Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1741 / 2011    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1741/2011



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.



Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Α. Β. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μάλλιο, ο οποίος διορίσθηκε αυτεπάγγελτα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 52/2011 Πράξη, περί αναιρέσεως της 644/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενη και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1509/2010.



Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ



Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την 644/2010 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική κάθειρξη δέκα (10) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της Γενικής Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή άνω των 50.000.000 δρχ ή 146.735,14 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην οποία περιλαμβάνονται παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδ.α' του Ν. 1608/50 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου", όπως ισχύει μετά το Ν. 1738/1987. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 386 για απάτη "εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 α του ΠΚ (όπως ο αριθμός αυτός διορθώθηκε με το άρθρο 2 Ν. 1877/1990) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ (που μετά το άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 2408/96 αυξήθηκε σε 50.000.000 δρχ) επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Με το άρθρο 263 α του ΠΚ που προαναφέρθηκε, ορίστηκε ειδικώς και αυτοτελώς και ένα είδος "Δημόσιου Τομέα" για τις ανάγκες των υπηρεσιακών εγκλημάτων. Επομένως, η επαναοριοθέτηση και περιστολή που ακολούθησε με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 στον από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 προβλεπόμενο γενικά Δημόσιο Τομέα, δεν επέφερε και αντίστοιχο περιορισμό του (Δημόσιου Τομέα) που ορίστηκε με το άρθρο 263 α του ΠΚ, ούτε κατ' επέκταση αντίστοιχη συστολή και του ως άνω άρθρου 1 του ν. 1608/1950, αφού απέφυγε να εκφράσει τέτοια βούληση ο νομοθέτης (ΑΠ 1191/2001, ΑΠ 1155/2000). Περαιτέρω, το άρθρο 16 παρ. 2 του ΝΔ 2476/1953, όρισε ότι "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση δια πολλών μερικωτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρο προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, καθώς επίσης και δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψιν το όλον περιεχόμενον των μερικωτέρων πράξεων". Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι: από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας, και την ανώμοτη κατάθεση του εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας, οι οποίες αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που (αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, ο κατηγορούμενος Α. Β. ήταν νόμιμος, εκπρόσωπος και διαχειριστής των αναφερόμενων στο διατακτικό τριών εταιρειών και για τη χρηματοδότηση των εταιρειών αυτών συνεργαζόταν με την εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα Γενική Τράπεζα της Ελλάδος (Υποκατάστημα Ν. Φαλήρου), έχοντας συνάψει με αυτήν και υπό την ανωτέρω ιδιότητά του τις επίσης στο διατακτικό αναφερόμενες τρεις συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Οι συμβάσεις αυτές λειτούργησαν ομαλά μέχρι τις αρχές του έτους 1998 και οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί εξυπηρετούντο τακτικά με πιστωτικά κονδύλια των εταιρειών βάσει τραπεζικών επιταγών και συναλλαγματικών πελατών τους τις οποίες ενεχείριζε ο κατηγορούμενος στην ειρημένη Τράπεζα ως ενέχυρο και οι οποίες επληρώνοντο κανονικά στη λήξη τους. Κατά το έτος 1997 οι εν λόγω εταιρείες παρουσίασαν οικονομικά προβλήματα και μειώθηκε ο κύκλος των εργασιών τους, με αποτέλεσμα να μην έχουν πλέον στη διάθεσή τους ικανά αξιόγραφα πελατών τους για να παραδώσουν ως ενέχυρο στην εγκαλούσα Γενική Τράπεζα και να συνεχισθεί έτσι, ως ανωτέρω, η χρηματοδότησή τους μέσω των προαναφερθεισών συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού. Ενόψει της καταστάσεως αυτής και προκειμένου να επιτύχει τη συνέχιση της χρηματοδότησης των εταιρειών του ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια του έτους 1998 και σε χρόνους που δεν προσδιορίστηκαν ακριβώς παράδωσε στους αρμόδιους υπαλλήλους της μηνύτριας Τράπεζας εκατόν τριάντα τρεις (133) εν συνόλω Τραπεζικές επιταγές και συναλλαγματικές, όπως τα αξιόγραφα αυτά με τα επιμέρους στοιχεία τους αναφέρονται στο διατακτικό, τις οποίες (επιταγές και συναλλαγματικές) εμφάνισε ως γνήσιες, αντιπροσωπεύουσες πραγματικές οφειλές τρίτων (πελατών) προς τις εταιρείες με βέβαιη την πληρωμή τους κατά την λήξη τους, οι οποίες εταιρείες εφέροντο ως νόμιμες κομίστριες των ανωτέρω αξιόγραφων. Τα αξιόγραφα όμως αυτά ήταν πλαστά και δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές οφειλές, καθόσον ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε θέσει κατ' απομίμηση στη θέση του εκδότη ή αποδέκτη των αξιόγραφων την υπογραφή των αναφερόμενων πελατών των εταιρειών του και τη σφραγίδα της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας εν αγνοία των προσώπων αυτών και χωρίς τη συναίνεσή τους, σε όσες δε περιπτώσεις τα εμφανισθέντα αξιόγραφα ήταν γνήσια δεν αντιπροσώπευαν και πάλι πραγματικές συναλλαγές και οφειλές προς τις εταιρείες, αλλά ήταν συναλλαγματικές ευκολίας ή είχαν ανακληθεί λόγω μη τηρήσεως των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους των εταιρειών. Με τον τρόπο αυτόν, την εμφάνιση δηλαδή των πλαστών αξιόγραφων ως γνησίων κ.λ.π., που συνιστά εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ο κατηγορούμενος έπειθε τους υπαλλήλους της Τράπεζας να λαμβάνουν ως γνήσια και αυτοί ελάμβαναν τα αξιόγραφα αυτά και καταχωρούσαν στα πιστωτικά κονδύλια των αλληλόχρεων λογαριασμών τους αντίστοιχα ποσά (των πλαστών αξιόγραφων) τα οποία (ποσά) και εκταμίευαν στα πλαίσια των λογαριασμών και τα κατέβαλλαν στον κατηγορούμενο για λογαριασμό των εταιρειών του, ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαιναν οι τραπεζικοί υπάλληλοι αν εγνώριζαν την αλήθεια, ότι δηλαδή τα εμφανιζόμενα αξιόγραφα δεν ήταν γνήσια και δεν επρόκειτο να πληρωθούν κατά τη λήξη τους, ως ανωτέρω, κατέβαλαν δε έτσι οι υπάλληλοι της μηνύτριας Τράπεζας στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 527.324.831 δραχμών, το οποίο ο τελευταίος εισέπραξε για λογαριασμό των ειρημένων εταιρειών που εκπροσωπούσε. Η πράξη αυτή του κατηγορουμένου αποκαλύφθηκε όταν οι επιταγές και οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στις πληρώτριες Τράπεζες οι πρώτες, και κατά τη λήξη τους οι δεύτερες, ενώ διαταγές πληρωμής που εξέδωσε η εγκαλούσα Τράπεζα εις βάρος των φερομένων ως υπόχρεων προσώπων ακυρώθηκαν κατόπιν ασκήσεως ανακοπών εκ μέρους των τελευταίων, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι τα αξιόγραφα αυτά ήταν πλαστά και κατονόμασαν ως πλαστογράφο τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου ήταν παρών, δεν αρνήθηκε την πράξη του, ισχυρισθείς ότι προέβη σ' αυτήν λόγω των οικονομικών του προβλημάτων και προκειμένου να μην δείξει την οικονομική του αδυναμία στην Τράπεζα (βλ. αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης). Κατά το ειρημένο ποσό των 527.324.831 δραχμών ζημιώθηκε η εγκαλούσα Τράπεζα, πλέον εξωλογιστικών τόκων καθώς και δικαστικών εξόδων ύψους 25.597.350 δραχμών στα οποία υποβλήθηκε η ίδια προκειμένου να προβεί στην είσπραξη των επιταγών και συναλλαγματικών ως ανωτέρω (έκδοση διαταγών πληρωμής, αντίκρουση σχετικών ανακοπών), μην γνωρίζοντας την πλαστότητα των αξιόγραφων, προέβη δε ο κατηγορούμενος στις πράξεις του αυτές, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και από τις οποίες προκλήθηκε η προαναφερθείσα βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσης Τράπεζας, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος και οι εκπροσωπούμενες από αυτόν εταιρείες παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 527.324.831 δραχμών. Η κατά τα ανωτέρω ζημία της εγκαλούσης είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ήδη των 146.735,14 Ευρώ, από την επανειλημμένη δε και κατόπιν μεθοδεύσεως τέλεση της πράξης εκ μέρους του κατηγορουμένου προκύπτει σκοπός του ιδίου για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξεως για την οποία εδώ κατηγορείται (κακουργηματική απάτη εις βάρος της Γενικής Τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή) και την οποία στοιχειοθετούν τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρ. 84§2 δ' του Π.Κ.) που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως και απορριπτόμενου του αιτήματός του για αναγνώριση και του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84§2 α' του Π.Κ.), αφού ο κατηγορούμενος προ της τελέσεως της προκειμένης εξακολουθητικής απάτης είχε τελέσει πληθώρα άλλων εγκληματικών πράξεων για τις οποίες και έχει καταδικασθεί, όπως τούτο προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, που βρίσκεται στη δικογραφία και αναγνώστηκε, ως ανωτέρω.

Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ότι δηλαδή το έγκλημα της απάτης, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση, στρέφεται κατά της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, που κατά το καταστατικό της εδρεύει στην ημεδαπή, και το όφελος, που πέτυχε ο αναιρεσείων και η ζημία που προξενήθηκε στην παραπάνω Τράπεζα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ, και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 527.324.831 δρχ, ορθά έκρινε ότι το έγκλημα αυτό υπάγεται στο Ν. 1608/1950 και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.1608/1950, όπως ισχύει με το Ν. 1738/1987, σύμφωνα με όσο εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Περαιτέρω, ορθά το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για απάτη κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του (αρνητική ή υπέρβαση εξουσίας). Άλλωστε, και χωρίς ακόμη την υπαγωγή του παραπάνω εγκλήματος στο Ν. 1608/1950, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή το έγκλημα της απάτης τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' εξακολούθηση και το όφελος που πέτυχε ο αναιρεσείων και η ζημία που προξενήθηκε στην Τράπεζα ανέρχεται στο ποσό των 527.324.831 δρχ και πάλι έφερε το χαρακτήρα κακουργήματος και όχι πλημμελήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτησή του. Και αυτό διότι στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ και για τον υπολογισμό του ποσού των 5.000.000 δρχ λαμβάνουν υπόψη το άθροισμα των ποσών των μερικοτέρων πράξεων και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού (ΑΠ 430/2002, ΑΠ 1318/2001). Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).





ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.10.2010 αίτηση του Α. Β. του Α., κρατούμενου στο Κ.Α.Υ.Φ. Κορυδαλλού, για αναίρεση της 644/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.



Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



<< Επιστροφή