Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 6 / 2005    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Παραίτηση.




Περίληψη:
Η παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαράδεκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενο την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους. Σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 1, 475 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραιτήσεως αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκηση του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις, διότι η παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαράδεκτου δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενο την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους (Ολομ. ΑΠ. 6/2005 Ποιν. Χρον ΝΕ.789). (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 6/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ (ΠΟΙΝΙΚΗ) ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Α' ΣΥΝΘΕΣΗ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Κάπο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Γεωργίλη, Στυλιανό Πατεράκη, Στυλιανό Μοσχολέα και Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αντιπροέδρους, Νικόλαο Κασσαβέτη, Σταμάτιο Γιακουμέλο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Ιωάννη Δαβίλλα, Νικόλαο Οικονομίδη, Σπυρίδωνα Κολυβά, Χρύσανθο Παπούλια, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Αθανάσιο Γιωτάκο, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Νίκη Γιαννακάκη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Αθανάσιο Μπρίλλη, Μιχαήλ Μαργαρίτη, Ιωάννη Παπανικολάου και Δημήτριο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (κωλυομένου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε Συμβούλιο στο κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2005, για να αποφανθεί για την αίτηση του κατηγορουμένου ……...κατοίκου ……….., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 44516/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 44516/2002 απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2002 αίτησή του περί αναιρέσεως, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1622/2002.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2105/2004 απόφαση του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης, έφερε για κρίση στο Συμβούλιο την ποινική δικογραφία, που έχει σχηματισθεί κατά του παραπάνω κατηγορουμένου, με την ως άνω αίτηση περί αναιρέσεως, την 132/10.10.2003 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και την 130α/03/17.03.2005 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επί της από 12.7.2002 αιτήσεως του ......., για αναίρεση της 44516/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επειδή, με την 2105/2004 απόφαση του Στ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, η πιο πάνω αίτηση κρίθηκε παραδεκτή με πλειοψηφία μιάς ψήφου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ «το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου……Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ) και από εκείνον που τη δέχεται».
Κατά το άρθρο 153, η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία, η αναγραφή των ονομάτων και επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που συμπράττουν, σύμφωνα με το άρθρο 150, ή που εξετάστηκαν ή η υπογραφή του δημόσιου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του.Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου στρέφεται κατά της 44516/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) έφεσή του κατά της 514/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί για καθυστέρηση πληρωμής ασφαλιστικών εισφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε συνταχθεί από αυτή η 335/12.7.2002 έκθεση. Στην αρχή της εκθέσεως αυτής, αναγράφεται ότι εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημ.Ελευθεριάδης, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και δήλωσε ότι ασκεί την αναίρεση αυτή, ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιός του, επισυνάπτοντας στην έκθεση και το σχετικό από 11.7.2002 πληρεξούσιο που υπογράφει ο αναιρεσείων.Η πλειοψηφούσα γνώμη δέχτηκε, ότι ενώπιον της Γραμματέως εμφανίστηκε όχι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, αλλά ο αναιρεσείων, πλην όμως η Γραμματέας παρέλειψε να ελέγξει και να αναγράψει ότι εμφανίστηκε ο αναιρεσείων. Η παράλειψη αυτή, δέχεται η πλειοψηφούσα γνώμη δεν επιτρέπεται να λειτουργήσει εις βάρος του αναιρεσείοντος. Έτσι έκρινε την αναίρεση παραδεκτή. Η γνώμη της μειοψηφίας δέχτηκε ότι η αναίρεση ασκήθηκε δια του αντιπροσώπου του κατηγορουμένου, πιο πάνω δικηγόρου, ο οποίος εμφανίστηκε στη γραμματέα, αλλά δεν υπογράφει την έκθεση. ’ρα, είπε η μειοψηφία, η έκθεση αναίρεσης είναι άκυρη και απαράδεκτη.Η διαφωνία δημιουργήθηκε, διότι στο πληρεξούσιο, με το οποίο ο ....... χορηγούσε την εντολή να ασκήσει αναίρεση στο δικηγόρο του Δημήτριο Ελευθεριάδη, υπήρχε η δια συμπλέγματος υπογραφή του, ενώ στην έκθεση αναίρεσης, την οποία μάλιστα κατέθεσε αυτοπροσώπως ο δικηγόρος στην αρμόδια γραμματέα, κάτω από την ένδειξη «ο αναιρεσείων» υπήρχε το ονοματεπώνυμο « .......» και όχι η δια συμπλέγματος υπογραφή του, αλλά ούτε και η υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, χωρίς να προκύπτει η ανάκληση της πληρεξουσιότητας.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 474 παρ. 1, 465 παρ. 1 και 152 ΚΠΔ προκύπτει ότι κάθε έκθεση, και εκείνη του ενδίκου μέσου, είναι άκυρη, όταν λείπει μεταξύ άλλων η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει κατ' άρθρο 150 ΚΠΔ, οπότε πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο το ένδικο μέσο κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ.
Ωστόσο, η διαζευκτική διατύπωση του άρθρου 153, ότι η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπει «η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει» είναι στο πνεύμα της νομοθετικής βούλησης ότι το ένδικο μέσο είναι άκυρο, όταν στην έκθεση δεν υπάρχει ούτε η υπογραφή ούτε το ονοματεπώνυμο του αναιρεσείοντος, αλλ' ούτε και η υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου και όχι, όταν δεν υπάρχει μεν η υπογραφή του τελευταίου, υπάρχει όμως το ονοματεπώνυμο του εντολέα, έτσι ώστε να μη δημιουργείται καμιά αμφιβολία – ενόψει και της γραπτής εξουσιοδότησης – ως προς την ταυτότητα και βούληση των συμπραττόντων προσώπων και τη ρητή εντολή του καταδικασθέντος προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του προς άσκηση αναίρεσης.Εξάλλου, η υπηρεσιακή παράλειψη της γραμματέα να ελέγξει και ν' αναγράψει ότι εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 151 ΚΠΔ για το περιεχόμενο της έκθεσης, καθώς επίσης και να την παραλάβει χωρίς τη σχετική διόρθωση και την υπογραφή της από τον αναιρεσείοντα, δεν πρέπει να λειτουργήσει εις βάρος του τελευταίου, ο οποίος δεν ευθύνεται για την παράλειψη αυτή.Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, συντάσσομαι με τη γνώμη της πλειοψηφίας και προτείνω να γίνει δεκτή από την Ολομέλειά σας, διότι είναι σύμφωνη και προς τον κανόνα «IN DUBIO PRO REO», που έχει εφαρμογή και στο χώρο του δικονομικού δικαίου.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑΈτσι λοιπόν η υπ'αρ. 335/12.7.2003 αίτηση αναίρεσης του ....... κατά της υπ'αρ. 44516/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί για τους παραπάνω λόγους κατά τις νόμιμες διατυπώσεις.
Ωστόσο μετά την επίλυση από την Ολομέλειά σας του νομικού τούτου θέματος, για το οποίο και παραπέμφθηκε υποχρεωτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 23 παρ. 1 και 2 Ν.1756/88 και 3 παρ. 3 Ν.3810/57, λόγω της πλειοψηφίας μιας ψήφου, θα πρέπει να επανέλθει στο ίδιο
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα σε συμβούλιο προκειμένου ν' αποφανθεί τούτο κατ' ά.476 παρ. 1 ΚΠΔ για το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης λόγω της υπ'αρ. 132/10.10.2003 έκθεσης παραίτησης που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Αθήνα 17 Μαρτίου 2005
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης».
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη πρότασή και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε με τη 2105/2004 απόφαση του ΣΤ' τμήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του Κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (ν.1758/1988, όπως αντικαταστάθηκαν, η παρ/φος 1 με το άρθρο 16 παρ. 1 του 2331/1993 και η παρ/φος 2 με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.2479/1997) και 3 παρ. 3 του ν.3810/1957, η οποία έχει διατηρηθεί σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, όπως συνάγεται από τα άρθρα 64 παρ. 5 του Εισ.ν.ΚΠολΔ και 113 παρ. 1 περ. θ' του ν.1756/1988, η από 12.7.2002 αίτηση του ......., για αναίρεση της 44516/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επειδή η αίτηση αυτή κρίθηκε παραδεκτή με πλειοψηφία μιάς ψήφου.2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και αν αυτός κρατείται στη φυλακή σ' εκείνον που τη διευθύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η άσκηση του ένδικου μέσου χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή του, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ένδικου μέσου ως απαραδέκτου. Η δε παραίτηση από του ενδίκου μέσου, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενον την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή τους. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραιτήσεως αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκησή του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις.3. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 44516/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπό αριθμό 157/2001 έφεση, που ο κατηγορούμενος ....... είχε ασκήσει κατά της 514/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί, για καθυστέρηση πληρωμής ασφαλιστικών εισφορών, σε φυλάκιση είκοσι μηνών. Κατά της πιο πάνω 44516/2002 απόφασης, ασκήθηκε, για λογαριασμό του κατηγορουμένου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία και συνέταξε την υπό αριθμό 335/12.7.2002 σχετική έκθεση. Στην αρχή της ενλόγω έκθεσης αναγράφεται ότι εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Ελευθεριάδης, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και δήλωσε ότι ασκεί την αναίρεση ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιός του. Πλην όμως στο τέλος της έκθεσης και υπό την ένδειξη «ο αναιρεσείων» έχει καταχωριστεί το όνομα του αντιπροσωπευόμενου διαδίκου «.......» και όχι του δηλώσαντος την άσκηση του ένδικου μέσου αντιπροσώπου του διαδίκου, έχει δε υπογράψει την έκθεση και η γραμματέας. Όμως στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε νομότυπα από το πιο πάνω ένδικο μέσο της αναίρεσης, με δήλωσή του που έγινε ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, στην περιφέρεια του οποίου αυτός κατοικεί και συντάχθηκε από το γραμματέα αυτό η υπό αριθμό 132/10.10.2003 σχετική έκθεση παραίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, λόγω της παραίτησης αυτής και έτσι παρέλκει η έρευνα του παραπεμφθέντος έτερου λόγου απαραδέκτου της αιτήσεως. Ύστερα από όλα αυτά και για τον προαναφερόμενο λόγο πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2002 αίτηση του ......., για αναίρεση της 44516/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαϊου 2005.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2005.

<< Επιστροφή