Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1181 / 2016    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απόρριψη, Μαρτύρων καταθέσεις.




Περίληψη:
Απορρίπτει αίτημα αναβολής. Απορρίπτει αναίρεση κατηγορουμένου κατά αποφάσεως που τον καταδίκασε για παράβαση υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πλήρης και επαρκής η αιτιολογία παρά το ότι το σκεπτικό είναι εν μέρει ακριβώς το ίδιο με το διατακτικό. Δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα. Αβάσιμη λόγος για μη λήψη υπόψη καταθέσεων μαρτύρων. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.





Αριθμός 1181/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου - Κουδρόγλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1955/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1261/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά τη σημερινή δικάσιμο (20-4-2016), εμφανίστηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Κυριακή Χ. Ιωαννίδου - Κουρδόγλου και υπέβαλε ως άγγελος του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αντωνίου Κουρδόγλου, πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως για το λόγο ότι ο τελευταίος απέχει από τα καθήκοντά του λόγω της αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους που έχει κηρύξει ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο ανήκει. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 7 του Κ.Ποιν.Δ., η οποία εφαρμόζεται στα ποινικά δικαστήρια της ουσίας, η αποχή των δικηγόρων συνιστά λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή της δίκης, που δεν περιλαμβάνεται μάλιστα στους περιορισμούς που ορίζονται στο άρθρο 349 του Κ.Ποιν.Δ.. Κατά συνέπεια συνιστά και ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση για αναβολή της συζητήσεως και στον ’ρειο Πάγο κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ. Όμως, η άσκηση από το δικηγόρο του δικαιώματος αποχής από τα καθήκοντά του για την προστασία εργασιακών και συναφών συμφερόντων του, είναι έννομο αγαθό μικρότερης σημασίας από τη απονομή της δικαιοσύνης, άποψη που αναγνωρίζουν και οι οικείοι δικηγορικοί σύλλογοι με το να επιτρέπουν στους δικηγόρους που είναι μέλη τους να παρίστανται σε ποινικές υποθέσεις όταν επίκειται κίνδυνος παραγραφής του αξιοποίνου του εγκλήματος και ματαιώσεως της αξιώσεως της πολιτείας προς τιμωρία των ποινικά κολάσιμων πράξεων. Ενόψει τούτων, το ως άνω αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως που υπέβαλε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Κυριακή Χ. Ιωαννίδου - Κουρδόγλου ως άγγελος του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αντωνίου Κουρδόγλου, πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, παρόλο που και η ίδια είναι πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (βλ. στη δικογραφία την από 8-2-2016 κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. έγγραφη δήλωση - εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου), μετά και από τις δύο αλλεπάλληλες αναβολές που χορηγήθηκαν από το Δικαστήριο αυτό κατόπιν σχετικού αιτήματος για τον ίδιο λόγο στις 10-2-2016 και 16-3-2016 και ενόψει του ότι επίκειται άμεση παραγραφή του αξιοποίνου της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεσή του, αφού η πράξη του τελέστηκε το θέρος του έτους 2008 και συμπληρώνεται οκταετία από της τελέσεώς του τον Ιούνιο του 2016, με συνέπεια να επιτρέπεται σ’ αυτόν από το δικηγορικό του σύλλογο να παραστεί και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα, κρίνεται ότι ασκείται παρελκυστικά κατά κατάχρηση δικαιώματος, αφού μπορούσε να παρασταθεί και ως εκ τούτου δεν συντρέχει ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση για να αναβληθεί για τρίτη φορά η συζήτηση της υποθέσεως από το δικαστήριο αυτό πρέπει να απορριφθεί το ως άνω αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) Ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. β) Το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του. γ) Ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος. Και δ) Δόλια προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίο είναι στιγμιαίο, σημαίνει εξωτερίκευση ενεργείας ή παραλείψεως η οποία εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, χρόνος δε τελέσεως του εγκλήματος είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 375 και 17 του Π.Κ., ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού, εκτός εάν στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, οπότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, από μόνη της, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία. Μόνον όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής. Εξάλλου, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Δηλαδή, απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ’ αυτά κατ’ επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ.(Ολ. ΑΠ. 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 1955/2015 απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ένοχο υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, στο σκεπτικό της δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Από τη ένορκη κατάθεση των μαρτύρων της κατηγορίας, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλούμενης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των νομίμως προσκομιζομένων και επικαλουμένων προαναφερομένων εγγράφων, που λεπτομερώς, αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και τα οποία βρίσκονται στη δικογραφία, καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη Θεσσαλονίκη κατά το θέρος του έτους 2008 έλαβε από μεν τον εγκαλούντα Σ. Α. α) το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο με σκοπό και σύμφωνα με τη συμφωνία που είxε προηγηθεί μεταξύ τους, να χρησιμοποιηθεί το ποσό αυτό για να αγοραστούν στο όνομα του εγκαλούντος όλα τα ηλεκτρικά είδη που απαιτούνται για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάνελ (καθρέπτες, μπαταρίες, σερπαντίνες) και επιπλέον β) έλαβε προς επισκευή τα αντικείμενα που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, από δε τον εγκαλούντα Π. Φ. έλαβε το ποσό των 32.100 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο με σκοπό και σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε προηγηθεί μεταξύ τους, να χρησιμοποιηθεί το ποσό αυτό για να αγοραστούν στο όνομα του εγκαλούντος όλα τα ηλεκτρικά είδη που απαιτούνται για την κατασκευή ψυγείου φρούτων, καθώς επίσης και ενός μικρού γεωργικού ελκυστήρα. Ωστόσο ο κατηγορούμενος αν και έλαβε στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό των 47100 (15.000 + 32,100) ευρώ, καθώς και τα προαναφερθέντα αντικείμενα, αφενός μεν δεν προέβη στην αγορά των παραπάνω αντικειμένων στο όνομα των εγκαλούντων, αφετέρου δε δεν επισκεύασε τα προαναφερθέντα αντικείμενα, αλλά αντίθετα κατακράτησε τα χρηματικά αυτά ποσά και τα λοιπά κινητά αντικείμενα, χρησιμοποιώντας τα για την κάλυψη των δικών του προσωπικών αναγκών και ενσωματώνοντας τα έτσι στην ιδιοκτησία του παράνομα, η αξία δε των εν λόγω χρημάτων και αντικειμένων είναι ιδιαίτερα μεγάλη, Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να. κηρυχθεί ένοχος". Και στο διατακτικό της κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί λέξει, του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη κατά το θέρος του έτους 2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα (ολικά) κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του και συγκεκριμένα έλαβε από τον μεν εγκαλούντα Σ. Α. α) το ποσό των 15.000 ευρώ, τo οποίο ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο με σκοπό και σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε προηγηθεί μεταξύ τους, να χρησιμοποιηθεί το ποσό αυτό για να αγοραστούν στο όνομα του εγκαλούντος όλα τα ηλεκτρικά είδη που απαιτούνται για την εγκατάσταση φωτοβολταΐκών πάνελ (καθρέπτες, μπαταρίες, σερπαντίνες) και επιπλέον β) έλαβε τα ακόλουθα αντικείμενα για επισκευή: ένα ακορντεόν αξίας 5.000 ευρώ, δύο ενισχυτές, από στερεοφωνικά αξίας 4.000 ευρώ και περισταλτικές αντλίες αξίας 2.000 ευρώ, από τον δε εγκαλούντα Π. Φ. έλαβε το ποσό των 32.100 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών παρέδωσε στον κατηγορούμενο με σκοπό και σύμφωνα με τη συμφωνία που είχε προηγηθεί μεταξύ τους, να χρησιμοποιηθεί το ποσό αυτό για να αγοραστούν στο όνομα του εγκαλούντος όλα το ηλεκτρικά είδη που απαιτούνται για την κατασκευή ψυγείου φρούτων, καθώς επίσης και ενός μικρού γεωργικού ελκυστήρα, Ωστόσο ο κατηγορούμενος αν και έλαβε στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό των 47.100 (15.000 + 32.100) ευρώ, καθώς και τα προαναφερθέντα αντικείμενα (ακορντεόν, ενισχυτές κ.τ.λ.), αφενός μεν δεν προέβη στην αγορά των παραπάνω αντικειμένων στο όνομα των εγκαλούντων, αφετέρου δε δεν επισκεύασε τα προαναφερθέντα αντικείμενα, αλλά αντίθετα κατακράτησε τα χρηματικά αυτά ποσά και τα λοιπά κινητά αντικείμενα, χρησιμοποιώντας τα για την κάλυψη των δικών του προσωπικών αναγκών και ενσωματώνοντας τα έτσι στην ιδιοκτησία του, παρανόμως , ήτοι χωρίς τη συναίνεση των εγκαλούντων και χωρίς κανένα άλλο νόμιμο δικαίωμα, τα εν λόγω δε υπεξαιρεθέντα αντικείμενα (χρήματα και κινητά) είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 375 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν. Οι σχετικές ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού στην κρινόμενη περίπτωση το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, καθόσον ναι μεν το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελεί εν μέρει αντιγραφή του διατακτικού της, όμως η σχετική αιτιολογία αρκεί, εφόσον πληρούται η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, η δε αιτίαση ότι η διαληφθείσα αιτιολογία είναι τυπική, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν έγινε ολική αναφορά στο διατακτικό της, στην προκείμενη δε περίπτωση, η κατά τα ανωτέρω επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
Τέλος, ο άλλος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη λήψεως υπόψη υπό του δικαστηρίου της ουσίας των καταθέσεων των μαρτύρων, ανεξάρτητα από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, η μη λήψη υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων αποτελεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας και όχι λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ για απόλυτη ακυρότητα, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος, αφού από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο αναφέρεται ανωτέρω, προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για την επί της ουσίας κρίση του, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του, τις οποίες μάλιστα μνημονεύει ρητά ως αποδεικτικό στοιχείο που έλαβε υπόψη του. Οι εμπεριεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων, ότι δηλαδή από τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες δεν προκύπτουν τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα περιστατικά, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση ακυρότητας και ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Απορρίπτει την από 4-11-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του Ι. Φ. του Ν. και Ε. - Σ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-11-2015, για αναίρεση της 1955/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή