Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 670 / 2013    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 670/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ.-Α. Γ., εν διαστάσει συζύγου Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ε.ς Τσιρογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κων/νο Βλάχο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 31-12-2010, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1187/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6044/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 26-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο λόγο της και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 905 ΚΠολΔ τα οριζόμενα σ' αυτό, σχετικά με την κήρυξη εκτελεστού αλλοδαπού τίτλου στην Ελλάδα και την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση, τελούν υπό την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν οι διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες, κατ' άρθρ. 28 του Συντάγματος, υπερέχουν των άρθρων 323 και 905 ΚΠολΔ. Δηλαδή τα άρθρα αυτά δεν εφαρμόζονται επί απόφασης δικαστηρίου χώρας, με την οποία η Ελλάδα έχει καταρτίσει διεθνή σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικά και μόνο εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με διατάξεις της διεθνούς σύμβασης. Τέτοια σύμβαση έχει καταρτισθεί μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Πρόκειται για την από 17-5-1993 Διμερή Σύμβαση δικαστικής αρωγής μεταξύ των κρατών αυτών, που κυρώθηκε με το ν. 2311/1995 και τέθηκε σε ισχύ από 15-9-1995. Σύμφωνα με το άρθρο 24 της συμβάσεως αυτής, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 905 παρ.4 ΚΠολΔ, η αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλβανικού δικαστηρίου, που αφορά οικογενειακή υπόθεση (άρθρ. 23 παρ.1 περ. α' της ανωτέρω διμερούς συμβάσεως), τελεί υπό την πλήρωση των εξής προϋποθέσεων: α) Αν κατά τη νομοθεσία του συμβαλλόμενους μέρους, στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση η τελευταία αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου και είναι εκτελεστή, β) αν κατά τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους, στο έδαφος του οποίου ζητείται η εκτέλεση, το δικαστήριο του μέρους αυτού δεν είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, γ) αν ο διάδικος που ερημοδίκησε και που δεν μετέσχε στη διαδικασία είχε κληθεί εμπρόθεσμα και με τον προσήκοντα τρόπο ή αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε και που δεν είχε την ικανότητα να παρίσταται σε δικαστήριο μπόρεσε να αντιπροσωπευθεί νόμιμα. Η κλήση με θυροκόλληση δεν θα λαμβάνεται υπόψη, δ) αν η απόφαση δεν είναι αντίθετη με προηγούμενη απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου μεταξύ των ίδιων μερών, σχετικά με το ίδιο αντικείμενο και επί της ίδιας ουσίας και που εκδόθηκε από το δικαστήριο του συμβαλλόμενου μέρους, στο έδαφος του οπίου η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί ή εκτελεστεί ή αν καμιά αγωγή δεν έχει εγερθεί προηγούμενα ενώπιον του δικαστηρίου του συμβαλλόμενου αυτού μέρους για την ίδια υπόθεση, ε) αν η αναγνώριση και η εκτέλεση της αποφάσεως δεν είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη ή προς τις θεμελιώδεις αρχές της νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους, στο έδαφος του οποίου πρέπει να λάβουν χώρα η αναγνώριση και η εκτέλεση της απόφασης, στ) αν η υπόθεση κατά τις διατάξεις του Ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση (323 περ.2 ΚΠολΔ), και ζ) αν ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη (323 περ.3 ΚΠολΔ). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προϋπόθεση για την αναγνώριση δεδικασμένου αλλοδαπής απόφασης, που αφορά οικογενειακή υπόθεση, όπως διαζύγιο, είναι η αναγνώριση να μην είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη. Τούτο κρίνεται σε συνάρτηση με το αν οι έννομες συνέπειες, που αυτή αναπτύσσει στην ημεδαπή αντίκεινται στις θεμελιώδεις αρχές που επικρατούν στην Ελλάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1438 ΑΚ, το διαζύγιο απαγγέλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 'Αρα αντίκειται στη δημόσια τάξη η αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης διαζυγίου πριν αυτή γίνει αμετάκλητη. Επίσης, άλλη προϋπόθεση για την ανωτέρω αναγνώριση είναι να μην έχει ασκηθεί καμία αγωγή ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση πριν από τη δημοσίευση της αλβανικής απόφασης, της οποίας ζητείται η αναγνώριση του δεδικασμένου, διότι διαφορετικά θα προσέκρουσε στην ημεδαπή δημόσια τάξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν το από τις αποδείξεις πόρισμα του δικαστηρίου σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι ανεπαρκές ή αντιφατικό. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μπορεί να εξετασθεί και ως λόγος από το εδάφιο του ιδίου άρθρου και Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος τέλεσε νόμιμο πολιτικό γάμο με την κυρίως παρεμβαίνουσα - εκκαλούσα Γ.-Α. Γ., το γένος Ν. Κ. στις 9-8-1995 στη ..., που ιερολογήθηκε κατά τα ορθόδοξο δόγμα στις 25.11.1995 στη Δάφνη Αττικής. Οι διάδικοι απέκτησαν από το γάμο αυτό δύο κόρες, τη Χ. που γεννήθηκε στις 7.5.1996 και την Ε. που γεννήθηκε στις 27.3.2001 και είναι ακόμη ανήλικες. Μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στη ... . Ο αιτών με την από 4.1.2009 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αυλώνα Αλβανίας ζήτησε τη λύση του γάμου του με την εν διαστάσει τότε σύζυγο του, την ανάθεση σ' αυτόν της επιμέλειας των άνω ανηλίκων τέκνων τους και τη συνεισφορά τής εναγομένης μητέρας τους στη διατροφή τους, δεδομένου ότι όπως αναφέρεται στην αγωγή του αυτοί είναι Αλβανοί πολίτες με βασική κατοικία των τη ... . Επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 1264/14.5.2009 απόφαση του Πρωτοδικείου Αυλώνα Αλβανίας, με την οποία λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος, ανατέθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους στον αιτούντα - εφεσίβλητο, ρυθμίστηκε η επικοινωνία της εναγομένης μητέρας τους μαζί τους και η συνεισφορά στη διατροφή τους. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα - εκκαλούσα ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνήνεσε στη λύση του γάμου της με τον αιτούντα - εφεσίβλητο, όπως άλλωστε και η ίδια συνομολογεί. Το ως άνω δε δικαστήριο "εκτιμάει σχετικά με το πρώτο μέρος της αίτησης δηλαδή τη λύση του γάμου ότι οι συμφωνούν" (βλ. σχ. 4η σελίδα της πρωτόδικης απόφασης στιχ. 6 επ. από το τέλος). Κατά της απόφασης αυτής η τότε εναγομένη άσκησε έφεση ως προς το θέμα της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 519/25.11.209 απόφαση του Εφετείου Αυλώνας Αλβανίας που την απέρριψε και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης η τότε εκκαλούσα άσκησε την από 21.12.2009 προσφυγή της στο Ανώτατο Δικαστήριο των Τιράνων, η οποία εκκρεμεί. Επομένως, η κυρίως, παρεμβαίνουσα - εκκαλούσα δεν στερήθηκε των δικαιωμάτων υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής της στη δίκη, ενώ οι διάδικοι έλαβαν γνώση και της επίδικης αλλοδαπής απόφασης που εκδόθηκε αντιμωλία τους. Εξάλλου από την υπ' αριθμ. πρωτ. 296/15.12.2010 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, που προσκομίζεται από τον αιτούντα - εφεσίβλητο, προκύπτει ότι κατά το Αλβανικό δίκαιο, αφενός μεν δεν υπάρχει η έννοια του αμετάκλητου και αφετέρου ότι "(...) σύμφωνα με το άρθρο 510 αλβ ΚΠολΔ η τελεσιδικία της απόφασης είναι επαρκής όρος για την εκτελεστότητά της. Τελεσίδικη καθίσταται μια απόφαση όταν (...) δ) η απόφαση επικυρώνεται (...) μετά την εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό (άρθρο 451 αλβ. ΚΠολΔ)". Επομένως, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 24 Ν 2311/1995 η εκτελεστότητά και το δεδικασμένο κρίνονται κατά τις διατάζεις του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, η επίδικη αλλοδαπή απόφαση παράγει δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσης της, απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της κυρίως παρεμβαίνουσας, ο οποίος επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης. Η ως άνω δε απόφαση έχει καταχωρηθεί, ως συνέπεια της δικονομικής της ωριμότητας στο Ληξιαρχείο Αυλώνος Δήμου Χειμάρας, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 420030604/7.1.2011 πιστοποιητικό Οικογενειακής κατάστασης του ως άνω Ληξιαρχείου, που βεβαιώνει την οικογενειακή τους κατάσταση ως διαζευγμένων . Ειδικότερα στο ως άνω Ληξιαρχείο, στο όνομα του αιτούντος - εφεσίβλητου και στη θέση "οικογενειακή κατάσταση" αναγράφεται συγκεκριμένα "διαζευ" δηλαδή διαζευγμένος". Από τις ανωτέρω παραδοχές του προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι, εφόσον η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση κατά της 1264/2009 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αυλώνα Αλβανίας μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, για την οποία εκδόθηκε η 519/2009 απόφαση του Εφετείου Αυλώνα Αλβανίας, που απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατέστη αυτή αμετάκλητη, κατά το κεφάλαιο της λύσεως του μεταξύ των διαδίκων τελεσθέντος γάμου και προφανώς τελεσίδικη ως προς τα λοιπά κεφάλαιά της. 'Αρα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αροιθ.1 ΚΠολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
2. Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 24 εδ. δ' της παραπάνω Ελληνοαλβανικής σύμβασης, αφού, ενώ εκκρεμούσαν αγωγές διαζυγίου και επιμέλειας τέκνων των διαδίκων ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν απέρριψε, όπως όφειλε, την αίτηση της αναιρεσείουσας για αναγνώριση δεδικασμένου στην υπ' αριθμ. 1264/2009 απόφαση του Πρωτοδικείου Αυλώνα Αλβανίας. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανελέγκτως ότι εκκρεμεί η εκδίκαση αντίθετων αγωγών διαζυγίου, ανάθεσης επιμέλειας και ρύθμισης επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Από την επισκόπηση αυτών, ήτοι των από 8-3-2010 και 11-10-2010 αντιθέτων αγωγών διαζυγίου και αντιθέσεως της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτές ασκήθηκαν με αντίστοιχη επίδοσή τους την 30-3-2010 και 13-10-2010, δηλαδή μετά την άσκηση της από 4-1-2009 αγωγής του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πρωτοδικείου Αυλώνος Αλβανίας και μετά την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων των αλβανικών δικαστηρίων. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 24 εδ. δ' της παραπάνω ελληνοαλβανικής σύμβασης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή ορίζει ως προϋπόθεση για την αναγνώριση δεδικασμένου απόφασης αλβανικού δικαστηρίου τη μη άσκηση αγωγής ενώπιον των Ελληνικών δικαστηρίων για την ίδια υπόθεση πριν από τη δημοσίευση της αλβανικής απόφασης, και άρα δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
3. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 4 και 323 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν οι διεθνείς συμβάσεις για την αναγνώριση δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση που αφορά την προσωπική κατάσταση, απαιτείται, εκτός άλλων, όπως η υπόθεση θα υπαγόταν κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, όταν τα ελληνικά δικαστήρια, υπεισερχόμενα υποθετικά στη θέση του ξένου δικαστηρίου, θα είχαν δικαιοδοσία για να δικάσουν την υπόθεση σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των ημεδαπών πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφ' όσον υφίσταται αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Τέτοια υφίσταται, κατά το άρθρο 39 του ως άνω Κώδικα, προκειμένου περί γαμικής διαφοράς, για το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων. Ειδικά για τις γαμικές διαφορές, στις οποίες περιλαμβάνεται, κατ' άρθρο 592 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, και το διαζύγιο, το άρθρο 612 αυτού θεσπίζει συντρέχουσα διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 που πι θεμελιώνει στη συνδρομή τοπικής αρμοδιότητας, με βάση την ελληνική ιθαγένεια των διαδίκων υπάγοντας τις διαφορές αυτές στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων εφόσον ο ένας από τους συζύγους είναι έλληνας και αν ακόμη δεν έχει ούτε κατοικία ή διαμονή στην Ελλάδα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 681 Β παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν οι διαφορές που αφορούν την επιμέλεια ή διατροφή ανηλίκου τέκνου ενωθούν με γαμική διαφορά, τότε το δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα και δικαιοδοσία για τη γαμική διαφορά, επειδή στην περιφέρεια του βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων, έχει τοπική αρμοδιότητα και συνακόλουθα και διεθνή δικαιοδοσία (άρθρ. 611 ΚΠολΔ) να δικάσει και τις συνενούμενες στο ίδιο δικόγραφο διαφορές για την επιμέλεια ή τη διατροφή του ανηλίκου τέκνου, λόγω της από το άρθρο 681 παρ.1Β παρ.2 του ΚΠολΔ προβλεπόμενης συνάφειας των διαφορών αυτών. (ΑΠ 672/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η υπόθεση του διαζυγίου αυτού υπαγόταν, κατά τις διατάξεις του Ελληνικού δικαίου, και στη δικαιοδοσία του ως άνω αλλοδαπού Δικαστηρίου, διότι οι διάδικοι είναι ομογενείς με αλβανική υπηκοότητα (άρθρο 611 ΚΠολΔ)". Επίσης το Εφετείο δέχτηκε, ως προς τη σώρευση στην αγωγή διαζυγίου ενώπιον των αλβανικών δικαστηρίων και των αιτημάτων διατροφής και επιμέλειας, ανελέγκτως ότι οι διάδικοι έχουν βασική κατοικία τη ... και ότι σε περίπτωση λύσης του γάμου των γονέων η άσκηση γονικής μέριμνα ρυθμίζεται στην Αλβανία από τα άρθρα 145-162 αλβανικού κώδικα οικογενείας, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου και η διατροφή αυτού. Ορθώς δε δέχτηκε ότι αλλοδαπό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να δικάσει τις στο ίδιο δικόγραφο συνενωθείσες αγωγές διαζυγίου, επιμέλειας και διατροφής τέκνων, αφού και με τις αντίστοιχες συνθήκες τα ελληνικά δικαστήρια θα είχαν διεθνή δικαιοδοσία να δικάσουν τις διαφορές αυτές. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ και άρα οι συναφείς τρίτος και τέταρτος λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
4. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 27 παρ.3 ν. 2311/1995, κατά το οποίο ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις που επιτρέπονται από τους νόμους του συμβαλλόμενου μέρους, το δικαστήριο του οποίου εξέδωσε την απόφαση με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα ουδεμία ένσταση πρόβαλε στο αλλοδαπό δικαστήριο. Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η κρίση αυτή ως πλεοναστική δεν στηρίζει το διατακτικό της και άρα πρέπει να απορριφθεί.
6. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι άλλοτε δέχεται την εφαρμογή των άρθρων 323 και 905 ΚΠολΔ και άλλοτε τις διατάξεις της παραπάνω ελληνοαλβανικής σύμβασης δικαστικής αρωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αυτός, που επικαλείται η αναιρεσείουσα ως πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν συνιστούν απαράδεκτο, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατάθεσε και προτάσεις (άρθρ. 746 εδ. β', 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2012 αίτηση για αναίρεση της 6044/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή