Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 780 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αντίσταση. Έλλειψη αιτιολογίας από τη μη αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης. Ακυρότητα από λήψη υπόψη προανακριτικής απολογίας που δεν αναγνώσθηκε. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 780/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παλιοτζίκα, περί αναιρέσεως της 1545-1546/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα καθώς και στους από 14 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους λόγους του 1ου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1654/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 364 § 1, 329, 331, 333 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ) και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ απορρέον δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις ή παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελούν στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθμό 1545-1546/2007 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, για το σχηματισμό της κρίσης του, περί ενοχής των αναιρεσειόντων για την αποδοθείσα και στους δύο αξιόποινη πράξη της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από ιδιαίτερα επικίνδυνους δράστες, επί πλέον δε στον πρώτο και της αντίστασης, έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και την στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αναφερομένη απολογία του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος Χ2 κατά την προανάκριση, αφού, υπάρχει σ' αυτό η παραδοχή ότι "ο κατηγορούμενος Χ2 κατά την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποστήριξε ότι η φερόμενη ως ναρκωτική ουσία ήταν χώμα. Στην από 17.7.2002 όμως προανακριτική του απολογία ενώπιον του Υ/Α Α, παραδέχεται ότι είναι ναρκωτικά, αλλά υποστηρίζει ότι ήταν του Χ1 ...". Όμως η προανακριτική αυτή απολογία δεν φέρεται αναγνωσθείσα στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ούτε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης τα οποία μνημονεύονται στα πρακτικά του Εφετείου, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, δεν προκύπτει δε το περιεχόμενό της από άλλα, παραδεκτώς ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία ενώ εξάλλου δεν μνημονεύεται μόνο ιστορικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως ούτε αποτελεί στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι.
Συνεπώς επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται και διεξάγεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το παραπάνω Δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία των κατηγορουμένων". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκαν α) η με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Β, β) η από 24-7-2002 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Αν. Καθηγήτριας του Α.Π.Θ Ε. Γ, γ) η με αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Β, και δ) η από 24-7-2002 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της παραπάνω Ε. Γ, οι εκθέσεις δε αυτές αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, μη υπαγόμενο στην κατηγορία των εγγράφων, γιατί έγιναν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 183 ΚΠΔ και εις εκτέλεση των με αριθμό ..... και ..... εγγράφων παραγγελιών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, που διενεργούσε την προανάκριση. Περί των εκθέσεων αυτών, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και για τους προεκτεθέντες λόγους, πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 1545-1546/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή