Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1821 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1821/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αθανασόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου:Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Σφακιωτάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 2-10-2017 δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 59/2015 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2016 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1785 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του ν. 1329/1983, η διάταξη σε διαθήκη του κληρονομουμένου υπέρ του συζύγου του, σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι ακυρώσιμη, αν ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης, ή αν ο διαθέτης, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι με τον καθιερούμενο ερμηνευτικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι ακυρώσιμη η διάταξη στη διαθήκη υπέρ του συζύγου, αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου, μετατίθεται το βάρος της επίκλησης και απόδειξης στον τετιμημένο σύζυγο, για να άρει την αμφιβολία και να αποτρέψει την ακύρωση της υπέρ αυτού διάταξης, του ισχυρισμού, ότι η θέληση του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν θα ήταν διαφορετική ακόμη και στην υποθετική περίπτωση, κατά την οποία θα γνώριζε την ακυρότητα του γάμου ή τη μέχρι του θανάτου του αμετάκλητη λύση του με διαζύγιο. Την άποψη αυτή ενισχύει και το δεύτερο εδάφιο του όρθρου 1786 ΑΚ, αφού επί της παρεμφερούς περίπτωσης της παράλειψης νόμιμου μεριδούχου, υφισταμένου κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αλλ* αγνώστου στο διαθέτη, ή επιγενόμενου αυτής, η ακύρωση αποκλείεται, όταν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης θα προχωρούσε στη σύνταξη της διαθήκης και αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση που υπάρχει ή επήλθε. Το κατά την ανωτέρω διάταξη δικαίωμα ακύρωσης, γεννιέται μόνο "σε περίπτωση αμφιβολίας". Εφόσον, δηλαδή, δεν διαπιστώνεται είτε αποκλειστικά με την ερμηνεία της ίδιας της διαθήκης είτε αποκλειστικά με προσφυγή σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από αυτήν είτε με συνδυασμό ερμηνείας της διαθήκης και "εξωτερικών" στοιχείων, αντίθετη βούληση του διαθέτη. Η βούληση αυτή μπορεί να είναι "πραγματική" (λ.χ. ο διαθέτης γνώριζε την ελαττωματικότητα του γάμου) είτε "υποθετική" (λ.χ. τι θα ήθελε ο διαθέτης, αν γνώριζε την ελαττωματικότητα του γάμου ή την ύπαρξη λόγου διαζυγίου σε βάρος του τιμώμενου συζύγου). Κρίσιμος χρόνος για τη διαπίστωση της παραπάνω πραγματικής ή υποθετικής βούλησης του διαθέτη είναι ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης, ενώ μεταγενέστερα περιστατικά (λ.χ. συμπεριφορά του διαθέτη) θα μπορούσαν να συνεκτιμηθούν για τη διαπίστωση της υποθετικής βούλησης του διαθέτη, όχι μόνο υπέρ της ισχύος της διάταξης, αλλά και κατ’ αυτής. Πάντως, μόνο το γεγονός ότι ο διαθέτης δεν ανακάλεσε τη διάταξη όσο ζούσε , αν και γνώριζε τη λύση του γάμου, δεν αποδεικνύει αντίθετη βούληση του. Περαιτέρω κατ* εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 1785 ΑΚ, ακυρώνεται, σε αντίθεση με τη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 1786 ΑΚ, μόνο η διάταξη υπέρ του συζύγου, ενώ το κύρος της όλης διαθήκης θα κριθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ. Επίσης, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1787 ΑΚ δικαιούται σε ακύρωση διάταξης τελευταίας βούλησης, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων του όρθρου 1785 ΑΚ, μόνον ο αμέσως ωφελούμενος από την ακύρωση αυτής, όπως είναι ο υποκατάστατος, ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, ο εγκατάστατος σε προηγούμενη διαθήκη, ο συγκληρονόμος που δικαιούται σε προσαύξηση, ο καταπιστευματοδόχος κ.λ.π. Εξάλλου, ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την από 29/3/2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε την ακύρωση, κατ’ άρθρο 1785 ΑΚ, της υπέρ της αναιρεσείουσας διάταξης της από 5/8/1996 δημόσιας διαθήκης και την αναγνώριση του ιδίου ως εκ προσαυξήσεως κληρονόμου επί των κληρονομιαίων ακινήτων, κατά ποσοστό 12,5%, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26 Σεπτεμβρίου 2009 απεβίωσε στο ... ο Χ. Λ. του Α., κάτοικος όσο ζούσε ..., ο οποίος άφησε κατά το χρόνο του θανάτου του μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, τον πατέρα του, Α. Λ., τη μητέρα του,.Ι. Κ. , τον αμφιθαλή αδελφό του, Π. Λ. και τα ετεροθαλή του αδέλφια από το δεύτερο γάμο του πατέρα του με τη Δ. Β., Κ., Α. και Α. Λ., οι θα καλούνταν στην εξ αδιαθέτου διαδοχή σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία. Κατά τον χρόνο του θανάτου του η μοναδική κληρονομιαία περιουσία του ήταν δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες μίας πολυκατοικίας που βρίσκεται στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου Νίκαιας, Δήμου Πειραιώς στην οδό ..., η οποία είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 193,5 τμ και ανήκαν σ’ αυτόν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και δη: ι) η οριζόντια ιδιοκτησία (γυμναστήριο), η οποία αποτελείται από τμήμα ιδιοκτησίας στην πυλωτή εμβαδού 47,89 τμ, τμήμα ιδιοκτησίας στον πρώτο όροφο εμβαδού 107,04 τμ και τμήμα ιδιοκτησίας στο δεύτερο όροφο εμβαδού 107,04 τμ, τα οποία τμήματα επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική κλίμακα και έχουν ανάλογα ποσοστά συνιδιοκτησίας στους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και ii) οριζόντια ιδιοκτησία διαμέρισμα του τρίτου υπέρ την πυλωτή ορόφου εμβαδού 107,74 τ.μ., με ανάλογα ποσοστά συνιδιοκτησίας στους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ιδιοκτησίες οι οποίες περιγράφονται στο υπ’ αριθμ. .../11-1-1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ά. Κ. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα. Τις άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες απέκτησε ο διαθέτης κατά πλήρη κυριότητα, ημιτελείς (στα σοβατίσματα), από αγορά κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους στο οικόπεδο, από τη θεία του (αδερφή του πατέρα του) Ε. Λ., με τα υπ’ αριθ. .../92 συμβόλαια της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα και ο οποίος ως εργολήπτης, με εργολαβικό προσύμφωνο, είχε αναλάβει την ανέγερση αυτών και ακόμη μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας του τετάρτου ορόφου που ανήκε στη θεία του, κατά το σύστημα της αντιπαροχής. Με το προαναφερθέν υπ’ αριθμ. .../11-1-1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ο διαθέτης είχε μεταβιβάσει το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των ιδιοκτησιών αυτών στον ετεροθαλή αδερφό του Κ. Λ. (ενάγοντα) και το 1/2 της επικαρπίας αυτών στον πατέρα του Α. Λ. και του απέμεινε η πλήρης κυριότητα του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ακόμη ο διαθέτης μετά το γάμο του και τη λύση αυτού, απέκτησε στις 30-12-2003 με το υπ’ αριθ. .../2003 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου, Ι. Γ. και την κυριότητα ενός ακινήτου στην κτηματική περιφέρεια Κολυμβαρίου, στη θέση ... του οικισμού ..., ήτοι ενός οικοπέδου εμβαδού 826.16 τμ, στο οποίο στη συνέχεια ανήγειρε οικία. Ο ως άνω αποβιώσας κατέλειπε την από 5 Αυγούστου 1996 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Π., η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθ. 1.329/11-12-2009 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και, καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου αυτού στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό … και με την οποία όρισε τα ακόλουθα, όσον αφορά τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Νίκαια στην οδό ..., οι οποίες, κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, αποτελούσαν τότε, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, τη μοναδική περιουσία του: "Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου. Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου α) την σύζυγο μου Τ. Σ., του Α. και Β. και β) τον αδελφό μου Κ. Λ. του Α. και Δ.. Και την μεν σύζυγο μου περιορίζω στην νόμιμη μοίρα που αντιστοιχεί μιας ενιαίας οριζοντίου, ιδιοκτησίας του ημίσεως (1/2) εξ αδιαιρέτου μιας ενιαίας οριζοντίου, ιδιοκτησίας μου, που βρίσκεται στον Κορυδαλλό Αττικής, επί της οδού ..., όπως αυτή σήμερα περιγράφεται στο υπ’ αριθμ. .../11-1-1996 συμβόλαιο της Σ/φου Πειραιώς Ά. Κ. - Π., συμπεριλαμβανόμενου και του τρίτου (Γ’ ) ορόφου (κατοικία), στον δε αδελφό μου Κ. Λ. του Α. και Δ. θέλω να περιέλθει ολόκληρο το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου που απομένει μετά την αφαίρεση της νόμιμης μοίρας της συζύγου μου επί του εν λόγω ακινήτου μας". Είναι πρόδηλο ότι με την ως άνω διαθήκη ο διαθέτης εγκαθιστούσε συγκληρονόμους του τα προαναφερόμενα πρόσωπα στο μοναδικό του τότε περιουσιακό στοιχείο, ήτοι στις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες και τούτο προκύπτει αναμφίβολα από το γεγονός ότι στην ακίνητη περιουσία που κατέλιπε ως κληρονομιά, ρητά συμπεριλαμβανόταν, πλην του ισογείου, πρώτου και δευτέρου ορόφου (ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία του γυμναστηρίου) και ο τρίτος όροφος της πολυκατοικίας, δηλαδή η δεύτερη προαναφερθείσα αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου της προαναφερόμενης πολυκατοικίας. Ο ως άνω διαθέτης στην ηλικία των επτά ετών, μετά το διαζύγιο του πατέρα του με τη φυσική του μητέρα, μετέβη στις Η.Π.Α. μαζί με τον πατέρα του και τον άλλο αμφιθαλή αδελφό του, όπου έζησαν και μεγάλωσαν μαζί με τη νέα οικογένεια που εντωμεταξύ δημιούργησε εκεί ο πατέρας του, ο οποίος τέλεσε δεύτερο γάμο με τη Δ. Β., με την οποία απέκτησαν και τα προαναφερόμενα τέκνα, ετεροθαλή αδέλφια του. Ο πατέρας του ως άνω διαθέτη ασχολείτο με την ακροβατική γυμναστική, στην οποία μύησε και τον ίδιο από πολύ μικρή ηλικία, με αποτέλεσμα ο διαθέτης αυτός να διακριθεί σ’ αυτήν, αλλά και στην ενόργανη γυμναστική και στο Καράτε, πετυχαίνοντας μεγάλες διακρίσεις και επιδόσεις στον πρωταθλητισμό με την εθνική ομάδα των ΗΠΑ, αλλά και να σπουδάσει σε πανεπιστήμια της Αμερικής. Παράλληλα αυτός μαζί με όλη την οικογένεια του, αποτελούμενη από τον πατέρα του και τα αδέλφια του, εκμεταλλεύονταν μεγάλο γυμναστήριο - σχολή Καράτε στην Νέα Υόρκη που διεύθυνε ο πατέρας του Α. Λ.. Τη δραστηριότητα αυτή θέλησε αυτός μαζί με τον ενάγοντα αδελφό του να ασκήσουν και στην Ελλάδα στην προαναφερθείσα οικοδομή στη Νίκαια του Πειραιά, διαμορφώνοντας, με την οικονομική συνδρομή και του πατέρα τους, που δανείστηκε χρήματα για το λόγο αυτό, τους χώρους της μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας (ισογείου, πρώτου και δευτέρου ορόφου) ανάλογα και κατάλληλα για τη δραστηριότητα αυτή. Μάλιστα για τη χρηματοδότηση της κατασκευής αυτής βοήθησε και ο παππούς του από τη μητρική γραμμή, Κ. Β., ο οποίος προσέφερε χρήματα για την ανοικοδόμηση - αποπεράτωση της απαιτώντας τη μεταβίβαση ποσοστού αυτής και στον εγγονό του που είχε το όνομα του, ήτοι στον ενάγοντα Κ. Λ., με τον οποίο ο διαθέτης θα έφτιαχναν το γυμναστήριο στην οικοδομή αυτή. Εξ ου και η προαναφερθείσα με το υπ’ αριθμ. .../11-1-1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, μεταβίβαση από το διαθέτη του 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των ως άνω ημιτελών ιδιοκτησιών στον ετεροθαλή αδερφό του Κ. Λ. (ενάγοντα) και το 1/2 της επικαρπίας αυτού στον πατέρα του Α. Λ.. Ο διαθέτης, που γεννήθηκε το έτος 1965. τέλεσε πολιτικό γάμο στις 9 Αυγούστου 1995 στο Δήμο του Κουήνς στη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη (εφεξής εναγομένη): Τ. Σ. του Α., που γεννήθηκε το έτος 1976, μικρότερη του στην ηλικία κατά ένδεκα έτη. Γνωρίστηκαν στην Ελλάδα το έτος 1991, όταν ο διαθέτης" επέστρεψε στην Ελλάδα κατ’ εντολή του πατέρα του προκειμένου να επιμεληθεί της ανέγερσης της ως άνω οικοδομής, ανέγερση την οποία είχε αναλάβει ο ίδιος με το σύστημα της αντιπαροχής. Παράλληλα εργαζόταν σ’ ένα γυμναστήριο όπου γνώρισε την εναγομένη που ήταν τότε ανήλικη μαθήτρια της δευτέρας λυκείου. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν τον Αύγουστο του 1995, αφού επέστρεψαν πίσω στη Νέα Υόρκη όπου επέλεξαν να ζήσουν, και ο μεν διαθέτης να εργαστεί ως γυμναστής, η δε εναγομένη να σπουδάσει στις κοινωνικές επιστήμες, στο κολλέγιο ... του πανεπιστημίου ... της Νέας Υόρκης. Από το έτος, όμως, 1996 ο διαθέτης, ηλικίας τότε τριάντα ενός ετών, δεν είχε στον αθλητισμό τις επιδόσεις που είχε στο παρελθόν, αφού κατανάλωνε αλκοόλ και ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, είχε. δε, νοσηλευθεί και το έτος 1995 λόγω παγκρεατίτιδας και είχε κατάθλιψη. Το έτος 1997 νοσηλεύθηκε εκ νέου στο νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε εγχείριση στην κοιλιακή χώρα κατά την οποία υπέστη ζημία, κατά την επέμβαση, στο παχύ έντερο, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθεί για μεγάλο διάστημα έως ότου αποκατασταθεί η υγεία του. Τούτο του δημιούργησε άγχος, νευρικότητα και του επέτεινε έτι περαιτέρω την κατάθλιψη για την οποία το έτος 1998 λάμβανε και αντικαταθλιπτική αγωγή, αλλά και φάρμακα για την αντιμετώπιση του προβλήματος του αλκοολισμού. Το τελευταίο πρόβλημα, ήδη από το έτος 1996, τον καθιστούσε βίαιο και επιθετικό απέναντι στην εναγομένη σύζυγο του, με την οποία οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές, αφού, παρά τις ελάχιστες στιγμές αρμονίας και ήρεμης συνύπαρξης που αποτυπώνονται στις προσκομισθείσες με επίκληση από την εναγομένη φωτογραφίες, μεταξύ τους είχαν συνεχώς καυγάδες και φιλονικίες δημιουργώντας προβλήματα από τις φωνές και τις φασαρίες τους, ακόμη και στους ενοίκους της πολυκατοικίας όπου διέμεναν. Μάλιστα η εναγόμενη αμυνόμενη "στην "επιθετική’ συμπεριφορά του, του προξενούσε πολλές φορές και γρατζουνιές στο πρόσωπο και νυχιές στο σώμα του. Όλη αυτή η κατάσταση επέτεινε την κατάθλιψη του και του δημιούργησε το φόβο μην τυχόν, εάν πάθει κάτι στη ζωή του, τον κληρονομήσει η σύζυγος του, δεδομένου ότι στη δημιουργία του παραπάνω μοναδικού περιουσιακού στοιχείου που τότε διέθετε, συνέβαλαν τόσο ο πατέρας του, όσο και ο ενάγων αδελφός του, στον οποίο θα ήθελε αυτός να περιέλθει το περιουσιακό αυτό στοιχείο. Ο διαθέτης ζήτησε τότε από την εναγομένη να διαζευχθούν, αλλά σε τούτο αυτή δεν συμφωνούσε, πρώτον, διότι υπαίτιος ήταν ο ίδιος με τη συμπεριφορά του, γεγονός που καθιστούσε ανεπιτυχή και αβέβαιη οποιαδήποτε μονομερή εκ μέρους του προσπάθεια για την έκδοση του διαζυγίου στην Νέα Υόρκη των ΗΠΑ και δεύτερον, η ίδια σπούδαζε εκεί και με την έκδοση διαζυγίου θα έχανε το δικαίωμα παραμονής στη χώρα (πράσινη κάρτα). Υπό αυτές τις συνθήκες ο διαθέτης και γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να αποδεσμευθεί από την εναγόμενη σύζυγο του, στις 5-8-1996 μεταβαίνει στην Ελλάδα και στο γραφείο του φίλου του μηχανικού, που είχε αναλάβει την ανοικοδόμηση της πολυκατοικίας στη Νίκαια, Ι. Ο., καλεί το συμβολαιογράφο Πειραιά Γ. Π. και συντάσσει την προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη του. Και αφού πρώτα ο ως άνω συμβολαιογράφος τον ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει ολοσχερώς τη σύζυγο του από την άνω διαθήκη και δη από τη νόμιμη μοίρα, εν τέλει την εγκαθιστά μόνο στη νόμιμη μοίρα, ώστε να λάβει σε περίπτωση θανάτου του το ελάχιστο δυνατό ποσοστό που προβλέπει ο νόμος. Μάλιστα ο ίδιος ρητά δήλωνε τόσο στους γονείς του όσο και στα αδέλφια του, ότι δεν θα ήθελε η τελευταία να τον κληρονομήσει. Έκτοτε οι σχέσεις τους, παρά τις κάποιες προσπάθειες αποκατάστασης που έγιναν τον Ιούνιο του έτους 1998, όταν η εναγομένη αποφοίτησε από το κολλέγιο, δεν βελτιώθηκαν και μετά από κοινή συμφωνία αποφάσισαν να χωρίσουν με συναινετικό διαζύγιο κατά τη διαδικασία του separation agreement, που προϋποθέτει τη συναίνεση των-συζύγων που αποτυπώνεται με έγγραφη συμφωνία τους ότι ζουν χωριστά για χρονική περίοδο πλέον του έτους, συντάξαντες προς τούτο την από 1-2-1998 έγγραφη συμφωνία, την οποία, αφού πλέον δεν υπήρχε καμία ελπίδα αποκατάστασης της σχέσης τους, κατέθεσαν στις 1-2-1999 στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης με αριθμό φακέλου .../99, με ενάγοντα το διαθέτη και εναγομένη την εδώ εναγομένη, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Στις 6-2-2000, με απόφαση του άνω Δικαστηρίου, λύθηκε ο γάμος τους, η δε απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 28-9-2001.Αυτοί πλέον ζούσαν χωριστά, ο καθένας τους έκαμε τη ζωή του, ο δε διαθέτης το έτος 2000 συνδέθηκε με άλλη γυναίκα με την οποία αρραβωνιάστηκε, το ίδιο έπραξε και η εναγομένη η οποία έκαμε σχέση με άλλο άνδρα και ουδέποτε έκτοτε ξαναντάμωσαν. Ο διαθέτης το έτος 2003 επέστρεψε στην πατρίδα του στα Χανιά, όπου στις 30-12-2003 με το υπ’ αριθ. .../2003 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου, Ι. Γ., απέκτησε και την κυριότητα ενός ακινήτου στην κτηματική περιφέρεια Κολυμβαρίου, στη θέση ... του οικισμού ..., ήτοι ενός οικοπέδου εμβαδού 826,16 τμ στο οποίο στη συνέχεια ανήγειρε οικία. Αυτός στις 17-8-2005 συνελήφθη στο Κολυμβάρι Χανίων, επειδή καλλιεργούσε στον εξωτερικό χώρο της οικίας του έχοντας διαμορφώσει θερμοκήπιο, σαράντα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, κατείχε δε στην οικία του άλλα 137,5 γραμμάρια ινδικής κάνναβης. Στις 27-9-2009 βρέθηκε νεκρός εντός του σταθμευμένου αυτοκινήτου του στο ..., διαπιστώθηκε, δε, μετά από νεκροψία και τοξικολογική εξέταση που του έγινε, ότι απεβίωσε στις 26-9-2009, εξαιτίας πρόσφατης λήψης μεγάλης ποσότητας ηρωίνης. Στις 11-12-2009 δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. …/11-12-2009 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η ως άνω διαθήκη του, για την ύπαρξη της οποία η εναγομένη δεν γνώριζε τίποτε, αφού ουδέποτε ο διαθέτης εν ζωή την είχε ενημερώσει σχετικά μ’ αυτήν. Η ίδια δεν ισχυρίστηκε μάλιστα ότι πήγε και στη κηδεία του ως άνω πρώην συζύγου της, πληροφορήθηκε δε πρώτη φορά για την ύπαρξη αυτής της διαθήκης, ένα έτος μετά τη δημοσίευση της, από τη μητριά του διαθέτη, η οποία μη γνωρίζοντας που βρίσκεται για να τη συναντήσει και να την ενημερώσει σχετικά, αναγκάστηκε να απευθυνθεί στους γονείς της. Με βάση τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, εφόσον λύθηκε εν ζωή ο γάμος του διαθέτη με την εναγομένη, η υπέρ αυτής διάταξη στη διαθήκη του είναι (κατά τεκμήριο) ακυρώσιμη. Αντίθετη βούληση του διαθέτη δεν προέκυψε. Τουναντίον μάλιστα και ιδιαίτερα από το σκοπό που επεδίωκε ο διαθέτης, όταν συνέτασσε τη διαθήκη, ο οποίος προκύπτει και από το κείμενο της διαθήκης (περιορισμός στη νόμιμη μοίρα) και αναλυτικά εκτίθεται παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι οι σχέσεις του με την εναγομένη δεν ήταν καλές, η δε λύση του γάμου τους τότε αβέβαιη, ο ίδιος δε ρητά δήλωνε τόσο στους γονείς του όσο και στα αδέλφια του, ότι δεν θα ήθελε η τελευταία να τον κληρονομήσει, συνάγεται ερμηνευτικά ότι ο διαθέτης δεν θα εγκαθιστούσε κληρονόμο του την εναγομένη, αν κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης δημόσιας διαθήκης μπορούσε να προβλέψει ότι θα ήταν δυνατό να επακολουθήσει η λύση του γάμου του με αυτήν (εναγομένη). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη προέβαλε ως επιχείρημα των ισχυρισμών της ότι ο διαθέτης με την εν λόγω εγκατάσταση, δεν ήθελε να την περιορίσει στη νόμιμη μοίρα, αλλά να της αφήσει κάποιο περιουσιακό στοιχείο γιατί τη θεωρούσε κοντινό του και προσφιλές του πρόσωπο και για να ικανοποιήσει τους γονείς του, που θα αντιδρούσαν σε μία τέτοια εγκατάσταση, της άφησε το ελάχιστο δυνατό ποσοστό πιστεύοντας ότι οι τελευταίοι θα σέβονταν τελικά την επιθυμία του (βλ. σελ. 11 των προτάσεων της στο Δικαστήριο αυτό). Πλην όμως, τούτο δεν ισχύει, διότι εάν ο διαθέτης δεν είχε τον σκοπό να την περιορίσει μόνο στη νόμιμη μοίρα, αλλά να της αφήσει το ελάχιστο δυνατό ποσοστό για να ικανοποιήσει και τους γονείς του, που θα αντιδρούσαν πιστεύοντας ότι οι τελευταίοι θα σέβονταν τελικά την επιθυμία του, τότε θα μπορούσε πράγματι να της αφήσει το ελάχιστο ποσοστό στη μία εκ των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών και μάλιστα στη μικρότερη, που ήταν το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου και όχι ποσοστό σε όλη την κληρονομιά. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί, να συναχθεί από το γεγονός ότι αυτός δεν προέβη σε ανάκληση της διαθήκης του μετά τη λύση του γάμου και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, για την ανατροπή του τεκμηρίου δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι ο διαθέτης δεν ανακάλεσε την τελευταία υπέρ του συζύγου του διάταξη, όσο χρόνο ζούσε, εάν και γνώριζε τη λύση του γάμου. Είναι χαρακτηριστικό δε και το γεγονός ότι η εναγομένη με τις προτάσεις της τόσο στη συζήτηση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και στο τελευταίο αυτό δικαστήριο, επικαλέστηκε, ως γεγονός που δικαιολογεί την ανατροπή του τεκμηρίου, μόνο την μη ανάκληση της διαθήκης από το διαθέτη μετά τη λύση του γάμου τους. Άλλωστε, ο διαθέτης δεν είχε τη δυνατότητα να πράξει τούτο, γιατί αυτός, με τη λύση του γάμου του πίστευε καλόπιστα ότι, εφόσον έχει λυθεί ο γάμος του με τη σύζυγο του, δεν υπήρχε πλέον σύζυγος, ώστε να έχει ισχύ η ως άνω διαθήκη του. Κρίσιμα για την εκτίμηση αυτή είναι τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, λαμβάνονται, δε, υπόψη και τα μεταγενέστερα της σύνταξης της διαθήκης περιστατικά, όπως το ότι ουδέποτε ο διαθέτης ενημέρωσε την εναγομένη για την εγκατάσταση της στη διαθήκη, καθώς και το ότι επήλθε διακοπή των επαφών και συναντήσεων των μερών, που το καθένα ακολούθησε το δικό του δρόμο και πορεία και σαφώς δεν μπορεί να συναχθεί εκ τούτου το συμπέρασμα ότι η εναγομένη αποτελούσε ένα προσφιλές και κοντινό του πρόσωπο, γεγονός που θα δικαιολογούσε να το τιμήσει ως εγκατάστατο κληρονόμο με διαθήκη". Σε ενίσχυση της παραπάνω κρίσης του το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής: "Από τις από 27.4.1999 και 4.6.2015 προσκομισθείσες ιατρικές βεβαιώσεις των εδρευόντων στη Νέα Υόρκη ιατρών, Π. Κ. και Η. Σ., προκύπτει με σαφήνεια η σωματική και ψυχική κατάσταση του διαθέτη στον κρίσιμο χρόνο. Επίσης η ενάγουσα στην δίκη το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων.... Κατέθεσε ότι από το έτος 1998 βρίσκονται σε διάσταση, ότι οι σχέσεις τους χάλασαν από την πρώτη φορά που πήγε στο νοσοκομείο το έτος 1995, ότι έπινε πολύ, ότι είχε παγκρεατίτιδα και το έτος 1997 ξαναπήγε στο νοσοκομείο, ότι πιθανόν ως αμυνόμενη να τον είχε γρατζουνίσει στο πρόσωπο. Επίσης, στις έγγραφες επιστολές του ενάγοντος προς τους γονείς του (αυτός) περιγράφει ξεκάθαρα τις εντάσεις της σχέσης του με την εναγομένη, έστω και εάν για προφανείς λόγους, ώστε να μην εκτεθεί ο ίδιος για τη υπαίτια συμπεριφορά του, θεωρεί την ίδια υπαίτια , στις οποίες αναγράφει ότι έκανε τη διαθήκη του στην οποία εγκατέστησε κληρονόμο του και την ίδια (εναγομένη), αν και δεν θα το ήθελε ενόψει των σχέσεων τους, ότι το έπραξε, όμως, γιατί του το είπε ο συμβολαιογράφος, αν και αυτός θα προτιμούσε να είχε εγκαταστήσει μοναδικό του κληρονόμο το αδελφό του Κ.. Η γνησιότητα των επιστολών αυτών, ενώ αμφισβητήθηκε ειδικώς στη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, δεν προκύπτει ότι αμφισβητήθηκε και στη δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο......... Οι επιστολές, αυτές, προσκομίζονται από τον ενάγοντα με επίκληση και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, πλην όμως, ούτε με τις προτάσεις της παρούσας, ούτε με την προσθήκη αυτών η εναγομένη αμφισβητεί τη γνησιότητα των επιστολών αυτών, η οποία, έτσι, δεν μπορεί να εξεταστεί, σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης. από το Δικαστήριο αυτό. Άλλωστε, το ότι τα γράμματα και η υπογραφή στις επιστολές αυτές, στις οποίες ο διαθέτης υπογράφει ολογράφως, ανήκουν στον διαθέτη αυτόν, προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρα μητριάς του , η οποία τον μεγάλωσε από μικρό και γνωρίζει πολύ καλά τα γράμματα του. Ακόμη δε και η ενάγουσα, ανωμοτί εξεταζόμενη στη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο, αναγνώρισε τα γράμματα του διαθέτη σε μια εκ των επιστολών αυτών, τα γράμματα δε αυτά, όπως προκύπτει με την αντιπαραβολή τους στην άλλη επιστολή , είναι ακριβώς τα ίδια. Αντίθετη κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, δεν μπορεί να συναχθεί από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης, ο οποίος είναι ο πατέρας της και του οποίου η κατάθεση είναι ενδοιαστική και έχει και αντιφάσεις.
Συνεπώς, αφού δεν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης θα ήθελε να ισχύσει η υπέρ της συζύγου του εναγομένης διάταξη της διαθήκης του και αν ακόμη κατά το χρόνο της σύνταξης της είχε προβλέψει τη λύση του γάμου τους, όπως ισχυρίστηκε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ’ έφεση η εναγομένη εφεσίβλητη, θα πρέπει η ένδικη αγωγή που ασκήθηκε από τον αμέσως, σύμφωνα με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης, ωφελούμενο από την ακύρωση της διάταξης αυτής, ήτοι από τον συνεγκατάστατο συγκληρονόμο σε όλη την κληρονομιά κατά τον χρόνο της εγκατάστασης, που δικαιούται, σε περίπτωση έκπτωσης μετά την επαγωγή, όπως εν προκειμένω, σε προσαύξηση (βλ. άρθρο 1807 ΑΚ και Π. Κορνηλάκη, ΕρμΑΚ, άρθρο 1807, παρ 14 ,σελ. 372), να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, να ακυρωθεί η υπέρ της συζύγου του διαθέτη διάταξη της διαθήκης, του Χ. Λ. του Α. και να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων αδερφός του είναι εκ προσαυξήσεως κληρονόμος του ποσοστού των 12,5% του περιγραφόμενου ανωτέρω κληρονομιαίου ακινήτου συγκείμενο από δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου Νίκαιας, Δήμου Πειραιώς στην οδό ....".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, κατ’ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες νομοτύπως ισχυρισμούς της, αναφορικά με: α) τις σχέσεις αμοιβαίας αγάπης και φροντίδας που διατηρούσε με τον διαθέτη πρώην σύζυγο της τόσο κατά τη διάρκεια του γάμου τους όσο και μετά τη λύση αυτού β) την κατάσταση της σωματικής και ψυχικής υγείας και της εν γένει φυσικής κατάστασης του τελευταίου γ) την πραγματική του βούληση να την εγκαταστήσει κληρονόμο του κατά ποσοστό 12,5% σε όλη την κληρονομιαία περιουσία του, ανεξάρτητα από τη λύση του γάμου τους ή από το θάνατο του δ) τις συνθήκες λύσης του γάμου τους ε) τις διακρίσεις του διαθέτη στον αθλητισμό στ) τη μη γνησιότητα των επιστολών που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και φέρονται να έχουν συνταχθεί από το διαθέτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια του πράγματος και συνιστούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας υπέρ των απόψεων της, σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1785 και 1786 ΑΚ, η οποία, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του λόγου αυτού, συντελέστηκε με την εσφαλμένη (κατά την αναιρεσείουσα) εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων (ιδίως καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων) και των ισχυρισμών που προέβαλε η ίδια με τις πρωτόδικες προτάσεις της. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, διότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αν όμως το έλαβε υπόψη, σημαίνει ότι απέκρουσε σιωπηρά την περίπτωση πρόθεσης στρεψοδικίας (ΑΠ 1590/2010, ΑΠ 1294/2010). Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι απαραδέκτως έλαβε υπόψη τις από 27/4/1999 και από 4/6/2005 ιατρικές βεβαιώσεις των εδρευόντων στη Ν. Υόρκη ιατρών Π. Κ. και Η. Σ. που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, αν και τις είχε στην κατοχή του και γνώριζε το περιεχόμενο τους από την πρωτοβάθμια δίκη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα, που μπορεί να συνάγει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (άρθρο 336 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 παρ. 3), σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ άλλων, φωτογραφίες, οι οποίες, κατά το άρθρο 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπταν οι σχέσεις αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και σεβασμού μεταξύ της ιδίας και του διαθέτη, τόσο πριν από το γάμο τους όσο και μετά τη λύση του, καθώς και η βούληση του τελευταίου κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης να της αφήσει κάποιο περιουσιακό στοιχείο, η οποία (βούληση), κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν θα ήταν διαφορετική ακόμη και αν ακόμη γνώριζε ο διαθέτης ότι ο γάμος τους θα λυνόταν με διαζύγιο και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: 1) το από 13/6/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του κληρονομιαίου ακινήτου 2) τα αναφερόμενα άλμπουμ, δημοσιεύματα, βίντεο, DVD, φωτογραφίες κ.λ.π., σχετικά με τις αθλητικές δραστηριότητες και τη φυσική κατάσταση του διαθέτη 3) τις αναφερόμενες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζονται η αναιρεσείουσα μαζί με τον διαθέτη και διάφορα συγγενικά τους πρόσωπα, μεταξύ δε αυτών είναι και ο αναιρεσίβλητος και 4) τις 3001/2005, 1023/2007, 1757/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα. Η έλλειψη δε στην απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμηση τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183,191παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/5/2016 αίτηση για αναίρεση της 59/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή