Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 419 / 2014    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 419/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "CODAN FORSIKRING AS" που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σπαϊδιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λαμπρινή Κουλούρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚπολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2264/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5182/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 27-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 309 εδ. β' ΚΠολΔικ, οι μη οριστικές αποφάσεις, ανάμεσα στις οποίες είναι και εκείνες που κηρύσσουν απαράδεκτη τη συζήτηση, μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Κατ' ορθή ερμηνεία της διάταξης αυτής, πρέπει να θεωρηθεί, ότι δεν ισχύει ο περιορισμός της αυτοτελούς ανάκλησης στις περιπτώσεις εκείνες που διατάχθηκε ένα μέτρο, η εκτέλεση του οποίου είναι ανέφικτη ή τάχθηκε ένα εμπόδιο στη ροή της διαδικασίας, η αναμονή για την άρση του οποίου, προκειμένου να εξακολουθήσει και ολοκληρωθεί η διαδικασία, είναι μάταιη και προκαλεί άσκοπη επιβράδυνση αυτής και καθυστέρηση ικανοποίησης του δικαιώματος του δανειστή. Γι' αυτό στις παραπάνω περιπτώσεις, η αίτηση ανάκλησης μη οριστικής απόφασης μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς και με την κλήση για κατ' ουσία συζήτηση της υπόθεσης, η εισαγωγή της οποίος με τον τρόπο αυτό δημιουργεί στάση δίκης (ΑΠ 1638/2005). Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχουν λόγοι ανάκλησης της μη οριστικής απόφασής του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι η σχετική διάγνωση ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του (ΑΠ 1149/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Το πρωτόδικο δικαστήριο με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του ανακάλεσε την προηγούμενη 3970/2007 μη οριστική απόφαση του, με την οποία είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστεί γνωμοδότηση του Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου για τον τρόπο ρύθμισης των θεμάτων που αναφέρονται στο σκεπτικό της. Η ανάκληση αυτή έγινε κατόπιν της από 02.07.2008 και με αριθ. εκθ. καταθ. 6667/2008 κλήσης του ενάγοντος με την οποία αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης με επιπλέον αίτημα την ανάκληση της προαναφερθείσας απόφασης, έτσι ώστε δημιουργήθηκε στάση της δίκης και δεν επρόκειτο για αυτοτελή αίτηση ανάκλησης.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε έτσι ορθά εφήρμοσε το νόμο". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο δε αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ για ανεπαρκή αιτιολογία είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν πλήττει τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης.
2. Ο Κανονισμός ( Ε.Κ ) με αριθμό 44/201 του Συμβουλίου της 22 Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις στο όρθρο 9 ορίζει τα ακόλουθα: 1. Ο ασφαλιστής που έχει την κατοικία του στο έδαφος κρότους - μέλους μπορεί να εναχθεί α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους - μέλους, όπου έχει την κατοικία του ή β) σε άλλο κράτος-μέλος, εφ'όσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος, ή ο δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο ενάγων έχει την κατοικία ή ... γ) ..., 2. ...". Εξ άλλου στο άρθρο 11 του άνω Κανονισμού (αρθρ. 10 Συμβάσεως Βρυξελλών) με τίτλο "προσεπίκληση και ευθεία αγωγή" ορίζονται τα ακόλουθα: 1) Σε υποθέσεις ασφάλισης αστικής ευθύνης, ο ασφαλιστής μπορεί επίσης να προσεπικληθεί ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλισμένου, αν το δίκαιο του δικαστηρίου το επιτρέπει. 2) Οι διατάξεις των αρθρ. 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφ' όσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται". Εν όψει της παραπομπής της παρ. 2 του άρθρου 11 του άνω Κανονισμού στο αρθρ. 9 του ιδίου Κανονισμού γεννήθηκε το ζήτημα κατά πόσο ο ζημιωθείς σε αυτοκινητικό ατύχημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος κατά την έννοια της β' περιπτώσεως της παρ. 1 του αρθρ. 9 του Κανονισμού. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι πρόδηλο ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ζημιωθέντος, αφού για την περίπτωση που αυτός χρειασθεί να ασκήσει αγωγή για την διεκδίκηση των αξιώσεων του έχει τη δυνατότητα να εγείρει αυτή και ενώπιον δικαστηρίου της χώρας της κατοικίας του με προφανή τα εντεύθεν γι' αυτόν πλεονεκτήματα. Εν όψει δετής αμφισβητήσεως που δημιουργήθηκε για το ανωτέρω ζήτημα το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) ύστερα από την αποστολή σχετικού ερωτήματος από το γερμανικό Ακυρωτικό αποφάνθηκε ως ακολούθως: Η παραπομπή του άρθρου 11 παρ. 2 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στο άρθρο 9 παρ. 1 στοιχείο β' του Κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια, ότι ο ζημιωθείς μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας του σε κράτος-μέλος ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή, εφόσον το οικείο δίκαιο επιτρέπει την άσκηση τέτοιας αγωγής και ο ασφαλιστής έχει την έδρα του στο έδαφος κράτους-μέλους. Ήδη τέτοια ρύθμιση εισάγεται με το άρθρο 5 του Πέμπτης Κοινοτικής Οδηγίας της 11-5-2005, η οποία θα έπρεπε να καταστεί εσωτερικό δίκαιο μέχρι 11-6-2Θ07 και ήδη ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με το Ν. 3746/16-2-2009. Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν ο αλλοδαπός ασφαλιστής του ζημιογόνου στην αλλοδαπή αυτοκινήτου μπορεί να εναχθεί από τον παθόντα και μόνιμο κάτοικο της Ελλάδος ενώπιον Ελληνικού δικαστηρίου με αίτημα επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία την οποία υπέστη από αυτά (ΑΠ 487/2011, ΑΠ 37/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ως προς την διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στην προκειμένη ένδικη διαφορά δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, κατ' αρθρ. 3 § 1 ΚΠολΔ "στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου". Ακόμη, κατ' αρθρ. 33 ΚΠολΔ αξιώσεις που πηγάζουν από δικαιοπραξία εν ζωή μπορούν να ασκηθούν στο δικαστήριο του τόπου κατάρτισης της δικαιοπραξίας ή της εκπλήρωσης της παροχής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Δανός οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ήταν εφοδιασμένος με δελτίο διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα) που εξέδωσε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, η κατοχή του οποίου αποτελεί κατά ρητή επιταγή του νόμου (αρθρ. 43 § 6 Ν. 2696/1999-KOK) πρόταση για σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, της πρότασης δε αυτής ο ενάγων εκδήλωσε τη βούληση αποδοχής με την άσκηση της αγωγής στην Ελλάδα, η οποία στην περίπτωση αυτή αποτελεί τον τόπο κατάρτισης της σύμβασης κατ' αρθρ. 33 ΚΠολΔ και συνεπώς, εφόσον έτσι καθιερώνεται κατά τόπο αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, καθιερώνεται και διεθνής δικαιοδοσία τούτου κατ' αρθρ. 3 παρ. 1 ΚΠολΔ .
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου". Όπως προκύπτει από την από 21-9-2005 αγωγή (αριθ. κατάθεσης 7740/2005) του αναιρεσιβλήτου, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ως διαδικαστικό έγγραφο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), εκτίθεται ότι εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, που συνέβη την 24-11-1003 στην πόλη της Ανκόνα Ιταλίας και κάτω από τις περιγραφόμενες συνθήκες, από υπαιτιότητα του οδηγού το με αριθμό κυκλοφορίας ... ελκυστήρα, ιδιοκτησίας της εταιρείας "Dannemand Trading Aps", που έχει έδρα τη ..., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) εταιρεία, που εδρεύει στην ... της ..., υπέστη ζημίες το οδηγούμενο, από τον προστηθέντα από τον αναιρεσίβλητο Μ. Κ., όχημα του ενάγοντος με αριθμό κυκλοφορίας ..., τύπου VOLVO (ελκυστήρας). Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ευθυνόμενη από σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που καταρτίστηκε από την έγερση της ένδικης αγωγής, που συνιστά αποδοχή της πρότασης αυτής για κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως, εφαρμοζομένου του ελληνικού δικαίου, κατά το άρθρο 25 ΑΚ, να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 27.868,68 ευρώ ως αποζημίωση για θετική και αποθετική (διαφυγόντα κέρδη) ζημία, που υπέστη, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με αυτά τα δεδομένα, τα Ελληνικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της εν λόγω αγωγής, κατά τα άρθρα 3 παρ.1 ΚΠολΔ και 9 παρ.1 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001. Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έσφαλε όμως κατά τη νομική αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, και να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, που εκτιμάται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων .
3. Κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από τη σύμβασης ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί υποχρεώσεων ασφαλιστικών εταιρειών από ασφαλιστικές συμβάσεις, για τους κινδύνους που καλύπτουν και εντοπίζονται στα εδάφη των κρατών μελών της Ε.Ε., οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 (άρθρο 1 παρ.3 της Σύμβασης).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο σχετικά με το δίκαιο που πρέπει να εφαρμοστεί στη προκειμένη διαφορά δέχτηκε τα ακόλουθα: " Ενόψει του ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν προκύπτει ότι οι διάδικοι υποβλήθηκαν σε κάποιο δίκαιο, ούτε αυτοί ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, ερευνητέο είναι ποιο δίκαιο αρμόζει στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, στην οποία στηρίζεται η αγωγή, βάσει του συνόλου των ειδικών συνθηκών. Τέτοιο δίκαιο είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ελληνικό, γιατί το βλαβέν όχημα έχει τόπο συνήθους στάθμευσης στην Ελλάδα, ο ενάγων έχει ελληνική ιθαγένεια, τόπο κατοικίας στην Ελλάδα και ο τόπος κατάρτισης της σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, η Ελλάδα.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, και ως αυτοτελής σύμβαση σωρείτης αναδοχής χρέους, ανεξάρτητα εκείνης της ασφαλίσεως, η οποία καταρτίσθηκε στην Ελλάδα με την αποδοχή της με την έγερση της αγωγής (άρθρο 4 παρ.1 εδ.1 της Σύμβασης) αλλ' ούτε και τη Σύμβαση της Ρώμης του 1980. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
4. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση, αλλά δέχτηκε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του από 10-11-2006 εγγράφου της πλοιοκτήτριας εταιρείας "SUPERFAST FERRIES", κατά το οποίο "μετά από σχετική έρευνα του τμήματος κρατήσεων της εταιρείας "SUPERFAST FERRIES" δεν διαπιστώθηκε από τα αρχεία της εταιρείας ότι μεταφέρθηκε επί πλοίου ..., την ημερομηνία της 24 Νοεμβρίου 2003, φορτηγό αυτοκίνητο που έφερε πινακίδα με αριθμό ...", δέχτηκε τα εξής σχετικά με το εν λόγω περιστατικό: "Δεν αποδείχτηκε ότι το ζημιογόνο όχημα δεν επιβιβάστηκε ποτέ στο πλοίο που έκανε το δρομολόγιο Πάτρας - Ανκόνας, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα, τα οποία στηρίζονται στο από 10.11.2006 έγγραφο της πλοιοκτήτριας εταιρίας προς τους δικηγόρους της εναγομένης στην Ελλάδα, δεδομένου ότι η έρευνα περιορίστηκε, σύμφωνα με το έγγραφο, στα αρχεία κρατήσεων της εταιρίας και δεν επεκτάθηκε και στην επιτόπου έκδοση εισιτηρίων (ναύλου) κατά την επιβίβαση των οχημάτων, όπως πολλές φορές συμβαίνει σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας". Με την κρίση του αυτή δεν παραμόρφωσε το ανωτέρω έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
5. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 10, 12 και 13 ΚΠολΔ, καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δέχτηκε ότι το όχημά της ευρίσκετο επί του πλοίου ... κατά την 24-11-2003 που συνέβη το ατύχημα απορρίπτοντας τον αντίθετο ισχυρισμό της ότι αυτό δεν ευρίσκετο επί του εν λόγω πλοίου, παραβιάζοντας του ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και αντιστρέφοντας το βάρος απόδειξης κατ' αυτής, διότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) έπρεπε να αποδείξει ότι το ασφαλισμένο όχημα ευρίσκετο επί του πλοίου κατά τον κρίσιμο χρόνο. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει. Άρα ο από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω την περί πραγμάτων κρίση του και ειδικότερα περί του ζημιογόνου αυτοκινήτου σχημάτισε το Εφετείο μετά από αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, τα οποία δεν διέθεταν αυξημένη κατά νόμο αποδεικτική δύναμη προϋπόθεση για την ίδρυση του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως τα οποία εντεύθεν επιτρεπτώς εκτιμήθηκαν ελευθέρως (ΚΠολΔ 340). Έτσι ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Με το τρίτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου προβάλλεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.13 ΠολΔ, ο οποίος στοιχειοθετείται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με το οποίο προσδιορίζεται ο διάδικος που φέρει τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή περί της βασιμότητας των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εύνοια με την οποία αξιολογείται ως αβάσιμος. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του αγωγικού ισχυρισμού ότι το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα εταιρεία ήταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο, η δε αιτιολογία της ότι δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω όχημα δεν επιβιβάσθηκε στο πλοίο αποτελεί πραγματικό επιχείρημα επιβεβαιωτικό της κρίσεως του αυτής κατά την αξιολόγηση του από 10-11-2006 εγγράφου της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, επειδή ο αναιρεσίβλητος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.4 εδ. ε' του ΚΠολΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "CODAN FORSIKRING AS" για αναίρεση της 5182/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς 1291990, 1291992 σειρά Α'.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή