΤΕ στο οποίο είχε μεταβεί μαζί με τον Ζ1 και ως εκ τούτου και ο Ζ1 αναχώρησε άπρακτος από το εν λόγω κατάστημα και επέστρεψε στο κατάστημα του αδερφού του Ζ2 . Περί ώρα 14.20' της 21-1-2001, ο κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στο κατάστημα του Ζ2 και ευρών εκεί τον Ζ3 και τον Ζ1 έπεισε τον τελευταίο να επιβιβασθεί στο μισθωμένο απ' αυτόν αυτοκίνητο, παίρνοντας μαζί του και όλα τα έγγραφα που είχαν σχέση με την ως άνω δοσοληψία τους και που θα έπρεπε να του παραδοθούν μετά την υπό αυτού καταβολή του ποσού των 5.000.000 δραχμών, προκειμένου να μεταβούν στο ....., για να συναντήσουν το φίλο του .... ο οποίος δήθεν θα του δάνειζε το υπό αυτού οφειλόμενο ποσό των 5.000.000 δραχμών και το οποίο αυτός παραχρήμα θα το παρέδιδε στον Ζ1 οπότε και ο τελευταίος θα του απέδιδε τα σώματα των συναλλαγματικών και το έγγραφο που θα αφαιρούσε την άρση της παρακράτησης της κυριότητας του αυτοκινήτου, ενώ κατ' αλήθειαν δεν επρόκειτο να επισυμβεί συνάντηση με τον ....., ούτε αυτός να δανείσει το ως άνω χρηματικό ποσό στον κατηγορούμενο, αλλά απεναντίας ο κατηγορούμενος επεδίωκε να οδηγήσει τον Ζ1 σε ερημική τοποθεσία για να σκοτώσει αυτόν. Ο Ζ1 επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (FΙΑΤ ΡUNΤΟ) χωρίς να υποπτευτεί τις προθέσεις του κατηγορουμένου, έχοντας μαζί του τσάντα στην οποία είχε ποσό 4.000.000 δραχμών, τις δύο συναλλαγματικές και πιθανώς και εξοφλητική απόδειξη περί καταβολής σ' αυτόν του ποσού των 5.000.000 δραχμών εκ μέρους του κατηγορουμένου, απαραίτητης για την άρση της παρακράτησης της κυριότητας του εργοστασίου ΒΜW αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος όμως, αφού διήλθε από το ...... απήγαγε ουσιαστικώς τον Ζ1 και τον οδήγησε στην ερημική τοποθεσία με την ονομασία ......όπου και εστάθμευσε το υπ' αυτού οδηγούμενο αυτοκίνητο πλησίον μιας νεοανεγειρόμενης οικοδομής. Εκεί αυτός, χωρίς να προσφέρει κάποιο χρηματικό ποσό στον Ζ1 προς εξόφληση της οφειλής του των 5.000.000 δραχμών, απαίτησε απ' τον τελευταίο να του αποδώσει τις δύο προαναφερθείσες συναλλαγματικές καθώς και υπεύθυνη δήλωση του περί εξοφλήσεως του τιμήματος του ως άνω αυτοκινήτου, απαραίτητη για την άρση της παρακράτησης της κυριότητας αυτού. Ο Ζ1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την ως άνω απαίτηση του κατηγορουμένου. Μετά απ' αυτό ο κατηγορούμενος, αφού εξήλθε από το ως άνω αυτοκίνητο (FΙΑΤ ΡUΝΤΟ) μετέβη στο χώρο αποσκευών (πορτ-μπαγκαζ) αυτού και αφού έλαβε στα χέρια του το προαναφερθέν όπλο, που εφύλασσε σ' αυτό το συνέδεσε και το όπλισε και ακολούθως κινήθηκε κατά του Ζ1 , ο οποίος και αυτός είχε εξέλθει απ' το ως άνω αυτοκίνητο απειλώντας τον ότι θα σκοτώσει αυτόν σε περίπτωση που δεν του παρέδιδε τα ως άνω έγγραφα (συναλλαγματικές και δήλωση εξόφλησης του αυτοκινήτου ΒΜW). Ο Ζ1 αψήφισε την ως άνω απειλή, προδήλως γιατί δεν θεωρούσε τον κατηγορούμενο ικανό να πραγματοποιήσει αυτήν λόγω της γνωριμίας τους κ.λ.π. Μετά απ' αυτό ο κατηγορούμενος εσήκωσε το ως άνω όπλο και σημαδεύοντας την κεφαλή του Ζ1 επυροβόλησε κατ' αυτού από απόσταση 1-2 μέτρων με συνέπεια το θύμα να βληθεί στο πίσω μέρος της κεφαλής του, δεξιά κροταφική χώρα, προκαλώντας του βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ακαριαίως ο θάνατος αυτού κατά τις απογευματινές ώρες της 22-1-2001. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος, αφού έσυρε το πτώμα του Ζ1 στην είσοδο του χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων της παρακείμενης νεοανεγειρόμενης οικοδομής, ώστε αυτό να μη γίνεται εύκολα αντιληπτό από τους διερχόμενους, εγκατέλειψε αυτό εκεί και επιβιβασθείς στο αυτοκίνητο του επέστρεψε στο διαμέρισμα που διέμενε στην ....., παραλαβών μεθ' αυτού και την τσάντα του θύματος που αυτός είχε εναποθέσει στην θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου FΙΑΤ ΡUΝΤΟ, προκειμένου να ιδιοποιηθεί παρανόμως το περιεχόμενό αυτής χρήματα, συναλλαγματικές κλπ. Ο κατηγορούμενος φτάνοντας στην οικία του στην ...... έκρυψε την καραμπίνα του στην πυλωτή της οικοδομής και αφαίρεσε από την τσάντα του θύματος τα υπάρχοντα σ' αυτή χρήματα που ανήρχοντο στο ποσό των 3.700.000 δραχμών, περίπου, τοποθετώντας άλλα στις τσέπες του και άλλα εντός του αυτοκινήτου FΙΑΤ ΡUΝΤΟ, καθώς και τις δύο συναλλαγματικές, ποσού 4.000.000 δραχμών και 1.000.000 δραχμών, αντιστοίχως, ως και υπεύθυνες δηλώσεις του Υ1, σχετικές με την υπ' αυτού αγορά του προαναφερθέντος αυτοκινήτου ΒΜW. Μετά απ' αυτό πέταξε την τσάντα του θύματος σε παρακείμενο κάδο απορριμμάτων και τον κάλυκα του χρησιμοποιηθέντος φυσιγγίου σε άλλο κάδο απορριμμάτων. Ακολούθως ανήλθε στο διαμέρισμα όπου κατοικούσε με μια αλλοδαπή φίλη του και, αφού συνομίλησε μαζί της, χωρίς να της αποκαλύψει κάτι, μετέβη στη συνέχεια σε πολυκατάστημα ΡRΑCΤΙΚΕR απ' όπου με χρήματα που είχε αφαιρέσει απ' την τσάντα του θύματος αγόρασε μια τηλεόραση SΟΝΥ με το τηλεχειριστήριο της αντί του ποσού των 410.000 δραχμών, την οποία και εγκατέστησε στο ως άνω διαμέρισμα-κατοικία του. Αφού πλέον το θύμα δεν επέστρεψε στο σπίτι του τις μεσημβρινές ώρες της 22-1-2001, η σύζυγος του, ο πατέρας του και ο αδερφός του Ζ2 ανησυχούσαν πλέον για την τύχη του και ως εκ τούτου ο Ζ3 και Ζ2 τηλεφώνησαν στον κατηγορούμενο για να πληροφορηθούν για το τι έγινε στο ..... και για το πού βρισκόταν ο Ζ1 . Ο κατηγορούμενος με πλήρη νηφαλιότητα διαβεβαίωσε αυτούς ότι μετέβησαν πράγματι με τον Ζ1 στο .... ότι εκεί κατέβαλε αυτός στο Ζ1 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ότι ο Ζ1 του απέδωσε τις συναλλαγματικές και τις αποδείξεις εξόφλησης του τιμήματος του αυτοκινήτου ΒΜW και ότι επιστρέφοντας δια του αυτοκινήτου του αφήκεν αυτόν στη διασταύρωση των οδών ...... Μάλιστα ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση τους να μεταβεί στο κατάστημα τους, όπου και τους επέδειξε τα ως άνω έγγραφα και στη συνέχεια μετέβη μαζί τους στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής για να δηλώσουν αυτοί την εξαφάνιση του Ζ1 . Εκεί ο κατηγορούμενος περιέπεσε σε αντιφάσεις ως προς τον ακριβή τόπο που υποτίθεται ότι αφήκε τον Ζ1 με συνέπεια τελικώς να ομολογήσει τις ως άνω πράξεις του και να υποδείξει πού ευρίσκετο το πτώμα του Ζ1 , πού αυτός εφύλασσε το όπλο του, πού πέταξε την τσάντα του θύματος και πού τον κάλυκα του χρησιμοποιηθέντος φυσιγγίου κ.λ.π. Από τα παραπάνω περιστατικά προέκυψε κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, ότι ο κατηγορούμενος απεφάσισε ήδη από της 14.1.2001, οπότε και προέβη στην αγορά του ως άνω κυνηγετικού όπλου και εκτέλεσε την προαναφερθείσα ανθρωποκτονία, κατά τις απογευματινές ώρες της 22.1.2001, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση όπως τούτο καταμαρτυρείται από την υπ' αυτού αγορά του κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίου, την τοποθέτηση αυτού στο χώρο αποσκευών του χρησιμοποιημένου από αυτόν αυτοκινήτου FΙΑΤ ΡUΝΤΟ, από την εξαπάτηση του θύματος προκειμένου να επιτύχει την απαγωγή και οδήγηση αυτού σε ερημική τοποθεσία, προφανώς για να μην υπάρχουν πλησίον άνθρωποι οι οποίοι θα αντιλαμβάνοντο τον πυροβολισμό, την απόκρυψη του όπλου και του κάλυκα του χρησιμοποιηθέντος φυσιγγίου, την απόρριψη σε κάδο απορριμμάτων της τσάντας του θύματος κ.λ.π.. Ως εκ τούτου πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του Ζ1 τελεσθείσας... Κατά τα λοιπά ο κατηγορούμενος ετέλεσε και τις λοιπές αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της παράνομης οπλοφορίας του ως άνω κυνηγετικού όπλου, της παράνομης οπλοχησίας και της υπεξαίρεσης υπ' αυτού της τσάντας του θύματος, χρώματος μαύρου, τύπου ΗΟCIRAN, που περιείχε το ποσό των 3.700.000 δραχμών περίπου, δύο συναλλαγματικές ποσού 4.000.000 και 1.000.000 δραχμών αντιστοίχως λήξεως την 20.1.2001, αποδοχής του, και δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Υ1 με ημερομηνία 27.12.2000 και 28.12.2000 σχετικές με την αγοραπωλησία του "αριθμό κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου (ΒΜW). Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συνέτρεξαν οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ώθησης του στην τέλεση των ως άνω πράξεων του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (άρθρο 84 & 2 εδ. γ Π.Κ.) αφού ο παθών ουδεμία υποχρέωση είχε να παραδώσει στον κατηγορούμενο τις προαναφερθείσες συναλλαγματικές χωρίς ο κατηγορούμενος να του καταβάλει την αξία αυτών, της επίδειξης υπ' αυτού ειλικρινούς μετάνοιας και επιδίωξης αυτού να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του (άρθρο 84 & 2 εδ. α Π.Κ.) αφού εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε ειλικρινής μετάνοια αυτού προς δε επιδίωξη αυτού να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων του (άρθρο 84 & 2 εδ. δ Π.Κ.), αφού η επικαλούμενη καλή συμπεριφορά επιδείχθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησης του στις φυλακές και όχι προς την κοινωνία και με καθεστώς ελευθερίας... Κατ' ακολουθία των παραπάνω πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων των προβλεπομένων από το άρθρο 84 & 2 εδ. γ και δ Π. Κ. (παμψηφεί) και από το άρθρο 84 & 2 εδ. ε Π. Κ. (κατά πλειοψηφία-ψήφοι 5 έναντι 2)."- Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία (6-1) ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο) σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (κατά την μειοψηφία έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής), ομοφώνως της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και υπεξαίρεσης, χωρίς ελαφρυντικά (κατά πλειοψηφία 5-2), ήτοι για παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 94, 299 παρ.1, 375 παρ.1α ΠΚ, 1 παρ.1β , 10 παρ.1, 3, 13 β και 14 του ν.2168/1993, και του επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και χρηματική ποινή χιλίων τριακοσίων ευρώ για τις λοιπές. Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, καθώς και της υπεξαίρεσης, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Περαιτέρω, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ότι η πράξη που διαπράχθηκε από αυτόν σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ειδικότερα, δεν συνιστούν αντίφαση οι παραδοχές του Δικαστηρίου , κατά τις οποίες τις πρωινές ώρες της 21-1-2001 αυτός μετέβη στο κατάστημα του παθόντος και αφού συνομίλησε με αυτόν και τον πατέρα του Ζ3 τον έπεισε να μεταβεί μαζί του σε τραπεζικό κατάστημα, για να του εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, και ότι ομοίως περί ώρα 14.20' της 21-1-2001 μετέβη εκ νέου στο κατάστημα και ευρών εκεί τον Ζ3 και τον Ζ1 τον έπεισε να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο του, προκειμένου να μεταβούν προς συνάντηση φιλικού του προσώπου, προς εξόφληση των οφειλομένων, με την παραδοχή για την ύπαρξη ανθρωποκτόνου σκοπού σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Επίσης δεν αντιφάσκει η παραδοχή, κατά την οποία αυτός φέρεται να ζητεί να του επιστραφούν οικειοθελώς τα χρεωστικά έγγραφα, και εν συνεχεία αυτός φέρεται να απειλεί με την προβολή όπλου για την επιστροφή τους, με την παραδοχή ότι "...ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε να παγιδεύσει τον Ζ1 για να σκοτώσει αυτόν και εν συνεχεία αφαιρέσει από αυτόν τα ως άνω έγγραφα... επεδίωκε να οδηγήσει τον Ζ1 σε ερημική τοποθεσία για να σκοτώσει αυτόν...", ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογήσει περαιτέρω το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν τελούσε υπό την επήρεια της ταραχής και της οργής εξαιτίας των αναφερομένων στην απόφαση οικονομικών διαφορών μεταξύ αυτού και του θύματος και των περί αυτών συζητήσεων, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο εξαντλητικό αναφέρεται στα περιστατικά αυτά. Ουδόλως δε το Δικαστήριο εξάρτησε την κρίση περί ήρεμου ψυχικής καταστάσεως του αναιρεσείοντος με παραδοχές που ανάγονται και στον χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, αφού εκτίθενται με πληρότητα τα περιστατικά που προηγήθηκαν της ανθρωποκτόνου πράξεως του αναιρεσείοντος, από τα οποία προκύπτει η ήρεμη αυτού ψυχική κατάσταση κατά το χρόνο που αποφάσισε και εκτέλεσε την πράξη αυτή. Οι επιπλέον διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό αναφορές, ότι η ήρεμη ψυχική κατάσταση του αναιρεσείοντος καταμαρτυρείται και από την απόκρυψη του όπλου και του κάλυκα του χρησιμοποιηθέντος φυσιγγίου, την απόρριψη σε κάδο απορριμμάτων της τσάντας του θύματος, διατυπώθηκαν προς ενίσχυση των όσων ήδη δέχθηκε το Δικαστήριο ως επί πλέον επιχειρήματα των παραδοχών του αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την θεμελίωση της παραδοχής της ότι αυτός αποφάσισε και εκτέλεσε το πιο πάνω έγκλημα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, απορρίπτοντας τον περί ψυχικής ορμής ισχυρισμό του, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς το θέμα αυτό, προβάλλονται, απαραδέκτως, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙ. Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Για την πληρότητα, όμως, της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δύναται να συναχθεί εκ τούτου αναμφίβολα ότι έχει ληφθεί υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και "α) η υπ'αριθ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση του Ειδικού Ιατροδικαστού, Επίκουρου Καθηγητή Α.Π.Θ ..... (αριθμός 2), που συντάχθηκε κατόπιν της υπ' αριθ. 1045/2/231-α της 23-1-2001 εγγράφου παραγγελίας των διενεργούντων την προανάκριση υπαλλήλων του τμήματος "Εγκλημάτων κατά της Ζωής Θεσσαλονίκης" και αφορά στην εξέταση του πτώματος του θανόντος β) η από 23-1-2001 και ώρα 17.00 Έκθεση αυτοψίας και Κατάσχεσης του Αστυνόμου Β' .... (αριθμός 3), που υπηρετεί στην Διεύθυνση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης", οι οποίες δεν λήφθηκαν υπόψη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι η αναγνωσθείσα ..... ιατροδικαστική έκθεση του Ειδικού Ιατροδικαστού, Επίκουρου Καθηγητή Α.Π.Θ ...., αφορά την εξέταση του πτώματος του θύματος Ζ1 , για την διαπίστωση της αιτίας του θανάτου του. Αυτή πράγματι δεν μνημονεύεται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όμως, το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό, της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού τα όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό (ότι δηλαδή το πτώμα του παθόντος "φέρει βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση" δια πυροβόλου όπλου), έγιναν αποδεκτά (και μάλιστα κατά λέξη) από το Δικαστήριο. Εξάλλου, η από 23-1-2001 και ώρα 17.00 έκθεση αυτοψίας και κατάσχεσης του Αστυνόμου Β' ....., αφορά την περιγραφή του τόπου της διαπραχθείσας ανθρωποκτονίας και του πτώματος του θύματος, τα αντικείμενα που βρέθηκαν πάνω του και την γενόμενη κατάσχεση αυτών και απόδοση "υπό μεσεγγύηση" στη σύζυγο αυτού. Η εν λόγω αυτοψία δεν αποτελεί καθ' εαυτή αποδεικτικό μέσο, αλλά ενέργεια του πιο πάνω προανακριτικού υπαλλήλου σκοπούσα στη συλλογή αποδεικτικού υλικού, η δε συνταχθείσα πιο πάνω έκθεση αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο, που την ανάγνωσε, την έλαβε υπόψη του, αφού, όπως εξ αυτής προκύπτει, οι παραδοχές της αποφάσεως δεν είναι αντίθετες με το περιεχόμενο αυτής της εκθέσεως, ούτε, άλλωστε, ο αναιρεσείων υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω "ασάφειας ληφθέντων αποδεικτικών μέσων" και ειδικότερα διότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι πιο πάνω εκθέσεις. Περαιτέρω, από τις παραπάνω παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων όλες ανεξαιρέτως τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη αναφορά και συγκριτική αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου. Ειδικότερα, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αναγνωσθέντα στο ακροατήριο εγγράφα "1) την από 7-1-2004 βεβαίωση ότι παρακολούθησε το πρόγραμμα "Συμβουλευτική" του Ινστιντούτου Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων της Γενικής Γραμματείας Εκπαίδευσης Ενηλίκων του Κ.Ε.Ε Αττικής, 2) την από 12-12-2003 βεβαίωση του ψυχιάτρου ....., που πιστοποιεί την πάθησή του από "μείζονα κατάθλιψη (με έντονες ιδέες αυτομομφής) για την αντιμετώπιση της οποίας χρήζει η λήψη αντικαταθλιπτικής αγωγής, 3) την υπ'αριθ. πρωτ. ..... αναφορά του ..... προς τον Διευθυντή της Δικαστικής φυλακής που πιστοποιεί την ανεύρεση και παράδοση υπ' εμού ναρκωτικής ουσίας προς το προσωπικό φύλαξης". Το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, συμπέρασμα το οποίο ενισχύεται και από το ότι, αν και δεν είχε υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ελαφρυντικών περιστάσεων καλής συμπεριφοράς για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, (άρθρου 84 παρ.2 περ. ε ΠΚ), ειδικώς και εκ περισσού έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού.

ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος" (περ. γ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, κατέθεσε εγγράφως και ισχυρισμό για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς και ο οποίος έχει ως εξής. "...Κατηγορούμαι ότι ετέλεσα την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 299 παρ. 1 ΠΚ). Από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως μου, και αφού μετέβην αυθορμήτως στο αστυνομικό τμήμα, ομολόγησα με κάθε ειλικρίνεια ότι όντως ετέλεσα την συγκεκριμένη πράξη αναφέροντας με πάσα λεπτομέρεια τα επιμέρους στοιχεία του αδικήματος που μόλις είχα διαπράξει. Στην πράξη μου όμως αυτή ωθήθηκα από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (και της οικογένειας του) και παρασύρθηκα από οργή και βίαιη θλίψη που προεκλήθη από άδικη εναντίον μου πράξη. Ειδικότερα το θύμα, αν και ετύγχανε αδελφικός μου φίλος καθώς μας συνέδεε μία μακροχρόνια φιλία είκοσι και πλέον ετών, διέπραξε εις βάρος μου, το αδίκημα της απάτης. Μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του με τους οποίους ήταν συνιδιοκτήτης εμπορικού καταστήματος αγοράς και πώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, με εξηπάτησε πουλώντας μου ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο αξίας ενάμιση εκατομμυρίου (1.500.000) δραχμών. Στη συνέχεια, αν και εγνώριζε ότι είχα περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και αδυνατούσα να ξεπληρώσω τις συναλλαγματικές που είχα υπογράψει και ενώ ήξερε ότι με είχαν εξαπατήσει, και παρά την πολύ στενή προσωπική μας σχέση, με εξεβίαζε ότι αν δεν εκπλήρωνα επί τόπου την οφειλή μου θα κινούνταν δικαστικώς εναντίον μου. Καθίσταται συνεπώς σαφές ότι στην πράξη που ετέλεσα ωθήθηκα από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (και της οικογενείας του) και παρασύρθηκα από οργή και βίαιη θλίψη που μου προκάλεσε άδικη εναντίον μου πράξη και γι αυτό το λόγο ζητώ από το Δικαστήριο Σας όπως αναγνωρίσει ότι συντρέχει στο πρόσωπο μου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ' ΠΚ." Σε σχέση με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ.2 γ ΠΚ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, πλέον των όσων αναπτύσσει στο περί ενοχής πιο πάνω σκεπτικό του, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι ουδεμία ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος προηγήθηκε, διέλαβε, επιπλέον και την ακόλουθη απορριπτική του ισχυρισμού αυτού ειδική αιτιολογία " ...Ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος ή του Ζ3 ή του Ζ2 που να δικαιολογεί τη βίαιη έκρηξη του συναισθήματος της οργής του κατηγορουμένου κατ' αυτών δεν προέκυψε αφού ο κατηγορούμενος δεν ξαναενόχλησε αυτούς σχετικά με τα υπ' αυτού επικαλούμενα ελαττώματα του πωληθέντος σ' αυτόν αυτοκινήτου ΒΜW, αφού δεν εμερίμνησε και για την επισκευή αυτών στο υποδειχθέν συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, αφού το υπό των πωλητών επιτευχθέν τίμημα δεν ήταν δυσανάλογο με την πραγματική αξία του ως άνω αυτοκινήτου λαμβανομένου υπ' όψη ότι ο Φ1 κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο είχε συμφωνήσει την πώληση αυτού σε κάποιον Υ1 αντί του ποσού των 4.500.000 δραχμών, η οποία ανατράπηκε εκ των υστέρων λόγω της μη χρηματοδότησης του Υ1 από Τράπεζα, και τέλος δοθέντος ότι ουδεμίαν υποχρέωση είχε το θύμα να παραδώσει στον κατηγορούμενο τα σώματα των ως άνω συναλλαγματικών ως και δηλώσεις εξοφλήσεως του τιμήματος του ως άνω αυτοκινήτου ΒΜW χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει καταβάλει σ' αυτόν το συμφωνημένο ποσό των 5.000.000 δραχμών... Το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συνέτρεξαν οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ώθησης του στην τέλεση των ως άνω πράξεων του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (άρθρο 84 & 2 εδ. γ' ΠΚ) αφού ο παθών ουδεμία υποχρέωση είχε να παραδώσει στον κατηγορούμενο τις προαναφερθείσες συναλλαγματικές χωρίς ο κατηγορούμενος να του καταβάλει την αξία αυτών...". Σε σχέση με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ.2 γ ΠΚ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με όσα αναπτύσσει στο σκεπτικό του, που έχει ήδη εκτεθεί, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με βάση την οποία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προέκυπτε το αβάσιμο του ισχυρισμού, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής η έκθεση των επιπλέον περιστατικών που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του, λαμβανομένου υπόψη ότι, τα διαλαμβανόμενα σε αυτή (τέλεση απάτης και εκβίαση), όπως σαφώς προκύπτει από το σύνολο των πιο πάνω παραδοχών του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αποκρούονται από το Δικαστήριο ως αβάσιμα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΙV. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που ειδικώς μνημονεύει αποδείχθηκαν τα πιο πάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τα αδικήματα της οπλοκατοχής και οπλοχρησίας, καθώς και της υπεξαίρεσης, κατά την οποία ο κατηγορούμενος αναιρεσείων "παραλαβών μεθ' αυτού και την τσάντα του θύματος που αυτό είχε εναποθέσει στην θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου FΙΑΤ ΡUΝΤΟ, προκειμένου να ιδιοποιηθεί παρανόμως το περιεχόμενό αυτής χρήματα, συναλλαγματικές κλπ...", ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο αυτόν για τις εν λόγω πράξεις και ειδικότερα του ότι "....Β) Στον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο, διέπραξε το προαναφερόμενο υπό στοιχείο Α κακούργημα (της ανθρωποκτονίας σε βάρος του παραπάνω θύματος του), με τη χρήση κυνηγετικού όπλου, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. β'του Ν. 2168/1993 και συγκεκριμένα, της με αριθμό ...... μονόκανης κυνηγετικής καραμπίνας, μάρκας COLIBRI ΡΗΑΝΤΟΜ, με την οποία πυροβόλησε κατά του ανωτέρω θύματος. Γ) Στον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του, παράνομα κυνηγετικό όπλο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2168/1993 και συγκεκριμένα την προαναφερόμενη υπ' αριθμ....... μονόκανη κυνηγετική καραμπίνα μάρκας COLIBRI ΡΗΑΝΤΟΜ, χωρίς να επρόκειτο να την χρησιμοποιήσει για την άσκηση θύρας ή σκοποβολής. Δ) Στον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του και συγκεκριμένα, αμέσως μετά την τέλεση της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Ζ1 , ιδιοποιήθηκε παράνομα την εμπορική τσάντα ώμου - χειρός του θύματος χρώματος μαύρου, τύπου HOCIRAN και η οποία περιείχε το χρηματικό ποσό των 3.700.000 δραχμών περίπου (εκ των οποίων ποσό 410.000 δραχμών διέθεσε, περί ώρα 18.25 της ίδιας μέρας, για την αγορά μιας έγχρωμης τηλεοράσεως από το κατάστημα PRACTIKER Πυλαίας Θεσσαλονίκης), δύο συναλλαγματικές ποσού 4.000.000 δραχμών και 1.000.000 δραχμών αντίστοιχα λήξεως 20 Ιανουαρίου 2001, αποδοχής του, δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Υ1, με ημερομηνία 27-12-2000 και 28-12-2000 σχετικές με την αγοραπωλησία του με αριθμό κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου". Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ως προς τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας και της υπεξαίρεσης, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα και η δικαστική δαπάνη των πολιτικώς ενάγόντων που παραστάθηκαν (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/12/2007 αίτηση αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 11333/21-12-2007) του..... και ήδη κρατούμενου της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης, κατά της 315-319/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαϊου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή