Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 655 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 655/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Μαρίνα Καλαϊτζή, που ανακάλεσε την από 2-11-2018 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Αντώνιο Φούσα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην …., εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Κατσαρού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 18-5-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9849/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1989/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της δεύτερης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του-, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ(και ίσχυε στην κρινόμενη υπόθεση), "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προσαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Αντιθέτως, δεν φέρει καμιά ευθύνη αν ενήργησε σύμφωνα με τους πιο πάνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός. Για τη θεμελίωση, εξάλλου της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με τη σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει, μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του. Έτσι, πέραν των παραπάνω υποχρεώσεων του ιατρού προς αποφυγή αμιγώς ιατρογενών σφαλμάτων, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι. Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 του ΑΚ (ΑΠ 687/2013). Ο ασθενής όμως, βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη. Εξάλλου, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του γι' αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται. Ο εν λόγω αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 100/2015, 145/2014).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. ΑΠ 20/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Ό λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ώστε από την ίδια την αίτηση αναίρεσης να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: "Ο κυρίως ενάγων (ήδη αναιρεσείων), λόγω των ενοχλήσεων που είχε στη βουβωνική χώρα, επισκέφθηκε την 13η-2-2009 τον 1° των κυρίως εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων), στρατιωτικό ιατρό-χειρουργό, ο οποίος αφού τον εξέτασε διέγνωσε την ύπαρξη βουβωνοκήλης στην κάτω αριστερή κοιλία, ενώ μετά από σχετική επισήμανση του κυρίως ενάγοντος, ότι σε ηλικία σαράντα ημερών είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση βουβωνοκήλης στη δεξιά κάτω κοιλία, τον εξέτασε εκ νέου και διέγνωσε υποτροπή της χειρουργηθείσας βουβωνοκήλης σε μικρό βαθμό, ήτοι χαλάρωση του τοιχώματος και δημιουργίας μιας νέας μικρής βουβωνοκήλης ... Κατόπιν τούτων μετέφερε στον κυρίως ενάγοντα την επιστημονική του γνώμη περί της αναγκαιότητας επεμβάσεως σε αμφότερες τις περιοχές και του συνέστησε να υποβληθεί στην ανάλογη αμφίπλευρη χειρουργική επέμβαση, ενέργεια που ήταν η ιατρικώς ενδεδειγμένη, λόγω της καταστάσεως που παρουσίαζε η περιοχή εκ της προαναφερθείσας υποτροπής, αλλά και του ότι αποκλειόταν η λαπαροσκοπική χειρουργική, η οποία αντενδείκνυται όταν έχει προηγηθεί άλλη επέμβαση στην κοιλιακή χώρα. Επίσης ο 1ος των κυρίως εναγομένων ενημέρωσε τον κυρίως ενάγοντα για τις συνθήκες της προτεινομένης επεμβάσεως, εξηγώντας του ότι αποτελεί μία συνήθη επέμβαση, με διάρκεια παραμονής στην κλινική μίας (1) ημέρας, με σύντομο σχετικώς χρόνο αναρρώσεως και χωρίς ιδιαίτερες επιπλοκές, αντενδείξεις ή επιπτώσεις. Μετά ταύτα ο κυρίως ενάγων αποφάσισε να υποβληθεί στην προτεινόμενη χειρουργική επέμβαση βουβωνοκήλης άμφω. Εν συνεχεία, αφού διενεργήθηκαν οι αναγκαίες προεγχειρητικές εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί η εν γένει κλινική εικόνα της καταστάσεως της υγείας του για την ασφαλή διενέργεια της επεμβάσεως και αφού υπέγραψε το σχετικό έντυπο συγκαταθέσεως ασθενούς για ιατρική πράξη, την 19η-2-2009 ο κυρίως ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση βουβωνοκήλης άμφω, χωρίς να του χορηγηθεί, προ της επεμβάσεως, αντιπηκτική αγωγή. Συγκεκριμένα η αντιπηκτική αγωγή χορηγείται στον ασθενή προ της επεμβάσεως μόνον για θεραπεία ήδη εγκατασταθείσας θρομβώσεως, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω άλλως δεν χορηγείται, καθ' όσον υπάρχει κίνδυνος να προκληθούν αιμορραγίες κατά την επέμβαση. Την αυτή γνώμη εξέφρασε και ο 1ος μάρτυρας (αποδείξεως) - ιατρός και συγγενής του κυρίως ενάγοντος, ο οποίος ερωτηθείς ειδικώς αν συνηθίζεται να χορηγείται αντιπηκτική αγωγή πριν από το χειρουργείο βουβωνοκήλης με ιστορικό ασθενούς όπως αυτό του κυρίως ενάγοντος (που δεν είχε θρόμβωση), απήντησε αρνητικώς. Η ως άνω χειρουργική επέμβαση πραγματοποιήθηκε στις ιατρικές εγκαταστάσεις του υποκαταστήματος της 2ης των κυρίως εναγόμενων, (ήδη αναιρεσίβλητης) που διατηρεί στη …. με την επωνυμία "... ..."... Βάσει της ανωτέρω συνεργασίας τους..., ο 1ος είναι προστηθείς της 2ης των κυρίως εναγομένων... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της επεμβάσεως ο 1ος των κυρίως εναγομένων διαπίστωσε ότι στο σημείο της επεμβάσεως της δεξιάς βουβωνοκήλης υπήρχε ίνωση οφειλόμενη στην προγενέστερη χειρουργική επέμβαση, ενώ παραλλήλως αντιμετώπισε επιτυχώς ένα αιμορραγούν αγγείο, με αποτέλεσμα η επέμβαση να διαρκέσει περίπου μιάμιση ώρα επί πλέον του προβλεπομένου χρόνου των δύο (2) ωρών. Τελικώς προέβη σε αριστερά τοποθέτηση ευθέως πλέγματος και βύσματος "κόινς" (κώνου) πολυπροπυλενίου "BARD XL" και δεξιά τοποθέτηση πλέγματος και βύσματος "κόινς" (κώνου) πολυπροπυλενίου "BARD L". Σημειώνεται ότι η ίνωση και η αιμορραγία δεν αναφέρονται στο, από 19-2-2009, πρακτικό χειρουργείου που υπογράφει ο 1ος των κυρίως εναγομένων, στο οποίο αναγράφεται μόνον (αυτολεξεί): "...Διάγνωση: Βουβωνοκήλη άμφω. Επέμβαση: Αποκατάσταση με τοποθέτηση ευθέος πλέγματος και βύσματος κώνου bard πολυπροπυλενίου extra-large (ΑΡ) και large (ΔΕ)...", ... Αποδείχθηκε όμως ότι το αγγείο που αιμορραγούσε και δυσκόλεψε τον 1ο των κυρίως εναγομένων, δεν ήταν η φλέβα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο κυρίως ενάγων, αλλά κάποιο παράπλευρο αγγείο..., καθ' όσον εάν ήταν η φλέβα οπωσδήποτε ο εν λόγω μάρτυρας, που ενήργησε την, κατωτέρω αναφερόμενη, αποκαταστατική επέμβαση στον κυρίως ενάγοντα, θα το αντιλαμβανόταν, δεδομένου ότι, όπως ο ίδιος κατέθεσε, το τοίχωμα των αγγείων έχει γύρω-γύρω έναν ινώδη χαλαρό συνδετικό ιστό, στον οποίο κάθε τραύμα αφήνει αποτύπωμα και δεν υπάρχει περίπτωση να μην γίνει αντιληπτός ο τραυματισμός του... Ακολούθως, ο κυρίως ενάγων, μετά την επιτυχή έκβαση της επεμβάσεως, ευρισκόμενος σε καλή κατάσταση και δυνάμενος να μετακινηθεί, παραπονούμενος μόνο για αιμωδία (μούδιασμα) στην εσωτερική επιφάνεια του δεξιού του ποδιού και για πόνο στο δεξί του εν γένει πόδι, εξήλθε της κλινικής την επόμενη ημέρα, ήτοι την 20η-2-2009, με την ένδειξη ότι υπήρχε βελτίωση, του χορηγήθηκε ωστόσο φαρμακευτική αγωγή με αντιβίωση (Ceclor/500 mg), αλλά και με παυσίπονα (Lonalgal), λόγω πόνου που αισθανόταν στο δεξί του πόδι, ο οποίος όμως ενόψει της επεμβάσεως κρίθηκε αναμενόμενος και ευλόγως δεν προξένησε ανησυχία στον 1ο των κυρίως εναγομένων... Την 26η-2-2009 και στην προγραμματισμένη επίσκεψη του κυρίως ενάγοντος για τον αναγκαίο μετεγχειρητικό έλεγχο, επειδή διαπιστώθηκε ότι ο πόνος στο δεξί του πόδι παρέμενε, ο 1ος των κυρίως εναγομένων συνέστησε την συνέχιση λήψεως παυσίπονων και επανεξέταση. Παρόλα αυτά όμως ο πόνος στο δεξί του πόδι δεν υποχωρούσε, ενώ δέκα πέντε (15) περίπου ημέρες μετά την επέμβαση άρχισε να παρουσιάζει μετεγχειρητικό οίδημα και διαλείπουσα χωλότητα στη βάδιση... Εντεύθεν αποδεικνύονται αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του κυρίως ενάγοντος περί του ότι το απόγευμα της 19ης-2-2009, ήτοι της ημέρας που χειρουργήθηκε, εμφάνισε στην κλινική οίδημα στο δεξιό του πόδι και δη από τον μηρό έως τα δάχτυλα, καθώς και περί του ότι το εν λόγω οίδημα, συνοδευόμενο με δυσκολία στη βάδιση, υπήρχε και την 26η-2-2009, όταν έγινε ο μετεγχειρητικός έλεγχος από τον 1ο των κυρίως εναγομένων, ο οποίος και στις δυο περιπτώσεις, κατά τον κυρίως ενάγοντα, φέρεται να αδιαφόρησε... Τα ανωτέρω διαγνώσθηκαν από τον 1ο των κυρίως εναγομένων για πρώτη φορά την 5η-3-2009, κατά την επίσκεψη του κυρίως ενάγοντος, στον οποίο συνέστησε να υποβληθεί σε εξέταση triplex αρτηριών φλεβών κάτω άκρων άμφω... Πράγματι ο κυρίως ενάγων υπεβλήθη στην εν λόγω εξέταση την 9η-3-2009, που κατέδειξε: "... Ανάδειξη ελάχιστης ροής στην κοινή και επιπολής μηριαία φλέβα (αρχόμενη θρόμβωση). Ανάδειξη ροής στην κοινή και επιπολής μηριαία αρτηρία με διεύρυνση του φάσματος ροής και μονοφασικό κύμα ροής (στένωση-πίεση κεντρικότερα). Αντιδραστικού τύπου λεμφαδένες στην μηροβουβωνική περιοχή...".
Λόγω των ανησυχητικών ευρημάτων της εν λόγω εξετάσεως την επομένη ημέρα, ήτοι την 10η-3-2009, ο κυρίως ενάγων, μετά από σχετική καθοδήγηση αλλά και παρευρισκομένου του 1ου των κυρίως εναγομένων, εξετάστηκε από τον αγγειοχειρουργό Π. Π., ο οποίος διέγνωσε "... οίδημα ΔΕ σκέλους με ... φλεβικής θρόμβωσης ... χρήζει άμεσου ελέγχου με μαγνητική...". Ενόψει του κατεπείγοντος της καταστάσεως της υγείας του κυρίως ενάγοντος, όπως είχε διαγνωστεί από τον ως άνω αγγειοχειρούργο και μετά από την παραπεμπτική ιατρική γνωμάτευση του τελευταίου, υποβλήθηκε αυθημερόν (10-3-2009) σε μαγνητική τομογραφία, η οποία κατέδειξε θρόμβωση της δεξιάς έξω λαγονίου φλέβας, καθώς και μη σκιαγράφηση στο άνω ήμισυ της δεξιάς έξω λαγονίου αρτηρίας ... και του χορηγήθηκε αντιπηκτική αγωγή. Κρίνεται ως εκ τούτου αβάσιμος ο ισχυρισμός του κυρίως ενάγοντος, περί του ότι ο 1ος των κυρίως εναγομένων κινητοποιήθηκε μεταγενεστέρως, ήτοι ότι τον έφερε σε επαφή με τον προαναφερόμενο αγγειοχειρουργό Π. Π., αφότου είχε θορυβηθεί από τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας, στην οποία τον προέτρεψε να υποβληθεί ο μάρτυρας αποδείξεως ιατρός καρδιολόγος-κουνιάδος του, καθ' όσον από την προσκομιζόμενη, από 10-3-2009, γνωμάτευση του Π. Π., σαφώς προκύπτει ότι, όταν ο κυρίως ενάγων επισκέφθηκε τον προαναφερόμενο αγγειοχειρούργο δεν είχε υποβληθεί ακόμη σε μαγνητική τομογραφία, αλλά αντιθέτως παραπέμφθηκε προς τούτο και αυθημερόν από τον ιατρό Π., ενώ του χορηγήθηκε και αντιπηκτική αγωγή, με τη σύμφωνη γνώμη και του 1ου των κυρίως εναγομένων, ο οποίος παρευρισκόταν στην εν λόγω συνάντηση ... Κατόπιν τούτου ο κυρίως ενάγων την 17η-3-2009 επισκέφθηκε τον ιατρό - καθηγητή αγγειοχειρουργικής Δ. Κ., ο οποίος λόγω της κρισιμότητος της καταστάσεως της υγείας του, του συνέστησε την άμεση διενέργεια αποκαταστατικής επεμβάσεως στην παθούσα περιοχή. Ο κυρίως ενάγων δεν αποφάσισε αμέσως την επέμβαση, τελικώς όμως την 30η-3-2009 εισήχθη στην Α' Πανεπιστημιακή Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου ... με διάγνωση "ισχαιμία ΔΕ σκέλους - απόφραξη λαγονίου ΔΕ" και την επομένη ημέρα (1-4-2009) υπεβλήθη σε επέμβαση λαγονομηριαίου bypass ΔΕ...". Από το Νοσοκομείο εξήλθε την 8η-4-2009 και επανήλθε προς αφαίρεση των ραμμάτων την 14-4-2009... Σύμφωνα δε με το πρακτικό του χειρουργείου που συντάχθηκε από τον προαναφερόμενο αγγειοχειρουργό Δ. Κ. "...διανοίχθηκε το σημείο στο οποίο είχε τοποθετηθεί το πλέγμα βουβωνοκήλης .... Διαπιστώθηκε έντονη ίνωση-αντίδραση στην περιοχή του πλέγματος που είχε προκαλέσει εξωτερική έλξη - πίεση στην ΔΕ μηριαία αρτηρία. Ράμματα καθήλωσης του πλέγματος δεν αναγνωρίστηκαν να πιέζουν ή να έχουν συρράψει την αρτηρία ή τη φλέβα. Αντίθετα αναγνωρίστηκε διάταση της έξω λαγονίου αρτηρίας, ενδεικτική χρόνιας πίεσης - στένωσης της κοινής μηριαίας (από την παλιά επέμβαση). Λόγω της διάτασης της έξω λαγονίου αποφασίστηκε παράκαμψη με PTFE 8 mm μόσχευμα και όχι πρωτογενής αποκατάσταση. Διενεργήθηκε λαγονομηριαίο By Pass. ΜΤΧ ψηλαφητές σφίξεις σφυρών. Στη συνέχεια έγινε αποκατάσταση των ανατομικών δομών του βουβωνικού συνδέσμου ....". Μετά και την τελευταία αυτή επέμβαση, ο κυρίως ενάγων φέρει το προαναφερόμενο μόσχευμα, χωρίς να έχει αποκατασταθεί πλήρως η υγεία του, καθώς έχει αναπτύξει μεταθρομβωτικό σύνδρομο, ήτοι μόνιμο και μη αποκαθιστάμενο εφ' όρου ζωής οίδημα, ενώ ομοίως εφ' όρου ζωής υποβάλλεται σε φαρμακευτική αντιπηκτική αγωγή με το φάρμακο "Plavix". Βάσει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι η προμνησθείσα σωματική βλάβη που υπέστη ο κυρίως ενάγων δεν οφείλεται σε ιατρικό σφάλμα συνεπεία πλημμελούς ιατρικής συμπεριφοράς του 1ου των κυρίως εναγόμενων. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η σύσταση για το είδος και η εν τέλει χειρουργική επέμβαση που πραγματοποίησε ο τελευταίος και στις δύο βουβωνοκήλες του κυρίως ενάγοντος ήταν η ενδεδειγμένη και μάλιστα διενεργήθηκε με την μέθοδο της ανοιχτής επεμβάσεως, που ήταν απολύτως ορθή, λόγω της προηγηθείσας προ πολλών ετών επεμβάσεως στην ίδια περιοχή, γεγονός που αποτελεί σαφή αντένδειξη για τη χρήση της λαπαροσκοπικής μεθόδου. Η ορθή ιατρική πρακτική και συμπεριφορά του 1ου των εναγόμενων διαπιστώθηκε και κατά την διάρκεια της δεύτερης επεμβάσεως από τον αγγειοχειρουργό Δ. Κ., καθ' όσον αποδείχθηκε ότι χρησιμοποίησε τα ενδεδειγμένα υλικά (πλέγμα πολυπροπυλενίου "BARD XL" και "BARD L" και βύσματα "κόινς"), τα οποία ομοίως τοποθέτησε με τον κατάλληλο τρόπο, χωρίς να προκαλέσει οιοδήποτε τραυματισμό ή κάκωση στην φλέβα ή την αρτηρία και ιδίως χωρίς να συρράψει το πλέγμα σε οιοδήποτε αγγείο... Ομοίως ενδεδειγμένη και επιμελής ήταν η μετεγχειρητική αντιμετώπιση της καταστάσεως της υγείας του κυρίως ενάγοντος. Ειδικότερα, ο 1ος των κυρίως εναγομένων, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ασθενούς, όπως βάρος, ηλικία, καθώς και ιατρικό ιστορικό ελλείψεως σοβαρών παθήσεων και ιδίως θρομβοφιλίας, ορθώς εφήρμοσε τις κατευθυντήριες οδηγίες ("guide lines"), σύμφωνα με τις οποίες, προκειμένου περί ασθενούς νέου που δεν είναι παχύσαρκος, δεν έχει ιστορικό φλεβικής θρομβώσεως ή θρομβοφιλίας (όπως πράγματι συνέβαινε στην περίπτωση του κυρίως ενάγοντος, ο οποίος όταν χειρουργήθηκε ήταν 37 ετών), δεν χορηγείται προληπτική αντιπηκτική αγωγή, η οποία χορηγείται μεν προς αποφυγή εγκαταστάσεως θρομβώσεως εφόσον υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις, άλλως δεν χορηγείται, διότι από μόνη της δεν είναι άμοιρη προβλημάτων, δεδομένου ότι μπορεί να προκαλέσει ένα, σπάνιο μεν, πλην θανατηφόρο σύνδρομο (ο μάρτυρας ανταποδείξεως Δ. Κ. το ονόμασε "κιβ"). Σύμφωνα δε με τις ως άνω κατευθυντήριες οδηγίες, το γεγονός ότι ο ασθενής είχε υποβληθεί στο παρελθόν σε μια παραπλήσια επέμβαση (όπως ο κυρίως ενάγων), δεν αποτελεί ένδειξη για χορήγηση προληπτικής αντιπηκτικής αγωγής, ούτε το εύρημα της ινώσεως από την προηγηθείσα προ ετών επέμβαση, αυτό καθ' εαυτό, ήτοι χωρίς επιπρόσθετες ενδείξεις, όπως οι προαναφερθείσες στις ως άνω κατευθυντήριες οδηγίες, συνιστούσε ένδειξη προφυλακτικής αντιπηκτικής αγωγής... Έτσι ο 1ος των κυρίως εναγομένων ακολούθησε την ενδεδειγμένη ιατρικώς αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής καταστάσεως της υγείας του κυρίως ενάγοντος αναλόγως με το πώς αυτή εξελισσόταν, σε συνάρτηση με τα ευρήματα που ανέκυπταν σε κάθε εξέταση. Συγκεκριμένα, εφόσον δεν παρουσιάστηκε κάποια εμφανής επιπλοκή μετεγχειρητικώς, την επομένη της επεμβάσεως, ο κυρίως ενάγων εξήλθε της κλινικής της 2ης των κυρίως εναγομένων, λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή με παυσίπονα και αντιβίωση, η οποία ... ήταν ενδεδειγμένη κατά τον χρόνο εκείνο ... ενώ συνεχίστηκε με ήπια αντιμετώπιση και όταν, μετά από την προγραμματισμένη εξέταση του κατά την 26η-2-2009, το μόνο που είχε διαπιστωθεί (ελλείψει ενδείξεων οιδήματος ή χωλότητος) ήταν ο πόνος του κυρίως ενάγοντος στο δεξί του πόδι. Όταν όμως ο κυρίως ενάγων μερικές ημέρες αργότερα άρχισε να παραπονείται και για οίδημα, ο 1ος των κυρίως εναγομένων, αφού πράγματι το διαπίστωσε και ο ίδιος κατά την εξέταση του ασθενούς την 5η-3-2009, του υπέδειξε την εξέταση triplex και αμέσως μετά τη μαγνητική τομογραφία, οπότε έχοντας πλέον ασφαλή διάγνωση αντικειμενικών ευρημάτων θρομβώσεως, τότε μόνο συνήνεσε στη χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού εκθέτει και σχολιάζει τα ιατρικά πορίσματα των ιατρών Λ. Π. και R. H. και την ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Φ. Κ. και του, επίσης, ειδικού ιατροδικαστή-ιατρού Δημοσίας Υγείας Σ. Τ., συνεχίζει, "... Δεν αποδείχθηκε τραυματισμός κάποιου αγγείου δια της συρραφής του με το πλέγμα, ούτε κάποια επιμόλυνση της περιοχής, καθ' όσον δεν διαγνώσθηκε τέτοια από τον αγγειοχειρούργο Δ. Κ. κατά την αποκαταστατική της θρομβώσεως επέμβαση. Άλλωστε προς αποφυγήν τέτοιας επιπλοκής χορηγήθηκε στον κυρίως ενάγοντα αντιβίωση κατά την έξοδό του από την κλινική. Τέλος, όσον αφορά την "κακή τεχνική" που αποδίδεται στον 1ο των κυρίως εναγομένων, λόγω της γενικολόγου διατυπώσεώς της χωρίς εξειδίκευση σε τι συνίσταται, δεν αξιολογείται. Βάσει των ανωτέρω η δυσμενής μετεγχειρητική εξέλιξη της υγείας του κυρίως ενάγοντος οφείλεται, αναφορικώς με τη φλεβική θρόμβωση, σε γνωστή μεν επιπλοκή σε ανάλογες επεμβάσεις, ωστόσο δεν μπορεί κατά την ιατρική πρακτική ούτε να προληφθεί ούτε και να αποκλειστεί με οιονδήποτε τρόπο, ενώ ακόμα και αν ο ασθενής ενημερωθεί για την πιθανότητά της (εδώ αποδείχθηκε ότι ενημερώθηκε μεν για "...πιθανές επιπλοκές - άμεσες και απώτερες - που μπορεί να προκύψουν..." από την επέμβαση, όχι όμως ειδικώς για την πιθανή επιπλοκή της φλεβικής θρομβώσεως στην, υπό χειρουργική επέμβαση, δεξιά του κοιλία - βλ. το έντυπο υπό τον τίτλο "Συγκατάθεση ασθενούς για ιατρική πράξη", που υπέγραψε ο κυρίως ενάγων), τούτο δεν συνεπάγεται ότι υπάρχει αντένδειξη για την διενέργεια της επεμβάσεως βουβωνοκήλης, η αναγκαιότητα της οποίας, όπως εν προκειμένω, κρίνεται σαφώς υπέρτερη της όποιας επιπλοκής, που κατά την κοινή πείρα, είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς να αποδίδεται σε ιατρικό σφάλμα, όπως άλλωστε συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση. Άλλωστε και ο ίδιος ο κυρίως ενάγων, δεν ισχυρίζεται επιπροσθέτως (για να προκύψει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλουμένης ως άνω παραλείψεως του 1ου των κυρίως εναγομένων και της βλάβης του σώματος και της υγείας του), ότι, αν είχε ειδική ενημέρωση για πιθανή μετεγχειρητική επιπλοκή φλεβικής θρομβώσεως, δεν θα συναινούσε να υποβληθεί στην εν λόγω διπλή χειρουργική επέμβαση.... Αναφορικώς δε με την απόφραξη της αρτηρίας, αποδείχθηκε ότι λόγω της προηγηθείσας (όταν ο κυρίως ενάγων ήταν βρέφος) χειρουργικής επεμβάσεως, δημιουργήθηκε στο σημείο εκείνο μια πολύ μεγάλου βαθμού στένωση σε τμήμα της αρτηρίας με επακολουθούσα της στενώσεως μιας μεγάλης διατάσεως, που είναι αποτέλεσμα της ροής του αίματος διά της στενώσεως και προϋποθέτει χρονιότητα και, αφενός προϋπήρχε της δευτέρας επεμβάσεως, ήτοι αυτής που πραγματοποίησε ο 1ος των κυρίως εναγομένων, αφετέρου δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον τελευταίο, έγινε δε αντιληπτή από τον αγγειοχειρουργό Δ. Κ. μόνον όταν πραγματοποίησε την, αποκαταστατική της θρομβώσεως, επέμβαση. Προκλήθηκε δε η θρόμβωση της αρτηρίας λόγω της ανωτέρω στενώσεως, με αφορμή όμως την προμνησθείσα επιπλοκή, ήτοι της φλεβικής θρομβώσεως, που οδήγησε σε ελάττωση της αρτηριακής ροής ... Και τούτο διότι η "στένωση αγγείων", ήτοι της αρτηρίας, προϋπήρχε της επιμάχου επεμβάσεως που πραγματοποίησε ο 1ος των κυρίως εναγόντων, ενώ δεν υπήρξε τραυματισμός αγγείων, ... Σημειώνεται ότι η αυτή ως άνω κρίση διαλαμβάνεται και στην, από 20-4-2011, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού Κ. Χ. που συντάχθηκε, κατόπιν του υπ' αριθμ. 487/28-3-2014 διορισμού του από τον Πταισματοδίκη του Ε' τμήματος του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, ενόψει της, από 5-10-2010, μηνύσεως που υπέβαλε ο κυρίως ενάγων κατά του 1ου των κυρίως εναγομένων για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας, την οποία (μήνυση) ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 42/2012 διάταξή του την απέρριψε ως αβάσιμη". Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, απέρριψε την από 5-7-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 9849/2013 απόφασης του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την από 20-9-2010 αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία εδίωκε την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της επικαλούμενης σωματικής του βλάβης από την αμέλεια του προστηθέντος από την δεύτερη αυτών, πρώτου, ιατρού.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του ν.3418/2005 σε συνδυασμό με αυτών του άρθρου 5 του ν. 2619/1998 (και όχι 2018, όπως από προφανή παραδρομή εκθέτει), διότι (κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου) ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων παρέλειψε να τον ενημερώσει για την ενδεχόμενη επιπλοκή της θρόμβωσης ώστε να λάβει την έγκυρη συναίνεση του για την πραγματοποιηθείσα εγχείρηση. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον με την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ο αναιρεσείων πλήττει την μη αναιρετικώς ελεγχόμενη αντίθετη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, που, με την παραδοχή ότι η έλλειψη ενημέρωσης για το ενδεχόμενο αυτής της συγκεκριμένης επιπλοκής δεν θα απέτρεπε τη συναίνεσή του στην πραγματοποίηση της επέμβασης, -η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς υπέρτερη της όποιας επιπλοκής-, απέκλεισε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ της παράλειψης αυτής του πρώτου αναιρεσίβλητου και της επελθούσας σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 12/2008). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ότι έχει ο αναιρεσείων, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 600/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη, α) την από 3-2-2011 ένορκη κατάθεση της συζύγου του Ό. Α. ενώπιον του Πταισματοδίκη του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης και β)την από 11-5-2011 ένορκη κατάθεση του Η. Α. ενώπιον του Πταισματοδίκη Λάρισας, τις οποίες είχε νόμιμα επικαλεσθεί και ήταν κρίσιμες για την απόδειξη της αγωγής του. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες παραδοχές και αιτιολογίες της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τις ανωτέρω δύο ένορκες καταθέσεις.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 527/2008). Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα διαδικαστικά, μεταξύ των οποίων, τα πρακτικά του δικαστηρίου κατά το μέρος τους που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο για την ένδικη διαφορά (ΑΠ 1278/2008, 300/2006), ούτε τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη η Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα βεβαιούμενα με όρκο από το μάρτυρα (ΑΠ 704/2017, 545/2014). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενο του και το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 1354/2017). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 25/2003, 2, 12/2000), ούτε τα αποδεικτικά μέσα και η εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, γιατί ανήκει στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1449/2008, 579/2007), ενώ δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 45/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση πλημμελειών (και) από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 20 και 19 ΚΠολΔ, ότι το επικαλούμενο από την προσβαλλόμενη απόφαση "έντυπο συναίνεσης" ανήκει στον αναισθησιολόγο και όχι στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, όπως δέχθηκε το Εφετείο, παραμορφώνοντας το περιεχόμενό του, 2)με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ' επίκληση πλημμελειών από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ.1, 8, 10, 19 και 20 ΚΠολΔ, ότι δεχόμενη πως "ο αναιρεσείων, μετά την επιτυχή έκβαση της επέμβασης, ... δυνάμενος να μετακινηθεί παραπονούμενος μόνο για αιμωδία (μούδιασμα) στην εσωτερική επιφάνεια του δεξιού του ποδιού ... εξήλθε ... με την ένδειξη ότι υπήρχε βελτίωση ... την 26-2-2009 επειδή διαπιστώθηκε ότι ο πόνος στο δεξί του πόδι παρέμενε, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων συνέστησε την συνέχιση λήψεως παυσίπονων και επανεξέταση... ενώ δεκαπέντε περίπου ημέρες μετά την επέμβαση άρχισε να παρουσιάζει μετεγχειρητικό οίδημα και διαλείπουσα χωλότητα στη βάδιση", δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη ως αληθινά παρερμηνεύοντας ταυτόχρονα και τα πρωτόδικα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά του δικαστηρίου, στα οποία περιέχονταν οι καταθέσεις των μαρτύρων, ενώ αιτιολόγησε αντιφατικά την κρίση του επί αποσπάσματος της κατάθεσης του μάρτυρος του Η. Α., 3) με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 8, 10, 19 και 20 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή του Εφετείου, ότι οι εξετάσεις του αναιρεσείοντος με τρίπλεξ αρτηριών και φλεβών κάτω άκρων και η χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής έγινε με πρωτοβουλία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, παρερμηνεύοντας και παραμορφώνοντας παρά το νόμο το περιεχόμενο των πρωτόδικων πρακτικών και παίρνοντας επιλεκτικά προτάσεις από τις καταθέσεις των μαρτύρων και 4)με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 8, 10, 19 και 20 ΚΠολΔ, ότι, με την παραδοχή του "αναφορικά με την απόφραξη της αρτηρίας, αποδείχθηκε ότι λόγω της προηγηθείσας, όταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ήταν βρέφος, χειρουργικής επεμβάσεως, δημιουργήθηκε στο σημείο εκείνο μία πολύ μεγάλου βαθμού στένωση σε τμήμα της αρτηρίας, με επακολουθούσα της στενώσεως μιας μεγάλης διατάσεως, που είναι αποτέλεσμα της ροής του αίματος διά της στενώσεως και προϋποθέτει χρονιότητα και προϋπήρχε της δευτέρας επεμβάσεως ήτοι αυτής που πραγματοποίησε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ενώ δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον τελευταίο ... προκλήθηκε δε η θρόμβωση της αρτηρίας λόγω της ανωτέρω στενώσεως, με αφορμή όμως την προηγηθείσα επιπλοκή, ήτοι της φλεβικής θρομβώσεως που οδήγησε σε ελάττωση της αρτηριακής ροής", παρερμήνευσε συστηματικά και παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υφισταμένων καταθέσεων στα πρωτόδικα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της δίκης, "διαμορφώνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες". Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι. Ειδικότερα: Ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει το ακριβές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου της έγγραφης συναίνεσης, σε τι έγκειται η παραμόρφωσή του (ως τέτοια δεν μπορεί να εκληφθεί το ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "ανήκει" στον αναιρεσίβλητο), και ποιό είναι το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της επικαλούμενης παραμόρφωσης. Οι λοιποί (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος) λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, εφόσον τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά που περιέχουν τις καταθέσεις μαρτύρων της συγκεκριμένης δίκης δεν είναι αποδεικτικά, αλλά είναι διαδικαστικά έγγραφα και δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση, κατά την προαναφερθείσα έννοια. Οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που γίνεται επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αφενός μεν διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά συνιστούν αρνητικά περιστατικά αυτών που γίνεται επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο, αφετέρου δε διότι με την επικαλούμενη "παρερμηνεία", με την έννοια της εσφαλμένης εκτίμησης των μαρτυρικών καταθέσεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Οι ίδιοι λόγοι (τρίτος, τέταρτος και πέμπτος) κατά την επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, εφόσον οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί που έγιναν δεκτοί δεν αποτελούν πράγματα (πέραν του ότι δεν εκτίθεται και το στοιχείο της μη επίκλησης αυτών). Ο τρίτος λόγος, κατά το μέρος που γίνεται επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται ποιά διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε και πώς με την σχετική παραδοχή του Εφετείου. Ο ίδιος λόγος (τρίτος), κατά την επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η αντίφαση, πέραν του ότι δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αφού η πλημμέλεια αυτή πλήττει την ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματος. Ο πέμπτος λόγος κατά την επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται τι επιπλέον έπρεπε να περιλαμβάνει η σχετική παραδοχή για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη και σε τι συνίσταται η αντίφαση. Τέλος, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης, κατά την επικαλούμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτοι ως αόριστοι, λόγω μη επίκλησης των στοιχείων που προβλέπει ο νόμος για την στοιχειοθετούμενη με την ανωτέρω διάταξη έλλειψη νόμιμης βάσης, πέραν του ότι με την κατ' επίφαση επίκληση της εν λόγω πλημμέλειας (στα πλαίσια της οποίας ο αναιρεσείων εκθέτει το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων, ενώ αντικρούει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης) πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να επιδικαστεί αυτοτελής δικαστική δαπάνη για καθένα από αυτούς, που από υπερβολική πρόνοια, έχουν παραστεί στην αναιρετική δίκη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, αφού και οι δύο είχαν το ίδιο συμφέρον για απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και δεν υπήρχε ανάγκη αυτοτελούς υπεράσπισης. (ΑΠ 1065/2014).
Συνεπώς, πρέπει να επιδικαστεί μία μόνο δικαστική δαπάνη, επιμεριζόμενη μεταξύ τους σε ίσα μέρη και προσαυξανόμενη, ως προς την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με ποσοστό 5% για καθέναν πέραν του ενός από τους εντολείς τους (άρθρα 176, 183 και 189 παρ. 2 ΚΠολΔ, 75 παρ. 1 ν. 4194/2013), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2017 αίτηση του Κ. Π. για αναίρεση της 1989/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα πέντε (2.835) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή