Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 619 / 2013    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη, Αποπλάνηση ανηλίκου, Ακροάσεως έλλειψη, Πρακτικά συνεδρίασης.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για αποπλάνηση ανηλίκου νεωτέρου των δέκα ετών κατ" εξακολούθηση. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων για τήρηση πρακτικών με φωνοληψία (άρ. 142α ΚΠΔ) και διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση της ψυχογενετήσιας καταστάσεως του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις των άρθρων 333 §2 και 358 του ΚΠΔ δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Όχι έλλειψη ακροάσεως. Την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την μη δόση του λόγου στον εισαγγελέα για να προτείνει επί του αιτήματος για τήρηση πρακτικών με φωνοληψία. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.




Αριθμός 619/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τριπόλεως, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο, για αναίρεση της υπ'αριθ.285, 327, 328/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Ι. του Γ., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Λύτρα. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 15 Μαρτίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1343/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 142 Α παρ.1 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν.3346/2005, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 4055/2012, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 2.4.2012 (μετά την έναρξη της συνεδριάσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση), ενώπιον των δικαστηρίων που εκδικάζουν κακουργήματα, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία. Από την γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι η τήρηση πρακτικών με φωνοληψία, σε υποθέσεις κακουργηματικού χαρακτήρα, είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η δε παραβίαση της διατάξεως αυτής ουδεμία δικονομική κύρωση συνεπάγεται. Περαιτέρω, το άρθρο 352Α του ΠΚ, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 11 του άρθρου δεύτερου του ν. 3625/2007, ορίζει στην παρ. 1 ότι: "Όταν το θύμα είναι ανήλικο, ο ύποπτος ή κατηγορούμενος για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, του κεφαλαίου 19 του Ποινικού Κώδικα, υποβάλλεται σε διαγνωστική εξέταση της ψυχογενετήσιας κατάστασής του. Η εξέταση αυτή διατάσσεται μόνον εφόσον συναινεί ο καθ` ου αφορά αυτή κατά την προδικασία από τον αρμόδιο εισαγγελέα ή, αν διενεργείται τακτική ανάκριση, από τον αρμόδιο ανακριτή και κατά την κύρια διαδικασία από το δικαστήριο". Στην δε παρ. 5 ότι: "Με διάταγμα, που θα εκδοθεί κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εντός έξι μηνών από την έκδοση του παρόντος νόμου, θα καθορισθούν οι λεπτομέρειες της διαγνωστικής εξέτασης και της θεραπείας του θύματος και του υπόπτου ή του κατηγορουμένου". Απαραίτητη, λοιπόν, προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου είναι η προηγούμενη έκδοση του προβλεπόμενου από την παρ. 5 προεδρικού διατάγματος, η δε μη έκδοση αυτού μέσα στην οριζόμενη εξάμηνη προθεσμία δεν επάγεται καμιά έννομη συνέπεια.
Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει κάποιο αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένο. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 285, 327, 328/2012 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αποπλανήσεως παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτήν, και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Συγκεκριμένα, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός, συνίσταται στο ότι: "Στο …περί τα τέλη Νοεμβρίου 2002, ..., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ... Ειδικότερα, κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με την ανήλικη θυγατέρα του Μ. Σ., η οποία γνώριζε ότι ήταν νεώτερη των δέκα ετών, αφού γεννήθηκε στις 28.5.1999, και επωφελούμενος της απουσίας της συζύγου του Α. Ι. του Γ., με την οποία βρισκόταν σε διάσταση, και μητέρα της ανήλικης παθούσας, προκειμένου να διεγείρει και ικανοποιήσει τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του, προέβη σε ενέργειες, οι οποίες ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα και προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, ήτοι έθεσε τα δάκτυλα του χεριού του εντός του αιδοίου της ανήλικης θυγατέρας του Μ. Σ., τη θώπευσε στο στήθος και στους γλουτούς της και την ανάγκασε να ενεργήσει στον ίδιο πεοθηλασμό". Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της εξετάσεως της πολιτικώς ενάγουσας Α. Ι., υπέβαλε, δια του συνηγόρου του Βασιλείου Καπερνάρου, αίτημα α) να εφαρμοστεί το σύστημα τηρήσεως των πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία, κατ` εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 142Α του ΚΠοινΔ και β) να υποβληθεί ο κατηγορούμενος, κατ` άρθρο 352Α του ΠΚ, σε διαγνωστική εξέταση της ψυχογενετήσιας καταστάσεώς του και να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη από ειδικό πραγματογνώμονα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο αυτός είναι διεστραμμένος. Η υποβολή του δεύτερου αιτήματος επαναλήφθηκε και μετά το τέλος της απολογίας του κατηγορουμένου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο απέρριψε τα αιτήματα αυτά με την αιτιολογία ότι: "Τα αιτήματα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος να εφαρμοστεί το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία κατ` άρθρ. 142 Α ΚΠΔ και να υποβληθεί ο κατηγορούμενος σε διαγνωστική εξέταση της ψυχογενετήσιας κατάστασής του από ειδικό πραγματογνώμονα (άρθρ. 352 Α παρ. 1 του ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν διότι κρίνεται ότι δεν αποτελούν αναγκαία μέσα για την καλύτερη και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης". Στο δε διατακτικό, ως προς την απόρριψη του δεύτερου αιτήματος, πρόσθεσε και την επάλληλη αιτιολογία ότι "ανεξάρτητα του ότι δεν έχει εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα για τους όρους και τις προϋποθέσεις της εξέτασης". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε τα ως άνω αιτήματα ως αβάσιμα, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο έκρινε ότι αυτά έπρεπε να απορριφθούν (δεν αποτελούσαν αναγκαία μέσα για τη διαλεύκανση της υποθέσεως, το δε δεύτερο και γιατί δεν έχει εκδοθεί, ακόμη, το σχετικό προεδρικό διάταγμα) και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 474§1, 2 και 509§1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην έκθεση με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και οι οποίοι πρέπει να είναι από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510§1 του ίδιου Κώδικα. Οι αόριστοι και ασαφείς αναιρετικοί λόγοι απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510§1 στοιχ Δ' του ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιές είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τα εκτιθέμενα στην αρχή του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 15.3.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και κατά λέξη για "έλλειψη από την απόφαση της αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα". Έτσι, όμως, διατυπούμενος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή ποιες είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες αυτής.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με κάθε αποδεικτικό μέσο που εξετάστηκε. Ούτε, όμως, από τη διάταξη του άρθρου 358 ούτε από αυτή του άρθρου 333§2 του ΚΠοινΔ προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν στις δηλώσεις και εξηγήσεις αυτές. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο στέρησε από τον αναιρεσείοντα το δικαίωμα ακροάσεως, γιατί, μετά την ανάγνωση εγγράφων ή αποσπασμάτων εγγράφων (μαρτυρικών καταθέσεων, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, πρωτοβάθμιας αποφάσεως και λοιπών), δεν δόθηκε ο λόγος ούτε σ` αυτόν ούτε στο συνήγορό του για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαιώματος.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο απέρριψε το αίτημά του για τήρηση στενογραφημένων πρακτικών (εννοεί: με φωνοληψία - φύλλο 16 σελ. α αποφάσεως) χωρίς, προηγουμένως, να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει σχετικώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί δεν δικαιούνται να προτείνουν οι κατηγορούμενοι ως λόγο ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα κατά τα προαναφερόμενα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων αυτής λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Νοεμβρίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 7833/2012) αίτηση (δήλωση) του Δ. Σ. του Μ. μετά των από 15 Μαρτίου 2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 285, 327, 328/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Α. Ι. του Γ. από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή